Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
Not a member yet
    5290 research outputs found

    Διγλωσσία και δίγλωσση εκπαίδευση: βιβλιογραφική ανασκόπηση

    No full text
    This paper probes into the different facets of bilingualism and bilingual education and attempts to answer the question of who is bilingual and what is his/ her proficiency in both languages. In bilingualism, there seems not to be ‘one kind of bilingual’.  Proficiency in both languages can vary widely among bilingual individuals, ranging from basic conversational skills to excellent linguistic skills and fluency in both languages. Bilingualism also varies from individual to individual as it is acquired through various means; bilingualism can start from birth but it can also emerge in later life through education and/or immersion, or a combination of both. Given the aforementioned, an attempt has been made in this literature review to delve into the dynamic, multifaceted, and complex phenomenon of bilingualism, through the examination of concepts such as simultaneous childhood bilingualism, sequential childhood bilingualism, balanced bilingualism, dominant bilingualism, unbalanced bilingualism, early bilingualism, emergent bilingualism, and so on. This paper probes into the different facets of bilingualism and bilingual education and attempts to answer the question of who is bilingual and what is his/ her proficiency in both languages. In bilingualism, there seems not to be ‘one kind of bilingual’.  Proficiency in both languages can vary widely among bilingual individuals, ranging from basic conversational skills to excellent linguistic skills and fluency in both languages. Bilingualism also varies from individual to individual as it is acquired through various means; bilingualism can start from birth but it can also emerge in later life through education and/or immersion, or a combination of both. Given the aforementioned, an attempt has been made in this literature review to delve into the dynamic, multifaceted, and complex phenomenon of bilingualism, through the examination of concepts such as simultaneous childhood bilingualism, sequential childhood bilingualism, balanced bilingualism, dominant bilingualism, unbalanced bilingualism, early bilingualism, emergent bilingualism, and so on.

    Subversion and Affective Intermediality in Jean-Luc Godard’s 'Adieu au langage' (2014)

    No full text
    It is said that cinematic intermediality is linked to multisensoriality and the synesthetic experience of the viewer. In fact, Pethö asserts that even films which maintain the illusion of reality can be highly intermedial and through film, the real world can be “perceived ‘as if’ filtered through other arts (like painting) or (…) reframed, disassembled by other media” (2011b). The intermediality of cinema is based on the “(inter)sensuality of cinema itself, [on] the experience of the viewer being aroused simultaneously on different levels of consciousness and perception” (Pethö 2011b). The article focuses on the affective aspects of intermediality as encountered in Jean-Luc Godard’s late period, and more specifically, in his film Adieu au langage. Just as he did in his former film Film Socialisme, Godard engages in several stylistically similar experimentations with the formal and expressive qualities of the medium and explores how these techniques affect the viewer and subvert their expectations. The subversive elements of Godard’s late work are being explored and the focus is grouped around his formal and expressive experimentations thus offering new enhanced experiences to audiences and cinema-goers

    Obituary Intimacies: Exploring the Sonic Cultivations of Intimacy in Podcast Storytelling

    No full text
    The funny thing about death and dying is the cultural perception of death as a visual and sonic landscape occupied by only absence. There is a tendency to believe that, at the end of life, the only thing present is the bareness of our grief. While one should never discount the monumental presence of grief, it is important to remember that grief is only given life through its connection to the senses. The truth is that when people die, there is a rush of affects, images, sounds, smells and sensations that facilitate the process of a life ending, and that, while each sensation is important, there are some senses better attuned to transmitting affects that help us communicate the stories our grief embodies. This paper explores how those stories about death get told through the podcasting medium by focusing in on the Fable and Folly Network’s podcast, Death by Dying (2020), a comedy fiction podcast that tells the tales of the dying through our host, the Obituary Writer. Employing a queerfeminist death studies lens, this paper seeks to examine how this podcast re-conceptualizes stories of death and dying in a norm-critical way. This podcast challenges the normative prescriptions of obituary writing, which typically consists of a short article generally characterized by life-affirming qualities and remarks on the deceased person’s greatest achievements, their kin and those they held dear, and who they leave behind, by asking listeners, instead, to get to know the dead by the obituary writer’s investigation into their death. This podcast creates an environment that is composed of the sonic-affective intimacies between the writer, the people he writes about (the dead), and those he writes for (us). In reorienting the audience’s relationship to death by forging critical intimacies between the dead and listeners, this podcast demonstrates a different way of re-conceptualizing how we come to know the dead

    Slow train coming. AI Act: ακόμη ένα μετέωρο βήμα προς την ψηφιακή συνταγματοποίηση της Ευρώπης και το Brussels Effect

    No full text
    Η πρόταση της Επιτροπής του Απριλίου 2021, για έναν Κανονισμό σχετικό με την ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης, γνωστή ως Πράξη Τεχνητής Νοημοσύνης, της οποίας η ψήφιση αναμένεται πριν τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συγκεντρώνει την προσοχή σημαντικού κύκλου ενδιαφερομένων λόγω του δυναμισμού του αντικειμένου της. Η πρόταση ΠΤΝ σηματοδότησε μια σημαντική μεταστροφή της Ευρωπαϊκής προσέγγισης από την εθελοντική αυτορρύθμιση βάσει ηθικών κανόνων, προς την νομοθετική ρύθμιση γενικής και άμεσης εφαρμογής στην Επικράτεια της ΕΕ, με χαρακτήρα εκτελεστότητας και επιβολή κυρώσεων, και σαφή φιλοδοξία  να επιβεβαιώσει το “Brussels Effect”, να είναι το πρώτο σχετικό νομοθέτημα παγκοσμίως και να επηρεάσει την ανάπτυξη παγκόσμιων κανόνων και αρχών για την τεχνητή νοημοσύνη,  κατά το πρότυπο του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων από τον οποίο αντλεί πολλά στοιχεία, χωρίς εντούτοις να στραγγαλίσει την καινοτομία εντός της ΕΕ. Η μέθοδος που προκρίθηκε για την ρύθμιση των χρήσεων Τεχνητής Νοημοσύνης, περιλαμβανομένων των «παραγωγικών» λεγόμενων συστημάτων, είναι αυτή της διαβαθμισμένης ταξινόμησης και αντιμετώπισής τους βάσει της προκαταβολικής αξιολόγησης κινδύνου επιπτώσεων στα θεμελιώδη δικαιώματα, με απαίτηση συμμόρφωσης προκειμένου τα συστήματα ΤΝ να γίνουν δεκτά  στην εσωτερική αγορά της ΕΕ.  Η απαγόρευση κακόβουλων και καταχρηστικών, απαράδεκτων πρακτικών, ακολουθείται από την συστηματική παρακολούθηση χρήσεων υψηλού κινδύνου, και την ελαστικότερη αντιμετώπιση εφαρμογών χαμηλού κινδύνου, σε ένα πλαίσιο διακυβέρνησης με συνεργασία Ευρωπαϊκών αρχών και Κρατών Μελών και συμμόρφωσης των φορέων εγκατάστασης λύσεων τεχνητής νοημοσύνης. Η προσδοκία όλων είναι ότι οι προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης θα παρακολουθούνται δυναμικά και έγκαιρα από το οικοσύστημα που η ΕΕ θα εγκαταστήσει ώστε να τηρούνται οι εγγυήσεις λειτουργίας ανθρωποκεντρικής και αξιόπιστης τεχνητής νοημοσύνης με σεβασμό του κράτους δικαίου και των Ενωσιακών ελευθεριών, ότι η απαιτούμενη οργανωτική προεργασία θα ολοκληρωθεί έγκαιρα και ότι οι ατέλειες και τα κενά της ρύθμισης θα καλυφθούν ερμηνευτικά ή μέσω των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων της Επιτροπής

    Unveiling the Greek phytodiversity: Dimitrios Zaganiaris and his legacy in TAU Herbarium

    No full text
    Dimitrios Zaganiaris, a distinguished botanist who worked and published between 1932 and 1940, remains a relatively enigmatic figure within the botanical history of Greece, with scant information available about his life and work. His collections, exclusively kept in the Thessaloniki Aristotle University Herbarium (TAU Herbarium), remained neglected for several decades and have never been studied systematically as a whole. In this work his full biography, together with a list of 1695 specimens, cited in Zaganiaris “The flora of Mani” and “Herbarium Macedonicum” or hitherto unpublished, are presented for the first time. This material includes valuable data that are anticipated to shed new light to the Greek phytodiversity

    Σταύρος Ζουμπουλάκης (επιμ.): Το πρόβλημα του κακού

    No full text
    2024– 03 Ζουμπουλάκης: Το πρόβλημα του κακούΣταύρος Ζουμπουλάκης (επιμ.): Το πρόβλημα του κακού (Συναντήσεις 14). Αθήνα: Άρτος Ζωής, 2024, 419 σ., 20 €._______________________________ Κρίνει ο Γιώργος Ζωγραφίδης (ΑΠΘ)[email protected] Το πρόβλημα του κακού δεν μπορεί να ιδωθεί σήμερα ως ένα ακόμη θεολογικό-φιλοσοφικό πρόβλημα, όπως επί αιώνες παρουσιάστηκε, συζητήθηκε και δεν λύθηκε... Η ένταση της θεωρητικής συζήτησης αντανακλά τη δυσκολία του ανθρώπου να αντιμετωπίσει την ίδια την εμπειρία του κακού σε πολλά επίπεδα της ζωής του. Οι «λιμοί και καταποντισμοί», οι θρησκευτικοί πόλεμοι, ο σεισμός της Λισσαβώνας, το Ολοκαύτωμα, οι πρόσφατοι αμφίπλευροι «πόλεμοι ενάντια στο κακό», είναι φυσικά φαινόμενα και ανθρώπινες πράξεις (προσωπικές, κοινωνικές, πολιτικές) που –πέρα από τις αιτίες τους–, αν δεν έχουν κάποιο πρόδηλο νόημα, κάνουν εμφανές αλλά και ανυπόφορο το παράλογο της ανθρώπινης ζωής, και αμφισβητούν ευθέως τον «καλύτερο δυνατό κόσμο» και τον «πανάγαθο, παντοδύναμο και παντογνώστη Θεό» των θεϊστών φιλοσόφων και των μονοθεϊστικών θρησκειών.Οι απόπειρες να ερμηνευθεί η παρουσία του κακού στον κόσμο (να της δοθεί ένα νόημα, να περιοριστεί ή να εξαλειφθεί) είναι πολλές και προέρχονται από διαφορετικά πεδία: η Γένεσις, η ιστορία του Ιώβ στην Παλαιά Διαθήκη, οι πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, η ιστορία του Ιβάν στους Αδελφούς Καραμάζωφ, ο Μόμπυ-Ντικ, το Αποκάλυψη τώρα, η «Τελική λύση», ο Ποινικός Κώδικας, ο Πρόεδρος του καλού και του κακού. Στη φιλοσοφία η παράλληλη συζήτηση οδήγησε τους μεν θεϊστές στην κατασκευή δικαιολογήσεων του Θεού απέναντι στο κακό (θεοδικίες), τους δε αθεϊστές στην επίκληση του κακού εναντίον της ύπαρξης θεού – που ίσως είναι το ισχυρότερο επιχείρημα.Αυτό το «πρόβλημα του κακού», σημαντικές πτυχές του στην ιστορία της φιλοσοφίας και της θεολογίας, αλλά και στη λογοτεχνία, έρχεται να συζητήσει ο παρών τόμος. Είναι ο δέκατος τέταρτος τόμος μιας σημαντικής σειράς που, πάντα με την επιμέλεια του Σταύρου Ζουμπουλάκη και με εκδοτική συνέπεια, μας δίνει ο «Άρτος Ζωής»· των «Συναντήσεων», των ετήσιων συνεδρίων στα οποία φιλόσοφοι και θεολόγοι παρουσιάζουν από τη δική τους προοπτική, ιστορικά και κάποτε συστηματικά, τις πτυχές ενός σημαντικού θέματος κοινού ενδιαφέροντος και ενίοτε διασταυρώνονται ουσιαστικά. Σε μια συγκυρία που το ιστορικό κακό με τη μορφή του πολέμου και των εθνοκαθάρσεων δεν υποχωρεί αλλά μάλλον εξαπλώνεται (κάτι που σημειώνεται εμφατικά στον «Χαιρετισμό» του επιμελητή του βιβλίου), ο φιλοσοφικός λόγος περί του κακού μοιάζει απελπιστικά ανήμπορος ακόμη και να παρηγορήσει τα θύματα, όταν τυχόν ενδιαφέρεται για αυτά όχι μόνο ως μέλη προτάσεων κάποιου συλλογισμού  – ωστόσο ακμάζει τόσο που ενίοτε γίνεται ανεξάρτητος και ουσιαστικά αδιάφορος στην εμπειρία του κακού.Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι το πρόβλημα του κακού, υπό την αυστηρή παραδοσιακή έννοια της αιτιολόγησής του, το έχουν μόνο οι θεϊστές (και οι πανθεϊστές!),[1] καθώς θέτει υπό ερώτηση την πίστη στον έναν Θεό, είτε από λογική άποψη –όπου οι ιδιότητες που δίνουν στον Θεό οι μονοθεϊστικές θρησκείες, και τελικά η ίδια του η ύπαρξη, έρχονται σε λογική αντίφαση με την ύπαρξη του κακού– είτε από εμπειρική – όπου η αναμφισβήτητη ύπαρξη του κακού, αν δεν εκλαμβάνεται ως απόδειξη της μη ύπαρξης θεού, υπονομεύει την παραδοσιακή ιδιότητα της παντοδυναμίας του και κλονίζει την πίστη/εμπιστοσύνη στην παναγαθότητά του. Τα φιλοσοφικά παραδείγματα που πραγματεύεται ο τόμος είναι το αρχαιοελληνικό (Πλάτων, Στωικισμός), το θεολογικό-χριστιανικό (πρώιμος χριστιανισμός, Γρηγόριος Νύσσης, Ακινάτης, προτεσταντισμός), το νεωτερικό φιλοσοφικό (Λάιμπνιτς, Καντ, Κίρκεγκωρ) και το σύγχρονο (Βιττγκενστάιν, αναλυτική φιλοσοφία της θρησκείας, Άρεντ Αντόρνο)· σε αυτά προστίθεται το λογοτεχνικό παράδειγμα (αμερικανική και γαλλική πεζογραφία).Ο Βασίλης Κάλφας γράφει «Για το κακό στον Πλάτωνα» (σ. 13-27), στον οποίο υπάρχει ήδη (ή μάλλον διαμορφώνεται) ως μεταφυσικό πρόβλημα. Θέτει ορθά το ηθικό και ανθρωπολογικό πλαίσιο και κατορθώνει να μας δώσει μια ευσύνοπτη συνθετική προσέγγιση, μέσα από μια αφήγηση που παρουσιάζει συνεκτική (αν και όχι μονότροπη) την περί κακού προβληματική που διατρέχει τους πλατωνικούς διαλόγους από τον Φαίδωνα έως τους Νόμους. Ξεκινά από το ηθικό πεδίο (με τα γνωστά αντιθετικά ζεύγη κακό–αγαθό και κακία–αρετή) και τη διαπίστωση ότι το κακό εμφανίζεται σε κάθε πτυχή του ανθρώπινου, ατομικού και συλλογικού βίου. Είναι αναπόφευκτο, δεδομένου του ανθρωπολογικού δυισμού και του σωματικού εγκλωβισμού της ψυχής, και μόνη διέξοδος μοιάζει να είναι της παιδείας (εφόσον δεχθούμε, τελικά, το διδακτό της αρετής) και της γνώσης (καθότι οὐδεὶς ἑκὼν κακός). Όμως η ψυχή δεν είναι κάτι ενιαίο, και η διαίρεσή της (στα δύο ή στα τρία, εδώ δεν έχει σημασία) προσφέρει μία ακόμη εξηγητική παράμετρο και βαθύτερη κατανόηση της διάπραξης του κακού. Βρίσκεται, όμως, το κακό μόνο στην ατομική ψυχή ή υπάρχει και κοσμική βάση του, δηλ. μια κακή κοσμική ψυχή; Ο Κάλφας εντοπίζει διαφορές στην προοπτική του Τίμαιου και των Νόμων και συμπεραίνει ότι το κακό δεν μπορεί να έχει θέση εκεί που υπάρχει η άριστη ψυχή του θεού, αλλά μόνο εκεί που η ψυχή κυριαρχείται από τα σωματικά. Μέσα από όλο το κείμενο κατανοούμε κύριες όψεις της κληρονομιάς που αφήνει ο Πλάτων στη μεταγενέστερη συζήτηση για το πρόβλημα του κακού και που συμπυκνώνεται στην περίφημη πρόταση ότι ο θεός είναι αναίτιος. Συμπληρωματικά, μπορεί κανείς να επιστρέψει στη γνωστή επιγραμματική θέση του Θεαίτητου (176a) πως «τα κακά πράγματα ούτε είναι δυνατόν να αφανιστούν, ὑπεναντίον γάρ τι τῷ ἀγαθῷ ἀεὶ εἶναι ἀνάγκη, ούτε όμως έχουν θέση ανάμεσα στους θεούς, αλλά εξ ανάγκης περιτριγυρίζουν τη θνητή μας φύση και αυτόν εδώ τον κόσμο».Η Μαρία Πρωτοπαπά-Μαρνέλη στη μελέτη «Οι Στωικοί για το καλό, το κακό και τα αδιάφορα» (σ. 28-52) παρουσιάζει στοιχεία της πρώτης “συστηματικής” θεοδικίας (πολύ προτού εμφανιστεί ο όρος) θέτοντας το ορθό πλαίσιο κατανόησής της, την ηθική ανθρώπινη πράξη εντός μιας καθορισμένης θεϊκά συμπαντικής τάξης. Δείχνει πώς ο άνθρωπος, που έχει  φυσική προδιάθεση για την αρετή, μέσω ενάρετων πράξεων και του αγαθού –με τις κατάλληλες ἀσκήσεις– μπορεί να κατακτήσει την ευδαιμονία. Η τελευταία ενότητα για το κακό στον άνθρωπο και στον κόσμο (που συμπιέζεται για να χωρέσει τα ουσιαστικά στοιχεία του προβλήματος) εξετάζει πώς σε έναν κόσμο που κυβερνά ο Λόγος (η Πρόνοια θα προσθέταμε, σε μια τέτοια συνάφεια) υπάρχει κακό και περιθώριο για ελεύθερη βούληση. Το κακό είναι αναγκαίο από γνωστική άποψη, γιατί αλλιώς δεν θα είχε ο άνθρωπος αντίληψη του αγαθού (μια πρώιμη θεοδικία της αντίθεσης). Η βούληση, η διάθεσις, είναι ελεύθερη στον βαθμό που μια πράξη πηγάζει από τον χαρακτήρα του ανθρώπου και όχι από εξωτερικά αίτια· και η ελευθερία, όπως και η κοσμική αρμονία, υπονομεύονται από τις κακές αποφάσεις. Είναι αλήθεια ότι οι Στωικοί έχουν αναλύσει ιδιαίτερα την ψυχολογία της ανθρώπινης πράξης και τα πάθη. Ανατρέποντας τρέχουσες αντιλήψεις ότι κακό είναι τα εξωτερικά εμπόδια στην πορεία μας προς την ευδαιμονία, οι Στωικοί τα χαρακτηρίζουν ἀδιάφορα και εντοπίζουν το κακό μόνο στην εσωτερική διάσταση του ατόμου, σε αυτήν που μπορεί το ίδιο να ελέγξει. Η αδυναμία αντίληψης της πραγματικότητας (ως έλλογης δομής που είναι συνολικά αγαθή) και υιοθέτησης μιας προοπτικής που αίρεται πάνω από τη μερικότητα του ατόμου, καθώς και η συγκατάθεση του ατόμου στα πάθη του, δεν επιτρέπουν να κατανοήσουμε το κάθε συμβάν και την κάθε κατάσταση (πνευματική, συναισθηματική, σωματική) ως μια στιγμή, ένα μέρος ενός ευρύτερου κοσμικού σχεδίου που μας υπερβαίνει και το οποίο δεν μπορεί να είναι εγγενώς κακό. Οι Στωικοί θα ζητήσουν κάτι παραπάνω από την κατανόηση της ροής των συμβάντων· θα ζητήσουν να τα θέλουμε να συμβαίνουν όπως συμβαίνουν, άρα να αποδεχόμαστε εθελούσια την εἱμαρμένη. Ανάμεσα στον σοφό και στον φαύλο, οι προκόπτοντες άνθρωποι κατανοούν τη θέση τους στον κόσμο και αγγίζουν φευγαλέα την ευδαιμονία. Η μελέτη με χρήση των αρχαίων πηγών δίνει μια καλή εικόνα της αντίληψης των πρώτων (κυρίως) Στωικών για το ηθικό κακό, το μόνο που υπάρχει για αυτούς.Στους Στωικούς το πρόβλημα του κακού είναι και θεολογικό, αλλά εντός της υλιστικής φυσικής τους, ενώ μέσα στις διανοητικές συνθήκες της Ύστερης Αρχαιότητας που διαμορφώνονται από τον πλατωνικό δυαλισμό και την υποτίμηση του σώματος, τα γνωστικά ρεύματα (και τον μανιχαϊσμό) και τον πρώιμο χριστιανισμό (με τη βιβλική καταγωγή του) περνούμε σε μία καινούργια περίοδο. Ο Χαράλαμπος Βέντης στη μελέτη του «Η πρόσληψη του κακού από τον στωικισμό και τον χριστιανισμό» (σ. 53-83), με ύφος ιδιαίτερα προσεγμένο (που δεν αποφεύγει γλωσσικούς ακκισμούς[2]), επιχειρεί κάτι διαφορετικό από αυτό που θα περιμέναμε από τον τίτλο του· ουσιαστικά φιλοδοξεί να κάνει σύγκριση της αρχαίας ελληνικής με τη χριστιανική αντίληψη περί κακού. Προσπαθεί να σκιαγραφήσει το πνευματικό περιβάλλον των πρώτων χριστιανικών αιώνων, υιοθετώντας την άποψη περί ενός κοινοτιστικού ορίζοντα στην Αρχαία Ελλάδα έως την «αλεξανδρινή αυτοκρατορία», στον οποίο εντάσσονται ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης αλλά και η πολιτική πραγματικότητα. Στη συνέχεια σωστά επισημαίνει την αλλαγή των συνθηκών, την προσαρμογή της φιλοσοφίας στα αιτήματα και την αγωνία του ανθρώπου, αφιερώνοντας λίγες παρατηρήσεις για τον στωικισμό, χωρίς να προχωρήσει σε αναλυτική σύγκριση της στωικής με τη χριστιανική αντίληψη περί κακού, σύγκριση που θα έδινε νόημα στο «και» του τίτλου της μελέτης – πέρα από τον κατά περίπτωση εντοπισμό μερικών διαφορών. Η τελική και γενική σύγκριση της στωικής και της χριστιανικής απάντησης στο κακό είναι ορθή, καθώς εντοπίζει τη θεμελιακή διαφορά τους στη ριζική υπερβατικότητα του άκτιστου Θεού εν σχέσει με τη κτιστή φύση – και εκτιμά τον πανθεϊσμό ως πρόκληση για τη χριστιανική μεταφυσική. Στην τελευταία και ειδικά στον ελεύθερο και ενσαρκωμένο Θεό της ο Βέντης αντιπαραθέτει εύστοχα την αρχαιοελληνική οντοθεολογία (μολονότι κάποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει με τη χρήση αυτού του όρου στη φιλοσοφία των Αρχαίων) που –ακόμη κι όταν δεν καταλήγει στον πανθεϊσμό– υπάγει το θείο στην κοσμική νομοτέλεια.Τα πεδία αναφοράς της μελέτης είναι αχανή και, ίσως αναγκαστικά, λείπει η αδρή έστω αλλά σαφής κωδικοποίηση του ιστορικο-φιλοσοφικού πλαισίου –απαραίτητη όμως, διότι αλλιώς τι μπορεί να σημαίνει «χριστιανική αντίληψη» εν γένει, όταν βρισκόμαστε στους αιώνες που ο χριστιανισμός ακόμη διαμορφώνεται και εκκλησιαστικοί πατέρες και συγγραφείς αποπειρώνται να διατυπώσουν το δόγμα του και τις άλλες διδασκαλίες του. Νομίζω ότι η μελέτη δίνει στον αναγνώστη μια όχι τόσο σαφή εικόνα της περί κακού χριστιανικής αντίληψης και συγκεκριμένα των πρώτων αιώνων, όπως θα είχε νόημα να γίνει εφόσον ο άλλος πόλος (και της μελέτης) είναι η εθνική σκέψη. Οι δε πολλές σκόρπιες αναφορές σε αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους από τον Θαλή έως τον Ιουλιανό μάλλον αφήνουν στον αναγνώστη να κάνει ο ίδιος την ανασυγκρότηση της αρχαιοελληνικής προβληματικής.Η ιστορικο-φιλοσοφική ακρίβεια δεν πρέπει να υποτιμάται προκειμένου να εξυπηρετηθούν γενικά ερμηνευτικά σχήματα. Δεν μπορούμε να λέμε ότι «(τη εξαιρέσει του Πλωτίνου, ο οποίος  μόνος μάλλον συνέχιζε την πλατωνική παράδοση […]), οι ελληνιστικές Σχολές έπαψαν σταδιακά να ασχολούνται με την αναζήτηση μιας ύστατης μεταφυσικής Αλήθειας (να προσεχθεί το κεφαλαίο Α) και μετατράπηκαν σε φόρμουλες ψυχολογικής στήριξης» (σ. 59).[3] Δεν είναι ακριβές ότι γενικά στις Σχολές της Ελληνιστικής Εποχής η γαλήνια ζωή «κατακτάται μέσω δύο δίδυμων ιδεωδών: της αυτάρκειας (με κυριότερο εκφραστή τον Διογένη) και της συμφιλίωσης με το πεπρωμένο» (σ. 60): ούτε οι Κυνικοί ήταν οι κυριότεροι εκφραστές του ιδεώδους της αυτάρκειας, ούτε η συμφιλίωση με το πεπρωμένο αποτελεί ιδεώδες για όλες τις Σχολές – και για τις δύο περιπτώσεις αρκεί η υπόμνηση του επικουρισμού. Η ορθή πρόταση ότι στο «μεταφυσικό σύστημα των Στωικών, η Ανάγκη διαφεντεύει και τα του Θεού» δεν μπορεί να εξηγήσει τη «μανιασμένη αντίδραση των ελληνικά σκεπτόμενων πολεμίων του χριστιανισμού, προεξαρχόντων των Κέλσου και Πορφυρίου» (σ. 73), και του Ιουλιανού που προστίθεται στη συνέχεια: ο αναφερόμενος λόγος είναι ένας από τους λόγους αντίδρασης, αλλά οι τρεις αυτοί εθνικοί δεν είναι Στωικοί – άρα σε αυτήν τη συνάφεια το πλαίσιο δεν είναι ειδικά οι στωικές ιδέες. Ενώ ορθά σημειώνεται η νεωτερικότητα της τομής από τον Μακιαβέλλι (σ. 57-58), δεν είναι ακριβές ότι μόνο τότε η πολιτική θεωρείται πλήρως ανθρώπινη και ενθαδική δραστηριότητα, που αναζητά τις απαντήσεις στη γη και όχι στον ουρανό – καθώς υπάρχει τουλάχιστον το παράδειγμα των Σοφιστών. Ακόμη και αυτό που αποδίδεται στην αρχαία πόλη (η ταύτιση πόλεως και κατοίκων της), δεν εκλείπει π.χ. από ιταλικές πόλεις/ηγεμονίες της Αναγέννησης για τις οποίες μιλά ο Μακιαβέλλι. Οι εποχές συμφύρονται: Για να σχολιαστούν οι διαφορές «αρχαίας» και «χριστιανικής» αντίληψης, η πρώτη παραπομπή γίνεται στον Γρηγόριο Παλαμά, η δεύτερη «νωρίτερα» στον Μάξιμο και, τέλος, «με τη σειρά του» στον απολογητή Αθηναγόρα του 2ου αι. (σ. 70-71). Ενδιαφέρον έχει ο συσχετισμός με τους Στωικούς της φράσης του Βιττγεκνστάιν «Αισθάνομαι απόλυτα ασφαλής, τίποτε από όσα ενδέχεται να συμβούν δεν μπορεί να με βλάψει» (σ. 62-63)· αλλά ο όποιος στωικός υπαινιγμός σε μια τέτοια εσωτερική ελευθερία σχετίζεται άμεσα και παραπέμπει εύκολα στον Σωκράτη και στην αποστροφή του προς τους Αθηναίους ότι ακόμη κι αν τον θανατώσουν δεν μπορούν να τον βλάψουν (Απολογία 30c).Διατρέχει το κείμενο μία ένταση, που μάλλον πηγάζει από την έντιμη διάθεση αυτοκριτικής από μέρους ενός σημερινού χριστιανού με την παράλληλη υποτίμηση κάποιων άλλων χριστιανών. Λ.χ. η δήλωση «οι χριστιανοί έχουμε εκπαιδευτεί να μη συμβιβαζόμαστε με το κακό» (σ. 56) πώς συμβιβάζεται με τα όσα προηγουμένως (και πιθανότατα ορθώς) καταλογίζονται στους «χριστιανούς»; Υπονοείται, επομένως, ένα κριτήριο αυθεντικότητας που διακρίνει σε κατηγορίες τους χριστιανούς· αυτούς στους οποίους «η μαθητεία στον Χριστό βιώνεται με ένταση» και εκείνους στους οποίους «η χριστιανική πίστη […] λειτουργεί αποβλακωτικά ως παυσίπονο και παραμυθία ή ως βακτηρία εθνικιστικών ή λοιπών σκοπιμοτήτων αλλότριων του Ευαγγελίου» (σ. 55). Διαισθητικά και εμπειρικά ίσως γίνεται κατανοητή μια τέτοια διάκριση, αλλά στον βαθμό που αγγίζει τον τρόπο βίωσης μιας θρησκευτικής πίστης, ίσως τα πράγματα δεν διακρίνονται με τέτοιο μανιχαϊστικό τρόπο.Η μελέτη καταλήγει πιστώνοντας ορθά στον χριστιανισμό ότι «[α]πέδωσε το κακό όχι στη φύση αλλά στη συνείδηση των προσωπικών υποστάσεων, ανάγοντάς το έτσι σε ζήτημα επιλογής […]. Γι’ αυτό το κακό δεν μπορεί να εγείρει αξιώσεις οντολογικής αυτάρκειας και αιωνιότητας, ωσάν να ήταν εγγεγραμμένο στην εσώτερη δομή της ύλης και ευρύτερα της κτίσης» (σ. 82). Αλλά έχω την εντύπωση ότι και ο στωικισμός είχε ήδη κάνει το ίδιο (χωρίς βεβαίως την εσχατολογική προοπτική του χριστιανισμού, που εύστοχα αναφέρεται), μεταφέροντας το κακό εντός του ανθρώπου. Η αντιπαραβολή θα ταίριαζε να γινόταν μάλλον με τους Γνωστικούς ή με ορισμένους Νεοπλατωνικούς, παρά με τους Στωικούς. Καλές ιδέες και ορθές θέσεις ή αποτιμήσεις διανθίζονται με αμφίβολες γενικεύσεις και βεβαιότητες, ενώ πέρα από τις αναφορές και τις παραθέσεις πηγών (άλλοτε στο πρωτότυπο και άλλοτε σε μετάφραση) λείπουν σχεδόν εντελώς παραπομπές στην ειδική περί κακού βιβλιογραφία και περί της σχέσης στωικισμού και (πρώιμου) χριστιανισμού, που μάλλον είναι απαραίτητες όταν καλύπτεται μια τόσο μεγάλη περίοδος.- Ιωάννης Πλεξίδας, «Η ανυποστασία του κακού και ο αφανισμός της κόλασης στη σκέψη του Γρηγορίου Νύσσης» (σ. 97-115)- Μιχάλης Φιλίππου, «Το πρόβλημα του κακού στο πλαίσιο της αριστοτελικής μεταφυσικής του Θωμά Ακινάτη» (σ. 116-147)- Γιώτης Κανταρτζής, «Το “πρωταρχικό αμάρτημα” στην προτεσταντική θεολογία» (σ. 148-165)- Άρης Στυλιανού, «Το κακό στη “Θεοδικία” του Λάιμπνιτς» (σ. 185-197)- Κώστας Ανδρουλιδάκης, «Ανθρωποδικία και θεοδικία: Το πρόβλημα του κακού στη φιλοσοφία του Καντ» (σ. 198-243)- Βασιλική Τσακίρη, «Το πρόβλημα του κακού στο έργο του Κίρκεγκωρ» (σ. 244-262)- Στέλιος Βιρβιδάκης, «Θεοδικία και αντι-θεοδικία» (σ. 277-307)- Μαρία Βενιέρη, «Το πρόβλημα της θεοδικίας: Μια βιττγκενσταϊνική προσέγγιση» (σ. 308-324)- Βίκυ Ιακώβου, «Ολοκληρωτισμός και κοινοτοπία του κακού. Άρεντ και Αντόρνο» (σ. 325-356)- Λευτέρης Καλοσπύρος, «Από το “Ουράνιο τόξο της βαρύτητας” στο σκοτεινό “Τούνελ” της “Κεντρικής Ευρώπης”: Το κακό στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία» (σ. 373-387)- Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Η δύναμη του κακού: Από τη μία Μουσέτ στην άλλη» (σ. 388-403)  [Το πλήρες κείμενο της βιβλιοκρισίας βρίσκεται στο αναρτημένο αρχείο]To υλικό που προσφέρουν οι δεκατέσσερις μελέτες του τόμου προς γνώση και προβληματισμό είναι πλούσιο. Επιπροσθέτως, κατά τη γνωστή πρακτική της έκδοσης των «Συναντήσεων» από τον Άρτο Ζωής, ο τόμος περιλαμβάνει και τις συζητήσεις που έγιναν στο τέλος κάθε συνεδρίας. Τα ερωτήματα που τίθενται δείχνουν προσπάθεια κατανόησης της κάθε εισήγησης στο πλαίσιο που η ίδια έχει θέσει και έτσι αποτελούν χρήσιμη προέκταση και, σε σημεία, διασάφηση των εισηγήσεων.Με όλα αυτά δεν χρειάζεται να ψάχνουμε για τις αναπόφευκτες ελλείψεις και τα κενά στον τόμο. Ιστορικοφιλοσοφικά μιλώντας, μπορεί να σημειωθεί ότι (α) απουσιάζει η νεοπλατωνική αντίληψη για το κακό (που συζητιέται μόνο παρεμπιπτόντως, βλ. παραπάνω) ενώ ήταν επιδραστική για πολλούς χριστιανικούς αιώνες που ακολούθησαν και ότι (β) δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε το πρόβλημα του κακού στη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση χωρίς τον Αυγουστίνο, στον οποίο γίνονται ελάχιστες, παρεμπίπτουσες κι αυτές, αναφορές (από τον Γ. Κανταρτζή, σ. 151, 155, 162). Διαπιστώνει κανείς πως, με λίγες εξαιρέσεις (π.χ. στη μελέτη του Βιρβιδάκη) δεν φαίνεται να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι συζητήσεις του προβλήματος στα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια. Λ.χ. η “ειρηναϊκή” (ή, καλύτερα, ειρηναϊκής έμπνευσης) θεοδικία του Τζον Χικ, όπως και τα μεταγενέστερα οικουμενιστικά του ανοίγματα, απουσιάζουν, παρότι φάνηκε να αναζωογόνησαν τη συζήτηση του προβλήματος επί δεκαετίες· η εντυπωσιακή παραγωγή του Ρίτσαρντ Σουίνμπερν για μια σύγχρονη θεοδικία απλώς αποβάλλεται ως κυνική (πρόβλημα “ανηθικότητας” έχουν, υπ’ αυτή την έννοια, όλες οι τέτοιου τύπου θεοδικίες από τους Στωικούς έως σήμερα)· η επίσης επίμονη προσπάθεια για διατύπωση μιας υπεράσπισης που βασίζεται στην ελευθερία της βούλησης από τον Άλβιν Πλάντινγκα και άλλους νομίζω ότι παρακάμπτεται. Εάν ήθελε κάποιος να έχει κατά το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για τη σημερινή φιλοσοφική συζήτηση του προβλήματος, αξίζει να μην αφήσει εκτός την ηπειρωτική παράδοση και τις αφηγήσεις περί κακού – που τόσο ωραία είχε δείξει η Ελεονώρα Σταμπ[12] ότι έχουν βαθιά φιλοσοφική σημασία, αλλά και είναι συνήθως πλουσιότερες σε ιδέες από τα αναρίθμητα papers που προχωρούν εμπλουτίζοντας τις ολοένα αυξανόμενες προτάσεις περίτεχνων συλλογισμών. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι οι μελέτες του τόμου εστιάζουν αποκλειστικά στην ευρωπαϊκή και χριστιανική σκέψη, χωρίς –αν δεν λαθεύω– αναφορά σε άλλες ζώσες και σημαντικές πνευματικές και θρησκευτικές παραδόσεις (π.χ. Ιουδαϊσμός, Ισλάμ, Βουδισμός).Η επιμονή του ανθρώπου να αναζητά νόημα στα όσα συμβαίνουν, ειδικά στη ζωή του και την ιστορία, συνυφαίνει το πρόβλημα του κακού με τη φιλοσοφία της ιστορίας – μια άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση. Συνήθως η θεοδικία, όποια μορφή και αν έχει, αθωώνοντας τον Θεό μοιάζει να δικαιολογεί το κακό, με άλλα λόγια τού βρίσκει κάποιο νόημα, για να το κάνει με την κατανόησή του πιο υποφερτό. Ακόμη κι αν αυτό, το ξέρουμε ήδη από τους Στωικούς, καθιστά συχνά κάποιες θεοδικίες σχεδόν απάνθρωπες. Επιπλέον, η σύγχρονη φιλοσοφική συζήτηση περί κακού, όπως λίγο μόνο φαίνεται στις μελέτες, έχει γίνει εξαιρετικά περίπλοκη και τεχνική, και αριθμεί πολλές χιλιάδες τίτλους.[13] Ακόμη κι αν κάποιες φορές οι θεοδικίες, στρεφόμενες σε μια μάλλον αδιέξοδη και χρονοβόρα αναζήτηση νοήματος, αποστρέφουν το πρόσωπό τους από τις ίδιες τις πραγματώσεις του κακού, από το αποτρόπαιο και ακραίο κακό, και δεν βοηθούν στην προσπάθεια απαλλαγής από το κακό. Όποιος τις δέχεται υπάρχει περίπτωση να γίνει παθητικός κατανοητικός θεατής του ανθρώπινου πόνου. Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ στον «Χαιρετισμό» του τόμου όλο το βάρος πέφτει στο εμπειρικό κακό που βιώνει η ανθρωπότητα σήμερα, αυτό δεν επηρεάζει τις μελέτες που ενδιαφέρονται για την ανάδειξη επιμέρους πραγματεύσεων του κακού από φιλοσόφους.Ιδιαίτερη σημασία έχει το κοινό στο οποίο απευθύνονται οι διάφορες θεοδικίες, και αυτό νομίζω ότι δεν συνεκτιμάται σε πολλές μελέτες: μπορεί να είναι παραδοσιακά θεωρησιακοί αθεϊστές που τονίζουν τη λογική ασυνέπεια στη συνύπαρξη ενός θεϊστικού Θεού και του κακού, ηθικολόγοι αθεϊστές που κατηγορούν τον Θεό και εξεγείρονται εναντίον του, πιστοί που δεν καταλαβαίνουν γιατί ο Θεός επιτρέπει το κακό (μολονότι, τελικά, τον εμπιστεύονται), αλλά και άνθρωποι που σε όποια από τις παραπάνω κατηγορίες κι αν ανήκουν υποφέρουν, που είναι θύματα του απερινόητου, ακραίου και φρικώδους κακού. Και αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι παρατηρητές του κακού που να εστιάζουν στην κατανόησή του, αλλά νοιάζονται για το ξεπέρασμά του. Μέσα από αυτή τη συνθήκη, και λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι θεοδικίες έχουν ως προϋπόθεση την αμφιλεγόμενη δυνατότητα του ανθρώπινου νου να εξιχνιάσει τις μυστήριες βουλές του Θεού, οδηγούμαστε στην υπέρβαση των θεοδικιών, μια κατεύθυνση που σχολιάζει ο Βιρβιδάκης. Μία άλλη εκδοχή, η πιο εύκολη λογικά αλλά προβληματική θεολογικά, είναι να λυθεί το πρόβλημα με την άρνηση της κύριας ιδιότητας του Θεού (των μονοθεϊστικών θρησκειών) που τίθεται υπό αμφισβήτηση, δηλαδή της παντοδυναμίας του – εδώ, ωστόσο, πρέπει να αναλογιστούμε και τη χριστιανική αντίληψη περί πάσχοντος ή και συμπάσχοντος Θεού, που προσθέτει διαφορετικές αποχρώσεις στην περί κακού συζήτηση.Σε κάθε περίπτωση, είτε δεχθούμε ότι η ύπαρξη κακού υπονομεύει ή και καταργεί τη βεβαιότητα της ύπαρξης θεού είτε πιστεύουμε ότι κάποια θεοδικία ή υπεράσπιση καθιστά λογική και δυνατή την (αιώνια ή άχρι καιρού) συνύπαρξη θεού και κακού, το κακό είναι εδώ και, πέρα από τη μεταφυσική θεμελίωση και την κάθε λογής ερμηνεία του, μένει (το πιο δύσκολ

    Η μεταφραστική στρατηγική της Μητιώς Μεγδάνη-Σακελλαρίου (1789/1790 – 1863) υπό το πρίσμα της Skopostheorie στις μεταφράσεις κωμωδιών του Carlo Goldoni (1707-1793)

    No full text
    Στις 12 Δεκεμβρίου 1810 η Μητιώ Μεγδάνη-Σακελλαρίου (1789/1790 – 1863) περάτωσε δυο ενδιαφέρουσες μεταφράσεις έργων του ιταλού Carlo Goldoni, τις θεατρικές κωμωδίες L’amore paterno και La vedova scaltra. Οι μεταφράσεις της εκδόθηκαν στη Βιέννη οκτώ χρόνια αργότερα, το 1818. Από τον «Πρόλογο προς τις ευμενείς αναγινωσκούσας» (1818) και τις επιστολές της Μητιώς αναδεικνύεται η μεταφραστική της στρατηγική, η οποία, κατόπιν προσεκτικής επιλογής των προς μετάφραση κωμωδιών του Goldoni, εξυπηρετούσε συγκεκριμένους στόχους. H διαχείριση του τολμηρού –για την εποχή- εκδοτικού της εγχειρήματος της δημοσίευσης των μεταφράσεων, καθώς και οι καινοτόμες μεταφραστικές επιλογές της, αποτελούν, ακόμη και σήμερα, μια ξεχωριστή περίπτωση στο πλαίσιο της ιστορίας των μεταφράσεων από την ιταλική στην ελληνική. On 12 December 1810, Mitiò Megdani-Sakellariou (1789/1790 - 1863) completed two interesting translations of works by the Italian Carlo Goldoni, the theatrical comedies L'amore paterno and La vedova scaltra. Her translations were published in Vienna eight years later, in 1818. In the Mitio's Prologue to her readers intitled «Πρόλογο προς τις ευμενείς αναγινωσκούσας» (1818) and in her letters reveal her translation strategy, which, following a careful selection of Goldoni's comedies to be translated, served specific goals. The management of her daring - for the time - editorial project of publishing the translations, as well as her innovative translation choices, constitute, even today, a special case in the history of translations from Italian into Greek.

    Die ikonoklastische Theologie von Johannes Calvin Kritische Bemerkungen von der orthodoxen Seite

    No full text

    Tracing the ideological contours of Modern Greek language textbooks: Uncovering liquid racism

    No full text
    This qualitative study investigates the ideological substratum that shapes the Modern Greek language textbooks used in Junior High Schools in Greece between 2006 and the time of writing (2023). Using a synthetic approach that fused discourse strategy analysis and the grammar of visual composition, salient aspects of ideology are highlighted and their role in the textbooks is discussed. Specifically, the analysis shows that the content of the textbooks reveals a monocultural and monolingual construction of society. Assumptions with nationalist and racist undertones, though not explicitly articulated, are present in opaque (‘liquid’) forms. The findings suggest a pressing need for ideologically-aware language teaching and the development of critical literacy skills

    Η σημασία της αναγνωστικής ευχέρειας και η αξιολόγησή της μέσω της σιωπηρής ανάγνωσης

    No full text
    The goal of this study was to explore the relationship between oral and silent reading fluency, especially when silent reading fluency is measured both through printed and digital format. Further, we aimed at investigating whether the relationship between reading fluency and reading comprehension varies depending on the way fluency is measured. 28 students attending 3rd grade of Junior High School participated in the study. Τhe data analysis revealed that there were no significant differences between silent reading fluency measured in printed or digital format. Moreover, it was found that there is a positive correlation between silent reading fluency and reading comprehension, especially when silent fluency involved digital measurement

    2,065

    full texts

    5,290

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇