Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
Not a member yet
5290 research outputs found
Sort by
Racism in Classroom and Moral Accountability in the Discourse of Educators and Students of Education Departments
Στόχος της έρευνας είναι να εξετάσει πού αποδίδουν την προκατάληψη και τον ρατσισμό που οι ίδιοι θεωρούν ότι παρατηρείται εντός σχολείου εν ενεργεία δάσκαλοι και φοιτητές παιδαγωγικών τμημάτων. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν ατομικές ημι-δομημένες ανοικτές συνεντεύξεις οι οποίες καταγράφθηκαν με τη βοήθεια τεχνικών μέσων και μετά από τη συνειδητή συναίνεση των συμμετεχόντων. Οι συμμετέχοντες ήταν είκοσι δάσκαλοι/ες που διέμεναν στην Θεσσαλονίκη και την Αλεξανδρούπολη, και δεκαέξι φοιτητές/τριες που φοιτούσαν αντίστοιχα σε Θεσσαλονίκη και Αλεξανδρούπολη. Οι συνεντεύξεις μετά την μεταγραφή τους αναλύθηκαν βάσει της Κριτικής Κοινωνικής Λογοψυχολογίας. Έμφαση δόθηκε από τη μια στο τρόπο που οι συμμετέχοντες/ουσες διαχειρίζονται τη λογοδοσία τους στο τοπικό συγκείμενο, και από την άλλη στις ευρύτερες ιδεολογικές συνέπειες από την κινητοποίηση των συγκεκριμένων κατασκευών. Συχνά η προκατάληψη αποδίδονταν στους γονείς, είτε γιατί οι συμμετέχοντες/ουσες θεωρούσαν ότι αντιμετώπιζαν δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα, είτε γιατί θεωρούσαν ότι ακολουθούσαν συντηρητικές πολιτικές ιδεολογίες. Σε άλλες συνομιλιακές περιστάσεις η προκατάληψη αποδίδονταν στους ίδιους τους δασκάλους οι οποίοι ήταν μεγαλύτερης ηλικίας ή είχαν ρατσιστικά χαρακτηριστικά. The aim of the study was to examine where school-teachers and students of education departments attribute the prejudice and racism that they believe is observed in schools. For the purpose of data collection, we employed semi-structured, open-ended individual interviews which were recorded with the use of technological means and only after participants have provided informed consent. Participants were twenty school-teachers who were residing in Thessaloniki and Alexandroupoli at the time, and sixteen students who studied at Thessaloniki and Alexandroupoli. The interviews were analyzed, after their transcription, according to the principles of Critical Discursive Social Psychology. Emphasis was laid, on one hand, on the way participants managed their accountability at the local context, while on the other hand we scrutinized the more distal ideological consequences stemming from the deployment of the specific constructions. Often prejudice within schools was attributed to the parents, either because participants believed that they face adverse financial conditions in Greece, or because they believed that they adhere to conservative political ideologies. In other rhetorical contexts participants attributed prejudice to school-teachers themselves who were either of older age, or with individual characteristics that led them to racism.
Culture, Refugees and Essentialism in the Mass Media Discourse in Greece
Ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει εκδηλωθεί στον κλάδο της κοινωνικής ψυχολογίας για τη μελέτη της ουσιοποίησης στην κατασκευή κοινωνικών κατηγοριών και τις αντίστοιχες ενδεχόμενες συνέπειές της. Η παρούσα έρευνα εστιάζει στις ουσιοποιητικές και από-ουσιοποιητικές επιχειρηματολογικές γραμμές που χρησιμοποιούνται στις αναφορές για τον πολιτισμό στον λόγο των μέσων μαζικής ενημέρωσης για τους/τις πρόσφυγ(ισσ)ες στην Ελλάδα. Αναλύθηκαν άρθρα από τέσσερις ηλεκτρονικές εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, διαφόρων πολιτικών θέσεων, με τη χρήση εργαλείων της κριτικής κοινωνικής λογοψυχολογίας. Η ανάλυση ανέδειξε γραμμές επιχειρηματολογίας που είτε ουσιοποιούν είτε από-ουσιοποιούν τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός των προσφύγ(ισς)ων ουσιοποιείται καθώς παρουσιάζεται ως εγγενώς επικίνδυνος λόγω της σύνδεσής του με το Ισλάμ και η σύγκρουσή του με τον πολιτισμό της Δύσης αναπαρίσταται ως αναπόφευκτη. Ο πολιτισμός των προσφύγων, ωστόσο, ουσιοποιείται και όταν παρουσιάζεται ως συμβατός με τον Δυτικό και υποκείμενος σε μεταβολές μέσω της εκπαίδευσης. Η ανάλυση ανέδειξε ότι η ουσιοποίηση του πολιτισμού των προσφύγ(ισσ)ων, χρησιμοποιείται στον λόγο των Μ.Μ.Ε. για να στηρίξει τόσο την σύγκρουση των πολιτισμών όσο και τη δυνατότητα συνύπαρξής τους. Έτσι, και σε επιχειρήματα υπέρ της διαπολιτισμικής συνύπαρξης, άλλοτε υποστηρίζεται η δυνατότητα αποδόμησης και ανασύνθεσης πολιτισμικών στοιχείων (από-ουσιοποίηση) και άλλοτε η ισοτιμία αυτόνομων και συμπαγών πολιτισμών (ουσιοποίηση).Particular research interest has been manifested in the field of social psychology in the study of essentialism in the construction of social categories and in its possible consequences. The present research focuses on essentialist and de-essentialist lines of arguing used in references to culture in mass media discourse on refugees in Greece. Articles by four widely circulated electronic newspapers with various political positions, were analyzed through the use of discursive social and rhetoric psychology. The analysis highlighted argumentative lines that either essentialize or de-essentialize culture. Refugee’s culture is essentialized when it is presented as inherently dangerous due to its connection to Islam and its conflict with Western culture is presented as inevitable. The culture of refugees, however, is also essentialized when it is presented as compatible to the Western one and as subject to change through education. The analysis revealed that both essentialization of the refugee’s culture and de-essentialization are used in media discourse to support not only the clash of cultures, but also the possibility of their coexistence. Thus, arguments in favor of the cross- cultural coexistence sometimes support the possibility of deconstructing and reconstructing cultural elements (de-essentialization) and sometimes support the equivalence of autonomous and concrete cultures (essentialism)
7th "Parekbolai" Symposium, December 11–12, 2025
"100 Years of Medieval Greek Studiesat the Aristotle University of Thessaloniki (1925 – 2025)
Introduction : La didactique de la terminologie dans l’espace universitaire francophone
En intégrant les outils numériques, la didactique de la terminologie s'adapte aux besoins et aux pratiques actuelles, permettant aux étudiants de développer des compétences terminologiques pertinentes dans notre société numérique, ainsi que d’aiguiser leur esprit critique sur la qualité et la fiabilité des résultats obtenus
The Quay Brothers: Composing Between Music and Dance
The films of Timothy and Stephen Quay, an invitation into strange and touching life-worlds, are, in their own words, more inspired by music and dance than by conventional cinema. Maurice Merleau-Ponty’s body-centered phenomenology, Maxine Sheets-Johnstone’s thinking in movement, Claire Petitmengin’s listening from within and Robert Bresson’s definition of film as le cinématographe (writing of movements), reveal an approach to film based on the perceiver’s body as a sense of movement, resonating with and moving along with visual and audible dynamic movements. From this perspective music, choreography and film come together as compositional arts. Institute Benjamenta (1995) highlights the transmodality of visual and dynamic movements in the films of the Quay brothers. For this film, they incorporated Jankovski’s music as an energetic canvas for their moving multi-layered audiovisual composition, evoking a dream-like life-world
Παρατηρήσεις στην απόφαση ΔΕΕ της 5ης Δεκεμβρίου 2023
Bλ. την απόφαση στη στήλη ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ.
Accounting for the Phenomenon of Sex-Trafficking: Cultural Representations and Social Accountability in NGO-Employees’ Interview Talk
Η καταπολέμηση της διακίνησης και εμπορίας γυναικών (sex-trafficking) αποτελεί κόμβο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ζήτημα άμεσα συνδεδεμένο αρχικά με την συντηρητική ατζέντα του ρεπουμπλικανικού κόμματος, σύντομα έλαβε χαρακτηριστικά διεθνούς ηθικού πανικού, με κράτη να ευθυγραμμίζονται συναφώς πολιτικά. Αντίστοιχα, στο επίπεδο ‘κοινωνία πολιτών’, αναδείχθηκε σε πυλώνα δραστηριοποίησης ποικιλόμορφων Μη-Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.). Στην κριτική, κοινωνιοθεωρητική βιβλιογραφία, ωστόσο, υποστηρίζεται ότι το sex-trafficking αποτελεί κόμβο συνάρθρωσης εξουσιαστικών λόγων και θεσμικών πρακτικών περί φύλου, μετανάστευσης, τάξης και εργασίας. Εντός αυτής της βιβλιογραφίας, μια υποτιμημένη διάσταση αφορά την ιδεολογική εικονογραφία αναπαραστάσεων πολιτισμικών ταυτοτήτων που κινητοποιούνται στην δημόσια κατανόηση και επεξήγηση των εμπλεκομένων δρώντων. Στην κάλυψη του κενού αυτού συμβάλει το παρόν κείμενο. Υιοθετώντας τη σκοπιά της κριτικής λογο-κοινωνιοψυχολογίας, αναλύονται αποσπάσματα λόγου από μελέτη συνεντεύξεων στην οποία συμμετείχαν τριανταέξι (36) εργαζόμενοι/ες σε Μ.Κ.Ο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τα έτη 2009-2011, εποχή που το ζήτημα απασχολούσε έντονα τον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα. Η ανάλυση επικεντρώνεται στην κινητοποίηση στον λόγο ιδεολογικών εικόνων, παραδοχών και θέσεων οι οποίες εμπεριστατώνουν την αντίστιξη οριενταλιστικών και οξιντενταλιστικών εννοιολογικών κατασκευών κατά τη ρητορική θέσπιση της κοινωνικής λογοδοσίας των ομιλητών. Όπως αναδεικνύεται, οι πολιτισμικές αναπαραστασιακές πρακτικές που αρθρώνονται συχνά με όρους ηθικού πανικού για το sex-trafficking και οι θυματοποιημένες κατασκευές που εντοπίζονται στα συνομιλιακά αποσπάσματα συγκροτούν μια σύνθετη ιδεολογικά και ρητορικά συνθήκη. Η εναλλαγή οριενταλιστικών και οξιντενταλιστικών θέσεων ως γεγονικά ερμηνευτικά σχήματα, καθώς και οι κατασκευές για τον «εαυτό» και τον «άλλον» συνυφαίνονται με μεταβαλλόμενες και ρητορικά προσανατολισμένες θέσεις για το φύλο, τη φυλή, την εθνική ταυτότητα και με ψυχολογικές αποδόσεις για το προφίλ των γυναικών θυμάτων.Τhe fight against sex-trafficking constitutes a pillar of American foreign policy. Closely related to the agenda of the Republican party at first, it soon developed into an international moral panic, with nation-States aligning to its cause. In civil society, also, sex-trafficking became a field of operation for various N.G.O.s. In the critical sociotheoretical literature, however, sex-trafficking is treated as a node around which interweave discourses and institutional practices on gender, migration, class and labour. Within this critical literature, though, there is an empirical lacuna regarding the ideological imagery and representations of cultural identities mobilised in talk on the actors involved in sex-trafficking. The present paper addresses this lacuna. We analyze data from an interview study with 36 NGO employees deploying tools and concepts from critical discursive social psychology. The study took place in 2009-2011, a time when sex-trafficking appeared prominently in Greek public discourse. Analysis highlights ways in which ideological images and positions, pertaining to orientalist and occidentalist cultural frameworks, are mobilised within participants’ discourse while they attend to their social accountability. It is argued that the cultural representation practices that are often constructed in terms of moral panic as well as the victimisaton constructions identified in the conversational extracts constitute a complex rhetorical and ideological context. The shift between orientalist and occidentalist positions as factual interpretative devices and the constructions of “self” and “other” interweave with shifting and rhetorically oriented positions about gender, race, national identity and psychological attributions regarding the victim’s profile
Temporal Comparisons and Constructions of Immigrant Students’ Integration and Intergroup Co-existence in Educators’ Discourse
Η παρούσα μελέτη διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί κατασκευάζουν στον λόγο τους τη σχολική ένταξη μεταναστριών/τών μαθητριών/τών και τη διομαδική συνύπαρξη στο σχολείο ως φαινόμενα που διαμορφώνονται στον χρόνο. Το αναλυτικό υλικό της έρευνας αντλήθηκε από 12 ημι-δομημένες συνεντεύξεις (10 ατομικές και δύο ομαδικές), με 15 Ελληνίδες/ες εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ηλικίας 37 έως 62 ετών, ενώ η ανάλυση βασίστηκε στις αρχές της Kριτικής Kοινωνικής Λογοψυχολογίας. Με βάση τα ευρήματα, η σύγκριση στον χρόνο αναδεικνύει στενή σύνδεση της ένταξης των μεταναστριών/τών μαθητριών/τών στο σχολείο με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας, καθώς θεωρείται ότι οι μεταναστευτικές οικογένειες που έχουν εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης δείχνουν αυξημένο ενδιαφέρον για τη σχολική ένταξη και επίδοση των παιδιών. Το σχολείο κατασκευάζεται ως χώρος αποδοχής της διαφορετικότητας και ο ρατσισμός και οι διακρίσεις ως φαινόμενα αναπόφευκτα που ωστόσο, έχοντας μία γραμμική πορεία, υποχωρούν στον χρόνο. Η κατασκευή του αναπόφευκτου χαρακτήρα του ρατσισμού, ωστόσο, συνυπάρχει με την κατασκευή της (δυτικής ή ανατολικής) προέλευσης των μεταναστριών/τών ως σημαντικού παράγοντα για την ανάπτυξη ρατσισμού και την περιθωριοποίησή τους. Η συζήτηση αναδεικνύει τη συνεισφορά των ευρημάτων και της κριτικής λογοψυχολογικής προσέγγισης εν γένει α) στην εργογραφία της κοινωνικής ένταξης μεταναστριών/τών, καθώς αναδεικνύονται ενδιαφέρουσες αντινομίες που αφορούν την προτεραιοποίηση κοινωνικοοικονομικών ή πολιτισμικών κριτηρίων και β) στην έρευνα γύρω από την αποποίηση του ρατσισμού στον λόγο και τις ιδεολογικές της επιπτώσεις.The present study explores the way in which educators construct immigrant students’ school integration and intergroup coexistence in the context of school as phenomena shaped over time. The analytic material consisted of 12 semi-structured interviews (10 individual and two group ones), with 15 Greek educators, who work in the primary and secondary education, aged between 37 and 62 years, while the analysis was based on the principles of Critical Discursive Social Psychology. Based on the findings, time comparison indicates strong connection between the school integration of immigrant students and the socioeconomical status of the family, since it is maintained that immigrant families that have assured an adequate standard of living, show increased interest in their childrens’ school integration and performance. School is constructed as a context of acceptance, while racism and discrimination as inevitable, but lessening over time. Nevertheless, the construction of racism’s inevitable nature coexists with the construction of (west or east) immigrants’ origin as an important factor in the development of racism and their marginalization. Discussion highlights the contribution of findings, in particular and Critical Discursive Social Psychology, in general to a) the literature on immigrants’ social integration, since interesting conflicts concerning the prioritization of socioeconomical or cultural criteria are raised and b) research on the denial of racism in discourse and its ideological implications
Μη ικανοποίηση του δικαιώματος διαγραφής από τη μηχανή αναζήτησης Google
Στην απόφαση αυτή η Αρχή έκρινε αίτημα διαγραφής φυσικού προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΓΚΠΔ, των αποτελεσμάτων αναζήτησης, μετά από έρευνα με βάση το ονοματεπώνυμο του αιτούντος τη διαγραφή. Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Google Spain, ένας φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης υποχρεούται να απαλείφει από τον κατάλογο αποτελεσμάτων, ο οποίος εμφανίζεται κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου, συνδέσμους προς δημοσιευμένες από τρίτους ιστοσελίδες που περιέχουν πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπο αυτό, και στην περίπτωση κατά την οποία το ονοματεπώνυμο αυτό ή οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διαγραφεί προηγουμένως ή ταυτοχρόνως από τις ως άνω ιστοσελίδες, η υποχρέωση δε αυτή ισχύει ακόμη και όταν αυτή καθαυτή η δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών στις εν λόγω ιστοσελίδες είναι νόμιμη. Σχετικά, πρέπει να εξετάζεται αν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να πάψει η σχετική με το πρόσωπό του πληροφορία να συνδέεται, επί του παρόντος, με το ονοματεπώνυμό του μέσω του καταλόγου αποτελεσμάτων ο οποίος προκύπτει κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο αυτό, χωρίς πάντως η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού να προϋποθέτει ότι η εμφάνιση της επίμαχης πληροφορίας στον κατάλογο αποτελεσμάτων προκαλεί βλάβη στο υποκείμενο των δεδομένων (Βλ. Iglezakis, https://ssrn.com/abstract=2472323).Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η ως άνω εταιρία ικανοποίησε το αίτημα του εν λόγω προσώπου να διαγράψει συνδέσμους προς άρθρα στα οποία αναφέρονταν η ποινική του δίωξη, που είχε καταστεί ανεπίκαιρη, διότι αθωώθηκε, πλην ενός συνδέσμου. Η Αρχή διαπίστωσε ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν είχε δοθεί η δυνατότητα στον καταγγέλλοντα να επισυνάψει στα αιτήματα που υπέβαλε στην εταιρεία τη δικαστική απόφαση με την οποία αθώωθηκε, ως στοιχείο τεκμηρίωσης που οδήγησε στη διαγραφή των συνδέσμων. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι υπήρχε σύνδεσμος που οδηγεί στη συμπλήρωση φόρμας ώστε να επικοινωνήσει το υποκείμενο με το γραφείο του ΥΠΔ της εταιρείας, χωρίς ωστόσο να παρατίθενται τα στοιχεία επικοινωνίας του ΥΠΔ.Ως εκ τούτο, με την απόφαση που εξέδωσε η Αρχή, παρείχε την εντολή στην εταιρεία Google LLC, κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. γ’ του ΓΚΠΔ, να παρέχει στα υποκείμενα τη δυνατότητα επισύναψης αρχείου προς τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζουν κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους στο πλαίσιο εφαρμογής του ΓΚΠΔ. Ακόμα, ζήτησε η εταιρία Google να διακόψει την πρακτική αποστολής αυτοματοποιημένου γενικού-μη εξατομικευμένου ενημερωτικού μηνύματος προς τα υποκείμενα. Και τέλος, έκρινε ότι η εταιρεία Google LLC, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, έχει παραβιάσει το άρθρο 37 παρ. 7 του ΓΚΠΔ και έδωσε εντολή στην εταιρεία Google LLC, κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. δ, να δημοσιεύσει τα στοιχεία επικοινωνίας του Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων σε ευκρινές σημείο της ιστοσελίδας της,
Παραβίαση της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας αναφορικά με διατάξεις περί υποχρέωσης σεβασμού προσωπικότητας αναφερομένου σε εκπομπές προσώπου
Το ΕΣΡ δέχθηκε ομόφωνα ότι ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός "MEGA" παραβίασε (εξακολουθητικώς) τις διατάξεις της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας περί υποχρέωσης σεβασμού της προσωπικότητας αναφερομένου σε εκπομπές προσώπου, κατά τη μετάδοση ων κεντρικών δελτίων ειδήσεων και της εκπομπής «Κοινωνία ώρα Mega» και κατά πλειοψηφία κατά τη μετάδοση των μεσημβρινών δελτίων ειδήσεων κοκ. Για το λόγο αυτό, επέβαλλε ομόφωνα τη διοικητική κύρωση του προστίμου των ενενήντα χιλιάδων (90.000) ευρώ. Η απόφαση αυτή αφορούσε την υπόθεση των υποκλοπών που απασχόλησε την επικαιρότητα και είχε ως αντικείμενο την παρουσίαση στις ως άνω τηλεοπτικές εκπομπές του καναλιού πληροφορίες σχετικά με την εμπλοκή πολιτικού προσώπου, το οποίο παρουσιαζόταν είτε ως ο αποστολέας μηνυμάτων που ήταν μολυσμένα με τον ιό Predator είτε ως έχοντας εμπλοκή στο σκάνδαλο αυτό, και ακόμα αναφερόταν με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, όπως "αρχικοριός". Η απόφαση δέχθηκε, συγκεκριμένα, ότι οι δημοσιογράφοι που παρουσιάζαν τις σχετικές ειδήσεις παραβίασαν το καθήκον αλήθειας που τους διείπε, καθώς δεν έκαναν την απαραίτητη έρευνα για τη διαπίστωση της αλήθεας των δυσφημιστικών γεγονότων - κατηγοριών σε βάρος του ως άνω προσώπου. Επίσης, έκανε δεκτό ότι όσα αναφέρθηκαν από το κανάλι, τα οποία αφορούσαν το δημόσιο πρόσωπο του καταγγέλλοντος, υπέρεβησαν το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού. Η απόφαση κάνει αναφορά στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της έκφρασης που ασκείται και από την τηλεόραση και αναφέρεται ειδικά στα δημόσια πρόσωπα που οφείλουν να ανέχονται κριτική στο πρόσωπό τους. Ωστόσο, η ελευθερία της έκφρασης μπορεί να περιορισθεί, όταν βλάπτεται η τιμή και η υπόληψη του προσώπου που τίθεται στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου. Όμως, η ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος – συμφέροντος αποτελεί λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα των προσβολών της τιμής ή της υπόληψης, σύμφωνα και με το άρθρο 367 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον Ν 5090/2024). Το συμφέρον του κοινού για πληροφόρηση μέσω του τύπου και της ραδιοτηλεόρασης αποτελεί δικαιολογημένο συμφέρον. Η απόφαση αναφέρεται και στη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και αναφέρει συγκεκριμένα ότι η ελευθερία έκφρασης που αναγνωρίζεται στα ΜΜΕ κα άρα και στους τηλεοπτικούς σταθμούς έχει ως στόχο την εξασφάλιση της ορθής πληροφόρησης και ενημέρωσης του κοινού, υπόκειται όμως σε περιορισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο σεβασμός της προσωπικότητας των προσώπων που αναφέρονται ή συμμετέχουν στο πρόγραμμα του σταθμού. Σύμφωνα με την απόφαση, "είναι θεμιτή η αναφορά στοιχείων και πληροφοριών σχετικών με ένα ζήτημα που ενδιαφέρει την κοινή γνώμη, αρκεί η παρουσίαση και η διάδοση των στοιχείων, γεγονότων και σχολίων να μην καταλήγουν σε προσβολή του αναφερομένου προσώπου. Το όριο αυτό καθορίζεται από τον τρόπο και το είδος των στοιχείων και πληροφοριών που παρουσιάζονται, από τη συχνότητα, την επαναληπτικότητα, τη διάρκεια της μετάδοσής τους και το σκοπό στον οποίο τελικά αποσκοπεί η διάδοσή τους (στην ενημέρωση της κοινής γνώμης ή στην αύξηση της θεαματικότητας ή στην πρόκληση σκανδάλου) και μετά από στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων (της ενημέρωσης του κοινού και της προστασίας και του σεβασμού της προσωπικότητας του προσώπου)". Με βάση αυτές τις σκέψεις, η απόφαση δέχθηκε ότι ο τρόπος που παρουσιάσθηκε η εμπλοκή του εν λόγω πολιτικού προσώπου δεν ήταν αντικειμενικός, αλλά, αντιθέτως, συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του που υπερβαίνει τα όρια της θεμιτής κριτικής.