1,721,026 research outputs found

    Translocator hunt comes full Cir-Col.

    No full text
    The ability of Escherichia coli to kill other E. coli using protein antibiotics known as colicins has been known for many years, but the mechanisms involved poorly understood. Recent progress has been rapid, however, particularly concerning events on either side of the outer membrane (OM). Structures of colicins bound to OM receptors have been determined and we have detailed mechanistic information on how colicins subvert the periplasmic complexes of TolQRAB/Pal or TonB/ExbB/ExbD to trigger cell entry. In this issue of Molecular Microbiology, Jakes and Finkelstein answer a long-standing problem concerning the uptake mechanism of the pore-forming colicin ColIa: How does the TonB box of the colicin cross the OM following high-affinity binding of ColIa to its primary receptor, the siderophore transporter Cir? Through a series of chimeric protein constructions tested for their activity against a range of mutants and in cell death protection assays, the authors come up with the surprising observation that following binding of ColIa to Cir it recruits another Cir protein as its OM translocator. Not only does this settle various conundrums in the literature, but the translocation mechanism that stems from their study will likely be applicable to many TonB-dependent colicins

    Mixed longitudinal study of the growth velocity of greek schoolchildren

    No full text
    Background: Growth is a mirror of children’s health status. Children withchronic disease may have as an only symptom, for a long time, retarded growthvelocity. The main objective of our study was to examine the growth of Greekschoolchildren, especially growth velocity. The usually used reference ranges forgrowth velocity is from international studies done many years ago and probablythey do not reflect growth velocity contemporary Greek schoolchildren, especiallyduring puberty. Furthermore we calculated the age of take-off, peak velocity andtotal pubertal growth. Another objective of our study was to examine the weightstatus of Greek schoolchildren in West Attika and alteration during the 3 years ofthe study. In addition another aim of our study was to determine whether a seculartrend for taller final height in Greek girls had continued and to record the age thatfinal height occurred. Material and methods: 1514 Greek schoolchildren, 6-18 years old, participatedin our study which took place from November 2009 until May 2012. A total ofalmost 7500 measurements were obtained. It was a mixed longitudinal study andchildren who were in the 1st, 4th, 7th and 10th grades at the ages of 6–7, 9–10,12–13 and 15–16 years, respectively, were followed every six months for twoand-a-half years until they finished the 3rd grade, 6th grade, 9th grade and 12thgrade, respectively. Results: The mean peak height velocity (PHV) was 7.82 cm/year in boys seen at12.61 years and 6.76 cm/year in girls at 10.93 years. Age at take-off (ATO) was5.18 cm/year and seen at 9.86 years and 6.45 cm/year at 9.06 years in boys andgirls respectively. Total amount of gaining height until final height in boys was35.8 cm and in girls 27.3 cm. The mean peak weight velocity was 7.2 kg/year seen at 12.5 years in boys and 4.9kg/year seen at 11.5 years in girls. During the 2.5-year study period, there was a decrease in the total prevalence ofoverweight and obesity, which reached a statistical significance for both sexes. Itdecreased from 43% to 37.3% (p = 0.02) in boys and from 33.4% to 26.9% (p =0.0056) in girls. There was also a statistically significant increase in normalweight children and a slight but insignificant increase in underweight children ofboth sexes. The final height of the girls was 163.3 cm and between the ages of 16.34 and16.67 years, the mean height gain was only 0.7 mm. No further increases in heightwere recorded at later ages, so we presumed that the final height was achieved atabout 16.50 years of age. Comparing these data with other cross-sectional studiesperformed in Athens in 1995 and 2000, the final height was 163.3 cm and 163.1cm respectively. Conclusions: Height and weight velocity curves are sensitive indicators of growthand offer useful information of contemporary Greek schoolchildren. Theprevalence of overweight and obesity is alarmingly high, but decreased during theearly years of the Greek economic crisis where our study took place. Finally ourfindings showed a levelling off of the secular trend in final height in Greek girlsand that the final height was achieved at the age of 16.5 years.Εισαγωγή: Η αύξηση του παιδιού αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τη γενική του υγεία. Παιδιά με σοβαρά προβλήματα υγείας, ενδέχεται να παρουσιάζουν ως μόνο σύμπτωμα, για αρκετό χρονικό διάστημα πριν την εκδήλωση των κυρίων συμπτωμάτων της νόσου, χαμηλό ρυθμό αύξησης. Κύριος στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθεί η αύξηση των ελληνοπαίδων και πιο συγκεκριμένα ο ρυθμός αύξησής τους. Τα συνήθως χρησιμοποιούμενα διαγράμματα εκτίμησης του ρυθμού αύξησης των παιδιών προέρχονται από διεθνείς μελέτες που έγιναν προ πολλών ετών και παρά τη χρησιμότητά τους είναι πολύ πιθανό ότι δεν αντικατοπτρίζουν το ρυθμό αύξησης των σύγχρονων Ελληνοπαίδων, ιδιαίτερα στα περιεφηβικά και εφηβικά χρόνια. Επιπλέον του ρυθμού της αύξησης θέλαμε να υπολογίσουμε την ηλικία έναρξης της εφηβικής αυξητικής έκρηξης, της κορυφαίας ταχύτητας ύψους και της συνολικής εφηβικής αύξησης. Ένας άλλος στόχος της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η επίπτωση της παχυσαρκίας στον παιδικό πληθυσμό της Δυτικής Αττικής, καθώς και η μεταβολή της κατά τα περίπου 3 χρόνια που διήρκεσε η μελέτη. Επίσης σκοπός της μελέτης ήταν να υπολογιστεί η ηλικία που τα κορίτσια επιτυγχάνουν το τελικό τους ανάστημα και αν υπάρχει ακόμη θετική τάση για υψηλότερο ανάστημα. Υλικό και Μέθοδοι: Από το Νοέμβριο του 2009 έως το Μάιο του 2012 πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις του ύψους και του βάρους 1514 Ελληνοπαίδων ηλικίας 6 – 18 ετών, σε σχολεία της περιοχής Χαϊδαρίου, Αιγάλεω, Περιστερίου και Αγίων Αναργύρων. Συνολικά έγιναν περίπου 7500 μετρήσεις. Η μελέτη ήταν μικτή μακροχρόνια και οι μετρήσεις αφορούσαν σε 4 ηλικιακές ομάδες. Συγκεκριμένα μετρήθηκαν τα παιδιά που φοιτούσαν κατά την πρώτη μέτρηση στην πρώτη και τετάρτη τάξη του Δημοτικού, στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου και στην πρώτη τάξη του Λυκείου, ενώ κατά την τελευταία μέτρηση φοιτούσαν στην τρίτη και έκτη τάξη του Δημοτικού, στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου και στην τρίτη τάξη του Λυκείου, αντίστοιχα. Οι σωματομετρήσεις διεξάγονταν κάθε 6 μήνες επί 2,5 συνεχή έτη. Έτσι στα 3 χρόνια που διήρκεσε η μελέτη ελέγχθηκε η αύξηση των παιδιών όλου του σχολικού ηλικιακού φάσματος. Για την εκτίμηση του ρυθμού της αύξησης κάθε παιδιού έγινε αναγωγή των μετρήσεων κάθε 6μήνου σε ετήσιο ρυθμό εκφρασμένο για το ύψος σε cm/έτος, για το βάρος σε kg/έτος, και για το ΔΜΣ σε kg/m2/έτος. Υπολογίσαμε την ταχύτητα αύξησης για κάθε σωματομετρική παράμετρο ανά ηλικιακό 6μηνο, σε όλες τις ηλικίες από 6-18 χρόνων, ξεχωριστά για το κάθε φύλο. Αποτελέσματα: Συγκρίνοντας το μέσο ύψος αγοριών και κοριτσιών μέχρι την ηλικία των 11 χρόνων τα αγόρια είναι λίγο ψηλότερα από τα κορίτσια. Μεταξύ 11 και 12 χρόνων τα κορίτσια γίνονται λίγο ψηλότερα και από τα 12,5 χρόνια και μετά τα αγόρια είναι σημαντικά ψηλότερα από τα κορίτσια. Ο ρυθμός αύξησης του ύψους είναι υψηλότερος στην ηλικία των 6 και στα δύο φύλα. Στα αγόρια παρουσιάζει σταθερή μείωση ως την ηλικία των 9,86 (5,18 εκ./έτος) οπότε αρχίζει η επιτάχυνση (ATO) που οδηγεί στην κορύφωσή του στην ηλικία των 12,61 (PHV 7,82 εκ./έτος) και στη συνέχεια μειώνεται κάτω από 1 εκ./έτος μετά την ηλικία των 17. Τα αγόρια από την ηλικία έναρξης της επιτάχυνσης έως το σχεδόν τελικό ανάστημα τους κερδίζουν συνολικά 35,8 εκ. ενώ μετά από τη PHV 18,3 εκ. Στα κορίτσια η μείωση του ρυθμού φθάνει στο ναδίρ σε ηλικία 9,06 (6,45 εκ./έτος) οπότε αρχίζει η επιτάχυνση εκ νέου. Η κορύφωση του ρυθμού συμβαίνει στην ηλικία των 10,93 (6,76 εκ./έτος) και ο ρυθμός γίνεται σχεδόν μηδενικός, κάτω από 0,5 εκ./έτος, μετά την ηλικία των 16,5 ετών. Από την ηλικία έναρξης της επιτάχυνσης έως το σχεδόν τελικό ανάστημα τους κερδίζουν συνολικά 27,3 εκ., ενώ μετά την PHV αποκτούν 16,5 εκ.Κατά την ηλικία «απογείωσης» το ύψος των αγοριών ήταν 141 cm και των κοριτσιών 136 cm. Η διαφορά της συνολικής εφηβικής αύξησης, δηλαδή από την αρχή της ΑΤΟ μέχρι το τελικό ανάστημα, μεταξύ των αγοριών και των κοριτσιών ήταν 8,5 cm υπέρ των αγοριών. Ο ρυθμός αύξησης του βάρους στα αγόρια παραμένει περίπου σταθερός από 6 έως 8 ετών, με μικρή μείωση ως την ηλικία των 9 ετών, οπότε αρχίζει η επιτάχυνση που κορυφώνεται στα 12,5 (7,2 κιλά/έτος) όπως συμβαίνει και με το ρυθμό του ύψους, ενώ σταδιακή επιβράδυνση εμφανίζεται στη συνέχεια. Στα κορίτσια υπάρχει σταδιακή αύξηση από την ηλικία των 6 μέχρι 7 ετών, με σταθεροποίηση του ρυθμού έως την ηλικία των 9 που αρχίζει εκ νέου η επιτάχυνση που κορυφώνεται στα 11,5 χρόνια (4,9 κιλά/έτος). Στην ταχύτητα του BMI στα αγόρια, μετά από μια αρχική αύξηση, παρατηρείται σταθερή επιβράδυνση που χρονικά συμπίπτει με την έναρξη της εφηβικής αυξητικής έκρηξης (ΑΤΟ). Η επιβράδυνση μάλιστα γίνεται αρνητική στην ηλικία των 12 ετών, δηλαδή 6 μήνες πριν την ηλικία της PHV. Στην ηλικία των 12,5 ετών κατά την οποία παρουσιάζεται η PHV, παραδόξως εμφανίζεται εκ νέου σημαντική αύξηση του ΒΜΙ, η οποία όμως είναι παροδική, γιατί μετά από ένα χρόνο ακολουθεί εκ νέου συνεχής επιβράδυνση με αρνητικό ναδίρ στην ηλικία των 15,5 χρόνων. Σημαντική όμως επιτάχυνση του BMI παρατηρείται μετά την ηλικία των 17 χρόνων. Στα κορίτσια, μετά την ηλικία των 7 ετών παρατηρείται σταθερά μικρή αύξηση του ΒΜΙ, εκτός από την ηλικία των 9 χρόνων οπότε παρατηρείται αρνητική αύξηση, που ηλικιακά συμπίπτει με την ΑΤΟ. Σημαντική επιτάχυνση του ΒΜΙ παρατηρείται, όπως και στα αγόρια, μετά την ηλικία των 17 ετών. Επίσης καταγράφηκε ο επιπολασμός της παχυσαρκίας, του υπερβάλλοντος βάρους, του φυσιολογικού βάρους και του λιποβαρούς, των αγοριών και των κοριτσιών, σε 2 χρονικές περιόδους, κατά την πρώτη και την τελευταία μέτρηση. Στη συνέχεια καταγράφηκε ο επιπολασμός του υπερβάλλοντος βάρους (συμπεριλαμβάνοντας την παχυσαρκία), του φυσιολογικού βάρους και του λιποβαρούς σε όλο τον πληθυσμό των παιδιών ανά φύλο κατά τις 2 αυτές χρονικές περιόδους. Κατά τα 2,5 χρόνια της μελέτης υπήρξε μείωση του επιπολασμού της παχυσαρκίας και του υπερβάλλοντος βάρους που όταν συνδυάζονταν ήταν στατιστικά σημαντική p= 0.02 για τα αγόρια και p=0.0056 για τα κορίτσια. Αντίστοιχα υπήρξε στατιστικά σημαντική αύξηση του φυσιολογικού βάρους και μικρή αλλά μη στατιστικά σημαντική αύξηση του λιποβαρούς και στα 2 φύλα. Επίσης υπολογίστηκε η μεταβολή του ποσοστού επί της εκατό στον επιπολασμό της παχυσαρκίας, του υπέρβαρου, του φυσιολογικού βάρους και του λιποβαρούς στις διάφορες ηλικιακές ομάδες κατά την πρώτη και τελευταία μέτρηση και ανά φύλο, όπως και το BMI z-score σε κάθε ηλικιακή ομάδα κατά την έναρξη και λήξη της μελέτης. Σε όλες τις ομάδες υπήρχε μείωση του BMI z-score κατά τη λήξη της μελέτης, η οποία γινόταν στατιστικά σημαντική σε κάποιες μόνο ηλικιακές ομάδες, δηλαδή στα αγόρια της Δ’ Δημοτικού (ηλικία 9-10 ετών) στην αρχή της μελέτης και στα κορίτσια της Δ’ Δημοτικού και 1ης Λυκείου (ηλικία 9-10 & 15-16 ετών). Ενώ υπήρχε και υψηλή στατιστική σημαντικότητα στη μείωση του BMI z-score όταν συγκρίθηκε η πρώτη με την τελευταία μέτρηση του συνόλου των παιδιών 0,68 (0,94) έναντι 0,55 (1,12) αντίστοιχα. Για τον υπολογισμό της ηλικίας επίτευξης του τελικού αναστήματος στα κορίτσια καθώς και το αν υπάρχει θετική τάση υψηλότερου αναστήματος, χρησιμοποιήθηκαν οι μετρήσεις των κοριτσιών Γυμνασίου και Λυκείου. Το τελικό ανάστημα ήταν 163,3 cm, ενώ μεταξύ των ηλικιών 16,34 και 16,67 χρόνων η αύξηση ήταν μόλις 0,7 mm. Επειδή δεν διαπιστώθηκε περαιτέρω αύξηση σε μεγαλύτερη ηλικία συμπεραίνουμε ότι το τελικό ανάστημα επετεύχθη γύρω στα 16,5 έτη.Συγκρίνοντας το τελικό ανάστημα των κοριτσιών της μελέτης μας με πρόσφατες μελέτες διατομής πληθυσμού (cross-sectional) στην Αθήνα, είδαμε ότι το 1995 το τελικό ανάστημα ήταν 163,3 cm και επετεύχθη στο 16ο έτος ζωής, ενώ το 2000 στην ηλικία των 16 χρόνων ήταν 162,2 cm και το τελικό ανάστημα ήταν 163,1 στην ηλικία των 17 χρόνων, χωρίς περαιτέρω αύξηση στην ηλικία των 18 χρόνων.Συμπεράσματα: Τα διαγράμματα του ρυθμού αύξησης του ύψους και του βάρους είναι πολλοί ευαίσθητοι δείκτες της αύξησης, που προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες και μας βοηθούν να εκτιμήσουμε καλύτερα την αύξηση των ελληνοπαίδων αποδίδοντας τη σύγχρονη εικόνα του ελληνικού πληθυσμού.Επίσης, τα στοιχεία μας δείχνουν ένα ανησυχητικά υψηλό ποσοστό επίπτωσης υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών, το οποίο βελτιώθηκε κατά τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας και συνέπεσαν με το χρόνο που εκπονήθηκε η μελέτη μας.Τέλος φαίνεται ότι η τάση για υψηλότερο ανάστημα στα κορίτσια έχει ουσιαστικά ανασταλεί

    Localization and linear response of electrons in the disordered Bethe lattice

    No full text
    The study of the localization, and transport properties in disordered systems is considered to be a hard theoretical problem. The localization problem has been given considerable attention in the literature while the transport one has rarely been studied in depth, because it constitutes an even harder quantum mechanical problem. In the present thesis we developed for the first time a method of exact calculation of the localization and transport properties of non-interacting electrons in disordered systems, based on the calculation of probability distributions of variables properly derived from the Green's function of the problem. Such a calculation became feasible when we considered our system to obey a tight binding model with diagonal disorder and furthermore that its lattice sites form a Bethe lattice. The special Bethe lattice topology allows for the calculation of the necessary probability distributions through closed integral expressions. Using these probability distributions we calculated the exact localization and diffusion properties and the mobility edges more specifically which we compared with approximate results given in the literature. In studying the transport properties we succeeded to express the electrical response through factors representing the "local" response of the various parts of our system to external potential gradients applied "locally" too. The use of such expressions involving "local" conductances gives us a great advantage by allowing for the calculation of their statistical behavior through the probability distributions mentioned above. We investigate likewise the conductivity properties thoroughly and from various points of view, since it is a very important field in which few exact results exist, especially as far as the microstructure of the system dynamic response is concerned. We thus study the "local" conductance as a function of the frequency ω, for EF in (i) the localized and (ii) the extended states part of the energy spectrum and we focus mainly in the small ω regime. All respective results reveal the possibility of this quantity to bring about the response properties of the system at the microscopic level. We conclude our thesis with a critical review and a discussion of the present and prospective achievements of the work.Η μελέτη των ιδιοτήτων εντοπισμού και μεταφοράς στα άτακτα συστήματα θεωρείται δυσεπίλυτο θεωρητικό πρόβλημα. Τα θέματα εντοπισμού έχουν απασχολήσει έντονα την βιβλιογραφία ενώ αυτά της μεταφοράς αν και σημαντικότατα έχουν ελάχιστα μελετηθεί σε βάθος γιατί αποτελούν ένα ακόμα δυσκολότερο κβαντομηχανικό πρόβλημα. Στην παρούσα διατριβή αναπτύξαμε για πρώτη φορά μια μέθοδο ακριβούς υπολογισμού των ιδιοτήτων εντοπισμού και μεταφοράς μη αλληλεπιδρώντων ηλεκτρονίων στα άτακτα, που βασίζεται στον υπολογισμό των κατανομών πιθανότητας καταλλήλων μεγεθών που παράγονται από συναρτήσεις Green του προβλήματος. Τέτοιος υπολογισμός έγινε εφικτός όταν θεωρήσαμε ότι το σύστημα μας υπακούει ένα μοντέλο ισχυρού δεσμού με αταξία στα διαγώνια στοιχεία και επιπλέον ότι τα πλεγματικά σημεία του συστήματος μας σχηματίζουν ένα πλέημα Bethe. Η ειδική τοπολογία του Bethe επιτρέπει τον υπολογισμό των απαραίτητων κατανομών πιθανότητας μέσα από κλειστές ολοκληρωτικές εκφράσεις. Με τη βοήθεια αυτών των κατανομών πιθανότητας υπολογίσαμε ακριβώς τις ιδιότητες εντοπισμού και διάχυσης και τα όρια ευκινησίας ειδικότερα, τα οποία και συγκρίναμε με προσεγγιστικά αποτελέσματα της βιβλιογραφίας. Στη μελέτη των ιδιοτήτων μεταφοράς πετύχαμε να εκφράσουμε για πρώτη φορά την ηλεκτρική απόκριση μέσα από παράγοντες "τοπικής"απόκρισης των διαφόρων μερών του συστήματος σε εξωτερικές βαθμίδες δυναμικού που εφαρμόζονται επίσης "τοπικά". Η χρήση τέτοιων εκφράσεων με τις "τοπικές" αγωγιμότητες μας δίνει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: ότι μπορούμε να υπολογίσουμε τη στατιστική συμπεριφορά αυτών, μέσω των κατανομών πιθανότητας που αναφέραμε παραπάνω. Διερευνούμε λοιπόν διεξοδικά και από πολλές σκοπιές τις ιδιότητες αγωγιμότητας επειδή πρόκειται για ένα τομέα πολύ σημαντικό αλλά και αρκετά φτωχό σε ακριβή αποτελέσματα, ιδιαίτερα όσον αφορά την μικροδομή της δυναμικής απόκρισης του συστήματος. Μελετούμε την "τοπική"αγωγιμότητα συναρτήσει της συχνότητας ω για ΕF στις (i) εντοπισμένες και (ii) εκτεταμένες καταστάσεις και εστιάζουμε ιδιαίτερα στην περιοχή των μικρών ω. Διαπιστώνουμε μέσα από όλα τα σχετικά αποτελέσματα, την δυνατότητα αυτού του μεγέθους να αναδεικνύει τις ιδιότητες απόκρισης τον συστήματος σε μικροσκοπικό επίπεδο. Η διατριβή τελειώνει με μια κριτική ανακεφαλαίωση των επιτευγμάτων της εργασίας και συζήτηση των προοπτικών επέκτασης τους

    Swimming against the tide: progress and challenges in our understanding of colicin translocation.

    No full text
    Colicins are folded protein toxins that face the formidable task of translocating across one or both of the Escherichia coli cell membranes in order to induce cell death. This translocation is achieved by parasitizing host proteins. There has been much recent progress in our understanding of the early stages of colicin entry, including the binding of outer-membrane nutrient transporters and porins and the subsequent recruitment of periplasmic and inner-membrane proteins that, together, trigger translocation. As well as providing insights into how these toxins enter cells, these studies have highlighted some surprising similarities in the modes of action of the systems that colicins subvert

    Μικτή μακροχρόνια μελέτη του ρυθμού αύξησης των Ελληνοπαίδων σχολικής ηλικίας

    No full text
    Εισαγωγή: Η α ύξηση τ ου π αιδιού α ντικατοπτρίζει σ ε μ εγάλο β αθμό τ η γ ενική του υγεία. Παιδιά με σοβαρά προβλήματα υγείας, ενδέχεται να παρουσιάζουν ως μόνο σύμπτωμα, για αρκετό χρονικό διάστημα πριν την εκδήλωση των κυρίων συμπτωμάτων της νόσου, χαμηλό ρυθμό αύξησης. Κύριος στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθεί η αύξηση των ελληνοπαίδων και πιο συγκεκριμένα ο ρυθμός αύξησής τους. Τα συνήθως χρησιμοποιούμενα διαγράμματα εκτίμησης του ρυθμού α ύξησης τ ων π αιδιών π ροέρχονται από διεθνείς μελέτες που έγιναν προ π ολλών ε τών κ αι π αρά τ η χ ρησιμότητά τ ους είναι πολύ πιθανό ότι δεν αντικατοπτρίζουν το ρυθμό αύξησης των σύγχρονων Ελληνοπαίδων, ιδιαίτερα στα περιεφηβικά και εφηβικά χρόνια. Επιπλέον του ρυθμού της αύξησης θέλαμε να υπολογίσουμε την ηλικία έναρξης της εφηβικής αυξητικής έκρηξης, της κορυφαίας ταχύτητας ύψους και της συνολικής εφηβικής αύξησης. Ένας άλλος στόχος της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η επίπτωση της παχυσαρκίας στον παιδικό πληθυσμό της Δυτικής Αττικής, καθώς και η μεταβολή της κατά τα περίπου 3 χρόνια που διήρκεσε η μελέτη. Επίσης σκοπός της μελέτης ήταν να υπολογιστεί η ηλικία που τα κορίτσια επιτυγχάνουν το τελικό τους ανάστημα και αν υπάρχει ακόμη θετική τάση για υψηλότερο ανάστημα. Υλικό και Μέθοδοι: Από το Νοέμβριο του 2009 έως το Μάιο του 2012 πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις του ύψους και του βάρους 1514 Ελληνοπαίδων ηλικίας 6 – 18 ετών, σε σχολεία της περιοχής Χαϊδαρίου, Αιγάλεω, Περιστερίου και Αγίων Αναργύρων. Συνολικά έγιναν περίπου 7500 μετρήσεις. Η μελέτη ήταν μικτή μακροχρόνια και οι μετρήσεις αφορούσαν σε 4 ηλικιακές ομάδες. Συγκεκριμένα μετρήθηκαν τα παιδιά που φοιτούσαν κατά την πρώτη μέτρηση στην πρώτη και τετάρτη τάξη του Δημοτικού, στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου και στην πρώτη τάξη του Λυκείου, ενώ κατά την τελευταία μέτρηση φοιτούσαν στην τρίτη και έκτη τάξη του Δημοτικού, στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου και στην τρίτη τάξη του Λυκείου, αντίστοιχα. Οι σωματομετρήσεις διεξάγονταν κάθε 6 μήνες επί 2,5 συνεχή έτη. Έτσι στα 3 χρόνια που διήρκεσε η μελέτη ελέγχθηκε η αύξηση των παιδιών όλου του σχολικού ηλικιακού φάσματος. Για την εκτίμηση του ρ υθμού τ ης α ύξησης κ άθε π αιδιού έ γινε αναγωγή τ ων μ ετρήσεων κ άθε 6μήνου σ ε ε τήσιο ρ υθμό ε κφρασμένο γ ια τ ο ύψος σ ε c m/έτος, γ ια το β άρος σ ε kg/έτος, και για το ΔΜΣ σε kg/m2/έτος. Υπολογίσαμε την ταχύτητα αύξησης για κάθε σωματομετρική παράμετρο ανά ηλικιακό 6μηνο, σε όλες τις ηλικίες από 6- 18 χρόνων, ξεχωριστά για το κάθε φύλο. Αποτελέσματα: Συγκρίνοντας τ ο μ έσο ύ ψος α γοριών κ αι κ οριτσιών μέχρι τ ην ηλικία των 11 χρόνων τα αγόρια είναι λίγο ψηλότερα από τα κορίτσια. Μεταξύ 11 και 12 χρόνων τα κορίτσια γίνονται λίγο ψηλότερα και από τα 12,5 χρόνια και μετά τα αγόρια είναι σημαντικά ψηλότερα από τα κορίτσια. Ο ρυθμός αύξησης του ύ ψους είναι υ ψηλότερος στην ηλικία των 6 και στα δύο φύλα. Σ τα α γόρια π αρουσιάζει σ ταθερή μείωση ω ς τ ην η λικία τ ων 9 ,86 ( 5,18 εκ./έτος) οπότε αρχίζει η επιτάχυνση (ATO) που οδηγεί στην κορύφωσή του στην ηλικία των 12,61 (PHV 7,82 εκ./έτος) και στη συνέχεια μειώνεται κάτω από 1 εκ./έτος μετά την ηλικία τ ων 1 7. Τα α γόρια α πό τ ην η λικία έ ναρξης τ ης επιτάχυνσης έως το σχεδόν τελικό ανάστημα τους κερδίζουν συνολικά 35,8 εκ. ενώ μετά από τη PHV 18,3 εκ. Στα κ ορίτσια η μ είωση τ ου ρ υθμού φ θάνει σ το ν αδίρ σ ε η λικία 9 ,06 ( 6,45 εκ./έτος) οπότε αρχίζει η επιτάχυνση ε κ ν έου. Η κ ορύφωση τ ου ρ υθμού συμβαίνει στην ηλικία των 10,93 (6,76 εκ./έτος) και ο ρυθμός γίνεται σχεδόν μηδενικός, κάτω από 0,5 εκ./έτος, μετά την ηλικία των 16,5 ετών. Από την ηλικία έναρξης της επιτάχυνσης έως το σχεδόν τελικό ανάστημα τους κερδίζουν συνολικά 27,3 εκ., ενώ μετά την PHV αποκτούν 16,5 εκ. Κατά τ ην η λικία « απογείωσης» τ ο ύ ψος τ ων α γοριών ή ταν 1 41 c m κ αι τ ων κοριτσιών 136 cm. Η διαφορά της συνολικής εφηβικής αύξησης, δηλαδή από την αρχή της ΑΤΟ μέχρι το τελικό ανάστημα, μεταξύ των αγοριών και των κοριτσιών ήταν 8,5 cm υπέρ των αγοριών. Ο ρ υθμός α ύξησης τ ου β άρους σ τα α γόρια π αραμένει π ερίπου σ ταθερός α πό 6 έως 8 ε τών, με μ ικρή μ είωση ω ς τ ην η λικία των 9 ε τών, οπότε α ρχίζει η επιτάχυνση που κορυφώνεται στα 12,5 (7,2 κιλά/έτος) όπως συμβαίνει και με το ρυθμό του ύψους, ενώ σταδιακή επιβράδυνση εμφανίζεται στη συνέχεια. Στα κορίτσια υ πάρχει σ ταδιακή α ύξηση α πό τ ην η λικία τ ων 6 μ έχρι 7 ε τών, μ ε σταθεροποίηση τ ου ρ υθμού έ ως τ ην η λικία τ ων 9 π ου α ρχίζει ε κ ν έου η επιτάχυνση που κορυφώνεται στα 11,5 χρόνια (4,9 κιλά/έτος). Στην ταχύτητα του BMI στα αγόρια, μετά από μια αρχική αύξηση, παρατηρείται σταθερή ε πιβράδυνση π ου χ ρονικά σ υμπίπτει μ ε τ ην έ ναρξη τ ης ε φηβικής αυξητικής έκρηξης (ΑΤΟ). Η επιβράδυνση μάλιστα γίνεται αρνητική στην ηλικία των 12 ε τών, δ ηλαδή 6 μήνες π ριν τ ην η λικία τ ης P HV. Σ την η λικία τ ων 1 2,5 ετών κατά την οποία παρουσιάζεται η PHV, παραδόξως εμφανίζεται εκ νέου σημαντική αύξηση του ΒΜΙ, η οποία όμως είναι παροδική, γιατί μετά από ένα χρόνο ακολουθεί εκ νέου συνεχής επιβράδυνση με αρνητικό ναδίρ στην ηλικία των 15,5 χρόνων. Σημαντική όμως επιτάχυνση του BMI παρατηρείται μετά την ηλικία των 17 χρόνων. Στα κορίτσια, μετά την ηλικία των 7 ετών παρατηρείται σταθερά μικρή αύξηση του Β ΜΙ, ε κτός α πό τ ην η λικία τ ων 9 χ ρόνων ο πότε π αρατηρείται αρνητική αύξηση, π ου η λικιακά σ υμπίπτει μ ε τ ην Α ΤΟ. Σ ημαντική ε πιτάχυνση τ ου Β ΜΙ παρατηρείται, όπως και στα αγόρια, μετά την ηλικία των 17 ετών. Επίσης καταγράφηκε ο επιπολασμός της παχυσαρκίας, του υπερβάλλοντος βάρους, του φυσιολογικού βάρους και του λιποβαρούς, των αγοριών και των κοριτσιών, σε 2 χρονικές περιόδους, κατά την πρώτη και την τελευταία μέτρηση. Στη συνέχεια καταγράφηκε ο επιπολασμός του υπερβάλλοντος βάρους (συμπεριλαμβάνοντας την παχυσαρκία), του φυσιολογικού βάρους και του λιποβαρούς σε όλο τ ον π ληθυσμό τ ων π αιδιών α νά φύλο κ ατά τ ις 2 α υτές χρονικές περιόδους. Κατά τα 2,5 χρόνια της μελέτης υπήρξε μείωση του επιπολασμού της παχυσαρκίας και του υπερβάλλοντος βάρους που όταν συνδυάζονταν ήταν στατιστικά σημαντική p= 0.02 για τα αγόρια και p=0.0056 για τα κορίτσια. Αντίστοιχα υπήρξε στατιστικά σημαντική αύξηση του φυσιολογικού βάρους και μικρή αλλά μη στατιστικά σημαντική αύξηση του λιποβαρούς και στα 2 φύλα. Επίσης υπολογίστηκε η μεταβολή του ποσοστού επί της εκατό στον επιπολασμό της παχυσαρκίας, του υπέρβαρου, του φυσιολογικού βάρους και του λιποβαρούς στις διάφορες ηλικιακές ομάδες κατά την πρώτη και τελευταία μέτρηση και ανά φύλο, όπως και το BMI z-score σε κάθε ηλικιακή ομάδα κατά την έναρξη και λήξη της μελέτης. Σε όλες τις ομάδες υπήρχε μείωση του BMI z-score κατά τη λήξη της μελέτης, η οποία γινόταν στατιστικά σημαντική σε κάποιες μόνο ηλικιακές ομάδες, δηλαδή στα αγόρια της Δ’ Δημοτικού (ηλικία 9-10 ετών) στην αρχή της μελέτης και στα κορίτσια της Δ’ Δημοτικού και 1ης Λυκείου (ηλικία 9- 10 & 15-16 ετών). Ενώ υπήρχε και υψηλή στατιστική σημαντικότητα στη μείωση του BMI z-score όταν σ υγκρίθηκε η π ρώτη μ ε τ ην τ ελευταία μ έτρηση τ ου σ υνόλου τ ων π αιδιών 0,68 (0,94) έναντι 0,55 (1,12) αντίστοιχα. Για τον υπολογισμό της ηλικίας επίτευξης του τελικού αναστήματος στα κορίτσια καθώς και το αν υπάρχει θετική τάση υψηλότερου αναστήματος, χρησιμοποιήθηκαν οι μετρήσεις των κοριτσιών Γυμνασίου και Λυκείου. Το τελικό ανάστημα ήταν 163,3 cm, ενώ μεταξύ των ηλικιών 16,34 και 16,67 χρόνων η αύξηση ή ταν μ όλις 0 ,7 mm. Επειδή δεν διαπιστώθηκε περαιτέρω αύξηση σε μεγαλύτερη ηλικία συμπεραίνουμε ότι το τελικό ανάστημα επετεύχθη γύρω στα 16,5 έτη. Συγκρίνοντας το τελικό ανάστημα των κοριτσιών της μελέτης μας με πρόσφατες μελέτες διατομής πληθυσμού (cross-sectional) στην Αθήνα, είδαμε ότι το 1995 το τελικό ανάστημα ήταν 163,3 cm και επετεύχθη στο 16ο έτος ζωής, ενώ το 2000 στην ηλικία των 16 χρόνων ήταν 162,2 cm και το τελικό ανάστημα ήταν 163,1 στην ηλικία των 17 χρόνων, χωρίς περαιτέρω αύξηση στην ηλικία των 18 χρόνων. Συμπεράσματα: Τα διαγράμματα του ρυθμού αύξησης του ύψους και του βάρους είναι π ολλοί ε υαίσθητοι δ είκτες τ ης α ύξησης, π ου π ροσφέρουν χ ρήσιμες πληροφορίες κ αι μ ας β οηθούν ν α ε κτιμήσουμε κ αλύτερα τ ην α ύξηση τ ων ελληνοπαίδων αποδίδοντας τη σύγχρονη εικόνα του ελληνικού πληθυσμού. Επίσης, τα στοιχεία μας δείχνουν ένα ανησυχητικά υψηλό ποσοστό επίπτωσης υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών, το οποίο βελτιώθηκε κατά τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας και συνέπεσαν με το χρόνο που εκπονήθηκε η μελέτη μας. Τέλος φαίνεται ότι η τάση για υψηλότερο ανάστημα στα κορίτσια έχει ουσιαστικά ανασταλεί.Background: Growth is a mirror of children’s health status. Children with chronic disease may have as an only symptom, for a long time, retarded growth velocity. The main objective of our study was to examine the growth of Greek schoolchildren, especially growth velocity. The usually used reference ranges for growth velocity is from international studies done many years ago and probably they do not reflect growth velocity contemporary Greek schoolchildren, especially during puberty. Furthermore we calculated the age of take-off, peak velocity and total pubertal growth. Another objective of our study was to examine the weight status of Greek schoolchildren in West Attika and alteration during the 3 years of the study. In addition another aim of our study was to determine whether a secular trend for taller final height in Greek girls had continued and to record the age that final height occurred. Material and methods: 1514 Greek schoolchildren, 6-18 years old, participated in our study which took place from November 2009 until May 2012. A total of almost 7500 measurements were obtained. It was a mixed longitudinal study and children who were in the 1st, 4th, 7th and 10th grades at the ages of 6–7, 9–10, 12–13 and 15–16 years, respectively, were followed every six months for twoand- a-half years until they finished the 3rd grade, 6th grade, 9th grade and 12th grade, respectively. Results: The mean peak height velocity (PHV) was 7.82 cm/year in boys seen at 12.61 years and 6.76 cm/year in girls at 10.93 years. Age at take-off (ATO) was 5.18 cm/year and seen at 9.86 years and 6.45 cm/year at 9.06 years in boys and girls respectively. Total amount of gaining height until final height in boys was 35.8 cm and in girls 27.3 cm. The mean peak weight velocity was 7.2 kg/year seen at 12.5 years in boys and 4.9 kg/year seen at 11.5 years in girls. During the 2.5-year study period, there was a decrease in the total prevalence of overweight and obesity, which reached a statistical significance for both sexes. It decreased from 43% to 37.3% (p = 0.02) in boys and from 33.4% to 26.9% (p = 0.0056) in girls. There was also a statistically significant increase in normal weight children and a slight but insignificant increase in underweight children of both sexes. The final height of the girls was 163.3 cm and between the ages of 16.34 and 16.67 years, the mean height gain was only 0.7 mm. No further increases in height were recorded at later ages, so we presumed that the final height was achieved at about 16.50 years of age. Comparing these data with other cross-sectional studies performed in Athens in 1995 and 2000, the final height was 163.3 cm and 163.1 cm respectively. Conclusions: Height and weight velocity curves are sensitive indicators of growth and offer useful information of contemporary Greek schoolchildren. The prevalence of overweight and obesity is alarmingly high, but decreased during the early years of the Greek economic crisis where our study took place. Finally our findings showed a levelling off of the secular trend in final height in Greek girls and that the final height was achieved at the age of 16.5 years

    Going Beyond Counting First Authors in Author Co-citation Analysis

    Get PDF
    The present study examines one of the fundamental aspects of author co-citation analysis (ACA) - the way co-citation counts are defined. Co-citation counting provides the data on which all subsequent statistical analyses and mappings are based, and we compare ACA results based on two different types of co-citation counting - the traditional type that only counts the first one among a cited work's authors on the one hand and a non-traditional type that takes into account the first 5 authors of a cited work on the other hand. Results indicate that the picture produced through this non-traditional author co-citation counting contains more coherent author groups and is therefore considerably clearer. However, this picture represents fewer specialties in the research field being studied than that produced through the traditional first-author co-citation counting when the same number of top-ranked authors is selected and analyzed. Reasons for these effects are discussed

    Variations on the Author

    Get PDF
    “Variations on the Author” discusses two of Eduardo Coutinho’s recent films (Um Dia na Vida, from 2010, and Últimas Conversas, posthumously released in 2015) and their contribution to the general question of documentary authorship. The director’s filmography is characterized by a consistent yet self-effacing form of authorial self-inscription: Coutinho often features as an interviewer that rather than express opinions propels discourses; an interviewer that is good at listening. This mode of self-inscription characterizes him as an author who is not expressive but who is nonetheless markedly present on the screen. In Um Dia na Vida, however, Coutinho is completely absent form the image, while Últimas Conversas, on the contrary, includes a confessional prologue that moves the director from the margins to the center of his films. This article examines the ways in which these works stand out in the filmography of a director who offers new insights into the notion of cinematic authorship

    Appropriate Similarity Measures for Author Cocitation Analysis

    Get PDF
    We provide a number of new insights into the methodological discussion about author cocitation analysis. We first argue that the use of the Pearson correlation for measuring the similarity between authors’ cocitation profiles is not very satisfactory. We then discuss what kind of similarity measures may be used as an alternative to the Pearson correlation. We consider three similarity measures in particular. One is the well-known cosine. The other two similarity measures have not been used before in the bibliometric literature. Finally, we show by means of an example that our findings have a high practical relevance.information science;Pearson correlation;cosine;similarity measure;author cocitation analysis
    corecore