93 research outputs found

    Adherence to the Mediterranean diet and healthy ageing:Current evidence, biological pathways, and future directions

    No full text
    With an ever-ageing population in developed countries, healthy ageing is an emerging public health priority for securing citizens’ quality of life and minimizing healthcare associated costs. While adherence to the Mediterranean diet is associated with numerous health benefits and deterrence of age-related disorders, a comprehensive review of the current evidence to guide further public health interventions is lacking. This study systematically assessed, according to PRISMA guidelines, current evidence arising from observational studies regarding the potential impact of adherence to the Mediterranean diet on healthy ageing among elder adults. Of 509 initially retrieved unique items, 9 studies (including 2 cross-sectional and 7 prospective cohort studies) were reviewed. The reviewed evidence support that adherence to the Mediterranean diet during midlife was associated with 36%–46% greater likelihood of healthy ageing. Among the elderly, adherence to the Mediterranean diet was significantly associated with healthy ageing, while diets similar to that of the Mediterranean diet were associated with 269% greater likelihood of successful ageing and 33% reduction in mortality risk. Therefore, public health interventions aimed at promoting adherence to the Mediterranean diet, particularly among the elderly, may propagate healthy ageing and diminish the healthcare associated costs associated with age-related morbidity and mortality.</p

    Epidemiological Applications in -Omics Approaches

    No full text
    For -omics investigations to achieve their aspired potential, fundamental aspects relating to the study design and statistical analyses in clinical -omics investigations must be dully addressed. The present chapter addresses the most appropriate epidemiological study designs for assessing diagnostic and prognostic biomarkers including cross-sectional, case-control, and cohort studies. Modes of their optimal implementation, as well as potential pitfalls, are detailed. Finally, statistical approaches for evaluating the utility of diagnostic and prognostic biomarkers are also discussed.</p

    Utility of the CKD273 peptide classifier in predicting chronic kidney disease progression

    No full text
    Chronic kidney disease (CKD) is a growing public health concern, afflicting approximately one-tenth of adults in developed countries. However, the clinical need for an accurate test, such as a biomarker and/or peptide classifier, for predicting CKD progression and related adverse outcomes remains unaddressed. Recently, a proteomics approach based on capillary electrophoresis-mass spectrometry was employed to develop a urinarypeptide-based high-dimensional classifier, namely CKD273, for predicting CKD progression. The study aims to critically appraise the evidence level of the CKD273 classifier's utility in predicting CKD progression, according to the Oxford Evidence-Based Medicine (EBM) and Strength of Recommendation Taxonomy (SORT) guidelines. Eligible studies were identified by a literature search of MEDLINE and Web of Science Expanded Core Collection databases. Limitations were set to prospective cohort studies evaluating the classifier's accuracy in predicting CKD progression. Data extraction was undertaken according to a predefined protocol by two independent reviewers. The EBM and SORT guidelines were applied to appraise the CKD273 classifier's utility for predicting CKD progression. The query search results rendered four prospective cohort studies. The classifier performed independently of age, gender and the type of urine storage containers used. The classifier predicted the development of micro- or macroalbuminuria and rapid decline (i.e. >-5% annual decrease) in the estimated glomerular filtration rate. One study assessed the association of the classifier with end-stage renal disease and death but did not take confounding factors into account. The CKD273 classifier attained high evidence levels according to the EBM (score range 1b), supporting its utility for predicting CKD progression. However, lower scores were attained when the studies were scored according the SORT guidelines (score ranges 1-4). Initial promising evidence supports the CKD273 classifier's utility in predicting CKD progression. The classifier's applicability should be corroborated with additional evidence arising from inception cohort studies assessing patient-oriented outcomes, which demonstrate its added value beyond currently available clinical risk predictors, as well as its cost-effectiveness in clinical practice

    Πρωτεΐνες στη θεραπεία των καρκινοπαθών ασθενών: μεταβολές λευκωμάτων / αλβουμίνης ορού μετά βαρείες χειρουργικές επεμβάσεις σε καρκινοπαθείς ασθενείς: συμβολή στην παρεντερική / εντερική διατροφή ασθενών

    No full text
    Εισαγωγή. Μετά από χειρουργικές επεμβάσεις παρατηρείται συχνά πτώση του επιπέδου της αλβουμίνης ή και των ολικών λευκωμάτων ορού με δυσμενείς συνέπειες στην μετεγχειρητική εξέλιξη των ασθενών και αυξημένη συχνότητα επιπλοκών. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των ειδικών ελλειμμάτων αλβουμίνης ορού συμβάλλει στην διερεύνηση της ανάγκης και αξίας της χορήγησης διαλυμάτων αλβουμίνης ή πλάσματος, προς μείωση της συχνότητας και βαρύτητας των μετεγχειρητικών επιπλοκών σε ασθενείς, οι οποίοι υποβάλλονται σε βαρείες ογκολογικές χειρουργικές επεμβάσεις, δεδομένου ότι, η σχετική βιβλιογραφία παραμένει ακόμη και σήμερα αντιφατική και αντικρουόμενη. Επίσης, ελάχιστες είναι οι δημοσιεύσεις που αναφέρονται στον έλεγχο των επιπτώσεων βαρειών ογκολογικών χειρουργικών επεμβάσεων κοιλίας στην αλβουμίνη και τα λευκώματα ορού καρκινοπαθών ασθενών. Τούτο, παρά το γεγονός ότι, οι εγχειρήσεις αυτές είναι πολύωρες και πολυαίμακτες, όπως και οι καρδιοχειρουργικές (για τις οποίες όμως υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία), με συνέπεια προβλεπομένη ελάττωση του επιπέδου αλβουμίνης και λευκωμάτων στον ορό και, παρά το γεγονός ότι, οι ασθενείς αυτοί προεγχειρητικά συχνά εμφανίζουν υποαλβουμιναιμία, λόγω υποθρεψίας ή και της εξέλιξης του καρκινώματος, η οποία, μόνη, συνεπάγεται δυσμενή πρόγνωση, αυξημένη νοσηρότητα ή και θνησιμότητα. Το κενό αυτό γνώσης αποσκοπεί να καλύψει η μελέτη αυτή. Σκοποί μελέτης. Η διερεύνηση και αξιολόγηση των μετεγχειρητικών μεταβολών της αλβουμίνης, των ολικών λευκωμάτων και των σφαιρινών ορού σε καρκινοπαθείς ασθενείς, οι οποίοι υποβάλλονται σε βαρείες ογκολογικές χειρουργικές επεμβάσεις και η σύγκρισή τους προς εκείνες καρκινοπαθών επίσης ασθενών, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε εγχειρήσεις μικρότερης βαρύτητας. Προς τούτο, στους ασθενείς αυτούς καταγράφηκαν και αξιολογήθηκαν: (1) η τιμή αλβουμίνης, ολικών λευκωμάτων και σφαιρινών ορού (σε απόλυτες τιμές και ως εκατοστιαία μεταβολή της προεγχειρητικής), τόσον προεγχειρητικά, όσον και μετεγχειρητικά, μέχρι και την 8η μετεγχειρητική ημέρα, και (2) οι παράγοντες κινδύνου (ως προς τις βιοχημικές, αιματολογικές και χειρουργικές παραμέτρους) για την ανάπτυξη μετεγχειρητικής υποαλβουμιναιμίας και υπολευκωματαιμίας, Σχεδιασμός μελέτης. Έγινε προοπτική μελέτη σε καρκινοπαθείς ασθενείς, οι οποίοι νοσηλεύθηκαν και υποβλήθηκαν σε βαρείες σύνθετες ογκολογικές χειρουργικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση καρκινωμάτων του γαστρεντερικού κυρίως συστήματος (ομάδα ασθενών με βαρείες επεμβάσεις κοιλίας) ή σε εγχειρήσεις γενικής χειρουργικής, μέτριας βαρύτητας (ομάδα ασθενών με απλές επεμβάσεις κοιλίας). Ο κύριος παράγων έκθεσης υπό αξιολόγηση ήταν η βαρύτητα της χειρουργικής επέμβασης. Η πρωταρχική έκβαση υπό αξιολόγηση ήταν η μετεγχειρητική υποαλβουμιναιμία και υπολευκωματαιμία. Πληθυσμός μελέτης. Σε 115 καρκινοπαθείς ασθενείς έγιναν καταμετρήσεις του επιπέδου αλβουμίνης, λευκωμάτων και σφαιρινών ορού, πριν και μετά από χειρουργικές επεμβάσεις, οι ασθενείς κατανεμήθηκαν σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η πρώτη (ομάδα ασθενών: n=81) περιλαμβάνει ασθενείς πού υποβλήθηκαν σε βαρείες ή εξαιρετικά βαρείες σύνθετες ογκολογικές εγχειρήσεις κοιλίας (εξεντερώσεις), για την ριζική εξαίρεση πρωτοπαθών ή, κυρίως, υποτροπιαζόντων καρκινωμάτων. Στην δεύτερη ομάδα (ομάδα σύγκρισης, n=34), περιλαμβάνονται καρκινοπαθείς ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε συνήθεις εγχειρήσεις μικρότερης βαρύτητας. Συλλογή υλικού. Χρησιμοποιήθηκαν βιοχημικές και αιματολογικές παράμετροι των ομάδων ασθενών και μαρτύρων, καθώς επίσης και οι τιμές αλβουμίνης, ολικών λευκωμάτων και σφαιρινών ορού, τόσον προεγχειρητικά, όσον και επί οκτώ ημέρες μετεγχειρητικά. Στατιστική ανάλυση. Η στατιστική ανάλυση των πρωτογενών δεδομένων έγινε με το πρόγραμμα SAS v.9. και το κριτήριο στατιστικής σημαντικότητας ήταν p<0.05. Σχετικά με τις μεταβολές των τιμών αλβουμίνης, λευκωμάτων και σφαιρινών αίματος, μετά από χειρουργικές επεμβάσεις σε καρκινοπαθείς ασθενείς, εφαρμόσθηκαν οι ακόλουθες στατιστικές μέθοδοι : Η κανονικότητα της κατανομής των συνεχόμενων μεταβλητών έγινε με την δοκιμασία Kolmogorov-Smirnov. Οι συνεχόμενες μεταβλητές οι οποίες δεν είχαν κανονική κατανομή συγκρίθηκαν με την δοκιμασία Wilcoxon rank sum. Εκείνες με κανονική κατανομή συγκρίθηκαν μεταξύ των ομάδων των ασθενών με την δοκιμασία t-test. Οι διχοτομημένες μεταβλητές συγκρίθηκαν με την δοκιμασία Χ2. Η δοκιμασία repeated measures of analysis of variance χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση των μετεγχειρητικών τιμών των παραμέτρων της μελέτης. Η πιθανότητα της εκδήλωσης της μετεγχειρητικής υποαλβουμιναιμίας ή/και υπολευκωματαιμίας αξιολογήθηκε με την μέθοδο Mantel-Haenszel. Η πολυπαραγοντική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση των πιθανών προ- και διεγχειρητικών παραγόντων κινδύνου ως προς την εκδήλωση μετεγχειρητικής υποαλβουμιναιμίας ή/και υπολευκωματιμίας. Αποτελέσματα. Σε 115 καρκινοπαθείς ασθενείς έγιναν καταμετρήσεις του επιπέδου αλβουμίνης, λευκωμάτων και σφαιρινών ορού, πριν και μετά από βαρείες ή συνήθεις χειρουργικές επεμβάσεις κοιλίας. Ανάλογα με την βαρύτητα των εγχειρήσεων, οι ασθενείς κατανεμήθηκαν σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η πρώτη (ομάδα ασθενών με βαρείες επεμβάσεις κοιλίας, n=81) περιελάμβανε ασθενείς πού υποβλήθηκαν σε βαρείες σύνθετες ογκολογικές εγχειρήσεις κοιλίας. Στην δεύτερη ομάδα (ομάδα ασθενών με απλές επεμβάσεις, n=34), περιελήφθησαν καρκινοπαθείς ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε συνήθεις εγχειρήσεις κοιλίθας (λαπαρατομίες μικρής βαρύτητας). Προεγχειρητικά, η μέση τιμή αλβουμίνης ορού, στην ομάδα ασθενών με βαρείες επεμβάσεις κοιλίας (4.24 ± 0.56 g/dL), δεν διέφερε σημαντικά από εκείνη της ομάδας με απλές επεμβάσεις κοιλίας (4.31 ± 0.49 g/dL ). Επίσης, δεν υπήρχε στατιστικώς σημαντική διαφορά, ως προς την μέση τιμή λευκωμάτων ορού, μεταξύ της ομάδας ασθενών με βαρείες (6.88 ± 0.66 g/dL) και απλές (6.80 ± 0.80 g/dL) επεμβάσεις κοιλίας. Τέλος, στην περίπτωση των σφαιρινών ορού, των οποίων η προεγχειρητική τιμή στην ομάδα ασθενών (2.66 ± 0.55 g/dL) δεν διέφερε επίσης από εκείνη της ομάδας ελέγχου (2.52 ± 0.63 g/d), αντίστοιχα. Μετεγχειρητικά, μεγάλη πτώση του επιπέδου αλβουμίνης ορού παρατηρήθηκε κατά την 1η μετεγχειρητική ημέρα, τόσο στην ομάδα ασθενών με βαρείες επεμβάσεις κοιλίας, όσο και στους ασθενείς με απλές επεμβάσεις, είτε ως απόλυτη τιμή (3.34 ± 0.58 g/dL και 3.83 ± 0.46 g/dL, αντίστοιχα), είτε και ως εκατοστιαία αναλογία της προεγχειρητικής τιμής (ελάττωση κατά 20.5% και 10.7%, αντίστοιχα). Η διαφορά πάντως, της τιμής αλβουμίνης ορού, μεταξύ των δύο ομάδων ήταν στατιστικώς σημαντική (p<0.0005). Ως στατιστικώς σημαντική αξιολογήθηκε η διαφορά του επιπέδου αλβουμίνης ορού μεταξύ των δύο ομάδων, πού εξετάσθηκαν και κατά τις τρείς επόμενες (2η έως 4η) μετεγχειρητικές ημέρες (2η μετεγχειρητική ημέρα: p<0.0001, 3η μετεγχειρητική ημέρα: p=0.004, και 4η μετεγχειρητική ημέρα: p=0.005). Η διαφορά αυτή παρατηρήθηκε και κατά τις υπόλοιπες μετεγχειρητικές ημέρες (5η έως 8η), χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να είναι στατιστικώς σημαντική. Ανάλογες, αλλά στατιστικώς σημαντικές μέχρι και την 8η μετεγχειρητική ημέρα, υπήρξαν οι διαφορές στις μετεγχειρητικές τιμές των ολικών λευκωμάτων και σφαιρινών ορού των ιδίων ασθενών, τόσον σε απόλυτες τιμές, όσον και ως εκατοστιαία αναλογία της προεγχειρητικής τιμής. Ειδικότερα : Οι απόλυτες τιμές ολικών λευκωμάτων ορού για τις ομάδες ασθενών και ελέγχου κατά την 1η μετεγχειρητική ημέρα ήσαν 5.16 ± 0.88 g/dL και 5.91 ± 0.60 g/dL (p<0.001) , αντίστοιχα, ενώ, ως προς την εκατοστιαία αναλογία της προεγχειρητικής τιμής αυτών, παρατηρήθηκε ελάττωση κατά 24.6% και 12.6% (p<0.0001), αντίστοιχα. Στατιστικώς σημαντική διαφορά του επιπέδου ολικών λευκωμάτων ορού μεταξύ των δύο ομάδων παρατηρήθηκε και κατά τις τέσσερεις επόμενες μετεγχειρητικές ημέρες (p<0.001). Επιπλέον, η διαφορά αυτή παρέμεινε στατιστικώς σημαντική την 7η και 8η (τελευταία) ημέρα ελέγχου. Τέλος, οι μετεγχειρητικές μεταβολές των σφαιρινών ορού μεταξύ της ομάδας ασθενών με βαρείες εγχειρήσεις κοιλίας και της ομάδας εκείνης ασθενών με απλές επεμβάσεις κοιλίας, πού εξετάσθηκαν, υπήρξαν προς την ιδία κατεύθυνση μεν, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες, αλλά στατιστικώς σημαντικές ευρέθησαν την 1η εως και την 5η μετεγχειρητική ημέρα. Αντίθετα, οι διαφορές της εκατοστιαίας αναλογίας, ως προς την προεγχειρητική τιμή σφαιρινών ορού μεταξύ των δύο ανωτέρω ομάδων ασθενών, υπήρξαν πλέον έκδηλες και στατιστικώς σημαντικές, μέχρι και την 8η μετεγχειρητική ημέρα. Η συχνότητα μετεγχειρητικής υποαλβουμιναιμίας ήταν αυξημένη καθ’όλη την διάρκεια της πρώτης μετεγχειρητικής εβδομάδας στους καρκινοπαθείς ασθενείς, που υποβλήθηκαν σε βαρείες επεμβάσεις κοιλίας. Συνολικά, κατά την διάρκεια της εβδομάδας αυτής, η ομάδα των καρκινοπαθών αυτών ασθενών είχαν αυξημένη πιθανότητα να εκδηλώσουν μετεγχειρητική υποαλβουμιναιμία μετά βαρείες επεμβάσεις κοιλίας (ΣΚ: 3.12; 95% ΔΕ: 1.64-5.91). Σημειώνεται ότι, η πιθανότητα εκδήλωσης μετεγχειρητικής υποαλβουμιναιμίας ήταν ιδιαίτερα αυξημένη την 5η και 7η μετεγχειρητική ημέρα. Βάσει των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής προκύπτει ότι, η μετεγχειρητική υποαλβουμιναιμία εξαρτάται από την διάρκεια (και βαρύτητα) της χειρουργικής επέμβασης, από τον όγκο του χορηγηθέντος κατ΄αυτήν αίματος, πλάσματος και κρυσταλλοειδών διαλυμάτων, καθώς επίσης και από την προεγχειρητική τιμή αλβουμίνης αίματος, αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτου. Η πολυπαραγοντική ανάλυση (Hosmer και Lemeshow Goodness of Fit Test P=0.309) έδειξε ότι, η μετεγχειρητική υποαλβουμιναιμία μετά βαρείες χειρουργικές επεμβάσεις στους διερευνηθέντες ασθενείς συσχετίζεται ανεξάρτητα προς την διάρκεια των χειρουργικών επεμβάσεων (Σχετικός Κίνδυνος, ΣΚ: 1.68, 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης, ΔΕ: 1.16-2.44) και την προεγχειρητική τιμή αλβουμίνης ορού (ΣΚ: 0.21, 95 %, ΔΕ: 0.06-0.080). Συμπεράσματα. Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν την ιδιαίτερα σημαντική ελάττωση του επιπέδου αλβουμίνης, ολικών λευκωμάτων και σφαιρίνης ορού αμέσως μετά βαρείες χειρουργικές επεμβάσεις σε καρκινοπαθείς ασθενείς. Το γεγονός αυτό και, ειδικότερα, η μετεγχειρητική υποαλβουμιναιμία είναι γνωστόν ότι, συνεπάγεται ελάττωση της κολλοειδωσμωτικής πίεσης, ευπάθεια στο μετεγχειρητικό shock και δυσλειτουργία πολλαπλών οργάνων, ανοσοκαταστολή ή και ελάττωση της κυτταρικής ανοσίας, διαταραχή των επουλωτικών διεργασιών των ιστών, κ.ά., με συνέπεια την αύξηση της συχνότητας μετεγχειρητικών επιπλοκών, λοιμώξεων, κ. ά. Κλινική σημασία και συμβολή στην παρεντερική / εντερική διατροφή ασθενών Ως εκ των ανωτέρω, σε ασθενείς, ιδίως καρκινοπαθείς, οι οποίοι υποβάλλονται σε βαρείες χειρουργικές επεμβάσεις, προφανής είναι η ανάγκη διεγχειρητικής και άμεσης μετεγχειρητικής αποκατάστασης των ελλειμμάτων λευκωμάτων και, κυρίως, αλβουμίνης, με την χορήγηση πλάσματος ή διαλυμάτων αλβουμίνης. Η θεραπευτική αυτή παρέμβαση στους συγκεκριμένους καρκινοπαθείς ασθενείς, πλήν της διατήρησης της ενδαγγειακής κολλοειδωσμωτικής πίεσης, θα έχει ως αποτέλεσμα την επίταση των επουλωτικών διεργασιών των ιστών και την αύξηση της ανοσοαντοχής και κυτταρικής ανοσίας των ασθενών. Ευεργετική συνέπεια των ανωτέρω είναι η πρόληψη ή μείωση της συχνότητας και βαρύτητας των μετεγχειρητικών επιπλοκών και η βελτίωση της νοσηρότητας , ή ακόμη, και θνησιμότητας στους ασθενείς αυτούς. Ειδικότερα : Η κλινική σημασία των ευρημάτων της έρευνας αυτής είναι ιδιαίτερα σημαντική δεδομένου ότι, έγκειται στην απόκτηση, τεκμηρίωση και εδραίωση της γνώσης ότι: i.οι επιπτώσεις της εγχειρητικής πράξης στο επίπεδο ολικών λευκωμάτων και, κυρίως, της αλβουμίνης ορού καρκινοπαθών ασθενών, είναι ιδιαίτερα σημαντική μετά βαρείες χειρουργικές επεμβάσεις, για την εξαίρεση εκτεταμένων καρκινωμάτων, ii.η υποαλβουμιναιμία / υπολευκωματαιμία αυτή παρ΄όλο ότι είναι ιδιαίτερα έκδηλη κατά την άμεση μετεγχειρητική περίοδο, συνήθως διατηρείται και στην απώτερη μετεγχειρητική περίοδο, iii.η υποστηρικτική αγωγή με ολική παρεντερική διατροφή, η οποία συνήθως εφαρμόζεται στις περιπτώσεις αυτές, ακόμη και εάν αυτή είναι lege artis, σύμφωνα με τις σύγχρονες σχετικές απόψεις, προφανώς δεν καλύπτει τα μεγάλα ελλείμματα αλβουμίνης και λευκωμάτων των ως άνω ασθενών και, ως εκ τούτου, iv.απολύτως απαραίτητη είναι η, επιπλέον αυτής, συμπληρωματική υποστήριξη των ασθενών αυτών, με επαναλαμβανόμενες εγχύσεις πλάσματος και, κυρίως, διαλυμάτων αλβουμίνης. Με την εφαρμογή στην κλινική πράξη των γνώσεων, οι οπόίες προκύπτουν από την παρούσα έρευνα, θα είναι δυνατή η βελτίωση της νοσηρότητας στους ασθενείς αυτούς, η οποία, όπως είναι γνωστόν, άλλως, είναι τριπλασία του συνήθους, αλλά και, κατ΄επέκταση, και της θνησιμότητας

    Olive oil consumption and human health: A narrative review

    No full text
    The potential health benefits of olive oil consumption, particularly within the context of the Mediterranean diet, have been extensively investigated. However, its specific health benefits remain to be confirmed. The aim of the present work is to review the scientific evidence regarding the specific impact of olive oil consumption on human health, including the prevention of cardiovascular disease, cancers, and diabetes mellitus. Ten related meta-analyses were reviewed to this effect. Olive oil consumption was found to be beneficial for several chronic non-communicable diseases (e.g. including cardiovascular disease, breast cancer and type 2 diabetes), whereas there were contradictory findings regarding its impact on several biomarkers. In conclusion, the aggregated evidence supports the assertion that olive oil consumption is beneficial for human health, and particularly for the prevention of cardiovascular diseases, breast cancer, and type 2 diabetes mellitus

    Cost-effectiveness of screening type 2 diabetes patients for chronic kidney disease progression with the CKD273 urinary peptide classifier as compared to urinary albumin excretion

    No full text
    In type 2 diabetes mellitus (T2DM) patients, chronic kidney disease (CKD) progression may occur without detectable changes in urinary albumin excretion (UAE) rate. A new urinary peptide classifier (CKD273) has exhibited greater ability to detect CKD progression, however, its cost-effectiveness remains unknown. This study evaluated the cost-effectiveness of screening for CKD progression with the CKD273 classifier, as compared to UAE, in diabetic patients. A decision-analytic Markov model was developed to estimate costs and health outcomes [including overall survival and quality-adjusted life years (QALYs)] from a health system perspective for adopting a new annual screening strategy based on the CKD273 classifier as compared to annual UAE-based screening in a hypothetical cohort of T2DM patients. High-risk patients were defined as T2DM patients with at least one concomitant risk factor (i.e. patients with background genetic risk for developing the disease, obesity, hypertension and/or smoking history) for developing diabetic nephropathy secondary to cardiovascular disease (CVD)-related complications. Low-risk T2DM patients, were defined as those not having any of the aforementioned concomitant risk factors. Over the projected course of a patient's lifetime, in all T2DM patients annual screening with the CKD273 classifier was more costly, but also more effective, than annual screening with UAE. The incremental costs incurred with screening based on the CKD273 classifier were €3,053 per patient, while patients gained 0.13 QALYs. Hence, in all patients, annual screening with the CKD273 classifier was cost effective [incremental cost-effectiveness ratio (ICER) €23,903/QALY gained], notably below current government thresholds for funding such health care interventions. For patients at high risk of developing diabetic nephropathy secondary to CVD-related complications, screening based on the CKD273 classifier was cost-saving (i.e. dominant, being both more effective and less expensive than UAE-based screening). Finally, in low-risk patients, CKD273 classifier-based screening was not cost effective (ICER €73,140/QALY) given current government willingness-to-pay thresholds. In diabetic patients, annual CKD273 classifier-based screening is more costly but also more effective in QALYs gained as compared to UAE. From a health provider perspective, the observed benefits are greatest when such screening is implemented in patients at high risk for diabetes-associated renal or cardiovascular diseases (CVDs
    corecore