1,721,009 research outputs found
Νεοϊμπρεσιονισμός και αναρχία
The 1890s in France marked the country's "anarchist" decade, characterized by Paris emerging as the focal point of working-class discontent – a response to the harsh realities imposed by industrial capitalism. Concurrently, intellectuals of the era engaged in vigorous discussions surrounding the concept of "social art," seeking to intertwine artistic production with broader social concerns. In this milieu, a connection between the neo-impressionist movement and anarcho-communism emerged. The theories of the likes of Piotr Kropotkin, Élisée Reclus, and Jean Grave found resonance among many in the art world, particularly, within the neo-impressionist group, who were captivated by anarchism's vision of spontaneous human solidarity. Within the philosophy of anarchism, they discerned parallels that validated their artistic style, crafting an iconography that often echoed the writings of anarchist theorists. They believed that their paintings possessed the capacity to convey a sense of moral harmony to viewers and, by extension, to advocate for the idea of social harmony.Η δεκαετία του 1890 στην Γαλλία θεωρήθηκε η «αναρχική» δεκαετία της χώρας, σε μια εποχή όπου Παρίσι έγινε το επίκεντρο της δυσαρέσκειας της εργατική τάξης, απόρροια των σκληρών συνθηκών που επέφερε ο βιομηχανικός καπιταλισμός. Παράλληλα, ήδη από τα τέλη του 19ου οι διανοούμενοι της εποχής συμμετείχαν σε ζωηρές συζητήσεις σχετικά με την έννοια της «κοινωνικής τέχνης» [«art social»], προσπαθώντας να συνδέσουν την παραγωγή τέχνης με ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εδραιώθηκε η σύνδεση του κινήματος του νεο-ιμπρεσιονισμού με τον αναρχοκομμουνισμό. Οι θεωρίες του Piotr Kropotkin, του Élisée Reclus και του Jean Grave, κέρδισαν πολλούς υποστηρικτές από τον κόσμο της τέχνης και, ιδιαίτερα, την ομάδα των νεο-ιμπρεσιονιστών η οποία γοητεύτηκε από την ιδέα της αυθόρμητης ανθρώπινης αλληλεγγύης, για την οποία μιλούσε ο αναρχισμός. Στη φιλοσοφία του αναρχισμού βρήκαν αντιστοιχίες και παραλληλισμούς για την επιβεβαίωση της τεχνοτροπίας τους και διαμόρφωσαν μια εικονογραφία που, σε πολλές περιπτώσεις, αντηχούσε τα γραπτά των θεωρητικών της αναρχίας, έχοντας την πεποίθηση πως οι πίνακες τους είχαν την δύναμη να μεταδώσουν στον θεατή το αίσθημα της ηθικής αρμονίας και κατ’ επέκταση να προωθήσουν και την ιδέα της κοινωνικής αρμονίας.Complete
Φεμινισμός στην/και τέχνη : γυναικεία δημιουργία και βλέμμα
The thesis studies the history of feminism, the tactics of their development and dissemination in a socio-political context, with emphasis on its influence on art. It examines the actions of feminist artists in America and the United Kingdom and, finally, it analyses the representation of different aspects of women's sexuality and beauty standards.Η εργασία μελετάει την ιστορία του φεμινισμού, τις τακτικές ανάπτυξης και διάδοσης του σε κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, με έμφαση στην επιρροή του στην τέχνη. Εξετάζονται οι δράσεις των φεμινιστριών καλλιτεχνίδων στην Αμερική και το Ηνωμένο Βασίλειο και, τέλος, αναλύεται η αναπαράσταση των διαφορετικών πτυχών της σεξουαλικότητας και των προτύπων ομορφιάς των γυναικών.Complete
«Εθνική» (Κυπριακή) Ταυτότητα και «Ελληνικότητα» στο έργο του Σόλωνα Μιχαηλίδη
The oeuvre of Solon Michaelide⎯composer, musicologist, conductor and teacher⎯in the early twentieth century, is a distinctive case, both for Cyprus and the wider Greek milieu. During a period when most of the european nations have already moved forward to the establishment of “National Schools” in music, Michaelides embraces the counterpart movement which had also developed in Greece, and works towards the establishment of a Greek-Cypriot “national” music, drawing inspiration and material from the “national” cultural reserve; ancient Greece, Byzantium and the Greek-Cypriot tradition. A diverse personality, an inquiring mind and with excessive zeal for education, he supports the prevailing national narrative of the historical continuity of the Greek nation, in which he includes Cyprus as an integral part of Hellenism, within the frame of the discourse of irredentism, kindled at the beginning of the twentieth century on the island, with the main instigator being colonialism.
Michaelides, disclaims the tendencies of rejection of musical innovations which appear during his era in Greece, and he approaches the subject “national” music in a progressive mood. His personal vision is summarized in the effort of the formation of a literary “national” music, that should originate in a “natural and sincere” way from the “soul” of the creator, that should be spread, mainly by state [national] actors, to the wider Greek space, having as ultimate goal the creation of a cultural tradition based on the prototypes of musically “developed” european countries. The contribution of his native land to the Greek national programme, is taken for granted, since for Michaelides, the “Cypriot” and the “Greek” identities are the same. Within the frame of a cosmopolitan approach toward the Greek “national” identity, Solonas Michaelides seeks the concurrence of “Greekness” and “Universality”, embracing absolutely Beethoven’s aspiration (ideal) of the fraternization of peoples, and expressing the strong belief that the universal music language should unite and nor divide people, though revealing at the same time its individual “personality”.Το έργο του Σόλωνα Μιχαηλίδη⎯συνθέτη, μουσικολόγου, μαέστρου και παιδαγωγού⎯κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση, τόσο για την Κύπρο όσο και για τον ευρύτερο ελληνικό γεωγραφικό χώρο. Σε μια περίοδο κατά την οποία τα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη έχουν ήδη προχωρήσει στη σύσταση «Εθνικών Σχολών» στη μουσική, ο Μιχαηλίδης ακολουθεί το αντίστοιχο ρεύμα είχε αναπτυχθεί στην Ελλάδα και στρέφεται στη δημιουργία ελληνο-κυπριακής «εθνικής» μουσικής, αντλώντας ερεθίσματα και υλικό από την «εθνική» πολιτιστική δεξαμενή: Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο και ελληνική [κυπριακή] παράδοση. Πολυσχιδής προσωπικότητα, με πνευματικές ανησυχίες και υπερβολικό ζήλο για μόρφωση, υποστηρίζει το κυρίαρχο εθνικιστικό αφήγημα περί ιστορικής συνέχειας του Ελληνικού Έθνους, στο οποίο εντάσσει και την Κύπρο, ως αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνισμού, μέσα στο πλαίσιο της συζήτησης περί αλυτρωτισμού που αναθερμάνθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στο νησί, κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας.
Ο Μιχαηλίδης απεκδύεται τις τάσεις απόρριψης των μουσικών νεωτερισμών που εμφανίζονται στον ελληνικό χώρο στην εποχή του, και προσεγγίζει τον όρο «εθνική» μουσική με προοδευτική διάθεση. Το προσωπικό του όραμα, συνοψίζεται στην προσπάθεια δημιουργίας μιας λόγιας «εθνικής» μουσικής, η οποία θα πηγάζει με «φυσικό και ειλικρινή» τρόπο από την ψυχή του δημιουργού, και θα διαδίδεται, κυρίως, διαμέσου κρατικών [εθνικών] φορέων εκπαίδευσης στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία μιας πολιτιστικής κουλτούρας στα πρότυπα των μουσικά «ανεπτυγμένων» ευρωπαϊκών χωρών. Η συμβολή της ιδιαίτερης του πατρίδας στο ελληνικό εθνικιστικό πρόγραμμα, θεωρείται από τον ίδιο δεδομένη, αφού για τον Μιχαηλίδη «κυπριακή» και «ελληνική» ταυτότητα, είναι ένα και το αυτό. Μέσα από μια κοσμοπολίτικη προσέγγιση της ελληνικής «εθνικής» πολιτιστικής ταυτότητας, ο Σόλωνας Μιχαηλίδης επιδιώκει τον συγκερασμό «ελληνικότητας» και «οικουμενικότητας», ενστερνιζόμενος απόλυτα το μπετοβενικό ιδανικό της συναδέλφωσης των λαών και εκφράζοντας την ισχυρή πεποίθηση ότι η παγκόσμια μουσική γλώσσα θα πρέπει να ενώνει και όχι να χωρίζει τα Έθνη, αναδεικνύοντας, όμως, ταυτόχρονα, την ιδιαίτερή τους «προσωπικότητα».Complete
Η αισθητική του Γκροτέσκου και "Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν"
This dissertation studies the aesthetics of the grotesque in relation to Pablo Picasso's work, Les Demoiselles d’Avignon(1907). The aim of this thesis is to explore the uncompromising and subversive aesthetic "category" of the grotesque, its expression in the visual arts and especially in painting, from the Renaissance to the early 20th century, which coincides with the time of the creation of the Demoiselles. The thesis will also investigate the conditions of the creative process of the Demoiselles and the evolution of their reception from 1907 until today. Finally, an attempt will be made to correlate the aesthetics of the grotesque with the Demoiselles d’ Avignon, in purpose to establish the existence of an open dialogue between them, in order to shed light on some new and eventually unexpected parameters of the creative process and freedom of artistic creation, that undoubtedly do not always follow the rational ways of the foundations of the traditional classical epistemology.Η παρούσα διατριβή ασχολείται με την αισθητική του γκροτέσκου σε σχέση με το έργο του Pablo Picasso “Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν”(1907). Σκοπός της εργασίας είναι να διερευνήσει την ανένταχτη και ανατρεπτική αισθητική «κατηγορία» του γκροτέσκου, την έκφανσή της στις εικαστικές τέχνες και κυρίως στην ζωγραφική, από την Αναγέννηση μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, εποχή της δημιουργίας των Δεσποινίδων της Αβινιόν. Παράλληλα θα διερευνηθούν οι συνθήκες δημιουργίας των Δεσποινίδων και της πρόσληψής τους από το 1907 μέχρι σήμερα. Τέλος, θα επιχειρηθεί ένας συσχετισμός της αισθητικής του γκροτέσκου και των Δεσποινίδων της Αβινιόν, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ενός ανοιχτού διαλόγου μεταξύ τους με σκοπό να φωτίσει κάποιες καινούριες και ενδεχομένως αναπάντεχες παραμέτρους της δημιουργικής διαδικασίας και της καλλιτεχνικής ελευθερίας του δημιουργού, που αναμφίβολα δεν ακολουθούν τις ορθολογιστικές ατραπούς των βάσεων της παραδοσιακής κλασικής επιστημολογίας.Complete
Ταφικά έθιμα στη Μεγάλη Ελλάδα (Magna Grecia) : ο τάφος του Βουτηχτή (tomba del Tuffadore)
The great exodus of the Greeks from metropolitan Greece began, initially at the end of Trojan war which took place approximately around 1200 B.C. By the 8th century B.C., the exodus was maximised. At the first settlers colonised the shores of Mediterranean, and later they expanded to the Black Sea.
The Italian peninsula was a particularly popular place for settlements at that time as it offered the settlers to great granaries and a familiar mild climate. Another thing that helped the colonisation of the land was that they faced minimal hostility by the indigenous people. Large number of cities was founded in Southern Italy, hence the name Great Greece (Magna Grecia). This helped, develop an osmosis between the settlers and the indigenous people, as well as the development of trade relations with the people of Southern Italy, and even further north. Although trade relations were established, initially, important cultural relations followed. This was more evident with the Etruscans, in the north, and less with the Samnites (Lucanians) in the south, as they were a more hostile race.
The Greek influence was obvious, if just by looking at the monuments that were left behind, such as, defensive walls, towns, road system magnificent temples and elaborate burial grounds (tombs).
The position of women in ancient Greece, specifically, their role in the society, in the household and in the family, with regard to Athens (which is something that also applied to other city-states, with the exception of Sparta), was rudimentary and limited to the household and the upbringing of their children. Even in mourning, the role of women was limited and depended on the instructions of men: their position around the deceased during prothesis and ekfora as well during the burial and other related duties was decided by the men. However, the role of men was essential at all stages of the procedure. This role being the attendance, the position around the deceased, the arranging of burial and the erection of monument, the latter being limited by legislative restrictions.
In general, women were not allowed to take initiative even in mourning, only in the preparation of the body and the funerary dinner which they had to prepare, leaving the burial side earlier than men. This being said, there were certain exemptions such as in the cases of Clytaemnestra, Antigone and Medea, who took the initiative with disastrous results.
Regarding the discovered tombs; the funerary frescos and other decorations that ornate the walls of the discovered tombs which included hunting, dancing and banquette scenes, were not only ornamental but could also hold an eschatological explanation.
The discovery of a tomb by professor Mario Napoli in June 1968 in the necropolis of Paestum (former Posidonia) in Southern Italy in Magna Grecia leaves a lot to be explained by the experts. This cyst contained the remains of a young man or an ephebe. It is decorated with frescos of a symposium on the inner surface. The inside surface of the cyst cover has a different decoration, which gives the name to the monument Tomba del Tuffadore. This shows a young man or an ephebe diving from an unspecified hight into blue-green waters, probably indicating sea, lake or river or even into after life. His dive probably alludes to his passage from this life to the next (eternal) one.Η μεγάλη έξοδος των Ελλήνων από τη μητροπολιτική Ελλάδα άρχισε κατ΄ αρχήν μετά το τέλος του Τρωϊκού Πολέμου που τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1200 π.Χ.. Περί τον 8ον αιώνα π.Χ. η έξοδος μαζικοποιήθηκε και οι άποικοι κατέκλεισαν τα παράλια της Μεσογείου κυρίως, αλλά επεκτάθηκαν επίσης και στη Μαύρη Θάλασσα.
Η ιταλική χερσόνησος υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής ως χώρος εγκατάστασης γιατί αφενός προσέφερε τους μεγάλους σιτοβολώνες της Σικελίας και Ν. Ιταλίας, ενώ ταυτόχρονα τους παρείχε παρόμοιο κλίμα με της πατρίδας τους. Αυτό βοήθησε στον αποικισμό, όπως επίσης και το γεγονός ότι συνάντησαν ελάχιστη εχθρότητα από τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Μεγάλος αριθμός πόλεων ιδρύθηκαν που έδωσε και το όνομα στη περιοχή (Μεγάλη Ελλάδα – Magna Grecia), ενώ ταυτόχρονα υπήρξε ώσμωση μεταξύ των αποίκων και των αυτόχθονων κατοίκων, όπως επίσης και η ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων με τους λαούς της Ν. Ιταλίας και ακόμη πιο πέρα. Οι σχέσεις αυτές αναπτύχθηκαν αρχικά με του Ετρούσκους αλλά και με τους Λουκάνιους (Σαμνίτες) σε λιγότερο βαθμό καθώς αυτοί ήταν πιο φιλοπόλεμοι.
Η ελληνική επιρροή είναι προφανής αν κρίνει κάποιος από τα μνημεία που έχουν αφήσει πίσω τους, τα αμυντικά τείχη, τις πόλεις, τους δρόμους, τους ναούς και τους περίτεχνους τάφους.
Η θέση της γυναίκας, στην αρχαιότητα, αναφορικά με τον ρόλο τους στη κοινωνία, στον οίκο και στην οικογένεια, στην Αθήνα (πράγμα που ίσχυε και σε άλλες πόλεις-κράτη, με εξαίρεση τη Σπάρτη), ο ρόλος αυτός ήταν υποτυπώδης και περιοριζόταν στα του οίκου της με τις εκεί ασχολίες όπως και με την ανατροφή των παιδιών. Η γυναίκα εξαρτιόταν απόλυτα από τον σύζυγο της και δεν είχε κανένα δικαίωμα όσον αφορά τη δημόσια ζωή. Ακόμη και στο πένθος η θέση της γυναίκας ήταν περιορισμένη εξαρτιόταν από τους άνδρες. Ο θρήνος, η θέση της γύρω από το νεκρό κατά την πρόθεση και στην εκφορά όπως και στην ταφή και τα διάφορα καθήκοντα της, ενώ ο ρόλος των ανδρών ήταν βασικός σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Αυτός ο ρόλος ήταν τόσο στην προσέλευση, τη θέση, την ταφή, την ανέγερση του μνημείου το μέγεθος του οποίου υφίστατο σε νομοθετικούς περιορισμούς.
Γενικά οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάρουν πρωτοβουλία σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα (συμπεριφοράς στο πένθος και στη ταφή) πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως στις περιπτώσεις της Κλυταιμνήστρας, της Αντιγόνης και της Μήδειας, όπου οι γυναίκες παίρνουν μόνες τους την πρωτοβουλία με ολέθρια αποτελέσματα.
Σχετικά με τους ανακαλυφθέντες τάφους, οι ταφικές παραστάσεις που διακοσμούν το εσωτερικό τους, δεν ήταν μόνο διακοσμητικές αλλά μπορεί να κρύβουν και εσχατολογική σημασία. Η ανακάλυψη ενός τάφου που ονομάστηκε Tomba del Tuffadore, από το καθηγητή Mario Napoli στη πόλη Paestum (αρχαία Ποσειδωνία) στη Magna Grecia, Ν. Ιταλία, αφήνει στον ερευνητή πολλά ερωτηματικά. Ο τάφος, λάρνακα, ανήκει σε ένα νεαρό άνδρα ή έφηβο και είναι διακοσμημένος με παραστάσεις συμποσίου, στο εσωτερικό της λάρνακας ενώ η έσω επιφάνεια της πλάκας που τη σκεπάζει έχει διαφορετικές παραστάσεις που δίνουν και τη ονομασία στο μνημείο. Ένας νεαρός άνδρας βουτάει από απροσδιόριστο σημείο σε μια υγρή επιφάνεια, θάλασσα, λίμνη ή ποτάμι. Η κατάδυσή του, πιθανότατα, αποτελεί τη μετάβαση από αυτή τη ζωή στην επόμενη (αιώνια).Complete
Influence of Ukrainian ethnic culture on Russian Futurism
Η συνάφεια της μελέτης της επιρροής της ουκρανικής εθνότητας στον ρωσικό φουτουρισμό είναι ένας άγνωστος, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικός τρόπος αποκάλυψης και κατανόησης της αλληλεπίδρασης πολιτιστικών επιρροών στο πλαίσιο της δημιουργικής διαδικασίας. Η σύγχρονη επιστημονική κοινότητα ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο να αναλύσει την αλληλεπίδραση των εθνικών εθνοτικών ομάδων και την επιρροή τους στον καλλιτεχνικό χώρο. Ειδικότερα, ο ρωσικός φουτουρισμός, ως σημαντική περίοδος στην ανάπτυξη της λογοτεχνικής και εικαστικής τέχνης, αντιπροσωπεύει ένα μοναδικό αντικείμενο μελέτης, ειδικά στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης με την ουκρανική εθνότητα. Στο πλαίσιο του ρωσικού φουτουρισμού, που ορίζεται από την πρωτοτυπία του, υπάρχει ανάγκη να μελετηθεί η επίδραση του ουκρανικού πολιτισμού στη διαμόρφωση των μοναδικών χαρακτηριστικών του. Σκοπός της μελέτης είναι να εντοπίσει και να αναλύσει τις ιδιαιτερότητες της επιρροής της ουκρανικής εθνότητας στον λεγόμενο Ρωσικό Φουτουρισμό.The relevance of the study of the influence of the Ukrainian ethnic group on Russian Futurism is an unknown, but at the same time exciting way to reveal and understand the interaction of cultural influences in the context of the creative process. The modern scientific community is increasingly interested in analyzing the interaction of national ethnic groups and their influence on the artistic space. In particular, Russian Futurism, as an important period in the development of literary and visual art, represents a unique object for study, especially in the context of interaction with the Ukrainian ethnic group. In the context of Russian Futurism, defined by its originality, there is a need to study the influence of Ukrainian culture on the formation of its unique features and characteristics. The purpose of the study is to identify and analyze the peculiarities of the influence of the Ukrainian ethnic group on the so-called Russian Futurism.Complete
Η Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα Mary Cassatt στο πλαίσιο του ιμπρεσιονισμού
This thesis concerns the American artist Mary Cassatt, within the context of Impressionism and modernity, as well as the overall effort of women for independence and entry to the art academies during the 19th century. It foregrounds her presence, as a particularly active and influential member among the Impressionists, her artistic influences and technical means and, mostly, her ardent interest and modern approach tοwards a timeless theme – Mother and Child – which distinguishes her to this day among the other members of the group, men and women.Η παρούσα διατριβή ασχολείται με τη Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα Mary Cassatt στο πλαίσιο του Ιμπρεσιονισμού και της νεωτερικότητας, όπως και την ολική προσπάθεια των γυναικών για ανεξαρτητοποίηση και την είσοδο τους στις ακαδημίες, κατά τον 19ο αιώνα. Στόχος είναι να αναδείξει την παρουσία της ως ένα ιδιαίτερα ενεργό και επιφανές μέλος των Ιμπρεσιονιστών, τις καλλιτεχνικές τις επιρροές, τα τεχνικά της μέσα και, κυρίως, το φλογερό ενδιαφέρον και τη σύγχρονη προσέγγιση της προς μία διαχρονική θεματική – με επίκεντρο τη Μητέρα και το Παιδί – που την ξεχωρίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους καλλιτέχνες του Ιμπρεσιονισμού.Complete
Ο θάνατος και η θάλασσας ως όρια και ως ανοίγματα προς τον πολιτιστικό άλλο
Ferdinand Braudel sees the Mediterranean as a fluid space that penetrates the land, linking opposite civilizations. The variation in the land relief on the Mediterranean coasts, encourages interconnection of civilizations across the sea. Because of that, the Mediterranean could be seen as a space of connectivity and fluidity, eroding any essentialist worldviews and encouraging contact. In Cyprus, small worship places were built for the sailors stopping on the island, once as part of a route connecting the eastern shores of the Mediterranean with other parts of the sea. Because of that, small Christian churches are found opposite small Muslim tekkes along the coastline. In this context, places such as the mausoleum of Pir Ali Dede in Limassol, a dervish “patron saint” of sailors, are transformed into places of interaction. Death, in a similar way, becomes a space of social contact between the living and the dead, and among cultural Others. In Jami Kebir, tombstones of Mamluk shipwreck victims invite passing people to enter a “dialogue” with them, and dead Ottoman dignitaries tell the stories of their personal lives and “command” the passers-by to pray for their soul. During Modernity, the once open spaces of the sea and of death, become boundaries. Within the context of Modernity, the Mediterranean becomes a boundary that separates the northwestern hegemonic “center” from the Other. As such, the Mediterranean has taken the form of a boundary between the “rational”, “civilized” “Westerner” and the “uncivilized” “Oriental” Other. Today, it is found in the discourse about “illegal immigrants” that are represented crossing the Mediterranean as “invaders”. Death also becomes a boundary erected against the cultural Other. For example, monuments for dead “national heroes” are glorified as examples of “heroic sacrifice” against the national Other, thus widening the gap with the cultural Other. Nationalism, thus, could be regarded as the prominent example of how cultural boundaries operate in Modernity. An example of such nationalist discourse is offered by the Möbius Strip, the supposedly two sides of which are, in fact, the extension of each other. This resembles the way the discourse about the Other is structured in Modernity: the Other as an invented, inverted reflection of the Self. In the present study, two islands are examined as main cases: the island of Cyprus and Arnold Böcklin’s Isle of the Dead.Ο Ferdinand Braudel βλέπει τη Μεσόγειο ως ένα ρευστό χώρο που διεισδύει στην ξηρά διασυνδέοντας τους «απέναντι» πολιτισμούς μεταξύ τους, ενώ η ποικιλομορφία του ανάγλυφου των παράλιων της, ενθαρρύνει την αλληλεξάρτηση και τη διασύνδεση των πολιτισμών της. Αυτό καθιστά τη Μεσόγειο ένα χώρο ρευστότητας και διείσδυσης στον Άλλο με τρόπο «διαβρωτικό» που δεν επιτρέπει στη συγκρότηση ουσιοκρατικών αντιλήψεων. Στις ακτές της Κύπρου, για παράδειγμα, υπάρχουν διάσπαρτοι μικροί λατρευτικοί χώροι που κτίστηκαν κατά τον 15ο με 17ο αιώνα για τους ναυτικούς που σταματούσαν στο νησί, κάποτε ως μέρος της διαδρομής που συνέδεε τις ανατολικές ακτές της Μεσογείου με άλλα «κέντρα» της. Έτσι, χριστιανικά εκκλησάκια βρίσκονται απέναντι από μικρούς τεκέδες, ενώ χώροι όπως το μαυσωλείο του Pir Ali Dede στη Λεμεσό – ενός «προστάτη» των ναυτικών – γίνονται αφορμή για κοινωνική επαφή. Ο θάνατος, με ένα παρόμοιο τρόπο αποτελεί ένα χώρο συνάντησης μεταξύ ζώντων και νεκρών, καθώς και μεταξύ πολιτισμικών Άλλων. Τάφοι με νεκρούς Μαμελούκους ναυαγούς στο τέμενος Jami Kebir στο κέντρο της πόλης, καλούν τους διερχόμενους να έρθουν σε «διάλογο» μαζί τους. Παρόμοια, νεκροί Οθωμανοί προύχοντες αφηγούνται την ιστορία της προσωπικής τους ζωής και «διατάζουν» τους περαστικούς να προσεύχονται για την ψυχή τους. Στη νεωτερικότητα, η θάλασσα και ο θάνατος, από «χώροι» επαφής και ανοίγματα προς τον Άλλο, μετατρέπονται σε όρια. Έτσι, η Μεσόγειος μετατρέπεται στο όριο που χωρίζει το βορειοδυτικό ηγεμονικό κέντρο από τον Άλλο. Η Μεσόγειος ως όριο πήρε κατά περιόδους αρκετές μορφές, όπως το όριο μεταξύ του ορθολογικού «Δυτικού» και του «οπισθοδρομικού» «Ανατολίτη» Άλλου, ενώ στις μέρες μας βρίσκεται έντονα στον λόγο περί «παράνομων μεταναστών» που τη διασχίζουν ως «εισβολείς». Ο θάνατος, επίσης, μετατρέπεται σε όριο που υψώνεται απέναντι στον πολιτισμικό Άλλο. Έτσι, μνημεία νεκρών «εθνικών ηρώων», δοξάζονται ως παραδείγματα «ηρωικής θυσίας», έναντι του εθνικού Άλλου, διευρύνοντας έτσι το χάσμα με τον πολιτισμικό Άλλο. Ο εθνικισμός, έτσι, παρουσιάζεται ως η πιο χαρακτηριστική μορφή οριοθέτησης των πιο πάνω «χώρων». Όπως υποστηρίζεται, ο εθνικισμός αφορά σε μια πιο γενική αυτοαναφορική συλλογιστική που υπάρχει εγγενώς στην κοσμοθεωρία της νεωτερικότητας. Παράδειγμα για το πως ο εθνικισμός δομείται ως λόγος, αποτελεί η Λωρίδα του Möbius η οποία ενώ παρουσιάζεται να έχει δύο πλευρές, στην πραγματικότητα οι φαινομενικά δύο πλευρές της είναι προέκταση η μια της άλλης. Αυτό μοιάζει με τον τρόπο που στη νεωτερικότητα ο συλλογικός εαυτός επινοεί ένα Άλλο, ο οποίος λειτουργεί ως μια αντεστραμμένη αντανάκλασή του οριοθετώντας τον κατοπτρικά. Βασικά παραδείγματα για τη μελέτη αναφέρονται δύο νησιά: η Κύπρος και το Νησί των νεκρών του Arnold Böcklin.Complete
Η απεικόνιση της αστικής ζωής και η εικόνα της γυναίκας στο Παρίσι του 19ου αιώνα, στην τέχνη του Ιμπρεσιονισμού
Paris in the 19th century went through radical changes as far as the infrastructure of the city. Georges Haussmann, under the instructions of Napoleon Bonaparte, carried out a massive urban renewal programme of new boulevards, parks and public works, commonly referred to as Haussmann's renovation of Paris. Meanwhile, Charles Baudelaire was expressing his modern theory for beauty, and pleaded for the contemporary painter, the painter of modern times and morals, which he recognized in Eugène Delacroix as far as his subjects and technic, and later on in Constantin Guys, a war correspondent and water color painter; Guy’s way of observing the world around him and then creating draft-like sketches appeared to the poet as the new element he was searching. Βy a diabolical twist of fate and time, Édouard Manet, one of the pioneers of the time, who decided to make the big turn in his painting career away from academic painting, by changing completely his painting themes to capture the new city of Paris, was not recognized by Baudelaire (at the time he lived). In this whole new scenery that formed, not only physical but spiritual as well (in literature, poetry and the fine arts) some progressive artists formed a small group and decided to exhibit their works separately from the official annual exhibition of the Salon, in an attempt to claim their artistic independence and freedom. This small group, whose prominent members were Edgar Degas, Pierre-Auguste Renoir, Claude Monet, Camille Pissarro, Berthe Morisot, Gustave Caillebotte, Alfred Sisley, Mary Cassatt, formed the Impressionist group. Strangely enough and although Manet was considered as their leader and supporter, he never exhibited in the eight Impressionist Exhibitions that took place between 1874-1886. The Impressionists had a characteristic technique of painting, use of color and depiction of light and most of them were practicing en-plein air painting while others spent their days observing the world around them and painting in their studios. They all chose realistic scenes of modern life: in the cafe, the theatre, the opera, balls, parks, and the new boulevards, depicting the new characteristics of the city like the railroad, activities near the Seine etc., and portraying the “tragic” figures of the everyday Parisian society. Life in Paris of 19th century was going through radical changes, with the emancipation of women already in process. The femme nouvelle was gaining new rights by the Government, aiming towards independence in economic, social and political terms, thus promoting her equality with men. The femme nouvelle is presented in different ways by the Impressionist painters and in more interesting ways by women Impressionist painters who were themselves considered as role models of the new woman of their time.Το Παρίσι του 19ου αιώνα γνώρισε ριζικές αλλαγές ως προς τις υποδομές της πόλης. Ο Georges Haussmann υπό τις οδηγίες του Ναπολέοντα Βοναπάρτη πραγματοποίησε ένα τεράστιο πρόγραμμα αστικής ανανέωσης με τη δημιουργία μεγάλων βουλεβάρτων, πάρκων και δημόσιων έργων, που συνήθως αναφέρεται ως η ανακαίνιση του Παρισιού από τον Haussmann. Εν τω μεταξύ, ο Charles Baudelaire έγραψε τη θεωρία του περί νεωτερικότητας για την ομορφιά και έκανε έκκληση για τον σύγχρονο ζωγράφο, τον ζωγράφο των ηθών της εποχής, τον οποίο αναγνώριζε στον Eugène Delacroix ως προς τα θέματα και την τεχνική του, και αργότερα στον Constantin Guys, πολεμικό ανταποκριτή και ζωγράφο. Ένα ζωγράφο στον οποίο εντόπιζε το νεωτερικό στοιχείο που έψαχνε όσον αφορά στην τεχνική του. Δηλαδή, τον τρόπο που παρατηρούσε τον κόσμο γύρω του και στη συνέχεια δημιουργούσε σκίτσα που έμοιαζαν με προσχέδιο. Κατά μια διαβολική ανατροπή της μοίρας και του χρόνου, ο Édouard Manet, ένας από τους πρωτοπόρους της εποχής, που αποφάσισε να κάνει τη μεγάλη στροφή στη ζωγραφική του καριέρα απορρίπτοντας την ακαδημαϊκή ζωγραφική και αλλάζοντας εντελώς τα θέματα που επέλεγε να απεικονίσει με σκοπό να αιχμαλωτίσει τη νέα πόλη του Παρισιού που δημιουργήθηκε, δεν αναγνωρίστηκε από τον Baudelaire (την εποχή που ζούσε). Σε αυτό το νέο σκηνικό, όχι μόνο φυσικό αλλά και πνευματικό (στη λογοτεχνία, την ποίηση και τις καλές τέχνες) προοδευτικοί καλλιτέχνες διαμόρφωσαν μια μικρή ομάδα και αποφάσισαν να εκθέσουν τα έργα τους ξεχωριστά από την επίσημη ετήσια έκθεση του Salon, σε μια προσπάθεια να διεκδικήσουν την καλλιτεχνική τους ανεξαρτησία και ελευθερία. Αυτή η μικρή ομάδα, της οποίας οι κύριοι εκπρόσωποι ήταν οι Edgar Degas, Pierre-Auguste Renoir, Claude Monet, Camille Pissarro, Berthe Morisot, Gustave Caillebotte, Alfred Sisley και Mary Cassatt, αποτέλεσε την ομάδα των Ιμπρεσιονιστών. Περιέργως και παρόλο που ο Manet θεωρούνταν ως ηγέτης και υποστηρικτής τους, δεν συμμετείχε ποτέ στις οκτώ εκθέσεις των Ιμπρεσιονιστών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1874-1886. Οι Ιμπρεσιονιστές χαρακτηρίζονταν από την ιδιαίτερη τεχνική τους, τη χρήση του χρώματος και την απεικόνιση του φωτός και οι περισσότεροι εξασκούνταν στη ζωγραφική en-plein air, ενώ κάποιοι από αυτούς περνούσαν τη μέρα τους παρατηρώντας τον κόσμο γύρω τους και ζωγραφίζοντας στα στούντιο τους. Όλοι επέλεγαν ρεαλιστικές σκηνές της σύγχρονης ζωής: στο καφέ, το θέατρο, την όπερα, τους χορούς, τα πάρκα, τις νέες λεωφόρους, τα νέα χαρακτηριστικά της πόλης όπως ο σιδηρόδρομος, δραστηριότητες κοντά στον Σηκουάνα κ.λπ., απεικονίζοντας τις «τραγικές» φιγούρες της καθημερινότητας της παρισινής κοινωνίας. Η ζωή στο Παρίσι του 19ου αιώνα είχε υποστεί ριζικές αλλαγές, με τη χειραφέτηση των γυναικών να είναι σε εξέλιξη. Η Νέα Γυναίκα που δημιουργήθηκε κέρδιζε συνεχώς δικαιώματα από την Κυβέρνηση, παρέχοντάς της ανεξαρτησία σε οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς τομείς, προωθώντας έτσι την ισότητα της με τους άνδρες. Η Νέα Γυναίκα παρουσιάζεται με διαφορετικούς τρόπους από τους Ιμπρεσιονιστές ζωγράφους και με πιο ενδιαφέρον τρόπους από τις γυναίκες ζωγράφους του Ιμπρεσιονισμού, που θεωρούνταν οι ίδιες ως πρότυπα της Νέας Γυναίκας της εποχής τους.Complete
Μνήμη, ανδρισμός και εθνική ταυτότητα : ελληνικά δημόσια μνημεία στη δεκαετία 1912-1922
This thesis examines the role of public war monuments and commemoration ceremonies in the formation of national and gender identity in the Greek state during and after the end of the 1912-1922 decade. Unlike Western Europe, the First World War, despite its importance and its casualties, passed and still passes unnoticed by the collective memory in Greece, as it functioned more as a prelude to the Asia Minor campaign and was eventually overshadowed by the collapse of the main national ideological scheme, the Great Idea (Megali Idea). The collective trauma, the fallen soldiers and the disabled war veterans were nonetheless instrumentalized by the state commemoration ceremonies. Through the heroization of the fallen, the “continuity” of the nation was emphasized, so as to connect the recent war past with its more distant glorious version, while it additionally functioned toward disciplining the war veterans who were inclined toward communism. However, the very experience of the soldiers, both at the front and after their return, was in direct conflict with the official narrative of heroism and national duty.Η παρούσα διατριβή εξετάζει τον ρόλο των πολεμικών δημόσιων μνημείων και των τελετών μνημόνευσης στη διαμόρφωση της εθνικής και της έμφυλης ταυτότητας στο ελληνικό κράτος κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της δεκαετίας 1912-1922. Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της Δυτικής Ευρώπης, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ελλάδα, παρά τη σημασία του και τις απώλειές του, πέρασε και εξακολουθεί να περνά απαρατήρητος από τη συλλογική μνήμη, καθώς λειτούργησε περισσότερο ως εισαγωγή για την μικρασιατική εκστρατεία και τελικά επισκιάστηκε από την κατάρρευση του βασικού εθνικού ιδεολογήματος, της Μεγάλης Ιδέας. Το συλλογικό τραύμα, οι νεκροί και οι ανάπηροι πολέμου, παρόλα αυτά, εργαλειοποιήθηκαν από τις κρατικές τελετές μνημόνευσης. Μέσα από την ηρωοποίηση των πεσόντων εκφράζεται η «συνέχεια» του έθνους, με τη σύνδεση του πρόσφατου πολεμικού παρελθόντος με τη μακρινότερη ένδοξη εκδοχή του, ενώ αποτέλεσε, επιπλέον, μια αφορμή για τον κοινωνικό φρονηματισμό των παλαιών πολεμιστών που έρεπαν προς τον κομουνισμό. Η ίδια η εμπειρία, όμως, των στρατιωτών, τόσο στο μέτωπο όσο και μετά την επιστροφή τους, ερχόταν σε άμεση σύγκρουση με το επίσημο αφήγημα περί ηρωισμού και εθνικού καθήκοντος.Complete
- …
