1,720,966 research outputs found
Σχεδίαση συστήματος μεταφοράς και προστασίας φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή για εργαζόμενες γυναίκες.
Πρωταρχικός σκοπός της δημιουργίας της τσάντας ήταν η συλλογή και μεταφορά αντικειμένων. Οι άνθρωποι ανέκαθεν είχαν αυτή την ανάγκη, η οποία επηρεάζεται και καθορίζεται από τις συνήθεις και τον τρόπο ζωής τους. Ήδη από πολύ νωρίς στην ιστορία της μόδας, η τσάντα καθιερώθηκε ως αξεσουάρ , απαραίτητο και συνυφασμένο με την γυναικεία εμφάνιση συνδυάζοντας χρηστικότητα και αισθητική. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής σε συνδυασμό με την ανάπτυξη και την εκτεταμένη χρήση της τεχνολογίας έχει καταστήσει απαραίτητη τη συνεχή μεταφορά ηλεκτρονικών μέσων εργασίας όπως laptop, tablet κλπ. Πλέον αναρίθμητες είναι οι επιλογές που έχει κανείς για να μεταφέρει τον υπολογιστή και τα αναγκαία για αυτόν πράγματα κατά τη διάρκεια της ημέρας όπως πορτοφόλι, κλειδιά κλπ), παρόλα αυτά ελάχιστες είναι οι τσάντες με ιδιαίτερο στυλ και καινοτομία ικανές να κερδίσουν το ενδιαφέρον μιας σύγχρονης γυναίκας που αγαπάει τη μόδα και προσέχει το στιλ της. Καθώς λοιπόν η τσάντα αποτελεί απαραίτητο αξεσουάρ και αναπόσπαστο κομμάτι της εμφάνισης μίας γυναίκας η ανάγκη για μεγαλύτερο εύρος επιλογών είναι αναγκαία. Σκοπός αυτής της διπλωματικής είναι η μελέτη και η ανάπτυξη μίας τσάντας μεταφοράς φορητού υπολογιστή και προσωπικών αντικειμένων, η οποία θα καλύπτει της ανάγκες μίας σύγχρονης εργαζόμενης γυναίκας ενώ παράλληλα θα εναρμονίζεται με το στυλ και την εκλεπτυσμένη της εμφάνιση. Στόχος είναι η ανάπτυξη μιας τσάντας, η οποία θα μπορεί να χρησιμοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρες, αποθηκεύοντας και φυλάσσοντας τα προσωπικά αντικείμενα της γυναίκας διασφαλίζοντας το περιεχόμενο της προσφέροντας αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης στο χρήστη
Από την προέλευση των μικροοργανισμών στην ανάπτυξη της λοίμωξης σε εργασιακά περιβάλλοντα
Βιβλιογραφία: σ. 71-95Στα πλαίσια της παρούσας διπλωματικής εργασίας συζητάται το θέμα επαγγελματικών ατυχημάτων που συνδέονται με βιολογικούς παράγοντες κινδύνου και ειδικότερα με βιολογικούς παράγοντες που μεταδίδονται στα νοσοκομεία. Στο Πρώτο Τμήμα περιγράφεται η προέλευση των μικροοργανισμών από όλα τα περιβάλλοντα και ο ρόλος τους ως φυσιολογικές μικροβιακές χλωρίδες των οικοσυστημάτων αυτών αλλά και η σημασία τους σε περίπτωση διαταραχών της ανθρώπινης χλωρίδας. Στα πλαίσια των διαταραχών της μικροβιακής χλωρίδας συζητάται η σχέση της με τον καρκίνο, την αθηρωματική νόσο, την αγχωτική διαταραχή και άλλα νοσήματα. Ακολούθως, μελετάται η επέλαση της λοίμωξης από μικροβιακά αίτια στο νοσοκομειακό περιβάλλον και οι βιολογικοί παράγοντες που επικρατούν στο χώρο του νοσοκομείου. Οι κυριότεροι βιολογικοί κίνδυνοι στα νοσοκομεία που επικρατούν είναι οι ιοί ηπατίτιδας Β (HBV) και C(HCV), καθώς και ο ιός HIV. Επίσης μελετώνται οι λοιμώξεις ανά συστήματα στους επαγγελματίες υγείας, αλλά και σε ειδικές μονάδες Μονάδα Εντατικής Θεραπείας(ΜΕΘ) και Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών(ΜΕΝΝ) .Αναφέρονται επιπλέον ειδικές λοιμώξεις όπως η Legione//aκαι η παρουσία της σε εργασιακούς χώρους. Στο τελευταίο τμήμα αναφέρονται τα βασικά μέτρα πρόληψης ,η σημασία του εμβολιασμού στην προφύλαξη, καθώς και τα προτεινόμενα σχήματα πρόληψης και εμβολιασμού σε εργασιακά περιβάλλοντα και ιδιαίτερα σε νοσοκομεία. Είναι σαφές ότι το θέμα των επαγγελματικών ατυχημάτων στα νοσοκομεία απασχολεί παρά την πρόοδο σε παγκόσμιο επίπεδο. Η πρόληψη πρέπει να είναι πολυπαραγοντική και αφορά τόσο στους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς που ασχολούνται με την υγεία, όσο και την συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού των νοσοκομείων.
Λέξεις Κλειδιά: επαγγελματική έκθεση, επαγγελματίες υγείας, ατυχήματα, λοίμωξη, τραυματισμός, βελόνα, μικροβίωμα, μικροχλωρίδα, βιολογικοί παράγοντες κινδύνου.The present Master Thesis discusses the issue of occupational accidents related to biological risk factors and in particular biological factors transmitted to hospitals. The first section describes the origin of microorganisms from any environment and their role as normal microbial flora of these ecosystems, as well as their importance when disturbances of the human flora occur, as well as their relation to cancer, atherosclerotic disease, anxiety, and other diseases. Furthermore, the prevalence of microbial infection is discussed in the hospital environment in relation to the incriminated biological factors prevalent in the nosocomial environment. Systemic infections are also studied in health professionals, but also in the special units of Intensive Care Unit (ICU) and Neonatal Intensive Care Unit (N-ICU). Special occurring infections, such as Legionella and its relationship to the workplace are also discussed.
The last section concerns the basic preventive measures, the importance of vaccination in human prophylaxis, and the proposed forms of prevention and vaccination in work environments and in hospitals.
The issue of occupational accidents in nosocomial environments is a preoccupating issue worldwide. However, prevention should be tackled as a multifactorial issue and of concern for both public and private organizations dealing with health matters. In this vein, information of the hospital staff is of major importance to eradicate the problem.99 σ
Επίδραση διαφορετικών σχημάτων αντιβιοπροφύλαξης σε χειρουργικές λοιμώξεις ορθοκολικών επεμβάσεων
Objective To compare intravenous (IV) amoxicillin/clavulanic acid (A/CA) to IV cefuroxime plus metronidazole (C+M) for preventing surgical site infections (SSI) in colorectal surgery. Background Given their spectra that include most Enterobacterales and anaerobes, C+M is commonly recommended as prophylaxis of SSI in colorectal surgery. A/CA ofers good coverage of Enterobacterales and anaerobes as well, but, in contrast to C+M, it also includes Enterococcus faecalis which is also isolated from patients with SSI and could trigger anastomotic leakage. Methods Data from a Swiss SSI surveillance program were used to compare SSI rates after class II (clean contaminated) colorectal surgery between patients who received C+M and those who received A/CA. We employed multivariable logistic regression to adjust for potential confounders, along with propensity score matching to adjust for group imbalance. Results From 2009 to 2018, 27,922 patients from 127 hospitals were included. SSI was diagnosed in 3132 (11.2%): 278/1835 (15.1%) in those who received A/CA and 2854/26,087 (10.9%) in those who received C+M (p2, a longer duration of operation, and a reoperation for a non-infectious complication. Protective factors were female sex, older age, antibiotic prophylaxis received 60 to 30 min before surgery, elective operation, and endoscopic approach. Conclusions Despite its activity against enterococci, A/CA was less efective than C+M for preventing SSI, suggesting that it should not be a frst choice antibiotic prophylaxis for colorectal surgery.Σκοπός: Να συγκριθεί η ενδοφλέβια (IV) αγωγή αμοξικιλλίνης/κλαβουλανικού οξέως (A/CA) με την ενδοφλέβια αγωγή κεφουροξίμης σε συνδυασμό με μετρονιδαζόλη (C+M) για την πρόληψη λοιμώξεων του χειρουργικού πεδίου (SSI) σε ορθοκολικές επεμβάσεις. Δεδομένου ότι το αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνει τα περισσότερα εντεροβακτηριοειδή και αναερόβια βακτήρια, το σχήμα C+M συνιστάται συχνά ως προφύλαξη έναντι SSI στη χειρουργική του παχέος εντέρου. Το A/CA επίσης παρέχει καλή κάλυψη έναντι των εντεροβακτηριοειδών και των αναεροβίων, αλλά, σε αντίθεση με το C+M, περιλαμβάνει και τον Enterococcus faecalis, που επίσης απομονώνεται από ασθενείς με SSI και έχει συσχετιστεί με ρήξη της αναστόμωσης. Μέθοδοι: Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το ελβετικό πρόγραμμα επιτήρησης SSI για να συγκριθούν τα ποσοστά SSI μετά από χειρουργική επέμβαση ορθού-κόλου κατηγορίας II μεταξύ ασθενών που έλαβαν C+M και εκείνων που έλαβαν A/CA. Χρησιμοποιήσαμε πολυμεταβλητή λογιστική παλινδρόμηση (multivariable logistic regression) για να προσαρμόσουμε για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, καθώς και Μέθοδο αντιστοίχισης τάσης βαθμολογίας (Propensity score matching) για να προσαρμόσουμε την ανισορροπία μεταξύ των ομάδων. Αποτελέσματα: Από το 2009 έως το 2018, συμπεριλήφθηκαν 27.922 ασθενείς από 127 νοσοκομεία. SSI διαγνώστηκε σε 3.132 (11,2%) ασθενείς: 278/1.835 (15,1%) σε εκείνους που έλαβαν A/CA και 2.854/26.087 (10,9%) σε εκείνους που έλαβαν C+M (p2, μεγαλύτερη διάρκεια επέμβασης, ανάγκη επανεπέμβαση για μη λοιμώδη επιπλοκή. Προστατευτικοί παράγοντες ήταν: γυναικείο φύλο, ηλικίαΠροφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών 60 έως 30 λεπτά πριν το χειρουργείο, προγραμματισμένη επέμβαση, λαπαροσκόπηση. Συμπεράσματα: Παρά την αντιμικροβιακή του δράση έναντι των εντεροκόκκων, το A/CA ήταν λιγότερο αποτελεσματικό από το C+M στην πρόληψη SSI, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν θα πρέπει να αποτελεί την πρώτη επιλογή για αντιβιοτική χημειοπροφύλαξη στις ορθοκολικές επεμβάσεις.Introduction : Etant donné que le spectre d'action de cefuroxime +metronidazole (C+M) couvre la plupart des Enterobacteriaceae et des anaérobies, c’est le régime antibiotique de choix en prophylaxie des infections du site opératoire (SSI) lors d'une chirurgie colorectale. Bien que l’amoxicilline/acide clavulanique (A/CA) offre également une bonne couverture de ces bactéries, il inclut en plus l’Enterococcus faecalis, souvent isolé dans les SSI et ayant été incriminé de fuite anastomotique. Notre objectif est ainsi de comparer l'efficacité de A/CA à celle de C+M dans la prévention des SSI en chirurgie colorectale.
Méthodes : Nous avons utilisé les données du programme de surveillance des SSI en Suisse pour comparer les taux de SSI après chirurgie colorectale de classe II (propre-contaminée) entre les patients ayant reçu C+M et ceux ayant reçu A/CA. Nous avons effectué une régression logistique multivariée pour ajuster les facteurs de confusion potentiels et un appariement par score de propension (Propensity score matching) pour corriger les
déséquilibres entre les groupes.
Résultats : De 2009 à 2018, 27 922 patients provenant de 127 hôpitaux ont été inclus. Un diagnostic de SSI a été retenu chez 3 132 patients (11,2 %): 278/1 835 (15,1 %) dans le groupe A/CA et 2 854/26 087 (10,9 %) dans le groupe C+M (p 2, une durée d'opération plus longue(>75ème percentile) et une réopération pour une complication non infectieuse. Les facteurs protecteurs étaient le sexe féminin, l'âge plus avancé, la prophylaxie antibiotique reçue 60 à 30 minutes avant l'opération, l'opération élective et l'approche endoscopique.
Conclusions : Malgré son activité contre les entérocoques, l'A/CA était moins efficace que C+M pour prévenir les SSI, ce qui suggère qu'il ne devrait pas être utilisé comme antibioprophylaxie de premier choix en chirurgie colorectale
Preclinical study of the antimicrobial action of honey against multidrug-resistant microorganisms and evaluation of assessment of its immunomodulatory effect under endotoxinemia-sepsis conditions
Antimicrobial resistance is an increasing threat to public health, while the development of new antimicrobials lags behind the evolutionary mechanisms of resistance developed by microorganisms. Honey has emerged as an alternative therapy with a range of nutritional and therapeutic properties, attracting considerable interest from the scientific community. In particular, Manuka honey is renowned for its antimicrobial activity and is classified as "medical-grade honey," with applications in modern medical practice, such as in the treatment of surgical wounds. Despite the growing number of studies, many mechanisms of honey's antimicrobial action remain unknown, which seems to be a multifactorial process. Although there is an abundance of research on honey’s antimicrobial properties, most studies have focused on Gram-positive bacteria, with fewer investigating its action against Gram-negative bacteria. The rising resistance of Gram-negative bacteria, combined with the slow progress in developing new antibiotics for carbapenemase-producing bacteria, is exacerbated by the rapid evolution of the carbapenemases themselves. This challenge highlights the importance and urgency of the research topic investigated in this dissertation. The first part of the dissertation includes a bibliometric analysis, marking the first time that honey's antimicrobial action has been studied using this method. The literature review and bibliometric analysis form essential stages of our dissertation, offering a comprehensive overview of the current knowledge on honey's antimicrobial properties and suggesting potential directions for future research. This novel bibliometric analysis contributes to the expansion of scientific knowledge, while the bibliometric indicators in this research outline the scientific output regarding the antimicrobial and antioxidant properties of honey. The next phase of the dissertation involved investigating the in vitro antimicrobial activity of 47 Greek honeys from different botanical origins, collected from beekeepers in various geographical regions of Greece, against Gram-negative bacteria. The antibacterial properties of honey are attributed to various physicochemical factors, such as acidity, osmotic action, high sugar concentration, as well as the presence of bactericidal compounds like hydrogen peroxide (H₂O₂), antioxidants, and enzymes such as lysozyme, polyphenols, and flavonoids. In our study, we included four genotypically confirmed carbapenemase-positive clinical strains: (1) Pseudomonas aeruginosa producing VIM, (2) Klebsiella pneumoniae subsp. pneumoniae producing KPC, (3) Enterobacter cloacae subsp. dissolvens producing VIM, and (4) K. pneumoniae subsp. pneumoniae producing VIM. These strains were isolated from blood cultures of hospitalized patients in tertiary care university hospitals in Attica, Greece, and belong to the Bacterial Collection of the Department of Microbiology at the National and Kapodistrian University of Athens Medical School. Manuka honey was chosen as a positive control, and artificial honey was prepared as a negative control. The antimicrobial activity of the honeys was evaluated using five dilutions (75%, 50%, 25%, 12.5%, and 6.25%) against the four multidrug-resistant clinical strains with the disk diffusion method, and the minimum inhibitory concentrations (MIC) were further determined after the addition of catalase and proteinase K to evaluate the roles of H₂O₂ and peptides in the antimicrobial activity. Our results demonstrated that the antimicrobial activity was closely related to the type of honey, the evaluation method, the dilution, and the microorganism. Arbutus honey exhibited the highest antimicrobial activity against E. cloacae subsp. dissolvens at a 75% concentration, while fir honey was more effective against the same bacterium at a 25% concentration. Several Greek honeys in our study outperformed Manuka honey, especially at lower concentrations. It is noteworthy that, in the disk diffusion method, no statistically significant differences (one way ANOVA, p < 0.005) were observed between the four multidrug-resistant microorganisms across the various types and concentrations of honey, indicating that the destructive effect on bacterial cells was similar regardless of the species or bacterial strain. Thus, honey demonstrates its antimicrobial activity regardless of the microorganism, suggesting a nonspecific mechanism. However, there are significant chemical differences in composition among the various types of honey due to their different topographical and botanical origins. Sepsis is the leading cause of death from infection, with higher mortality in infections caused by multidrug-resistant bacteria. Given that sepsis results from uncontrolled inflammation, we examined the effect of honey as an anti-inflammatory agent in sepsis and polymicrobial peritonitis models in mice. Endotoxins from Gram-negative bacteria, such as lipopolysaccharide (LPS), rapidly induce severe and systemic immune responses that can mimic the early clinical signs of sepsis. Endotoxemia is associated with manifestations such as cytokine storms and multiple organ failure, including liver failure. In our study, we used a mouse model of LPS-induced endotoxemia-sepsis and a model of CS (Cecal Slurry)-induced peritonitis. Manuka honey was used as a positive control, and saline as a negative control. Our results revealed that all examined Greek honeys had anti-inflammatory properties, suppressing the induction of pro-inflammatory mediators TNFα and iNOS in response to LPS stimulation. TNF-α and IL-6 impair liver detoxification ability, leading to dysfunction. Liver function was assessed by measuring the expression of CYP enzymes, which detoxify and eliminate harmful substances resulting from inflammation. LPS significantly reduced CYP expression. Reduced CYP activity leads to decreased metabolism and excretion of toxic metabolites, resulting in their accumulation and toxic effects. The administration of fir and chestnut honey increased the expression of CYP enzymes in the liver of LPS-treated mice, suggesting a potential antioxidant effect. Bacterial load was assessed in the blood, peritoneal lavage, and tissues of the mice subjected to CS. No difference in bacterial load was found in the blood or peritoneal lavage between the CS-treated groups. However, lower bacterial counts were observed in the spleen and lung tissues of the honey-treated mice. Significantly lower bacterial counts were found in the liver of septic mice treated with chestnut and fir honey, compared to the CS-only group. Reduced bacterial counts were also observed in the lungs of CS-treated mice that received arbutus, fir, or Manuka honey. The final part of the thesis concerned the use of sequencing methods to identify and compare bacteria and fungi in various honey samples. The aim of this process was to examine the possible influence of microbial diversity on the induction of antimicrobial activity. Through this approach, we sought to better understand the microbial communities coexisting in honey and assess their role in enhancing honey’s antimicrobial properties. In our study, we found that Lactobacillus predominates in fir honey, with the population of Lactobacillus being higher in fir honey compared to fir-oak honey. Overall, the findings indicate that honey could be a promising complementary treatment, not only as an antimicrobial agent but also as an immunomodulator in the treatment of infections. This study paves new ways for utilizing honey’s natural properties in the development of new antibiotics, which are especially important in an era of rapidly increasing antimicrobial resistance.Η Μικροβιακή Αντοχή αποτελεί αυξανόμενη απειλή για την Δημόσια Υγεία, ενώ παράλληλα η ανάπτυξη νέων αντιμικροβιακών καθυστερεί σε σχέση με τους εξελικτικούς μηχανισμούς αντοχής που αναπτύσσουν οι μικροοργανισμοί. Το μέλι εμφανίζεται ως εναλλακτική θεραπεία με πολλαπλές θρεπτικές και θεραπευτικές ιδιότητες, κάτι που έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας. Το μέλι Manuka μάλιστα, είναι γνωστό για την αντιμικροβιακή του δράση και έχει μάλιστα χαρακτηριστεί ως «μέλι ιατρικής ποιότητας» με εφαρμογές στην σύγχρονη ιατρική πράξη όπως σε χειρουργικά τραύματα. Παρά τον αυξανόμενο αριθμό μελετών, παραμένουν άγνωστοι πολλοί από τους μηχανισμούς της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού, που φαίνεται να είναι πολυπαραγοντική διαδικασία. Αν και υπάρχει πληθώρα ερευνών για την αξιολόγηση της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού, οι περισσότερες έχουν επικεντρωθεί στα Gram-θετικά βακτήρια με λιγότερες έρευνες να εξετάζουν τη δράση του μελιού έναντι των Gram-αρνητικών βακτηρίων. Η αυξανόμενη ανθεκτικότητα των Gram-αρνητικών βακτηρίων, σε συνδυασμό με την αργή πρόοδο στην έρευνα και ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών για την αντιμετώπιση των βακτηρίων που παράγουν καρβαπενεμάσες, διακυβεύεται από την ταχεία εξέλιξη των ιδίων των καρβαπενεμασών. Αυτή η πρόκληση υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα και αναγκαιότητα του ερευνητικού θέματος που διερευνάται σε αυτή τη διδακτορική διατριβή.Το πρώτο μέρος της διατριβής περιλαμβάνει βιβλιομετρική ανάλυση κι αξίζει να αναφερθεί πως είναι η πρώτη φορά που το θέμα της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού εξετάζεται μέσω αυτής της μεθόδου. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και η βιβλιομετρική ανάλυση αποτελούν βασικά στάδια στη διατριβή μας, παρέχοντας μια συνολική εικόνα της υφιστάμενης γνώσης γύρω από το αντικείμενο της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού και προτείνοντας πιθανές κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα. Αυτή η μοναδική βιβλιογραφική ανάλυση στο συγκεκριμένο αντικείμενο, συμβάλλει στην διεύρυνση της επιστημονικής γνώσης, ενώ οι βιβλιομετρικοί δείκτες της παρούσας έρευνας σκιαγραφούν την ερευνητική παραγωγή γύρω από τις αντιμικροβιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες του μελιού. Επόμενο βήμα της διατριβής ήταν να διερευνήσει την in vitro αντιμικροβιακή δράση ελληνικών μελιών (Ν=47) διαφορετικής βοτανικης προέλευσης που συλλέχθηκαν από μελισσοκόμους διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών της Ελλάδας, έναντι Gram αρνητικών βακτηρίων. Οι αντιβακτηριακές ιδιότητες του μελιού έχουν αποδοθεί σε διάφορους φυσικοχημικούς παράγοντες, όπως η οξύτητα, η οσμωτική δράση και η υψηλή συγκέντρωση σακχάρων, αλλά και στην παρουσία βακτηριοκτόνων ενώσεων όπως το Η2Ο2, διάφορα αντιοξειδωτικά και ένζυμα, όπως η λυσοζύμη, οι πολυφαινόλες και τα φλαβονοειδή. Στη μελέτη μας, εντάξαμε τέσσερα γονοτυπικά επιβεβαιωμένα θετικά στην καρβαπενεμάση κλινικά στελέχη: (1) Pseudomonas aeruginosa που παράγει VIM, (2) Klebsiella pneumoniae subsp. pneumoniae που παράγει KPC, (3) Enterobacter cloacae subsp. dissolvens που παράγει που παράγει VIM (4) K. pneumoniae. subsp. pneumoniae που παράγει VIM. Αυτά τα στελέχη απομονώθηκαν από αιμοκαλλιέργειες νοσηλευόμενων ασθενών Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Τριτοβάθμιας Περίθαλψης της Αττικής (Ελλάδα) και ανήκουν στη Βακτηριακή Συλλογή του Τμήματος Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το μέλι Manuka επελέγη ως θετικός μάρτυρας και παρασκευάσαμε ένα τεχνητό μέλι ως αρνητικό μάρτυρα. Η αντιμικροβιακή δράση των εξεταζόμενων μελιών αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας πέντε αραιώσεις (75%, 50%, 25%, 12,5% και 6,25%) έναντι των τεσσάρων πολυανθεκτικών κλινικών στελεχών με τη μέθοδο διάχυσης σε δίσκους και προσδιορίστηκαν επιπλέον οι MIC (ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις) μετά από προσθήκη καταλάσης και πρωτεινάσης Κ ώστε ν’αξιολογηθεί ο ρόλος του Η2Ο2 και των πεπτιδίων στην αντιμικροβιακή δράση. Τα αποτελέσματά μας έδειξαν πως η αντιμικροβιακή δράση ήταν στενά συνδεδεμένη με τον τύπο του μελιού, την μέθοδο αξιολόγησης, την αραίωση και τον μικροοργανισμό. Το μέλι κουμαριάς παρουσίασε υψηλότερη αντιμικροβιακή δράση έναντι των E. cloacae subsp. dissolvens στη συγκέντρωση 75%, ενώ το μέλι ελάτης ήταν πιο βακτηριοκτόνο για το ίδιο βακτήριο στη συγκέντρωση 25%. Αρκετά ελληνικά μέλια στη μελέτη μας υπερτερούσαν σε σχέση με το μέλι Manuka, ειδικά σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Είναι αξιοσημείωτο ότι, στη μέθοδο διάχυσης σε δίσκους, δεν εντοπίστηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (μονόδρομη ANOVA για p < 0,005) μεταξύ των τεσσάρων πολυανθεκτικών μικροοργανισμών για τους διάφορους τύπους μελιού και για τις διάφορες συγκεντρώσεις, γεγονός που εξηγεί ότι η καταστροφική επίδραση στα βακτηριακά κύτταρα ήταν η ίδια ανεξάρτητα από το είδος ή το βακτηριακό στέλεχος. Επομένως, το μέλι εκδηλώνει την αντιμικροβιακή του δράση ανεξάρτητα από τον μικροοργανισμό, υποδηλώνοντας μια μη ειδική δράση. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν σημαντικές χημικές διαφορές στη σύνθεση μεταξύ των διάφορων τύπων μελιού λόγω της διαφορετικής τοπογραφικής και βοτανικής προέλευσης. Η σήψη είναι το κυριότερο αίτιο θανάτου από λοίμωξη, με αυξημένη θνητότητα στις λοιμώξεις από πολυανθεκτικά βακτήρια και καθώς αυτή προκαλείται από ανεξέλεγκτη λειτουργία των μηχανισμών φλεγμονής, εξετάσαμε την επίδραση του μελιού ως αντιφλεγμονώδους παράγοντα σε μοντέλα σήψης και πολυμικροβιακής περιτονίτιδας ποντικών. Η ενδοτοξίνη από Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως ο λιποπολυσακχαρίτης (LPS), επάγει ταχέως σοβαρές και συστηματικές ανοσολογικές αποκρίσεις που μπορούν να μιμηθούν τα αρχικά κλινικά χαρακτηριστικά της σήψης. Η ενδοτοξιναιμία σχετίζεται με εκδηλώσεις όπως καταιγίδα κυτταροκινών (cytokine storm) και ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων, συμπεριλαμβανομένου του ήπατος. Στην μελέτη μας, χρησιμοποιήθηκε ένα ζωικό μοντέλο ενδοτοξιναιμίας-σηψης ποντικών με LPS κι ένα μοντέλο περιτονίτιδας που προκαλείται κατόπιν Cecal Slurry (CS). Το μέλι Manuka χρησιμοποιήιηκε ως θετικός μάρτυρας και αλατούχο διάλυμα ως αρνητικός μάρτυρας. Τα αποτελέσματά μας έδειξαν ότι όλα τα δείγματα ελληνικού μελιού που εξετάστηκαν είχαν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες καταστέλλοντας την επαγωγή των προφλεγμονωδών μεσολαβητών TNFα και iNOS ως απόκριση στη διέγερση LPS. Ο TNF-α και η IL-6 μειώνουν την ικανότητα βιομετατροπής του ήπατος, οδηγώντας σε δυσλειτουργία του. Η ηπατική λειτουργία αξιολογήθηκε με τη μέτρηση της έκφρασης των CYP που αποτοξινώνουν και εξαλείφουν τις τοξικές ενδογενείς ουσίες ως αποτέλεσμα της φλεγμονής. Το LPS μείωσε σημαντικά την έκφραση των CYP. Χαμηλότερη δραστικότητα του CYP οδηγεί σε μειωμένο μεταβολισμό και έκκριση τοξικών μεταβολιτών, οδηγώντας σε συσσώρευση αυτών των μορίων και τοξικές επιδράσεις. Η χορήγηση του μελιού ελάτης και καστανιάς αύξησε την έκφραση των ενζύμων CYP στο ήπαρ των ποντικών που έλαβαν LPS, υποδηλώνοντας μια πιθανή αντιοξειδωτική επίδραση. Το βακτηριακό φορτίο αξιολογήθηκε στο αίμα, την περιτοναϊκή πλύση και τους ιστούς των ποντικών που υποβλήθηκαν σε CS. Δεν υπήρξε διαφορά στο βακτηριακό φορτίο στο αίμα και στην περιτοναϊκή πλύση μεταξύ των ομάδων που υποβλήθηκαν σε CS ενώ το βακτηριακό φορτίο ήταν χαμηλότερο στους ιστούς σπλήνα και πνεύμονα των επιμύων που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με μέλι. Σημαντικά μειωμένοι αριθμοί βακτηρίων βρέθηκαν στο ήπαρ των σηπτικών ποντικών που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία μελιού καστανιάς και ελάτης σε σύγκριση με την ομάδα που υποβλήθηκε σε CS μόνο. Σημαντική μείωση του βακτηριακού φορτίου βρέθηκε επίσης στους πνεύμονες των ποντικών που υποβλήθηκαν σε CS κι έλαβαν μέλι κουμαριάς, ελάτης και μέλι Manuka. To τελικό μέρος της διατριβής αφορούσε τη χρήση μεθόδων μαζικής αλληλούχισης (sequencing) για τον εντοπισμό και την σύγκριση βακτηρίων και μυκήτων στα διάφορα δείγματα μελιού. Σκοπός αυτής της διαδικασίας ήταν να εξεταστεί η πιθανή επίδραση της μικροβιακής ποικιλότητας στην επαγωγή αντιμικροβιακής δράσης. Μέσω αυτής της προσέγγισης, επιδιώχθηκε η καλύτερη κατανόηση των μικροβιακών κοινοτήτων που συνυπάρχουν στο μέλι και η αξιολόγηση του ρόλου τους στην ενίσχυση των αντιμικροβιακών ιδιοτήτων του. Στη μελέτη μας διαπιστώθηκε ότι οι Lactobacillus επικρατούν στο μέλι ελάτης, με τον πληθυσμό των Lactobacillus να είναι υψηλότερος στο μέλι ελάτης σε σύγκριση με το μέλι ελάτης-δρυ. Συνολικά, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το μέλι μπορεί να αποτελέσει μια πολλά υποσχόμενη συμπληρωματική θεραπεία, όχι μόνο ως αντιμικροβιακός παράγοντας αλλά και ως ενισχυτικό στη θεραπεία λοιμώξεων. Η μελέτη αυτή ανοίγει νέους δρόμους για την αξιοποίηση των φυσικών ιδιοτήτων του μελιού στην ανάπτυξη νέων αντιμικροβιακών, ιδιαίτερα σημαντικών σε μια εποχή όπου η μικροβιακή αντοχή αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς
Προκλινική διερεύνηση αντιμικροβιακής δράσης μελιού σε πολυανθεκτικούς μικροοργανισμούς και εκτίμησης της ανοσοτροποποιητικής δράσης του σε συνθήκες ενδοτοξιναιμίας-σήψης
Η Μικροβιακή Αντοχή αποτελεί αυξανόμενη απειλή για την Δημόσια Υγεία, ενώ παράλληλα η ανάπτυξη νέων αντιμικροβιακών καθυστερεί σε σχέση με τους εξελικτικούς μηχανισμούς αντοχής που αναπτύσσουν οι μικροοργανισμοί. Το μέλι εμφανίζεται ως εναλλακτική θεραπεία με πολλαπλές θρεπτικές και θεραπευτικές ιδιότητες, κάτι που έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας. Το μέλι Manuka μάλιστα, είναι γνωστό για την αντιμικροβιακή του δράση και έχει μάλιστα χαρακτηριστεί ως «μέλι ιατρικής ποιότητας» με εφαρμογές στην σύγχρονη ιατρική πράξη όπως σε χειρουργικά τραύματα. Παρά τον αυξανόμενο αριθμό μελετών, παραμένουν άγνωστοι πολλοί από τους μηχανισμούς της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού, που φαίνεται να είναι πολυπαραγοντική διαδικασία. Αν και υπάρχει πληθώρα ερευνών για την αξιολόγηση της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού, οι περισσότερες έχουν επικεντρωθεί στα Gram-θετικά βακτήρια με λιγότερες έρευνες να εξετάζουν τη δράση του μελιού έναντι των Gram-αρνητικών βακτηρίων. Η αυξανόμενη ανθεκτικότητα των Gram-αρνητικών βακτηρίων, σε συνδυασμό με την αργή πρόοδο στην έρευνα και ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών για την αντιμετώπιση των βακτηρίων που παράγουν καρβαπενεμάσες, διακυβεύεται από την ταχεία εξέλιξη των ιδίων των καρβαπενεμασών. Αυτή η πρόκληση υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα και αναγκαιότητα του ερευνητικού θέματος που διερευνάται σε αυτή τη διδακτορική διατριβή. Το πρώτο μέρος της διατριβής περιλαμβάνει βιβλιομετρική ανάλυση κι αξίζει να αναφερθεί πως είναι η πρώτη φορά που το θέμα της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού εξετάζεται μέσω αυτής της μεθόδου. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και η βιβλιομετρική ανάλυση αποτελούν βασικά στάδια στη διατριβή μας, παρέχοντας μια συνολική εικόνα της υφιστάμενης γνώσης γύρω από το αντικείμενο της αντιμικροβιακής δράσης του μελιού και προτείνοντας πιθανές κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα. Αυτή η μοναδική βιβλιογραφική ανάλυση στο συγκεκριμένο αντικείμενο, συμβάλλει στην διεύρυνση της επιστημονικής γνώσης, ενώ οι βιβλιομετρικοί δείκτες της παρούσας έρευνας σκιαγραφούν την ερευνητική παραγωγή γύρω από τις αντιμικροβιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες του μελιού. Επόμενο βήμα της διατριβής ήταν να διερευνήσει την in vitro αντιμικροβιακή δράση ελληνικών μελιών (Ν=47) διαφορετικής βοτανικης προέλευσης που συλλέχθηκαν από μελισσοκόμους διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών της Ελλάδας, έναντι Gram αρνητικών βακτηρίων. Οι αντιβακτηριακές ιδιότητες του μελιού έχουν αποδοθεί σε διάφορους φυσικοχημικούς παράγοντες, όπως η οξύτητα, η οσμωτική δράση και η υψηλή συγκέντρωση σακχάρων, αλλά και στην παρουσία βακτηριοκτόνων ενώσεων όπως το Η2Ο2, διάφορα αντιοξειδωτικά και ένζυμα, όπως η λυσοζύμη, οι πολυφαινόλες και τα φλαβονοειδή. Στη μελέτη μας, εντάξαμε τέσσερα γονοτυπικά επιβεβαιωμένα θετικά στην καρβαπενεμάση κλινικά στελέχη: (1) Pseudomonas aeruginosa που παράγει VIM, (2) Klebsiella pneumoniae subsp. pneumoniae που παράγει KPC, (3) Enterobacter cloacae subsp. dissolvens που παράγει που παράγει VIM (4) K. pneumoniae. subsp. pneumoniae που παράγει VIM. Αυτά τα στελέχη απομονώθηκαν από αιμοκαλλιέργειες νοσηλευόμενων ασθενών Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Τριτοβάθμιας Περίθαλψης της Αττικής (Ελλάδα) και ανήκουν στη Βακτηριακή Συλλογή του Τμήματος Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το μέλι Manuka επελέγη ως θετικός μάρτυρας και παρασκευάσαμε ένα τεχνητό μέλι ως αρνητικό μάρτυρα. Η αντιμικροβιακή δράση των εξεταζόμενων μελιών αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας πέντε αραιώσεις (75%, 50%, 25%, 12,5% και 6,25%) έναντι των τεσσάρων πολυανθεκτικών κλινικών στελεχών με τη μέθοδο διάχυσης σε δίσκους και προσδιορίστηκαν επιπλέον οι MIC (ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις) μετά από προσθήκη καταλάσης και πρωτεινάσης Κ ώστε ν’αξιολογηθεί ο ρόλος του Η2Ο2 και των πεπτιδίων στην αντιμικροβιακή δράση. Τα αποτελέσματά μας έδειξαν πως η αντιμικροβιακή δράση ήταν στενά συνδεδεμένη με τον τύπο του μελιού, την μέθοδο αξιολόγησης, την αραίωση και τον μικροοργανισμό. Το μέλι κουμαριάς παρουσίασε υψηλότερη αντιμικροβιακή δράση έναντι των E. cloacae subsp. dissolvens στη συγκέντρωση 75%, ενώ το μέλι ελάτης ήταν πιο βακτηριοκτόνο για το ίδιο βακτήριο στη συγκέντρωση 25%. Αρκετά ελληνικά μέλια στη μελέτη μας υπερτερούσαν σε σχέση με το μέλι Manuka, ειδικά σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Είναι αξιοσημείωτο ότι, στη μέθοδο διάχυσης σε δίσκους, δεν εντοπίστηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (μονόδρομη ANOVA για p < 0,005) μεταξύ των τεσσάρων πολυανθεκτικών μικροοργανισμών για τους διάφορους τύπους μελιού και για τις διάφορες συγκεντρώσεις, γεγονός που εξηγεί ότι η καταστροφική επίδραση στα βακτηριακά κύτταρα ήταν η ίδια ανεξάρτητα από το είδος ή το βακτηριακό στέλεχος. Επομένως, το μέλι εκδηλώνει την αντιμικροβιακή του δράση ανεξάρτητα από τον μικροοργανισμό, υποδηλώνοντας μια μη ειδική δράση. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν σημαντικές χημικές διαφορές στη σύνθεση μεταξύ των διάφορων τύπων μελιού λόγω της διαφορετικής τοπογραφικής και βοτανικής προέλευσης. Η σήψη είναι το κυριότερο αίτιο θανάτου από λοίμωξη, με αυξημένη θνητότητα στις λοιμώξεις από πολυανθεκτικά βακτήρια και καθώς αυτή προκαλείται από ανεξέλεγκτη λειτουργία των μηχανισμών φλεγμονής, εξετάσαμε την επίδραση του μελιού ως αντιφλεγμονώδους παράγοντα σε μοντέλα σήψης και πολυμικροβιακής περιτονίτιδας ποντικών. Η ενδοτοξίνη από Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως ο λιποπολυσακχαρίτης (LPS), επάγει ταχέως σοβαρές και συστηματικές ανοσολογικές αποκρίσεις που μπορούν να μιμηθούν τα αρχικά κλινικά χαρακτηριστικά της σήψης. Η ενδοτοξιναιμία σχετίζεται με εκδηλώσεις όπως καταιγίδα κυτταροκινών (cytokine storm) και ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων, συμπεριλαμβανομένου του ήπατος. Στην μελέτη μας, χρησιμοποιήθηκε ένα ζωικό μοντέλο ενδοτοξιναιμίας-σηψης ποντικών με LPS κι ένα μοντέλο περιτονίτιδας που προκαλείται κατόπιν Cecal Slurry (CS). Το μέλι Manuka χρησιμοποιήιηκε ως θετικός μάρτυρας και αλατούχο διάλυμα ως αρνητικός μάρτυρας. Τα αποτελέσματά μας έδειξαν ότι όλα τα δείγματα ελληνικού μελιού που εξετάστηκαν είχαν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες καταστέλλοντας την επαγωγή των προφλεγμονωδών μεσολαβητών TNFα και iNOS ως απόκριση στη διέγερση LPS. Ο TNF-α και η IL-6 μειώνουν την ικανότητα βιομετατροπής του ήπατος, οδηγώντας σε δυσλειτουργία του. Η ηπατική λειτουργία αξιολογήθηκε με τη μέτρηση της έκφρασης των CYP που αποτοξινώνουν και εξαλείφουν τις τοξικές ενδογενείς ουσίες ως αποτέλεσμα της φλεγμονής. Το LPS μείωσε σημαντικά την έκφραση των CYP. Χαμηλότερη δραστικότητα του CYP οδηγεί σε μειωμένο μεταβολισμό και έκκριση τοξικών μεταβολιτών, οδηγώντας σε συσσώρευση αυτών των μορίων και τοξικές επιδράσεις. Η χορήγηση του μελιού ελάτης και καστανιάς αύξησε την έκφραση των ενζύμων CYP στο ήπαρ των ποντικών που έλαβαν LPS, υποδηλώνοντας μια πιθανή αντιοξειδωτική επίδραση. Το βακτηριακό φορτίο αξιολογήθηκε στο αίμα, την περιτοναϊκή πλύση και τους ιστούς των ποντικών που υποβλήθηκαν σε CS. Δεν υπήρξε διαφορά στο βακτηριακό φορτίο στο αίμα και στην περιτοναϊκή πλύση μεταξύ των ομάδων που υποβλήθηκαν σε CS ενώ το βακτηριακό φορτίο ήταν χαμηλότερο στους ιστούς σπλήνα και πνεύμονα των επιμύων που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με μέλι. Σημαντικά μειωμένοι αριθμοί βακτηρίων βρέθηκαν στο ήπαρ των σηπτικών ποντικών που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία μελιού καστανιάς και ελάτης σε σύγκριση με την ομάδα που υποβλήθηκε σε CS μόνο. Σημαντική μείωση του βακτηριακού φορτίου βρέθηκε επίσης στους πνεύμονες των ποντικών που υποβλήθηκαν σε CS κι έλαβαν μέλι κουμαριάς, ελάτης και μέλι Manuka. To τελικό μέρος της διατριβής αφορούσε τη χρήση μεθόδων μαζικής αλληλούχισης (sequencing) για τον εντοπισμό και την σύγκριση βακτηρίων και μυκήτων στα διάφορα δείγματα μελιού. Σκοπός αυτής της διαδικασίας ήταν να εξεταστεί η πιθανή επίδραση της μικροβιακής ποικιλότητας στην επαγωγή αντιμικροβιακής δράσης. Μέσω αυτής της προσέγγισης, επιδιώχθηκε η καλύτερη κατανόηση των μικροβιακών κοινοτήτων που συνυπάρχουν στο μέλι και η αξιολόγηση του ρόλου τους στην ενίσχυση των αντιμικροβιακών ιδιοτήτων του. Στη μελέτη μας διαπιστώθηκε ότι οι Lactobacillus επικρατούν στο μέλι ελάτης, με τον πληθυσμό των Lactobacillus να είναι υψηλότερος στο μέλι ελάτης σε σύγκριση με το μέλι ελάτης-δρυ. Συνολικά, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το μέλι μπορεί να αποτελέσει μια πολλά υποσχόμενη συμπληρωματική θεραπεία, όχι μόνο ως αντιμικροβιακός παράγοντας αλλά και ως ενισχυτικό στη θεραπεία λοιμώξεων. Η μελέτη αυτή ανοίγει νέους δρόμους για την αξιοποίηση των φυσικών ιδιοτήτων του μελιού στην ανάπτυξη νέων αντιμικροβιακών, ιδιαίτερα σημαντικών σε μια εποχή όπου η μικροβιακή αντοχή αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς.Antimicrobial resistance is an increasing threat to public health, while the development of new antimicrobials lags behind the evolutionary mechanisms of resistance developed by microorganisms. Honey has emerged as an alternative therapy with a range of nutritional and therapeutic properties, attracting considerable interest from the scientific community. In particular, Manuka honey is renowned for its antimicrobial activity and is classified as "medical-grade honey," with applications in modern medical practice, such as in the treatment of surgical wounds. Despite the growing number of studies, many mechanisms of honey's antimicrobial action remain unknown, which seems to be a multifactorial process. Although there is an abundance of research on honey’s antimicrobial properties, most studies have focused on Gram-positive bacteria, with fewer investigating its action against Gram-negative bacteria. The rising resistance of Gram-negative bacteria, combined with the slow progress in developing new antibiotics for carbapenemase-producing bacteria, is exacerbated by the rapid evolution of the carbapenemases themselves. This challenge highlights the importance and urgency of the research topic investigated in this dissertation. The first part of the dissertation includes a bibliometric analysis, marking the first time that honey's antimicrobial action has been studied using this method. The literature review and bibliometric analysis form essential stages of our dissertation, offering a comprehensive overview of the current knowledge on honey's antimicrobial properties and suggesting potential directions for future research. This novel bibliometric analysis contributes to the expansion of scientific knowledge, while the bibliometric indicators in this research outline the scientific output regarding the antimicrobial and antioxidant properties of honey. The next phase of the dissertation involved investigating the in vitro antimicrobial activity of 47 Greek honeys from different botanical origins, collected from beekeepers in various geographical regions of Greece, against Gram-negative bacteria. The antibacterial properties of honey are attributed to various physicochemical factors, such as acidity, osmotic action, high sugar concentration, as well as the presence of bactericidal compounds like hydrogen peroxide (H₂O₂), antioxidants, and enzymes such as lysozyme, polyphenols, and flavonoids. In our study, we included four genotypically confirmed carbapenemase-positive clinical strains: (1) Pseudomonas aeruginosa producing VIM, (2) Klebsiella pneumoniae subsp. pneumoniae producing KPC, (3) Enterobacter cloacae subsp. dissolvens producing VIM, and (4) K. pneumoniae subsp. pneumoniae producing VIM. These strains were isolated from blood cultures of hospitalized patients in tertiary care university hospitals in Attica, Greece, and belong to the Bacterial Collection of the Department of Microbiology at the National and Kapodistrian University of Athens Medical School. Manuka honey was chosen as a positive control, and artificial honey was prepared as a negative control. The antimicrobial activity of the honeys was evaluated using five dilutions (75%, 50%, 25%, 12.5%, and 6.25%) against the four multidrug-resistant clinical strains with the disk diffusion method, and the minimum inhibitory concentrations (MIC) were further determined after the addition of catalase and proteinase K to evaluate the roles of H₂O₂ and peptides in the antimicrobial activity. Our results demonstrated that the antimicrobial activity was closely related to the type of honey, the evaluation method, the dilution, and the microorganism. Arbutus honey exhibited the highest antimicrobial activity against E. cloacae subsp. dissolvens at a 75% concentration, while fir honey was more effective against the same bacterium at a 25% concentration. Several Greek honeys in our study outperformed Manuka honey, especially at lower concentrations. It is noteworthy that, in the disk diffusion method, no statistically significant differences (one-way ANOVA, p < 0.005) were observed between the four multidrug-resistant microorganisms across the various types and concentrations of honey, indicating that the destructive effect on bacterial cells was similar regardless of the species or bacterial strain. Thus, honey demonstrates its antimicrobial activity regardless of the microorganism, suggesting a nonspecific mechanism. However, there are significant chemical differences in composition among the various types of honey due to their different topographical and botanical origins. Sepsis is the leading cause of death from infection, with higher mortality in infections caused by multidrug-resistant bacteria. Given that sepsis results from uncontrolled inflammation, we examined the effect of honey as an anti-inflammatory agent in sepsis and polymicrobial peritonitis models in mice. Endotoxins from Gram-negative bacteria, such as lipopolysaccharide (LPS), rapidly induce severe and systemic immune responses that can mimic the early clinical signs of sepsis. Endotoxemia is associated with manifestations such as cytokine storms and multiple organ failure, including liver failure. In our study, we used a mouse model of LPS-induced endotoxemia-sepsis and a model of CS (Cecal Slurry)-induced peritonitis. Manuka honey was used as a positive control, and saline as a negative control. Our results revealed that all examined Greek honeys had anti-inflammatory properties, suppressing the induction of pro-inflammatory mediators TNFα and iNOS in response to LPS stimulation. TNF-α and IL-6 impair liver detoxification ability, leading to dysfunction. Liver function was assessed by measuring the expression of CYP enzymes, which detoxify and eliminate harmful substances resulting from inflammation. LPS significantly reduced CYP expression. Reduced CYP activity leads to decreased metabolism and excretion of toxic metabolites, resulting in their accumulation and toxic effects. The administration of fir and chestnut honey increased the expression of CYP enzymes in the liver of LPS-treated mice, suggesting a potential antioxidant effect. Bacterial load was assessed in the blood, peritoneal lavage, and tissues of the mice subjected to CS. No difference in bacterial load was found in the blood or peritoneal lavage between the CS-treated groups. However, lower bacterial counts were observed in the spleen and lung tissues of the honey-treated mice. Significantly lower bacterial counts were found in the liver of septic mice treated with chestnut and fir honey, compared to the CS-only group. Reduced bacterial counts were also observed in the lungs of CS-treated mice that received arbutus, fir, or Manuka honey. The final part of the thesis concerned the use of sequencing methods to identify and compare bacteria and fungi in various honey samples. The aim of this process was to examine the possible influence of microbial diversity on the induction of antimicrobial activity. Through this approach, we sought to better understand the microbial communities coexisting in honey and assess their role in enhancing honey’s antimicrobial properties. In our study, we found that Lactobacillus predominates in fir honey, with the population of Lactobacillus being higher in fir honey compared to fir-oak honey. Overall, the findings indicate that honey could be a promising complementary treatment, not only as an antimicrobial agent but also as an immunomodulator in the treatment of infections. This study paves new ways for utilizing honey’s natural properties in the development of new antibiotics, which are especially important in an era of rapidly increasing antimicrobial resistance
Going Beyond Counting First Authors in Author Co-citation Analysis
The present study examines one of the fundamental aspects of author co-citation analysis (ACA) - the way co-citation
counts are defined. Co-citation counting provides the data on which all subsequent statistical analyses and mappings
are based, and we compare ACA results based on two different types of co-citation counting - the traditional type that
only counts the first one among a cited work's authors on the one hand and a non-traditional type that takes into
account the first 5 authors of a cited work on the other hand. Results indicate that the picture produced through this non-traditional author co-citation counting contains more coherent author groups and is therefore considerably clearer. However, this picture represents fewer specialties in the research field being studied than that produced through the traditional first-author co-citation counting when the same number of top-ranked authors is selected and analyzed. Reasons for these effects are discussed
Variations on the Author
“Variations on the Author” discusses two of Eduardo Coutinho’s recent films (Um Dia na Vida, from 2010, and Últimas Conversas, posthumously released in 2015) and their contribution to the general question of documentary authorship. The director’s filmography is characterized by a consistent yet self-effacing form of authorial self-inscription: Coutinho often features as an interviewer that rather than express opinions propels discourses; an interviewer that is good at listening. This mode of self-inscription characterizes him as an author who is not expressive but who is nonetheless markedly present on the screen. In Um Dia na Vida, however, Coutinho is completely absent form the image, while Últimas Conversas, on the contrary, includes a confessional prologue that moves the director from the margins to the center of his films. This article examines the ways in which these works stand out in the filmography of a director who offers new insights into the notion of cinematic authorship
Appropriate Similarity Measures for Author Cocitation Analysis
We provide a number of new insights into the methodological discussion about author cocitation analysis. We first argue that the use of the Pearson correlation for measuring the similarity between authors’ cocitation profiles is not very satisfactory. We then discuss what kind of similarity measures may be used as an alternative to the Pearson correlation. We consider three similarity measures in particular. One is the well-known cosine. The other two similarity measures have not been used before in the bibliometric literature. Finally, we show by means of an example that our findings have a high practical relevance.information science;Pearson correlation;cosine;similarity measure;author cocitation analysis
Dispelling the Myths Behind First-author Citation Counts
We conducted a full-scale evaluative citation analysis study of scholars in the XML research field to explore just how different from each other author rankings resulting from different citation counting methods actually are, and to demonstrate the capability of emerging data and tools on the Web in supporting more realistic citation counting methods. Our results contest some common arguments for the continued
use of first-author citation counts in the evaluation of scholars, such as high correlations between author rankings by first-author citation counts and other citation
counting methods, and high costs of using more realistic citation counting methods that are not well-supported by the ISI databases. It is argued that increasingly available digital full text research papers make it possible for citation analysis studies to go beyond what the ISI databases have directly supported and to employ more
sophisticated methods
- …
