21706 research outputs found
Sort by
Η πορεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου τα τελευταία σαράντα χρόνια
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά την γενική πορεία του Χρηματιστηρίου Αθηνών των τελευταίων σαράντα χρόνων. Παρουσιάζει αναλυτικά τις περιόδους κατά τις οποίες το ΧΑ αναπτύχθηκε, αλλά και τις κρίσεις που το επηρέασαν και το μετέβαλλαν σε σημαντικό βαθμό και βάθος. Σκοπός της μελέτης αυτής είναι να αναλυθούν οι παράγοντες που διαμόρφωσαν την πορεία του και να διερευνηθεί η εφαρμογή θεμελιωδών θεωρητικών προσεγγίσεων, όπως είναι η Υπόθεση Αποτελεσματικών Αγορών και το Υπόδειγμα Αποτίμησης Κεφαλαιακών Στοιχείων. Παράλληλα, αναλύονται και αξιοποιούνται σημαντικές χρηματοοικονομικές έννοιες και επιδιώκεται να αντιληφθεί ο αναγνώστης σημαντικά φαινόμενα όπως είναι οι «φούσκες» και οι έντονες διακυμάνσεις
Η πραγματογνωμοσύνη ως μέσο απόδειξης του ηλεκτρονικού εγκλήματος (άρθρο 183 επ. ΚΠΔ)
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα ερευνητική μελέτη πραγματεύεται τη λειτουργία της πραγματογνωμοσύνης ως αποδεικτικού μέσου στην ποινική διαδικασία για εγκλήματα τεχνολογικής φύσης, με έμφαση στα λεγόμενα ηλεκτρονικά εγκλήματα και ειδικότερη αναφορά στα άρθρα 183 επ. ΚΠΔ. Στο επίκεντρο της ανάλυσης τίθεται η συμβολή των τεχνικών επιστημόνων στη διαδικασία διαπίστωσης της αλήθειας, καθώς και οι θεσμικές, μεθοδολογικές και αποδεικτικές προκλήσεις που ανακύπτουν από την πρακτική εφαρμογή του θεσμού.
Η εργασία χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη: Στο πρώτο εξετάζεται θεωρητικά το ισχύον νομικό πλαίσιο που διέπει την ανάθεση και αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και η σύνδεσή του με τις αρχές της ποινικής δίκης και της δίκαιης απονομής δικαιοσύνης. Στο δεύτερο μέρος αναλύεται η ποιοτική εμπειρική έρευνα, μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων με τρεις ειδικούς πραγματογνώμονες στον τομέα της ψηφιακής εγκληματολογίας. Η ανάλυση των απαντήσεων πραγματοποιήθηκε με βάση τη θεματική ανάλυση περιεχομένου, και ανέδειξε σημαντικά ευρήματα σχετικά με τον ρόλο του πραγματογνώμονα στην ποινική διαδικασία, τις συνηθέστερες μορφές ηλεκτρονικού εγκλήματος, τα τεχνικά και μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την ανάλυση ψηφιακών δεδομένων, τα νομικά και δεοντολογικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες, την επάρκεια και τα κενά του θεσμικού πλαισίου, και την ανάγκη θεσμικών και πρακτικών βελτιώσεων.
Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί αναγκαίο αλλά όχι αυτάρκες αποδεικτικό εργαλείο στην αντιμετώπιση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, ενώ επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω θεσμικής εξειδίκευσης, εκπαίδευσης των δικαστικών λειτουργών σε τεχνικά ζητήματα, αλλά και ενίσχυσης της ανεξαρτησίας και διαφάνειας της επιστημονικής γνωμοδότησης. Η εργασία κλείνει με προτάσεις βελτίωσης, στη βάση της εμπειρικής τεκμηρίωσης και της νομικοθεωρητικής αξιολόγησης
Managing business decisions with DMN and Large Language Models (LLMs)
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.This thesis, titled Managing Business Decisions with DMN and Large Language
Models (LLMs), was conducted as part of the Master’s Program in Applied Informatics at the
University of Macedonia, with a specialization in Business Computing.
The research examines whether Large Language Models (LLMs) can reliably generate
executable Decision Model and Notation (DMN) artifacts from natural-language process
descriptions with reduced manual effort. Using an online order-fulfilment process as the test
case, five (5) models—Gemma (local API), Perplexity, ChatGPT-4, DeepSeek, and Claude—
were benchmarked against a manually curated DMN baseline.
The evaluation focused on DMN’s two core aspects: decision requirements (DRDs) and
decision logic in the Friendly Enough Expression Language (FEEL), targeting execution within
Camunda Modeler. Each model was tested under identical prompting conditions and assessed
on (i) defect severity affecting execution and (ii) adherence to DMN best-practice principles
such as naming conventions, explicit hit policies, and non-overlapping rules.
All LLMs produced importable DMN models without critical errors, except from
Gemma. Medium-level issues persisted, including missing hit policies, redundant inputs,
overlapping rules and lack of graphical decision connections. ChatGPT-4 achieved the highest
quality, while DeepSeek over-specified tables. For the second part of the experimentation
process we continued with ChatGPT-5 and a more detailed and complex setup where the model
responded with better reasoning but still needed manual intervention.
Overall, the findings suggest that LLMs can accelerate decision modeling but still need
manual editing like schema validation, enforced hit policies, and automated checks—to meet
production standards
Το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας: δομή, εξέλιξη και εκσυγχρονισμός στην ψηφιακή εποχή
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας κατά την περίοδο
2020-2025, επικεντρώνοντας στη δομή, την απόδοση και τον εκσυγχρονισμό του μέσω ψηφιακών
τεχνολογιών. Η έρευνα αναλύει τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν από την
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και αξιολογεί την αποτελεσματικότητά τους στη
βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και της διοικητικής αποδοτικότητας.
Η μεθοδολογική προσέγγιση συνδυάζει ποσοτική ανάλυση φορολογικών δεδομένων με ποιοτική
αξιολόγηση των πολιτικών μεταρρυθμίσεων και των θεσμικών αλλαγών. Η έρευνα χρησιμοποιεί
επίσημα στατιστικά στοιχεία από την ΑΑΔΕ, το Υπουργείο Οικονομικών, την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή και διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ. Η συγκριτική ανάλυση
περιλαμβάνει αξιολόγηση της απόδοσης του ελληνικού φορολογικού συστήματος σε σχέση με
άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα κύρια ευρήματα της έρευνας αποδεικνύουν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός του ελληνικού
φορολογικού συστήματος έχει επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα. Η πλατφόρμα myDATA, η
υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση και οι ενισχυμένες δυνατότητες παρακολούθησης έχουν
οδηγήσει σε ουσιαστική βελτίωση των δεικτών απόδοσης. Συγκεκριμένα, τα φορολογικά έσοδα
αυξήθηκαν κατά 16% μεταξύ 2020 και 2023, ενώ το ποσοστό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ
βελτιώθηκε από 76% σε 82% την ίδια περίοδο.
Η συγκριτική ανάλυση αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση
των διαφορών απόδοσης με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Ο λόγος φόρων προς ΑΕΠ της χώρας
(38,9% το 2023) πλησιάζει τον μέσο όρο της ΕΕ (39,0%), ενώ οι δείκτες διοικητικής
αποδοτικότητας έχουν βελτιωθεί σε επίπεδα που υπερβαίνουν τους μέσους όρους της ΕΕ σε
πολλές κατηγορίες.
Παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο, η έρευνα εντοπίζει συνεχιζόμενες προκλήσεις που απαιτούν
στρατηγική αντιμετώπιση. Η παραοικονομία, αν και μειωμένη, παραμένει σε επίπεδα υψηλότερα
από τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι περιορισμοί διοικητικής ικανότητας και η ανάγκη για συνεχή
τεχνολογική προσαρμογή αποτελούν επίσης σημαντικές προκλήσεις που απαιτούν συνεχή
προσοχή.
Οι πολιτικές συστάσεις της εργασίας οργανώνονται γύρω από τέσσερις στρατηγικές
προτεραιότητες: την εδραίωση των επιτευγμάτων του ψηφιακού μετασχηματισμού, την ενίσχυση
της κουλτούρας συμμόρφωσης, τη δυναμοποίηση της διοικητικής ικανότητας και την προώθηση
της διεθνούς συνεργασίας. Οι συστάσεις περιλαμβάνουν την υλοποίηση προηγμένων αναλυτικών
εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης, την ανάπτυξη προγραμμάτων εκπαίδευσης
φορολογουμένων και την ενίσχυση της διεθνούς φορολογικής συνεργασίας.
Η έρευνα συμβάλλει στη θεωρητική κατανόηση του εκσυγχρονισμού φορολογικών συστημάτων
στην ψηφιακή εποχή και παρέχει πρακτικές κατευθύνσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη του
ελληνικού φορολογικού συστήματος. Τα ευρήματα έχουν ευρύτερες επιπτώσεις για άλλες χώρες
που εξετάζουν παρόμοιες πρωτοβουλίες εκσυγχρονισμού, ενώ αναδεικνύουν τη σημασία της
ολοκληρωμένης στρατηγικής, της συμμετοχής των ενδιαφερομένων μερών και της συνεχούς
προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες
Η τεχνητή νοημοσύνη στη διοικητική δικαιοσύνη
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία εξετάζει την ενδεχόμενη ενσωμάτωση της
Τεχνητής Νοημοσύνης στη Διοικητική Δικαιοσύνη, εστιάζοντας στα
εργαλεία, τα είδη και το ρυθμιστικό πλαίσιο για μια αξιόπιστη εφαρμογή της.
Σε πρώτο στάδιο, αναλύεται η έννοια της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι
πρωταρχικές τεχνολογικές προσεγγίσεις (όπως η μηχανική μάθηση και τα
νευρωνικά δίκτυα) καθώς και η διάκριση μεταξύ στενής και ευρείας Τεχνητής
Νοημοσύνης. Εν συνεχεία αποτυπώνονται οι πρακτικές εφαρμογές της
Τεχνητής Νοημοσύνη, όπως η αυτοματοποίηση εξαγωγής εγγράφων, η
αλγοριθμική/ αυτόματη σύνταξη αποφάσεων σε καθορισμένες περιπτώσεις
καταφανούς απαραδέκτου ή πρόδηλης αβασιμότητας, η αυτοματοποιημένη
ανωνυμοποίηση δικαστικών αποφάσεων, η περίπτωση της προγνωστικής
δικαιοσύνης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις δυνητικές διακινδυνεύσεις που
παραμονεύουν από την υπέρμετρη εισβολή της τεχνολογίας σε παραδοσιακές
μεθόδους λειτουργίας και τονίζεται η αναγκαιότητα διατήρησης της
ανθρώπινης κρίσης, της θεσμικής ανεξαρτησίας και της προστασίας των
θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τέλος, αναλύεται ο Ευρωπαϊκός Χάρτης
Δεοντολογίας για τη χρησιμοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στα
δικαστικά συστήματα και παρουσιάζεται ο Κανονισμός της Ευρωπαϊκής
Ένωσης 1689/2024 ο οποίος θεσπίζει ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η εργασία
καταλήγει σε προτάσεις για ασφαλή, δεοντολογική και αποδοτική αξιοποίηση
της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Διοικητική Δικαιοσύνη.This paper examines the possible integration of Artificial Intelligence
into Administrative Justice, focusing on the tools, types, and regulatory
framework for its reliable implementation. First, the concept of Artificial
Intelligence is analyzed, along with the basic technological approaches (such
as machine learning and neural networks) and the distinction between narrow
and broad Artificial Intelligence. It then goes on to describe the practical
applications of Artificial Intelligence, such as the automation of document
extraction, the algorithmic/automatic drafting of decisions in specific cases of
manifest inadmissibility or manifest unfoundedness, the automated
anonymization of court decisions, and the case of predictive justice. Particular
emphasis is placed on the potential risks posed by the excessive intrusion of
technology into traditional methods of operation, and the need to preserve
human judgment, institutional independence, and the protection of
fundamental rights. Finally, the European Code of Conduct on the use of
Artificial Intelligence in judicial systems is analyzed, and European Union
Regulation 1689/2024, which establishes a uniform regulatory framework, is
presented. The paper concludes with recommendations for the safe, ethical,
and efficient use of Artificial Intelligence in Administrative Justice
Industry 4.0 [χρήση των νέων τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών στη γεωργία και την κτηνοτροφία]
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η ραγδαία ανάπτυξη της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης (Industry 4.0) έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον πρωτογενή τομέα, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ενσωμάτωση προηγμένων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της εφαρμογής τεχνολογιών όπως το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (IoT), η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), το Blockchain, τα Μεγάλα Δεδομένα (Big Data) και τα δίκτυα 5G στον αγροτικό τομέα, και η ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι τεχνολογίες αυτές βελτιώνουν την παραγωγικότητα, ενισχύουν τη βιωσιμότητα και αναδιαμορφώνουν τις διαδικασίες παραγωγής και διανομής.
Παράλληλα, η εργασία εστιάζει στη νομική προσέγγιση των νέων δεδομένων που αναδύονται από τη χρήση των τεχνολογιών αυτών, με έμφαση σε ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων (GDPR), κυβερνοασφάλειας, εγκυρότητας και εφαρμοσιμότητας έξυπνων συμβολαίων (smart contracts) και κατανομής ευθύνης σε αυτόνομα συστήματα. Μέσω της ανάλυσης του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου και της αξιολόγησης των υφιστάμενων προκλήσεων, προτείνονται κατευθύνσεις για την ανάπτυξη ενός κατάλληλου νομικού περιβάλλοντος που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της «έξυπνης γεωργίας» και «έξυπνης κτηνοτροφίας» στο πλαίσιο της ψηφιακής εποχής
Οι ενδοομιλικές συναλλαγές ως μέθοδος φοροαποφυγής
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο των ενδοομιλικών συναλλαγών ως
μέθοδο φοροαποφυγής και αναλύει το σχετικό νομικό και οικονομικό πλαίσιο, τόσο σε
διεθνές, όσο και σε εθνικό επίπεδο. Στόχος είναι να αναδειχθεί πώς οι πολυεθνικές
επιχειρήσεις αξιοποιούν πρακτικές τιμολόγησης για τη μεταφορά κερδών, ποιες
προκλήσεις δημιουργούνται για τα δημόσια έσοδα και ποιες πρωτοβουλίες έχουν
αναπτυχθεί για τον περιορισμό τους. Η μεθοδολογία βασίζεται σε δευτερογενή
βιβλιογραφική έρευνα, τη μελέτη διεθνών κανονισμών (ΟΟΣΑ, BEPS, ATAD) και
στην ανάλυση του ελληνικού νομοθετικού πλαισίου (Ν. 4172/2013 και Ν. 4174/2013).
Επιπλέον, παρουσιάζονται επιλεγμένα case studies που φωτίζουν την πρακτική
εφαρμογή και τις αδυναμίες του ισχύοντος συστήματος. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι,
παρά την πρόοδο μέσω των διεθνών και εθνικών πρωτοβουλιών, οι ενδοομιλικές
συναλλαγές παραμένουν βασικό πεδίο φορολογικής διάβρωσης και άνισης κατανομής
φορολογικών βαρών. Η εργασία καταλήγει ότι απαιτείται περαιτέρω διαφάνεια,
απλοποίηση των διαδικασιών τεκμηρίωσης και ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας,
ενώ προτείνονται κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα και βελτίωση της πολιτικής
Διερεύνηση αξιοπιστίας κριτηρίων ESG
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την αξιοπιστία των κριτηρίων ESG (Environmental, Social, Governance) ως βασικού εργαλείου αξιολόγησης της εταιρικής βιωσιμότητας και υπευθυνότητας, με έμφαση στη λογιστική και χρηματοοικονομική διάσταση. Τα ESG κριτήρια έχουν αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης των επενδυτικών αποφάσεων, καθώς συνδέονται άμεσα με τη διαχείριση κινδύνων, τη στρατηγική ανάπτυξης και την κοινωνική νομιμοποίηση των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η ταχεία διάδοσή τους έχει συνοδευθεί από σοβαρές αμφισβητήσεις σχετικά με τη μετρησιμότητα, τη συγκρισιμότητα και τη μεθοδολογική εγκυρότητα των αξιολογήσεων, καθώς και για το φαινόμενο του greenwashing. Η εργασία υιοθέτησε θεωρητική και βιβλιογραφική μεθοδολογική προσέγγιση, αντλώντας δεδομένα από έγκριτες ακαδημαϊκές μελέτες, διεθνείς κανονισμούς και θεσμικά πλαίσια, όπως οι πρωτοβουλίες GRI, PRI, TCFD, CSRD και ISSB. Μέσα από την ανάλυση της εξέλιξης του ESG από τις ρίζες της κοινωνικά υπεύθυνης επένδυσης (SRI) έως τη σημερινή θεσμοθετημένη μορφή του, καταδεικνύεται ότι το ESG συνιστά τόσο συνέχεια όσο και υπέρβαση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (CSR), καθώς προσφέρει ποσοτικά εργαλεία μέτρησης και ενσωματώνεται βαθύτερα στις αγορές κεφαλαίου. Παράλληλα, εξετάζεται ο ρόλος των μεγάλων παρόχων ESG ratings (MSCI, Sustainalytics, Refinitiv), αναδεικνύοντας τις αποκλίσεις που εντοπίζονται μεταξύ τους και τις επιπτώσεις αυτών των διαφορών στην επενδυτική πρακτική. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι, παρά την αυξανόμενη σημασία των ESG κριτηρίων, η αξιοπιστία τους παραμένει ζητούμενο. Οι βασικές προκλήσεις σχετίζονται με την έλλειψη εναρμονισμένων προτύπων, τις μεθοδολογικές αδυναμίες, τις συγκρούσεις συμφερόντων των παρόχων και την εκτεταμένη χρήση αυτοαναφερόμενων δεδομένων. Το φαινόμενο του greenwashing, που εκδηλώνεται τόσο σε επίπεδο επιχειρήσεων όσο και επενδυτικών προϊόντων, υπονομεύει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των stakeholders. Ωστόσο, αναδεικνύεται ταυτόχρονα η δυναμική του ESG ως καταλύτη στρατηγικού μετασχηματισμού, με τις επιχειρήσεις να το ενσωματώνουν ολοένα και περισσότερο στη διαχείριση κινδύνου, στην καινοτομία και στη δημιουργία αξίας. Η συμβολή της μελέτης είναι διπλή: θεωρητική και πρακτική. Σε θεωρητικό επίπεδο, εμπλουτίζει τη βιβλιογραφία με την αποσαφήνιση της σχέσης ESG–CSR, την ερμηνεία της έννοιας της διπλής υλικότητας και την ανάλυση του ESG ως πλαισίου που συνδέει τη λογιστική, τη χρηματοοικονομική και τις κοινωνικές επιστήμες. Σε πρακτικό επίπεδο, παρέχει χρήσιμες κατευθύνσεις σε επιχειρήσεις, επενδυτές και ρυθμιστικές αρχές, οι επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύσουν σε διαφανείς διαδικασίες αναφοράς και επαλήθευσης, οι επενδυτές να υιοθετήσουν στρατηγικές αξιολόγησης και οι ρυθμιστικές αρχές να θεσμοθετήσουν ενιαία πλαίσια που θα περιορίσουν τις στρεβλώσεις. Συνολικά, η εργασία καταλήγει ότι, παρά τις αδυναμίες και τις αμφισβητήσεις, το ESG αποτελεί αναντικατάστατο πυλώνα της σύγχρονης βιώσιμης χρηματοδότησης. Η μελλοντική του εξέλιξη θα εξαρτηθεί από τον βαθμό εναρμόνισης διεθνών προτύπων, τη θεσμική ενίσχυση της διαφάνειας και την αυθεντική δέσμευση των επιχειρήσεων για βιώσιμη ανάπτυξη. Η παρούσα μελέτη θέτει τις βάσεις για περαιτέρω έρευνα και προσφέρει χρήσιμες προτάσεις για την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους φορείς της αγοράς, συμβάλλοντας στην κατανόηση και στη βελτίωση της αξιοπιστίας των κριτηρίων ESG
Τεχνητή νοημοσύνη και έλεγχος των δημοσίων υπηρεσιών
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Στην προσπάθεια των δημόσιων διοικήσεων για ενίσχυση των δημόσιων ελεγκτικών μηχανισμών κατά της διαφθοράς και της απάτης, επιστρατεύεται πλέον η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ). Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι να συνεισφέρει στη σχετική συζήτηση και να αποτυπώσει την υφιστάμενη κατάσταση στην αξιοποίηση της ΤΝ στον έλεγχο των δημοσίων Υπηρεσιών στην ελληνική και διεθνή δημόσια διοίκηση, να διερευνήσει τις σχετικές προοπτικές και προκλήσεις και να διατυπώσει πρόταση με τα βασικά στοιχεία για ένα μοντέλο ΤΝ στον τομέα του ελέγχου των δημοσίων Υπηρεσιών. Στο πρώτο κεφάλαιο, μέσω βιβλιογραφικής επισκόπησης, παρουσιάζονται συνοπτικά οι εφαρμογές της ΤΝ στον έλεγχο των δημοσίων Υπηρεσιών σε διεθνές επίπεδο και τα πλεονεκτήματα και οι προκλήσεις τις οποίες παρουσιάζουν οι εφαρμογές αυτές. Περιγράφονται οι τεχνολογίες ΤΝ που χρησιμοποιούνται διεθνώς, όπως η μηχανική μάθηση και οι αλγόριθμοι ανίχνευσης ανωμαλιών. Θίγεται το ζήτημα της σύγκλισης άλλων τεχνολογιών με την ΤΝ, όπως το IoT, το blockchain κλπ. Στο δεύτερο κεφάλαιο αποτυπώνεται το κανονιστικό και νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με την χρήση της ΤΝ τόσο διεθνώς όσο και στην ελληνική δημόσια διοίκηση και εξετάζονται σχετικές ηθικές και νομικές προκλήσεις. Στο τρίτο κεφάλαιο σκιαγραφείται η ελληνική πραγματικότητα και ειδικότερα περιπτώσεις κατά τις οποίες αξιοποιείται σήμερα από συγκεκριμένες δημόσιες Αρχές ή πρόκειται να αξιοποιηθεί η ΤΝ, πως επηρεάζονται οι διοικητικές διαδικασίες εντός της Υπηρεσίας και ποιες νέες ανάγκες γεννιούνται από τη χρήση των εν λόγω τεχνολογιών. Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο διατυπώνεται πρόταση για ένα εργαλείο ΤΝ στον έλεγχο των δημοσίων Υπηρεσιών. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της παρούσας, αλγόριθμοι και εργαλεία της μηχανικής μάθησης αλλά και της παραγωγικής ΤΝ μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα εργαλεία πρόβλεψης ή αποκάλυψης παραβατικών συμπεριφορών και παράλληλα πυξίδα του ελεγκτικού προγράμματος μιας ελεγκτικής Αρχής. Ωστόσο, οι ηθικές και νομικές προκλήσεις που εγείρονται από τη χρήση της ΤΝ στον έλεγχο των δημοσίων Υπηρεσιών είναι πολλές. Η εφαρμογή της ΤΝ στον έλεγχο των δημοσίων Υπηρεσιών είναι μονόδρομος και θα αναβαθμίσει την ποιότητα του ελέγχου, τηρουμένων των συνταγματικών και νομοθετικών εγγυήσεων που λαμβάνονται παγκοσμίως
Ο ρόλος της μοντελοποίησης επιχειρησιακών διαδικασιών στις συμβουλευτικές υπηρεσίες πληροφορικής και στα συστήματα διαχείρισης ποιότητας
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία εξετάζει, διερευνητικά αλλά με κάπως πρακτική ματιά, τον ρόλο της μοντελοποίησης επιχειρησιακών διαδικασιών και το πώς συνδοιάζεται με τα συστήματα διαχείρισης ποιότητας. Η βασική ιδέα είναι απλή: μια διαδικασιοκεντρική προσέγγιση μπορεί να μεταφράζει τις στρατηγικές επιδιώξεις, που συχνά μένουν σε επίπεδο σκοπών, σε καθημερινές ροές εργασίας που είναι ευανάγνωστες, μετρήσιμες και ελεγχόμενες. Με αυτόν τον τρόπο, το χάσμα ανάμεσα στο «πού θέλουμε να πάμε» και στο «τι κάνουμε αύριο το πρωί» μικραίνει, περίπου σαν μια καλή πινακίδα κατεύθυνσης που σε βγάζει χωρίς γύρες στον σωστό δρόμο. Στόχος, τελικά, είναι να προκύψει ένα εφαρμόσιμο πλαίσιο για έργα συμβουλευτικής πληροφορικής, ένα πλαίσιο που βοηθά τη συμμόρφωση να σταματήσει να είναι μια τυπική άσκηση και να γίνει κομμάτι της επιχειρησιακής ρουτίνας: να υποστηρίζει τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων, μείωση κινδύνου και μια σταθερή βελτίωση.
Μεθοδολογικά, η μελέτη βασίζεται σε τρεις άξονες. Πρώτα, μια εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση που συστηματοποιεί τις κύριες έννοιες και τα νήματα της συζήτησης. Έπειτα, διεθνείς μελέτες περίπτωσης που προσφέρουν, θα λέγαμε, εικόνες από διαφορετικά περιβάλλοντα ωριμότητας. Και τέλος, μια ελληνική εφαρμογή μέσα σε συμβουλευτικό οργανισμό, που λειτουργεί σαν δοκιμή στα ελληνικά δεδομένα, εκεί όπου οι ωραίες ιδέες συναντούν την πραγματική δουλειά, με τα μικρά εμπόδια και τα μικρά κέρδη. Η ανάλυση οργανώνεται γύρω από βασικές σημειογραφίες και έννοιες της BPM, κριτήρια ποιότητας μοντέλων (αναγνωσιμότητα, πληρότητα, συνέπεια), μηχανισμούς διακυβέρνησης και τους κύκλους PDCA. Επιπλέον, εξετάζεται η δεδομενοκεντρική όψη της BPM, που επιτρέπει να επαληθεύουμε πώς εκτελούνται στην πράξη οι διαδικασίες και να σχεδιάζουμε στοχευμένες αυτοματοποιήσεις, εκεί όπου όντως βγάζει νόημα.
Τα ευρήματα συγκλίνουν σε κάτι αρκετά πρακτικό. Καθαρά και αναγνώσιμα μοντέλα που δεν κουράζουν. Ρητή ιδιοκτησία των διεργασιών, ώστε να ξέρουμε ποιος ελέγχει κάθε διεργασία, ενιαίοι μηχανισμοί για μη συμμορφώσεις και κινδύνους, ώστε οι εξαιρέσεις να μην χάνονται σε e-mails και μετρημένη επιλογή λίγων, «end-to-end» δεικτών, που συνδέονται από άκρη σε άκρη. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν έναν τρόπο δουλειάς που ενισχύει την ευθυγράμμιση, μεγαλώνει την ιχνηλασιμότητα και δίνει περισσότερη προβλεψιμότητα στα αποτελέσματα. Η προσέγγιση φαίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη όταν η ψηφιακή ωριμότητα είναι ετερογενής, όπως συχνά συμβαίνει σε μεγάλους οργανισμούς: ξεκινάμε ρεαλιστικά, με μικρές και ελεγχόμενες πιλοτικές παρεμβάσεις, με την ελάχιστη βιώσιμη τεκμηρίωση, που παραμένει ευέλικτη και δυσχεραίνει την ομάδα.
Αναγνωρίζονται, βέβαια, κάποια όρια. Η έρευνα βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε δευτερογενή δεδομένα που επιβάλλει προσοχή στις γενικεύσεις. Η ελληνική περίπτωση, για λόγους δεοντολογίας, παραμένει ανωνυμοποιημένη—κάτι που, ενδεχομένως, αφαιρεί χρώμα από το αφήγημα. Παρ’ όλα αυτά, οι προτάσεις για επόμενα βήματα είναι συγκεκριμένες: μελέτες σε ευρύτερα δείγματα και διαφορετικούς κλάδους, αξιοποίηση εργαλείων εξόρυξης διεργασιών (process mining) για να δούμε πώς «ρέει» στ’ αλήθεια η δουλειά, πειραματική αποτίμηση εναλλακτικών σχημάτων διακυβέρνησης και, φυσικά, διερεύνηση της σύζευξης της BPM με αυτοματοποίηση και τεχνικές τεχνητής νοημοσύνης, εκεί όπου η τεχνολογία μπορεί να γίνει μοχλός κι όχι αυτοσκοπός.
Συνολικά, θα λέγαμε ότι το προτεινόμενο πλαίσιο λειτουργεί σαν εργαλείο προσανατολισμού. Βήμα το βήμα, με λίγους καλούς δείκτες, χωρίς υπερβολές με διαφάνεια
5
στους ρόλους και με διαδικασίες που είναι αρκετά απλές για να τηρηθούν. Έτσι η συμμόρφωση παύει να μοιάζει με εξωτερική απαίτηση και μετατρέπεται σε πρακτική καθημερινότητας, ένα είδος «λειτουργικού συστήματος» της ομάδας που κρατάει την πορεία σταθερή, ακόμη κι όταν το περιβάλλον είναι, ως συνήθως, ασταθές