University of Macedonia

Psepheda: Digital Library and Institutional Repository
Not a member yet
    21706 research outputs found

    Ψηφιακός μετασχηματισμός στον δημόσιο τομέα - παράγοντες που επηρεάζουν την επιτυχή μετάβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες

    No full text
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα ερευνητική εργασία εστιάζει στη μελέτη των παραγόντων που επηρεάζουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό (Digital Transformation – DT) στον δημόσιο τομέα της Ελλάδας. Κεντρικός της στόχος είναι να κατανοήσει πώς συγκεκριμένες οργανωσιακές και τεχνολογικές μεταβλητές συμβάλλουν στην επιτυχημένη μετάβαση των δημόσιων υπηρεσιών σε ψηφιακά πρότυπα λειτουργίας. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζονται οι επιδράσεις της ψηφιακής μετασχηματιστικής ηγεσίας, της οργανωσιακής ευελιξίας, της ψηφιακής στρατηγικής, των ικανοτήτων πληροφορικής, των ψηφιακών δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ψηφιακών διαδικασιών στη διαμόρφωση του ψηφιακού μετασχηματισμού στον δημόσιο τομέα. Η θεωρητική θεμελίωση της έρευνας βασίζεται σε πρόσφατη διεθνή βιβλιογραφία και σε ερευνητικές μελέτες που έχουν καταγράψει τις προκλήσεις και τις προϋποθέσεις της ψηφιακής μετάβασης σε δημόσιους οργανισμούς. Μέσα από μια δομημένη βιβλιογραφική ανασκόπηση, χαρτογραφήθηκαν εννέα θεματικές περιοχές (π.χ. ηγεσία, τεχνολογικές υποδομές, συμμετοχή πολιτών, διαφάνεια κ.ά.), που περιβάλλουν το πλαίσιο της ψηφιακής διακυβέρνησης. Η εμπειρική διερεύνηση βασίζεται στη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο σχεδιάστηκε με βάση επικυρωμένες κλίμακες μέτρησης από τη διεθνή βιβλιογραφία. Το ερωτηματολόγιο απευθύνθηκε σε υπαλλήλους του δημόσιου τομέα και εξετάζει τις στάσεις, εμπειρίες και εκτιμήσεις τους ως προς τον ψηφιακό μετασχηματισμό στους φορείς που υπηρετούν. Για την ανάλυση των δεδομένων έχει επιλεγεί η μέθοδος της Μοντελοποίησης Δομικών Εξισώσεων (Structural Equation Modeling – SEM), ώστε να εκτιμηθούν ταυτόχρονα οι σχέσεις μεταξύ των λανθανουσών μεταβλητών και να ελεγχθεί η καταλληλότητά του θεωρητικού μοντέλου. Τα συμπεράσματα της έρευνας, μετά από την ολοκλήρωση της συλλογής και της επεξεργασίας των ερευνητικών δεδομένων έδειξαν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία, αλλά από την ενεργή συμμετοχή των ανθρώπων, τον στρατηγικό σχεδιασμό, και τη συμβολή τεχνικών παραμέτρων

    Τεχνολογίες σύγκλισης στο ηλεκτρονικό εμπόριο

    No full text
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Σε αυτή την εργασία διερευνάται η δυναμική διασταύρωση μεταξύ του ηλεκτρονικού εμπορίου και της συνεχούς εξέλιξης των ψηφιακών τεχνολογιών. Καθώς οι προσδοκίες των πελατών και οι λειτουργικές απαιτήσεις αυξάνονται, οι επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου αντιμετωπίζουν κλιμακούμενες προκλήσεις που είναι σχετικά με τη διαχείριση δεδομένων, τον αυτοματισμό διαδικασιών και την παροχή εξατομικευμένων εμπειριών χρήστη. Αντλώντας από την τρέχουσα βιβλιογραφία, η παρούσα μελέτη εξετάζει πώς η συνεργατική εφαρμογή τεχνολογιών σύγκλισης -όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, η Μηχανική Μάθηση, η Εικονική και Επαυξημένη Πραγματικότητα - μπορεί να αντιμετωπίσει αυτές τις διάφορες προκλήσεις και να ενισχύσει τόσο την επιχειρηματική αποδοτικότητα όσο και την ικανοποίηση των πελατών. Επιπλέον, η διεξήχθη έρευνα με ερωτηματολόγιο, στην οποία διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται τις τεχνολογίες σύγκλισης, συμπεριλαμβανομένων των Τεχνητής Νοημοσύνης, Μηχανικής Μάθησης, Επαυξημένης Πραγματικότητας και Εικονικής Πραγματικότητας (VR), όσον αφορά την ευκολία χρήσης, τη χρησιμότητα και τον αντιληπτό κίνδυνο. Η ταχεία πρόοδος στις τεχνολογίες σύγκλισης προσφέρει καινοτόμες λύσεις για τη διαχείριση των σχέσεων με τους πελάτες, την αύξηση των πωλήσεων και την εξατομίκευση σε συνδυασμό με την προστασία της ιδιωτικότητας του ατόμου. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια τεχνολογική σύγκλιση θα συνεχίσει να μετασχηματίζει και να βελτιώνει τον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου στο μέλλον

    Cloud Big Data Analytics

    No full text
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία αποτελείται από δύο μέρη: το πρώτο αφορά τη θεωρητική προσέγγιση και το δεύτερο παρουσιάζει τρεις μελέτες περίπτωσης χρήσης ανάλυσης «μεγάλων» δεδομένων σε cloud. Στο πρώτο μέρος, η εργασία αναλύει δύο σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας, το Cloud Computing και το Big Data Analytics, καθώς και τον τρόπο που ο συνδυασμός τους επηρεάζει τη σύγχρονη επιχειρηματικότητα και τη διαχείριση πληροφοριών. Το Cloud Computing παρέχει ευέλικτη πρόσβαση σε υπολογιστικούς πόρους και υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, προσφέροντας επεκτασιμότητα, οικονομική αποδοτικότητα και πρόσβαση από οπουδήποτε, ενώ παρουσιάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά, τα μοντέλα υπηρεσιών (IaaS, PaaS, SaaS) και οι μορφές ανάπτυξης (δημόσιο, ιδιωτικό, υβριδικό νέφος). Η ενότητα για τα Big Data εστιάζει στην επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων από ποικίλες πηγές, στα χαρακτηριστικά τους (όγκος, ταχύτητα, ποικιλία, αξιοπιστία) και στα εργαλεία ανάλυσης που επιτρέπουν την εξαγωγή γνώσης. Η ανάλυση μεγάλων δεδομένων συμβάλλει στη βελτίωση της λήψης αποφάσεων, στην κατανόηση της συμπεριφοράς των χρηστών και στην ανάπτυξη στρατηγικών. Ο συνδυασμός Cloud Computing και Big Data Analytics παρέχει ένα ισχυρό πλαίσιο για αποθήκευση, επεξεργασία και ανάλυση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, μειώνοντας το κόστος, αυξάνοντας την αποδοτικότητα και ενισχύοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων. Στο τρίτο κεφάλαιο, η ανάλυση μεγάλων δεδομένων σε περιβάλλον cloud αναδεικνύει πλεονεκτήματα όπως ευελιξία, ταχεία προσαρμογή και οικονομική αποδοτικότητα, αλλά και προκλήσεις σχετικά με την ασφάλεια, την ιδιωτικότητα, την ποιότητα των δεδομένων, την καθυστέρηση δικτύου και την εξάρτηση από παρόχους υπηρεσιών (vendor lock-in). Η σωστή διακυβέρνηση δεδομένων διασφαλίζει την ποιότητα και αξιοπιστία των πληροφοριών, καθορίζει υπεύθυνους και διαδικασίες για τον έλεγχο πρόσβασης, και ενισχύει τη λογοδοσία, διασφαλίζοντας συμμόρφωση με κανονισμούς όπως ο GDPR και ελαχιστοποιώντας νομικούς και επιχειρησιακούς κινδύνους. Παράλληλα, αναδεικνύονται σημαντικά ηθικά ζητήματα στη χρήση Big Data και τεχνητής νοημοσύνης, όπως η υπευθυνότητα σε περίπτωση σφαλμάτων ή ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων, η εμπορευματοποίηση και εκμετάλλευση προσωπικών δεδομένων, η διαφάνεια και η ενημερωμένη συγκατάθεση των χρηστών, καθώς και η προστασία της ιδιωτικότητας και η περιορισμένη παρακολούθηση. Η υπεύθυνη και ηθική διαχείριση δεδομένων ενισχύει την εμπιστοσύνη των χρηστών και μειώνει τους ηθικούς και νομικούς κινδύνους για τους οργανισμούς. Η οικονομική διάσταση του Cloud Big Data Analytics (CBDA) αναδεικνύεται ως κρίσιμη για την επιχειρησιακή στρατηγική. Το CBDA επιτρέπει μείωση κόστους υποδομών, εξοικονόμηση χρόνου, βελτίωση αποδοτικότητας διαδικασιών και υποστήριξη υψηλής ποιότητας αποφάσεων. Επιχειρήσεις όπως η Cerner Corporation, η Canadian Tire και η Capital One δείχνουν πως η εφαρμογή CBDA οδηγεί σε άμεσα οικονομικά οφέλη: αύξηση πωλήσεων, βελτίωση υπηρεσιών, μείωση λειτουργικού κόστους και αύξηση ROI (Marr, 2016; HBR, 2021; Han, Kamber & Pei, 2012). Συγκεκριμένα, η Cerner βελτίωσε την πρόβλεψη επανεισαγωγών και τη διαχείριση πόρων μέσω της πλατφόρμας Cloudera Hadoop, ενώ η Canadian Tire αξιοποίησε το ThoughtSpot για real-time ανάλυση πελατειακών δεδομένων, οδηγώντας σε αύξηση πωλήσεων κατά 20% κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η Capital One μετέφερε την υποδομή της στο AWS, υιοθέτησε εργαλεία όπως Snowflake και AI-driven analytics, βελτιώνοντας την προσωποποίηση υπηρεσιών, την ανίχνευση απάτης και τη συμμόρφωση με κανονισμούς, ενώ επιτάχυνε την ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών. Συνολικά, η ενσωμάτωση Cloud Computing και Big Data Analytics, σε συνδυασμό με σωστή διακυβέρνηση και ηθική διαχείριση δεδομένων, παρέχει στις επιχειρήσεις στρατηγικό και οικονομικό πλεονέκτημα. Η τεχνολογία cloud επιτρέπει ταχεία επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων, ενσωμάτωση προηγμένων εργαλείων AI/ML και διασφάλιση ασφάλειας, οδηγώντας σε βελτιωμένα αποτελέσματα, όπως πρόβλεψη ασθενειών, βελτίωση κλινικών διαδικασιών ή αύξηση πωλήσεων, ενώ αναδεικνύει τις προκλήσεις που απαιτούν συνεχή βελτίωση και περαιτέρω έρευνα

    Διαφάνεια και φορολογική συμμόρφωση: ο ρόλος των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής αναφοράς

    No full text
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η αυξανόμενη απαίτηση όσον αφορά στη διαφάνεια στη χρηματοοικονομική πληροφόρηση και στην αποτελεσματικότερη φορολογική συμμόρφωση έχει καταστήσει τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς σημαντικό εργαλείο στη χάραξη οικονομικής και φορολογικής πολιτικής. Η παρούσα εργασία διερευνά τον ρόλο των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς στη βελτίωση της διαφάνειας και της φορολογικής συμμόρφωσης, με επίκεντρο την Ελλάδα, ενώ επιχειρεί συγκριτική προσέγγιση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η μελέτη βασίζεται σε εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση και στην ανάλυση δευτερογενών δεδομένων, όπως στατιστικά στοιχεία για τη φορολογική συμμόρφωση, τους βαθμούς υιοθέτησης των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, τους δείκτες διαφάνειας και θεσμικής αποτελεσματικότητας. Επιπλέον, εξετάζεται ο τρόπος που η εφαρμογή των προτύπων επηρεάζει τη λογιστική απεικόνιση, τη φορολογική συμπεριφορά των επιχειρήσεων και τη διαμόρφωση ενός σταθερού, προβλέψιμου και διαφανούς φορολογικού πλαισίου. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η υιοθέτηση των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς συμβάλλει ουσιωδώς στη βελτίωση της ποιότητας των οικονομικών καταστάσεων και στην ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, ιδίως όταν συνδυάζεται με ισχυρούς θεσμούς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς εποπτείας. Η Ελλάδα, αν και έχει ενσωματώσει τα πρότυπα στη χρηματοοικονομική της νομοθεσία, παρουσιάζει υστερήσεις σε επίπεδο εφαρμογής και διαλειτουργικότητας με τις φορολογικές αρχές, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η εργασία ολοκληρώνεται με προτάσεις πολιτικής που αφορούν στην ενίσχυση της διασύνδεσης μεταξύ λογιστικής και φορολογικής πληροφόρησης, την ενδυνάμωση των εποπτικών μηχανισμών και την ανάγκη για περαιτέρω εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές, με στόχο τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και την αποδοτικότερη φορολογική συμμόρφωση

    Η Τεχνητή Νοημοσύνη στον εξωτερικό έλεγχο

    No full text
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στον εξωτερικό έλεγχο, εστιάζοντας στην εξέλιξη και ενίσχυση των ελεγκτικών διαδικασιών μετά την εμφάνιση της πανδημίας COVID-19. Η παγκόσμια κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ευελιξία, ταχύτητα και ακρίβεια στον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων, ενισχύοντας την υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών από τις ελεγκτικές εταιρείες. Η εργασία αναλύει πώς εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως η μηχανική μάθηση και η ανάλυση μεγάλων δεδομένων, ενισχύουν την ανίχνευση λογιστικής απάτης και τη διαχείριση κινδύνων. Παράλληλα, εξετάζονται οι προκλήσεις, τα ηθικά διλήμματα και τα όρια αξιοπιστίας των συστημάτων αυτών. Στόχος είναι η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της ΤΝ στον εξωτερικό έλεγχο και η διερεύνηση των δυνατοτήτων μελλοντικής ενσωμάτωσής της στο πλαίσιο της ελεγκτικής επιστήμης, διατηρώντας τη διαφάνεια και την ακεραιότητα των οικονομικών πληροφοριών

    Ακουστική μέτρηση και προτάσεις ακουστικής βελτίωσης της αίθουσας Snoezellen room του οικοτροφείου για ασθενείς με άνοια τελικού σταδίου Παναγία η γλυκοφιλούσα

    Get PDF
    Πτυχιακή εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο της πτυχιακής μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.Βασικοί στόχοι της παραπάνω μελέτης ήταν η μέτρηση ακουστικού θορύβου μιας αίθουσας snoezzelen, η σύγκριση της με τις ακουστικές προδιαγραφές που έχουν οριστεί έως σήμερα για τους χώρους περίθαλψης ατόμων με άνοια και οι πρότασεις ακουστικής βελτίωση

    Digital skills and workplace inequalities: eliminating the digital divide and empowering the human resources

    No full text
    Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Οι ψηφιακές δεξιότητες αποτελούν θεμελιώδη παράγοντα για την καταπολέμηση των ανισοτήτων στον εργασιακό χώρο και την εξάλειψη του ψηφιακού χάσματος, το οποίο συνιστά σημαντικό εμπόδιο για την ισότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη στις σύγχρονες κοινωνίες. Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σχέση μεταξύ των ψηφιακών δεξιοτήτων και των ανισοτήτων στην αγορά εργασίας, εστιάζοντας στη δυναμική επίδραση που έχει η ενίσχυση αυτών των δεξιοτήτων στην επαγγελματική ανέλιξη, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη, καθώς και στην εργασιακή δικαιοσύνη. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον πολυεπίπεδο ρόλο που διαδραματίζουν οι καθημερινές δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού, καθώς και στη σημασία της επαγγελματικής κατάρτισης ως μέσου ανάπτυξης αυτών των δεξιοτήτων. Ειδικότερα, το ψηφιακό χάσμα επηρεάζει δυσανάλογα ευάλωτες ομάδες, όπως οι γυναίκες, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι και τα άτομα που ανήκουν σε μειονεκτικά κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα. Η μελέτη εξετάζει πώς η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων μπορεί να συμβάλει στην εξάλειψη αυτών των ανισοτήτων και στη δημιουργία μιας περισσότερο βιώσιμης αγοράς εργασίας. Η μεθοδολογία της διατριβής βασίζεται στην ποσοτική έρευνα, χρησιμοποιώντας δεδομένα που συλλέχθηκαν μέσω ερωτηματολογίων από ένα ευρύ και αντιπροσωπευτικό δείγμα εργαζομένων από διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας και της κοινωνίας. Για την ανάλυσή τους χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές, όπως η Επιβεβαιωτική Παραγοντική Ανάλυση και η Μοντελοποίηση Διαρθρωτικών Εξισώσεων (SEM), που επέτρεψαν τη διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ της ανάπτυξης ψηφιακών δεξιοτήτων, της επαγγελματικής κινητικότητας και της επίδρασης στρατηγικών εκπαίδευσης. Αρχικά, διερευνήθηκαν οι ψηφιακές δεξιότητες των συμμετεχόντων σε σχέση με τη χρήση ψηφιακών νομισμάτων στην καθημερινότητά τους, καθώς τα ψηφιακά νομίσματα αποτελούν πλέον έναν σύγχρονο τρόπο πραγματοποίησης καθημερινών συναλλαγών και πληρωμών. Συγκεκριμένα, το ερωτηματολόγιο περιλάμβανε ερωτήσεις για την εξοικείωση με τα ψηφιακά νομίσματα, τη διαχείριση ψηφιακών πορτοφολιών και την αξιολόγηση της ασφάλειας των συναλλαγών μέσω ψηφιακών νομισμάτων. Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν ως προς το επίπεδο των ψηφιακών δεξιοτήτων τους, τις αντιλήψεις τους για την επαγγελματική ισότητα και τις ευκαιρίες ανέλιξης στον εργασιακό χώρο. Τέλος, εξετάστηκαν συγκεκριμένες στρατηγικές κατάρτισης, οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε διαφορετικά περιβάλλοντα εργασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η προσαρμοστικότητα των εργαζομένων στις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς. Τα ευρήματα της διατριβής κατέδειξαν τη σημασία της ανάπτυξης των ψηφιακών δεξιοτήτων ως καταλύτη για τη βελτίωση της απασχολησιμότητας και τη μείωση των ανισοτήτων. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι με ψηφιακές δεξιότητες υψηλότερου επιπέδου είχαν αυξημένη πρόσβαση σε θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ οι οργανισμοί που επένδυσαν σε στοχευμένα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης κατέγραψαν βελτιωμένα επίπεδα παραγωγικότητας, καινοτομίας και ικανοποίησης των εργαζομένων. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν, επίσης, την ανάγκη προσαρμοσμένων παρεμβάσεων για την υποστήριξη ευάλωτων ομάδων, διασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες για την απόκτηση δεξιοτήτων και την επαγγελματική εξέλιξη. Επιπλέον, η ανάλυση ανέδειξε τις δυνατότητες αξιοποίησης σύγχρονων τεχνολογιών, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα συστήματα μηχανικής μάθησης, για τη δημιουργία προσαρμοσμένων προγραμμάτων κατάρτισης που θα ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις μοναδικές ανάγκες κάθε ομάδας εργαζομένων. Τέλος, αναδείχθηκε η κρισιμότητα των ψηφιακών δεξιοτήτων για την καλύτερη ενσωμάτωση της τεχνολογίας σε καθημερινές συναλλαγές στο πλαίσιο της Ψηφιακής Κοινωνίας, καθώς και η ενίσχυση των δεξιοτήτων χρήσης ψηφιακών νομισμάτων. Συμπερασματικά, η μελέτη τονίζει ότι η ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων αποτελεί όχι μόνο τεχνολογική, αλλά και κοινωνική επιταγή για την επίτευξη επαγγελματικής ισότητας και βιώσιμης ανάπτυξης. Μέσω της στοχευμένης κατάρτισης και της ανάπτυξης δεξιοτήτων, οι εργαζόμενοι μπορούν να αποκτήσουν τα απαραίτητα εφόδια για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας, συμβάλλοντας παράλληλα στην εξάλειψη του ψηφιακού χάσματος. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας παρέχουν πολύτιμες κατευθύνσεις για τη χάραξη στρατηγικών και πολιτικών που προάγουν τη βιώσιμη ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού μέσω της ενίσχυσης της ψηφιακής εκπαίδευσης και της ισότητας στις επαγγελματικές ευκαιρίες. Επιπλέον, στη διατριβή τεκμηριώνονται συγκεκριμένες προτάσεις για τη διαμόρφωση ενός ευέλικτου πλαισίου κατάρτισης, το οποίο θα επιτρέπει στους εργαζόμενους να αναπτύσσουν δεξιότητες που ανταποκρίνονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς εργασίας.Digital skills constitute a fundamental factor in combating workplace inequalities and eliminating the digital divide, which poses a significant barrier to equality and sustainable development in modern societies. This study examines the relationship between digital skills and labor market inequalities, focusing on the dynamic impact of enhancing these skills on career advancement, social and professional inclusion, and workplace equity. Particular emphasis is placed on the multifaceted role of the daily skills of human resources and the importance of professional training as a means of developing these skills. Notably, the digital divide disproportionately affects vulnerable groups, such as women, older workers, and individuals from disadvantaged socio-economic backgrounds. The study investigates how the development of digital skills can help eliminate these inequalities and create a more sustainable labor market. The methodology of the dissertation is based on quantitative research, utilizing data collected through questionnaires from a broad and representative sample of workers across different sectors of the economy and society. Techniques such as Confirmatory Factor Analysis (CFA) and Structural Equation Modeling (SEM) were employed to explore the relationships between the development of digital skills, career mobility, and the impact of training strategies. Initially, participants' digital skills were examined concerning their use of digital currencies in daily life, as digital currencies are now a modern method of conducting daily transactions and payments. Specifically, the questionnaire included questions on familiarity with digital currencies, managing digital wallets, and evaluating the security of transactions via digital currencies. Subsequently, participants were assessed on their level of digital skills, perceptions of workplace equity, and career advancement opportunities. Finally, specific training strategies were examined that could be implemented in various work environments to ensure workers' adaptability to the contemporary demands of the labor market. The findings of the dissertation demonstrated the importance of developing digital skills as a catalyst for improving employability and reducing inequalities. Specifically, workers with higher-level digital skills had increased access to high-value-added job positions, while organizations investing in targeted education and training programs reported improved levels of productivity, innovation, and employee satisfaction. The results also highlighted the need for tailored interventions to support vulnerable groups, ensuring equal opportunities for skill acquisition and professional development. Additionally, the analysis showcased the potential of leveraging modern technologies such as Artificial Intelligence and machine learning systems to create tailored training programs that effectively meet the unique needs of each worker group. Finally, the critical role of digital skills in better integrating technology into everyday transactions within the framework of the Digital Society and enhancing skills in using digital currencies was underscored. In conclusion, the study emphasizes that strengthening digital skills is not only a technological but also a social imperative for achieving workplace equity and sustainable development. Through targeted training and skill development, workers can acquire the necessary tools to meet the demands of the modern labor market, contributing to the elimination of the digital divide. The results of this research provide valuable guidance for developing strategies and policies that promote the sustainable development of human resources through enhancing digital education and equal professional opportunities. Furthermore, the dissertation outlines specific proposals for designing a flexible training framework that enables workers to develop skills responsive to the ever-changing conditions of the labor market

    Quality Management and Control in the Digital Age: the Case of the Textile Industry.

    No full text
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον έλεγχο ποιότητας στην ψηφιακή εποχή, με έμφαση στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας στην Ελλάδα. Μέσα από την χρήση ποσοτικής ανάλυσης δεδομένων και την δημιουργία ερωτηματολογίου, το οποίο διανεμήθηκε, είτε σε ψηφιακή μορφή είτε σε έντυπη μορφή, σε εργαζομένους του κλάδου, εξετάστηκαν πτυχές, όπως η υφιστάμενη κατάσταση του ποιοτικού ελέγχου στον κλάδο, τα κυριότερα οφέλη και εμπόδια ενσωμάτωσης των νέων ψηφιακών τεχνολογιών στον τομέα αυτό και η στάση των εργαζομένων όσον αφορά αυτή την ενσωμάτωση και την ψηφιακή μετάβαση. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από 145 εργαζομένους που απασχολούνται σε επιχειρήσεις κλωστοϋφαντουργίας σε ποικίλες περιοχές της Ελλάδας, σε τομείς όπως η ένδυση, η πλεκτική, η νηματουργία, η υφαντουργία κτλ. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν διαφορές στις αντιλήψεις για κάποια από τα οφέλη και κάποια από τα εμπόδια ανάμεσα σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες. Επίσης παρουσιάζεται μία θετική διάθεση όσον αφορά το ενδεχόμενο υιοθέτησης των νέων ψηφιακών τεχνολογιών και εργαλείων. Τα ευρήματα της εργασίας παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες και αναδεικνύουν τις κύριες ανησυχίες αλλά και τις ευκαιρίες των ψηφιακών τεχνολογιών, που μπορούν να καθοδηγήσουν τον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας στην Ελλάδα προς την τεχνολογική αναβάθμιση, τη βελτίωση του ποιοτικού ελέγχου και την ενίσχυση της βιωσιμότητας του. Αυτή η τεχνολογική στροφή μπορεί να βοηθήσει τον κλάδο να ενισχύσει την αποδοτικότητά του και την θέση του στην εγχώρια και την διεθνή αγορά και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς και της ψηφιακής μετάβασης

    Πρόβλεψη καθυστέρησης και ακύρωσης πτήσεων, με χρήση μοντέλων μηχανικής μάθησης

    No full text
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.The purpose of the thesis is to provide a holistic research and examination into aviation ecosystem, and more detailed to the issue of flight delays and cancellations. The main focus is on the impact that machine learning models can have, by predicting successfully such events and extracting use- ful knowledge for improvement. The study begins with an introduction to the aviation industry, by citing also historical data and highlighting factors that may lead to flight disruptions. Deepens to the significance of a flight’s delay or cancellation, examining their influence on aspects like the impact to smooth airports’ operation, financial losses for the airlines and on top of that, inconve- niences for the passengers as well Moreover, exploring the policies and regulations that are in use regarding the flights and the rights of the travellers in case of any change in the schedule. The research proceeds in an in-depth descriptive analysis of the available dataset, uncovering useful insights but the same time raising critical questions, such as whether is possible and how to predict accurately and prevent these issues proactively rather than merely reacting to them. To address and give answers to the main scope of the thesis, after the data preparation and attribute generation process, multiple machine learning models was trained from the dataset, in order to assess their performance in forecasting events. The evaluation is considering among others, the scores of the accuracy, recall, execution time, that offer useful information about the effectiveness of each pre- diction model and determine their performance. Finally, the best-performing algorithm was iden- tified, which achieved great scores almost in every category that the models were assessed. These well-defined results, demonstrating its ability to achieve the highest efficient, while the same time convincing the users to trust the predicting models. In conclusion, the study tries to emphasize the importance, the capabilities and the impact that machine learning can have in real life problems. Data-driven solutions that can derive also from machine learning, are crucial in every business in nowadays. Equally crucial is the contribution of machine learning in tackling challenges and the potential applications of the findings to enhance operational efficiency in airlines and airports. Leveraging the insights derived from this research, all the stakeholders within the aviation indus- try can benefit, each applying the findings from their unique perspective and area of focus. The airlines can improve their services and their schedules. On the other hand, the airports can also use the study’s insights in order to investigate further the factors that cause the delays, in order to improve their services or manage better the gate or runway allocation to the airlines, while the passengers can have on-time information about their future flights. Overall, this study underscores the importance of predictive modelling in driving informed decision-making and improving the passenger experience in the aviation industry

    7,585

    full texts

    21,706

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Psepheda: Digital Library and Institutional Repository
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇