University of Macedonia

Psepheda: Digital Library and Institutional Repository
Not a member yet
    21706 research outputs found

    Διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών για τη φοίτηση των μαθητών με νοητική αναπηρία στα τμήματα ένταξης

    Get PDF
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Οι σύγχρονες σχολικές τάξεις διακρίνονται για την ετερογένειά τους ως προς τα χαρακτηριστικά των μαθητών που φοιτούν σε αυτές. Ειδικότερα, σε όλο και περισσότερες τάξεις φοιτούν, εκτός των άλλων, και μαθητές με διάφορες ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή αναπηρίες, οι οποίοι υποστηρίζονται αντίστοιχα από τον εκάστοτε εκπαιδευτικό του τμήματος ένταξης. Στα πλαίσια της παρούσας έρευνας, επιχειρήθηκε να διερευνηθούν οι απόψεις των εκπαιδευτικών των τμημάτων ένταξης, αναφορικά με τα εμπόδια φοίτησης μαθητών με νοητική αναπηρία στο τμήμα ένταξης, αλλά και αναφορικά με τους τρόπους βελτίωσης της φοίτησής τους σε αυτό. Στην έρευνα συμμετείχαν 14 εκπαιδευτικοί από τμήματα ένταξης νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων της Θεσσαλονίκης, ενώ το ερευνητικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή των ερευνητικών δεδομένων ήταν η συνέντευξη. Οι απαντήσεις των συνεντευξιαζόμενων αναλύθηκαν με βάση τη φιλοσοφία της θεματικής ανάλυσης. Ανάμεσα στα ερευνητικά αποτελέσματα που ξεχώρισαν ως προς τα βασικότερα εμπόδια που αναδείχθηκαν είναι αυτά των ελλειμμάτων σε επίπεδο διδακτικού υλικού για μαθητές με νοητική αναπηρία, η ύπαρξη περιστατικών σχολικού εκφοβισμού σε βάρος αυτών των μαθητών, το άγχος των εκπαιδευτικών, η χαμηλή αυτοπεποίθηση των εκπαιδευτικών, ο μειωμένες διαθέσιμος χρόνος των εκπαιδευτικών, οι προβληματικές στάσεις και πρακτικές του διευθυντή και η ελλιπής χρηματοδότηση. Σε ό, τι αφορά στα ερευνητικά ευρήματα που ήρθαν στην επιφάνεια σχετικά με τους κυριότερους τρόπους βελτίωσης της φοίτησης των μαθητών με νοητική αναπηρία, αναφέρεται ότι αναδείχθηκαν τα στοιχεία των θετικών στάσεων των εκπαιδευτικών, των θετικών στάσεων του διευθυντή, αλλά και της βελτίωσης της συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικού τμήματος ένταξης και εκπαιδευτικού γενικής τάξης, και μεταξύ εκπαιδευτικού και γονέων. Αυτά τα ερευνητικά αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τη βελτίωση στον χώρο της ειδικής αγωγής, έχοντας αξιόλογες εκπαιδευτικές προεκτάσεις. Διατυπώνονται προτάσεις για διεξαγωγή περαιτέρω ερευνητικών μελετών

    The impact of assistive technology on the academic performance and social behavior of individuals with visual impairments

    Get PDF
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία διερευνά τον ρόλο της υποστηρικτικής τεχνολογίας στη βελτίωση των ακαδημαϊκών επιδόσεων και της κοινωνικής συμπεριφοράς των ατόμων με οπτική αναπηρία, εστιάζοντας κυρίως στο πλαίσιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αφορμή για την επιλογή του θέματος αποτέλεσε η ανάγκη ενίσχυσης της συμπερίληψης φοιτητών με αναπηρία σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, καθώς και η ανάγκη αξιολόγησης του πραγματικού αντίκτυπου της τεχνολογίας σε γνωστικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εργασία βασίστηκε στη μελέτη ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας, στην αποτύπωση πολιτικών και κανονιστικών πλαισίων προσβασιμότητας, καθώς και στην επισκόπηση καλών πρακτικών που εφαρμόζονται σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αρχικά, παρουσιάζεται το θεσμικό πλαίσιο για την αναπηρία και την προσβασιμότητα στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, δίνοντας έμφαση στις πολιτικές ίσης μεταχείρισης, στη διασφάλιση δικαιωμάτων και στην αναγκαιότητα εφαρμογής τεχνολογικών λύσεων που διευκολύνουν την ισότιμη συμμετοχή στην εκπαίδευση. Στη συνέχεια, αναλύονται τα είδη της υποστηρικτικής τεχνολογίας (όπως τα λογισμικά ανάγνωσης οθόνης, το Braille, οι συσκευές πλοήγησης και οι μετατροπείς κειμένου σε ήχο) και ο τρόπος που αυτά επηρεάζουν τη μαθησιακή διαδικασία και την κοινωνική ένταξη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η χρήση τεχνολογίας συμβάλλει καθοριστικά στην ενίσχυση της αυτονομίας, της αυτοεκτίμησης και της ενεργητικής συμμετοχής των φοιτητών με οπτική αναπηρία τόσο στην εκπαιδευτική διαδικασία όσο και στις κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, διαπιστώνονται και ορισμένα εμπόδια, όπως η έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, η περιορισμένη τεχνολογική υποστήριξη σε ορισμένα ιδρύματα, καθώς και η απουσία συμμετοχικού σχεδιασμού των πολιτικών. Η εργασία ολοκληρώνεται με προτάσεις για τη θεσμική ενίσχυση των μονάδων προσβασιμότητας, την επιμόρφωση του προσωπικού, τη συμμετοχή των φοιτητών με αναπηρία στη λήψη αποφάσεων και την προώθηση μιας κουλτούρας συμπερίληψης μέσω της τεχνολογίας. Συνολικά, διαφαίνεται ότι η υποστηρικτική τεχνολογία, όταν ενσωματώνεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής ένταξης, μπορεί να αποτελέσει βασικό μοχλό ενδυνάμωσης, μάθησης και κοινωνικής ισότητας. Λέξεις-κλειδιά: Υποστηρικτική τεχνολογία, οπτική αναπηρία, τριτοβάθμια εκπαίδευση, κοινωνική ενσωμάτωση, ακαδημαϊκές επιδόσει

    Τεχνική υποστήριξη των εργασιών ηχητικής κάλυψης και ηχογράφησης του εργαστηρίου "ΤΕΧΝΕΣ"

    Get PDF
    Πτυχιακό Project--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο του project μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.Το παρόν Πτυχιακό Πρότζεκτ αναφέρεται σε δράσεις ηχητικής κάλυψης και ηχογράφησης που πραγματοποιήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και στο εργαστήριο «Τέχνες- Arts-Lab» του πανεπιστημίου

    Βιώσιμη χρηματοδότηση και πολιτικές Κεντρικών Τραπεζών

    No full text
    Πτυχιακή εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο της πτυχιακής μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.Αυτή η μελέτη διερευνά τον αντίκτυπο της πράσινης χρηματοδότησης, συγκεκριμένα της έκδοσης πράσινων ομολόγων (GBV) και των πολιτικών πράσινης χρηματοδότησης (GFP), στην ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας (CBI), μετρούμενη με τον δείκτη CBIE. Ο στόχος είναι να αξιολογηθεί εάν οι οικονομικές πρωτοβουλίες που σχετίζονται με το κλίμα επηρεάζουν την αυτονομία της κεντρικής τράπεζας. Χρησιμοποιώντας δεδομένα πάνελ από 50 χώρες (2010–2023), η έρευνα χρησιμοποιεί παλινδρόμηση σταθερών επιπτώσεων, ανάλυση μεταβλητών οργάνων, εκτίμηση διαφοράς στις διαφορές και ελέγχους ευρωστίας για να διασφαλίσει αξιόπιστα αποτελέσματα. Τα βασικά ευρήματα αποκαλύπτουν ότι η GBV ενισχύει σημαντικά την CBI (συντελεστές 0,018–0,028, p<0,05), ιδιαίτερα στις προηγμένες οικονομίες, υποδηλώνοντας ότι η πράσινη χρηματοδότηση με γνώμονα την αγορά ενισχύει την αυτονομία. Αντίθετα, το GFP εμφανίζει μια ασθενή, ασήμαντη επίδραση (0,012–0,018, p>0,1), υποδηλώνοντας περιορισμένο αντίκτυπο πολιτικής. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ενώ οι αγορές πράσινων ομολόγων υποστηρίζουν την CBI ευθυγραμμίζοντας τις κεντρικές τράπεζες με τις παγκόσμιες χρηματοοικονομικές τάσεις, οι πολιτικές πράσινων οικονομικών απαιτούν ισχυρότερο σχεδιασμό για να επηρεάσουν αποτελεσματικά την αυτονομία, με επιπτώσεις στην εξισορρόπηση της βιωσιμότητας και των νομισματικών στόχων

    Community-based approaches to human trafficking: prevention and response

    Get PDF
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Human trafficking is a global violation of human rights that impacts numerous individuals annually. Traditional top-down approaches have occasionally failed to reach vulnerable populations or provide adequate support to survivors, despite attempts to address trafficking issues. In response to this challenge, community-based approaches have emerged as solutions that prioritize local participation, empowerment, and collaboration. This study examines the effectiveness of community-based approaches in combating human trafficking, with a particular emphasis on victim support, preventative initiatives, and community empowerment. It also examines the potential of technology to strengthen community-based initiatives by enhancing prevention techniques and response strategies. This paper used a qualitative research approach, including interviews with several key people, including NGO and legal professionals, to gather several perspectives on community-based strategies and the integration of technology in anti-trafficking initiatives. The paper investigates possibilities for stakeholder participation, discusses solutions, and analyses implementation challenges. It emphasizes the advantages of technologies such as data analysis tools and artificial intelligence as well as online platforms in improving community-driven initiatives while taking ethical issues and possible obstacles into account. It's important to mention that interviewing trafficking survivors for the research was difficult because of the psychological strain of reliving their past experiences and the security worries connected with revealing their identities, which could compromise their safety. The study's findings aim to enhance the understanding of community-based approaches to combat human trafficking and provide actionable recommendations to strengthen the efficacy of anti-trafficking initiatives. This project aims to improve the development of sustainable and inclusive solutions for trafficking prevention and survivor support by merging community empowerment with technological advancements

    Εκπαίδευση και επιχειρηματικότητα: η επίδραση της εκπαίδευσης στην ένταξη των νέων στα προγράμματα ΕΣΠΑ νεανικής επιχειρηματικότητας.

    Get PDF
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η παρούσα εργασία επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη σύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με τα προγράμματα νεανικής επιχειρηματικότητας ΕΣΠΑ στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Σκοπός της εργασίας είναι η διερεύνηση της επίδρασης της εκπαίδευσης στην επιχειρηματικότητα, της συμβολής της στη προετοιμασία νέων επιχειρηματιών να ενταχθούν σε προγράμματα καθώς και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν τόσο κατά τη λήψη χρηματοδότησης όσο και στις επενδυτικές δραστηριότητες. Μέσω της μελέτης της βιβλιογραφικής επισκόπησης κατέστη σαφής η θετική επίδραση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης. Για τη διεξαγωγή της έρευνας επιλέχθηκε η ποσοτική μέθοδος με το διαμοιρασμό δομημένου ερωτηματολογίου με ερωτήσεις κλειστού τύπου σε μορφή κλίμακας Likert, με εξαίρεση μια ερώτηση ανοιχτού τύπου, σε δείγμα Ν = 107 ατόμων το οποίο αποτελούνταν από νέους επιχειρηματίες. Για την ανάλυση των δεδομένων αξιοποιήθηκε η μέθοδος της περιγραφικής στατιστικής και της χρήσης του στατιστικού λογισμικού SPSS της IBM. Από τα ευρήματα της έρευνας διαπιστώθηκε πως η εκπαίδευση αποτελεί σημαντικό αλλά όχι απαραίτητο παράγοντα ένταξης στα προγράμματα ΕΣΠΑ, ενώ σημαντικό ρόλο στις απόψεις τους διαδραμάτισε η εκάστοτε κατεύθυνση σπουδών με τους απόφοιτους οικονομικών και διοικητικών επιστημών να δηλώνουν ετοιμότητα στην αξιοποίηση προγραμμάτων. Σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται η συνδρομή της εκπαίδευσης αλλά αναδεικνύεται η ανάγκη για την ενεργοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος ώστε να περιλαμβάνει περισσότερες δράσεις για την ενίσχυση της πρόσβασης στα προγράμματα

    Παράλληλες διαδρομές ψαλτικής και αγιογραφίας στην Κρήτη με αφετηρία το Δωδεκάορτο της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα Αγίου Όρους δια χειρός Θεοφάνη του Κρητός

    Get PDF
    Πτυχιακή εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο της πτυχιακής μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.Η παρούσα διεπιστημονική εργασία αναδεικνύει τις παράλληλες πορείες δύο χαρακτηριστικών μορφών τέχνης του ελληνικού πολιτισμού. Η Ψαλτική και η Αγιογραφία αναπτύχθηκαν στην Κρήτη της ύστερης και μεταβυζαντινής περιόδου, μέσα σε ένα ιδιαίτερο ιστορικό πλαίσιο, αυτό της Βενετοκρατίας. Δίνοντας έμφαση στις ιδιαίτερες συνθήκες που επέτρεψαν την άνθηση των δύο εκκλησιαστικών τεχνών, η εργασία εξετάζει πώς άρχισαν να διαμορφώνονται και να εξελίσσονται μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο συνεχώς μεταβαλλόταν σε επίπεδο πολιτισμού και πολιτικής. Με βάση τα παραπάνω, η εργασία ερευνά το ιστορικό πλαίσιο της ύστερης και της μεταβυζαντινής περιόδου και επικεντρώνεται καταρχάς στην δημιουργία της Κρητικής σχολής ζωγραφικής, η οποία στην ιστορική της διαμόρφωση, συνδύασε βυζαντινά πρότυπα και αναγεννησιακά δυτικά στοιχεία. Παράλληλα, διερευνάται η πιθανότητα ύπαρξης ενός ιδιαίτερου ψαλτικού ύφους, το οποίο συνδύαζε την πατροπαράδοτη βυζαντινή μουσική με χαρακτηριστικά της δυτικής μουσικής. Βασικός στόχος της εργασίας είναι να εντοπιστούν και να αναδειχτούν οι τρόποι με τους οποίους οι τέχνες της Ψαλτικής και της Αγιογραφίας εξελίχθηκαν παράλληλα, μέσα σε ένα χαρακτηριστικό ιστορικό περιβάλλον πολιτισμικής ώσμωσης και σύζευξης. Με την βιβλιογραφική επισκόπηση που πραγματοποιήθηκε, η εργασία παρουσιάζει τα δεδομένα από ιστορικής, αισθητικής και μουσικολογικής προσέγγισης, καταδεικνύοντας τα κοινά τους χαρακτηριστικά, αλλά και τα στοιχεία που τις έκαναν να ξεχωρίσουν κάτω από την επίδραση ανατολικών και δυτικών πολιτιστικών ρευμάτων. Και αυτό επιτυγχάνεται σε ένα βαθμό, μέσα από την διερεύνηση των ιδιαιτεροτήτων της κάθε τέχνης καθώς και των κοινών τάσεων τους, εντός κοινών ιστορικών και πολιτιστικών συμφραζομένων

    Ανάλυση και εκτέλεση του πρώτου μέρους της Σονάτας σε Φα ελάσσονα Op. 120, No. 1 για βιόλα και πιάνο του Johannes Brahms

    Get PDF
    Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Ο Johannes Brahms (1833-1897) ήταν ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του 19ου αιώνα. Η Σονάτα για κλαρινέτο ή βιόλα και πιάνο σε Φα ελάσσονα, Op. 120, No. 1 αποτελεί ένα από τα ύστερα έργα του, γραμμένο το 1894, και θωρείται ένα από τα πλέον γνωστά κομμάτια του ρομαντικού ρεπερτορίου. Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στον συσχετισμό ανάλυσης και εκτέλεσης του πρώτου μέρους της σονάτας. Αρχικά, διερευνώνται βιβλιογραφικά οι τρόποι με τους οποίους έχει κατά καιρούς προσεγγιστεί ερευνητικά το συγκεκριμένο έργο αναφορικά με ζητήματα διαχείρισης της δομικής του οργάνωσης και των ζητημάτων που αφορούν στην εκτέλεση του, τόσο στην εκδοχή του για κλαρινέτο, όσο και στην εκδοχή του για βιόλα. Στη συνέχεια αναλύεται το πρώτο μέρος του έργου υπό το μεθοδολογικό πρίσμα της θεωρίας των Hepokoski και Darcy (2006), με στόχο να συσχετιστούν τα πορίσματα της ανάλυσης με ζητήματα που αφορούν στην εκτέλεση του. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζεται ποιες από τις παραμέτρους της δομικής οργάνωσης του έργου, μπορούν να ενημερώσουν τις αποφάσεις που παίρνει η εκτελέστρια του έργου κατά την προετοιμασία της εκτέλεσης. Τέλος, το κειμενικό μέρος της εργασίας συνοδεύεται από την ηχογράφηση του πρώτου μέρους του έργου

    Between recognition and restriction: examining the impact of interwar greek and soviet policies on the efforts of ottoman Greek orthodox refugees in soviet Russia to relocate to Greece

    Get PDF
    Διατριβή (Διδακτορική)--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.In the aftermath of the First World War and the disintegration of multiethnic empires, the interwar period emerged as a defining era for the consolidation of nation-states, the codification of international refugee law, and the mass displacement of populations. Nowhere were these forces more disruptive than in southeastern Europe, where redrawn borders and the rise of ethnonationalist ideologies transformed the legal and political status of millions. Among those profoundly affected were the Ottoman Greek Orthodox communities who fled the late Ottoman Empire between 1912 and 1924, during the Balkan Wars, World War I, and the Greco-Turkish War. A significant number of these individuals sought refuge not in Greece but in the Russian Empire, where they joined older Greek communities established across the Black Sea region, the Caucasus, and the southern steppes. However, their flight soon coincided with the collapse of tsarist authority, the Russian Civil War, and the eventual establishment of the Soviet Union, ushering in a new wave of uncertainty, repression, and statelessness. Despite their legal eligibility under the 1923 Convention Concerning the Exchange of Greek and Turkish Populations—an international agreement that mandated the compulsory exchange of Muslims in Greece and Orthodox Christians in Turkey—the Greek Orthodox populations residing in Soviet territory remained effectively excluded from its implementation. The Convention explicitly defined these populations as eligible for repatriation to Greece, a position that has been periodically reaffirmed in Greek diplomatic correspondence, legislative debates, and ministerial decrees. Yet because they were no longer physically located within Turkish borders at the time of the Convention’s enforcement, their legal status was bureaucratically contested and diplomatically deprioritized. These communities, though recognized on paper, were never relocated. This paradox—legal recognition without material relocation—illuminates a deeper structural tension in the refugee regime of the interwar period: a disjuncture between international legal frameworks and the political will or capacity to act on them. This thesis, therefore, examines the historical, legal, and political factors that contributed to the prolonged exclusion of Ottoman Greek Orthodox refugees in Soviet Russia from the population exchange process, despite their formal inclusion in the Lausanne framework. Why did Greece, after resettling over a million Anatolian and Pontic Greek refugees, fail to accommodate this smaller, clearly defined group? How did the Soviet Union’s evolving policies on nationality, migration, and minority control further complicate or preclude their mobility? What role did shifting diplomatic priorities and emerging Cold War trajectories play in foreclosing repatriation efforts? By tracing the intersecting forces of Greek state policy, Soviet internal repression, and the limitations of international refugee law, this study situates the fate of Ottoman Greek Orthodox refugees in Soviet Russia as a critical case within the broader history of statelessness, constrained mobility, and unrealized protection in the interwar era.Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση των πολυεθνικών αυτοκρατοριών, η μεσοπολεμική περίοδος αναδείχθηκε ως μια καθοριστική εποχή για την εδραίωση των εθνικών κρατών, την κωδικοποίηση του διεθνούς προσφυγικού δικαίου και τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών. Πουθενά δεν υπήρξαν πιο ριζοσπαστικές οι επιπτώσεις αυτών των δυνάμεων από ό,τι στη νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου τα νέα σύνορα και η άνοδος των εθνο-εθνικιστικών ιδεολογιών μετέβαλαν το νομικό και πολιτικό καθεστώς εκατομμυρίων ανθρώπων. Ανάμεσα σε όσους επηρεάστηκαν βαθύτατα ήταν οι ορθόδοξες ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες κατέφυγαν από την ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία μεταξύ 1912 και 1924, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ελληνοτουρκικού Πολέμου. Ένα σημαντικό μέρος αυτών δεν κατευθύνθηκε προς την Ελλάδα, αλλά προς τη Ρωσική Αυτοκρατορία, όπου ενώθηκε με παλαιότερες ελληνικές κοινότητες εγκατεστημένες στον Εύξεινο Πόντο, τον Καύκασο και τις νότιες στέπες. Ωστόσο, η φυγή τους συνέπεσε με την κατάρρευση της τσαρικής εξουσίας, τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο και την τελική εγκαθίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονότα που προκάλεσαν ένα νέο κύμα αβεβαιότητας, καταστολής και απώλειας ιθαγένειας. Παρά το γεγονός ότι πληρούσαν τις νομικές προϋποθέσεις της Σύμβασης της Λωζάννης του 1923 για την Ανταλλαγή των Ελληνικών και Τουρκικών Πληθυσμών—μια διεθνή συμφωνία που επέβαλε την υποχρεωτική ανταλλαγή των μουσουλμάνων της Ελλάδας και των ορθοδόξων χριστιανών της Τουρκίας—οι ορθόδοξοι Έλληνες που διέμεναν σε σοβιετικό έδαφος αποκλείστηκαν ουσιαστικά από την εφαρμογή της. Η Σύμβαση όριζε ρητά ότι οι πληθυσμοί αυτοί δικαιούνταν επαναπατρισμό στην Ελλάδα, θέση που επανεπιβεβαιώθηκε περιοδικά μέσω της ελληνικής διπλωματικής αλληλογραφίας, κοινοβουλευτικών συζητήσεων και υπουργικών αποφάσεων. Ωστόσο, επειδή δεν βρίσκονταν πλέον εντός των τουρκικών συνόρων κατά την έναρξη ισχύος της Σύμβασης, το νομικό τους καθεστώς αμφισβητήθηκε γραφειοκρατικά και υποβαθμίστηκε διπλωματικά. Οι κοινότητες αυτές, αν και αναγνωρισμένες τυπικά, δεν μετεγκαταστάθηκαν ποτέ. Αυτό το παράδοξο—της νομικής αναγνώρισης χωρίς υλική μετεγκατάσταση—αποκαλύπτει μια βαθύτερη δομική ένταση στο προσφυγικό καθεστώς της μεσοπολεμικής περιόδου: μια διάσταση ανάμεσα στα διεθνή νομικά πλαίσια και τη βούληση ή την ικανότητα υλοποίησής τους. Η παρούσα διατριβή εξετάζει τους ιστορικούς, νομικούς και πολιτικούς παράγοντες που συνέβαλαν στον παρατεταμένο αποκλεισμό των Οθωμανών Ελλήνων Ορθοδόξων προσφύγων στη Σοβιετική Ρωσία από τη διαδικασία της ανταλλαγής πληθυσμών, παρά τη ρητή τους ένταξη στο πλαίσιο της Λωζάννης. Γιατί η Ελλάδα, αφού μετεγκατέστησε πάνω από ένα εκατομμύριο προσφύγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, απέτυχε να δεχτεί αυτή τη μικρότερη και σαφώς προσδιορισμένη ομάδα; Πώς οι εξελισσόμενες σοβιετικές πολιτικές για την ιθαγένεια, τη μετανάστευση και τον έλεγχο των μειονοτήτων περιέπλεξαν ή και εμπόδισαν τη μετακίνησή τους; Ποιον ρόλο έπαιξαν οι μεταβαλλόμενες διπλωματικές προτεραιότητες και οι αναδυόμενες ψυχροπολεμικές δυναμικές στο να αποκλειστούν οι προσπάθειες επαναπατρισμού τους; Αναλύοντας τις διασταυρούμενες επιρροές της ελληνικής κρατικής πολιτικής, της σοβιετικής εσωτερικής καταστολής και των περιορισμών του διεθνούς προσφυγικού δικαίου, η παρούσα μελέτη εντάσσει την τύχη των Οθωμανών Ελλήνων Ορθοδόξων προσφύγων στη Σοβιετική Ρωσία ως μια κρίσιμη περίπτωση στην ευρύτερη ιστορία της απώλειας ιθαγένειας, της περιορισμένης κινητικότητας και της μη πραγματοποιηθείσας προστασίας κατά τον Μεσοπόλεμο

    Διερεύνηση της σχέσης μεταξύ συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και νεανικής παραβατικότητας

    No full text
    Πτυχιακή εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2025.Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο της πτυχιακής μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.Η παρούσα διπλωματική εργασία, στηρίζεται σε στερεοτυπικές αντιλήψεις γύρω από τη μητρική συμμετοχή στην αγορά εργασίας, η οποία θεωρείται ότι επηρεάζει την αντικοινωνική συμπεριφορά των ανηλίκων. Βασιζόμενη σε εμπειρικά δεδομένα, διεθνή βιβλιογραφία και θεωρητικές προσεγγίσεις από τα πεδία της κοινωνιολογίας, της οικονομίας και της εγκληματολογίας, η εργασία αποδομεί παρωχημένα στερεότυπα που αποδίδουν μονομερώς την ευθύνη για την παιδική παραβατικότητα στην απουσία της μητέρας από τον οικιακό χώρο. Εξετάζονται θεωρίες όπως η Θεωρία Κοινωνικού Ελέγχου, η Θεωρία Ανθρώπινου Κεφαλαίου και η Θεωρία Κοινωνικής Αποδιοργάνωσης, ενώ παράλληλα παρουσιάζονται φεμινιστικές και εναλλακτικές προσεγγίσεις που αμφισβητούν την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας. Μέσα από συγκριτικές μελέτες αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, αναδεικνύεται η σημασία θεσμικών και κοινωνικών παραγόντων, όπως η ποιότητα των κρατικών πολιτικών φροντίδας, οι δομές κοινωνικής πρόνοιας και η ύπαρξη υποστηρικτικών δικτύων. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μητρική απασχόληση δεν αποτελεί από μόνη της παράγοντα πρόκλησης παραβατικής συμπεριφοράς, αλλά εντάσσεται σε ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό πλαίσιο που περιλαμβάνει τις εκάστοτε κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κάθε κράτους, πολιτικές ισότητας, εκπαιδευτικές ευκαιρίες και πολιτισμικά πρότυπα. Υπογραμμίζεται η ανάγκη για ολιστικές, στοχευμένες παρεμβάσεις που να υποστηρίζουν την οικογένεια στο σύνολό της και να διασφαλίζουν την υγιή κοινωνική ενσωμάτωση των νέων

    7,585

    full texts

    21,706

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Psepheda: Digital Library and Institutional Repository
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇