Institutional Repository of the Technical University of Crete
Not a member yet
19304 research outputs found
Sort by
Oxidative dehydrogenation of propane with CO2 over composite metal oxides
Κύριο αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η σύνθεση και η αξιολόγηση νέων καταλυτικών συστημάτων βασισμένων σε οξείδια μετάλλων για την οξειδωτική αφυδρογόνωση του προπανίου με CO2 (ODHP-CO2).Περίληψη: Το προπυλένιο (C3H6), αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πετροχημικά προϊόντα με ευρεία χρήση στην βιομηχανία, του οποίου η ζήτηση τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται εντατικά. Προέρχεται κυρίως μέσω των διεργασιών πυρόλυσης με ατμό (Steam Cracking, SC) και της καταλυτικής πυρόλυσης (Fluid catalytic cracking, FCC) οι οποίες αποτελούν τις κυριότερες διεργασίες παραγωγής του. Ωστόσο, δεδομένου του ρυθμού αύξησης της ζήτησης σε προπυλένιο, νέες καινοτόμες διεργασίες διερευνώνται για την κάλυψη αυτών των αναγκών. Μία από αυτές, είναι η οξειδωτική αφυδρογόνωση του προπανίου (ODHP), χρησιμοποιώντας ως οξειδωτικό μέσο το O2, το CO2, το N2O ή το SO2. Η χρήση του CO2 ως οξειδωτικό παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, λόγω της ήπιας οξειδωτικής του δράσης σε συνδυασμό με τα περιβαλλοντικά οφέλη που προκύπτουν από την αξιοποίησή του. Κύριο αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η σύνθεση και η αξιολόγηση νέων καταλυτικών συστημάτων βασισμένων σε οξείδια μετάλλων για την οξειδωτική αφυδρογόνωση του προπανίου με CO2 (ODHP-CO2). Παρασκευάστηκαν σύνθετα οξείδια μετάλλων 10% MxOy-TiO2, 10% MxOy- Al2O3 και 10% MxOy- SiO2 (MxOy: Ga2O3, Cr2O3, CaO, SnO2 με την μέθοδο του υγρού εμποτισμού τα οποία χαρακτηρίστηκαν με τις τεχνικές ρόφησης Ν2 (BET) και περίθλασης ακτίνων Χ (XRD). Η καταλυτική ενεργότητα για την αντίδραση ODHP-CO2 εξετάστηκε στη θερμοκρασιακή περιοχή 500-750 οC με σύσταση τροφοδοσίας αποτελούμενη από 5%C3H8+25%CO2/He. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μετατροπή του προπανίου και η απόδοση ως προς προπυλένιο επηρεάζεται από τη φύση του μεταλλικού οξειδίου (Ga2O3, Cr2O3, CaO, SnO2) που είναι διεσπαρμένο στο φορέα (TiO2, Al2O3 ή SiO2) με τους καταλύτες που περιέχουν Ga2O3 ή Cr2O3 να παρουσιάζουν τα βέλτιστα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα η προσθήκη οξειδίων στο φορέα TiO2 οδηγεί σε μετατόπιση της καμπύλης μετατροπής του προπανίου προς χαμηλότερες θερμοκρασίες, ακολουθώντας τη σειρά 10%Cr2O3-TiO2 ≈ 10%Ga2O3-TiO2 >> 10%CaO- TiO2 > 10%SnO2-TiO2 ≈ TiO2. Οι βέλτιστοι καταλύτες 10%Cr2O3-TiO2 και 10%Ga2O3-TiO2 παρουσιάζουν μετατροπή (XC3H8) ίση με 80% και απόδοση ως προς προπυλένιο (YC3H6) ίση με 18% στους 750 οC. Παρόμοια αποτελέσματα βρέθηκαν για τα οξείδια που είναι υποστηριγμένα σε Al2O3 ή SiO2, με την ενεργότητα να ακολουθεί τη σειρά 10%Cr2O3-Al2O3 ≈ 10%Ga2O3-Al2O3 >> 10%SnO2-Al2O3 ≥ 10%CaO-Al2O3 ≥ Al2O3 και 10%Cr2O3-SiO2 > 10%Ga2O3-SiO2 ≥ 10%SnO2-SiO2 > SiO2 > 10%CaO- SiO2, αντίστοιχα. Βέλτιστες μετατροπές προπανίου και αποδόσεις ως προς προπυλένιο επιτεύχθηκαν για τους καταλύτες 10%Cr2O3-Al2O3 (XC3H8=80%, YC3H6 =20% στους 750 οC), 10%Ga2O3-Al2O3 (XC3H8=80%, YC3H6=20% στους 750 οC) και 10%Cr2O3-SiO2 (XC3H8=80%, YC3H6 =30% στους 750 οC). Επιπλέον μελετήθηκε η επίδραση του λόγου CO2:C3H8 στη τροφοδοσία για τα μεικτά οξείδια 10%Ga2O3-Al2O3 και 10% Ga2O3-ΤιΟ2 και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η καταλυτική ενεργότητα δεν επηρεάζεται σημαντικά με αύξηση του λόγο CO2:C3H8 από 1:1 σε 10:1. Τέλος οι καταλύτες 10%Ga2O3- Al2O3, 10% Ga2O3-ΤιΟ2 και 10% Ga2O3-SiO2 υποβλήθηκαν σε μακροχρόνια πειράματα σταθερότητας στους 660 οC (600 οC για τον καταλύτη 10%Ga2O3- Al2O3) και 710 oC. Με εξαίρεση τον καταλύτη 10%Ga2O3-Al2O3 ο οποίος απενεργοποιείται μόνο όταν η αντίδραση διεξάγεται στους 600 οC, οι υπόλοιποι καταλύτες παρουσιάζουν εξαιρετική σταθερότητα για 30-35 h αντίδρασης και στις δύο θερμοκρασίες που εξετάστηκαν.Summarization: Propylene (C3H6) is one of the most important petrochemical products with wide use in industry, and its demand has been growing intensively in recent decades. It is mainly derived through the steam cracking (SC) and fluid catalytic cracking (FCC) which are the main production processes. However, due to the growth in propylene demand, new innovative processes are being explored to address these needs. One of them is the oxidative dehydrogenation of propane (ODHP), using O2, CO2, N2O or SO2 as oxidant. The use of CO2 as an oxidant is of great interest, due to its mild oxidative action combined with the environmental benefits of its use. The main objective of the present study is the synthesis and evaluation of novel metal oxide-based catalytic systems for the oxidative dehydrogenation of propane with CO2 (ODHP-CO2). For this purpose, composite metal oxides 10% MxOy-TiO2, 10% MxOy- Al2O3 and 10% MxOy- SiO2 (MxOy: Ga2O3, Cr2O3, CaO, SnO2) were prepared by the wet impregnation method and characterized by N2 absorption (BET) and X-ray diffraction (XRD) techniques. The catalytic activity for the ODHP-CO2 reaction was investigated in the temperature range of 500-750 oC with a feed composition consisting of 5%C3H8+25%CO2/He. The results showed that the propane conversion and propylene yield are affected by the nature of the metal oxide (Ga2O3, Cr2O3, CaO, SnO2) dispersed on the support (TiO2, Al2O3 ή SiO2) with the catalysts containing Ga2O3 or Cr2O3 exhibiting optimal results. In particular, the addition of metal oxides on TiO2 carrier leads to a shift of the propane conversion curve towards lower temperatures, following the order 10%Cr2O3-TiO2 ≈ 10%Ga2O3-TiO2 >> 10%CaO-TiO2 > 10%SnO2-TiO2 ≈ TiO2. The optimal catalysts 10%Cr2O3-TiO2 and 10%Ga2O3-TiO2 leads to propane conversion (XC3H8) equal to 80% and propylene yield (YC3H6) equal to 18% at 750 oC. Similar results were found for metal oxides supported on Al2O3 or SiO2, with the activity following the order 10%Cr2O3-Al2O3 ≈ 10%Ga2O3-Al2O3 >> 10%SnO2-Al2O3 ≥ 10%CaO-Al2O3 ≥ Al2O3 and 10%Cr2O3-SiO2> 10%Ga2O3-SiO2 ≥ 10%SnO2-SiO2 > SiO2 > 10%CaO- SiO2, respectively. Optimum propane conversions and propylene yields were achieved for the 10%Cr2O3-Al2O3 (XC3H8=80%, YC3H6 =20% at 750 οC), 10%Ga2O3-Al2O3 (XC3H8=80%, YC3H6=20% at 750 οC) and 10%Cr2O3-SiO2 (XC3H8=80%, YC3H6 =30% at 750 οC) catalysts. Furthermore, the effect of CO2:C3H8 molar ratio in the feed for the 10%Ga2O3-Al2O3 and 10%Ga2O3-ΤιΟ2 catalysts was studied and the results showed that the catalytic activity is not significantly affected with increasing the CO2:C3H8 ratio from 1:1 to 10:1. Finally, the 10%Ga2O3- Al2O3, 10% Ga2O3-ΤιΟ2 and 10% Ga2O3-SiO2 catalysts were subjected to long-term stability experiments at 660 oC (600 oC for the 10%Ga2O3- Al2O3 catalyst) and 710 oC. With the exception of the 10%Ga2O3- Al2O3 catalyst which is deactivated only when the reaction is carried out at 600 oC, the other catalysts show excellent stability for 30-35 h on stream at both temperatures tested
Crossroads between corridors and roads: Perceiving Athens between Neoclassicism and Interwar Modernism
Ερευνητική εργασία με ευρήματα σχετικά με την λεωφόρο Κηφισίας (σημερινή Βασ. Σοφίας) το 1870-1900, την οδό Πατησίων το 1932-1941 και κατοικίες των αντίστοιχων περιόδων στην Αθήνα.Περίληψη: Η σχεδιαστική αντιμετώπιση του χώρου κίνησης σε αστική κλίμακα
φαίνεται να επηρεάζει και να επηρεάζεται αισθητά από τον σχεδιασμό του
αντίστοιχου εντός των κατοικιών. Η απόδειξη της παραπάνω υπόθεσης
εργασίας προσεγγίζεται βάσει μελέτης περιπτώσεων δύο χαρακτηριστικών
δρόμων, που ανοικοδομήθηκαν κατά τις εξεταζόμενες περιόδους, σε σύγκριση
τόσο με χαρακτηριστικές κατοικίες στην εκάστοτε εποχή, όσο και μεταξύ
τους.
Για την ερμηνεία των ευρημάτων χρησιμοποιούνται οι άξονες
που όρισε ο Κ. Δεκαβάλλας στο σύγγραμμά του Περπατώντας στην πόλη.
Η αρχιτεκτονική του χώρου των πεζών για την αστική κλίμακα και οι
αντίστοιχοί τους, όπως ορίζονται από την γράφουσα, σε αρχιτεκτονική
κλίμακα. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζονται η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας στα
τέλη του 19ου αιώνα και η οδός Πατησίων στο αποκορύφωμα του πρώτου
κύματος μοντερνισμού στην Ελλάδα, κατά τον Μεσοπόλεμο. Στη συνέχεια,
σχολιάζονται οι ανάλογοι άξονες σε αρχιτεκτονικό επίπεδο στο εσωτερικό
των κατοικιών κατά τις αντίστοιχες περιόδους, με εμβάθυνση μέσω μελετών
περίπτωσης.Summarization: The design approach to movement space on an urban scale appears to both influence and be significantly influenced by its counterpart within residential buildings. The validation of this working hypothesis is explored through case studies of two characteristic streets that were constructed during the examined periods, comparing them both with representative dwellings of their respective eras and with each other.
For the interpretation of the findings, the analytical framework defined by C. Dekavalla in his book Walking in towns and cities. The architecture of pedestrian space is employed for the urban scale, along with its architectural-scale equivalents as defined by the author. Specifically, the study focuses on Vasilissis Sofias Avenue in the late 19th century and Patision Street at the peak of the first wave of Modernism in Greece during the interwar period. Subsequently, the corresponding spatial axes within residential interiors of these periods are analyzed, with further insights drawn from case studies.Presented on
Hydrothermal leaching of silver from photovoltaic panels
Περίληψη: Τα τελευταία έτη, στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης, έχει σημειωθεί ραγδαία ανάπτυξη κι εξάπλωση των φωτοβολταϊκών τεχνολογιών, γεγονός το οποίο υπογραμμίζει την σημαντικότητα ανάπτυξης μεθόδων για την ορθή ανάκτηση, επεξεργασία και ανακύκλωση των αποβλήτων που προκύπτουν έπειτα από το πέρας της ζωής τους. Ειδικότερα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζεται στην ανάκτηση πολύτιμων μετάλλων, όπως ο άργυρος (Ag), τα οποία βρίσκονται μέσα στη δομή των φωτοβολταϊκών πλαισίων και μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για την κατασκευή νέου ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Ακριβώς αυτός είναι και ο σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας – η ανάκτηση του αργύρου από απόβλητα φωτοβολταϊκά πάνελ μονοκρυσταλλικού πυριτίου. Για την επίτευξη του στόχου, μελετήθηκε η εκχύλιση αργύρου από απόβλητα φωτοβολταϊκά μονοκρυσταλλικού πυριτίου (m-Si) με υδροθερμική επεξεργασία. Πιο συγκεκριμένα, αυτό πραγματοποιήθηκε με την εφαρμογή ενός οργανικού οξέος, του κιτρικού. Οι μεταβλητές που εξετάστηκαν κατά την διάρκεια της πειραματικής διαδικασίας ήταν η συγκέντρωση του κιτρικού οξέος, ο χρόνος παραμονής στον υδροθερμικό αντιδραστήρα, καθώς και η θερμοκρασία επεξεργασίας. Αναλυτικότερα, πριν την εκχύλιση του αργύρου, εφαρμόστηκαν δύο διαδικασίες προεπεξεργασίας. Αρχικά, αφαιρέθηκε χειρωνακτικά από τα τεμάχια των πάνελ, όπου ήταν δυνατό, η οπίσθια μονωτική πλαστική μεμβράνη (backsheet), η οποία είναι συνήθως λευκή και κατασκευασμένη από Tedlar και στη συνέχεια τα δείγματα αυτά υποβλήθηκαν σε θερμική επεξεργασία υψηλής θερμοκρασίας για τη θερμική αποδόμηση του πολυμερούς EVA. Η δεύτερη διαδικασία προεπεξεργασίας, έγινε καταβύθιση των τεμαχισμένων πάνελ σε τολουένιο για την απομάκρυνση του EVA και του backsheet, καθώς και για το διαχωρισμό των κυψελών, του γυαλιού και των μεταλλικών αγωγών (ribbons). Έπειτα της προεπεξεργασίας, πραγματοποιήθηκε εκχύλιση με 4M HCl για την απομάκρυνση του αλουμινίου από τις κυψέλες και στις εναπομείνασες εφαρμόστηκε υδροθερμική εκχύλιση με οργανικό οξύ (κιτρικό οξύ) για την εκχύλιση του αργύρου. Κατά την πειραματική διαδικασία εξετάστηκαν διάφορες υδροθερμικές παράμετροι, όπως η συγκέντρωση οξέος (1–1,5–2 M), ο χρόνος επεξεργασίας (60–105–150 λεπτά) και η θερμοκρασία (150–180–210°C), ενώ ο λόγος υγρού προς στερεό (L/S) διατηρήθηκε σταθερός στα 30ml:1g, βάσει προκαταρκτικών δοκιμών. Για τη βελτιστοποίηση των παραμέτρων της υδροθερμικής εκχύλισης εφαρμόστηκε η μεθοδολογία επιφάνειας απόκρισης (RSM). Με βάση τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης προκύπτει ότι οι πολύ μεγάλοι χρόνοι επεξεργασίας (μεγαλύτεροι των 150min), καθώς και η μείωση του χρόνου κάτω των 60 min, δεν επιφέρουν αύξηση της απόδοσης της εκχύλισης. Ακόμη, συμπεραίνεται ότι δεν υπάρχουν σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ συγκέντρωσης και θερμοκρασίας, ούτε μεταξύ χρόνου και θερμοκρασίας, ενώ ήπιες αλληλεπιδράσεις παρατηρούνται μόνο μεταξύ συγκέντρωσης και χρόνου. Ως τελικό βήμα, για σύγκριση, πραγματοποιήθηκε εκχύλιση με νιτικό οξύ (HNO₃, 65%). Το ισχυρό ανόργανο οξύ (HNO₃) αποδείχθηκε πολύ πιο αποτελεσματικό στην εκχύλιση του αργύρου, υποδηλώνοντας ότι η αποδοτικότητα του οργανικόυ οξέος (C6H8O7) ήταν μικρότερη από 5% σε σύγκριση με το 65% του HNO₃. Καταλήγοντας, οι βέλτιστες συνθήκες ήταν: 210°C, 95min και 2M κιτρικό οξύ.Summarization: (In the context of sustainable development, there has been a rapid growth of photovoltaic (PV) technologies, highlighting the importance of developing efficient methods for the recovery, treatment, and recycling of waste generated at the end of their life. Particular interest lies in the recovery of valuable metals, such as silver (Ag), which are embedded within the structure of PV panels and can be reused in the manufacture of new electrical and electronic equipment. This is, precisely, the aim of the present thesis – the recovery of silver from end-of-life monocrystalline silicon (m-Si) photovoltaic panels. To achieve this objective, silver leaching from waste monocrystalline silicon (m-Si) photovoltaic panels was studied using hydrothermal treatment. Specifically, this was performed using citric acid as a leaching agent. The experimental parameters studied included citric acid concentration, hydrothermal treatment time and temperature. Prior to the leaching process, two pre-treatment procedures were applied. Initially, the back insulating plastic backsheet, typically white and made of Tedlar, was manually removed from the panel pieces. These samples were then subjected to high-temperature thermal treatment to thermally decompose the EVA polymer. In the second pre-treatment method, the panel pieces were submerged in toluene to remove EVA and the backsheet, and to separate the cells, glass, and ribbons. Following pre-treatment, the pieces underwent leaching with 4 M HCl to remove aluminum from the cells. Subsequently, hydrothermal leaching with citric acid was applied to recover silver. During the experimental procedure, various hydrothermal parameters were studied, including acid concentration (1–1,5–2 M), processing time (60–105–150 min), and temperature (150–180–210°C), while the liquid-to-solid ratio (L/S) was kept fixed at 30 ml:1g, based on preliminary tests. To optimize the hydrothermal leaching parameters, the Response Surface Methodology (RSM) was used. Based on the results of this study, it was found that excessively long treatment times (more than 150 min), as well as very short times (less than 60 min), did not improve the leaching efficiency. Furthermore, no significant interactions were observed between concentration and temperature, or between time and temperature, while only mild interactions were noted between concentration and time. As a final step, for comparative purposes, leaching was also conducted using nitric acid (HNO₃, 65%). The strong inorganic acid proved significantly more effective in recovering silver, with the efficiency of citric acid (C₆H₈O₇) being less than 5%, compared to 65% for HNO₃. In conclusion, the optimal conditions for hydrothermal leaching with citric acid were determined to be 210°C, 95 min and 2M citric acid
Investigation of the correlation of meteorological parameters and vegetation indicators with burned areas from fires in Greece
Περίληψη: Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα, αναλύοντας τη συχνότητα, την ένταση και τις επιπτώσεις τους μέσω πολυδιάστατης μεθοδολογικής προσέγγισης. Το μεσογειακό κλίμα της Ελλάδας, που χαρακτηρίζεται από θερμά και ξηρά καλοκαίρια, σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη αγροτικών δραστηριοτήτων και την ανεπαρκή διαχείριση δασών, δημιουργεί συνθήκες υψηλού κινδύνου για πυρκαγιές. Εξετάζονται παράγοντες όπως οι κλιματικές συνθήκες, η βλάστηση, η τοπογραφία και οι ανθρώπινες δραστηριότητες, που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και την εξάπλωση των πυρκαγιών. Η μελέτη αναλύει την ευφλεκτότητα της καύσιμης ύλης, τη χωρική κατανομή των πυρκαγιών, καθώς και την αλληλεπίδραση τοπογραφικών χαρακτηριστικών και μετεωρολογικών συνθηκών, χρησιμοποιώντας προηγμένες στατιστικές μεθόδους, όπως πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση, backward regression και ανάλυση standardized beta συντελεστών. Η χωρική απεικόνιση των αποτελεσμάτων υλοποιείται μέσω GIS, επιτρέποντας την οπτικοποίηση κρίσιμων δεδομένων για τη λήψη αποφάσεων. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η υψηλή συσσώρευση βιομάζας, οι παρατεταμένες ξηρασίες και οι καύσωνες αυξάνουν δραματικά την ευαισθησία των ελληνικών οικοσυστημάτων σε πυρκαγιές. Παράλληλα, οι πυρκαγιές επιφέρουν σοβαρές οικολογικές και κοινωνικοοικονομικές συνέπειες, περιλαμβάνοντας την υποβάθμιση του εδάφους, την απώλεια βιοποικιλότητας και τη διατάραξη κρίσιμων οικοσυστημικών λειτουργιών. Αναγνωρίζονται επίσης θετικές επιπτώσεις, όπως η ενίσχυση της βιοποικιλότητας σε οικοσυστήματα προσαρμοσμένα στη φωτιά. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις στρατηγικής διαχείρισης και μετριασμού, περιλαμβάνοντας τη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών, την απομάκρυνση ξηρής βιομάζας, τη χρήση τεχνολογιών πρόβλεψης κινδύνου και την εφαρμογή βιώσιμων πρακτικών διαχείρισης. Οι προτάσεις στοχεύουν στη μείωση του κινδύνου πυρκαγιάς, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων και τη διατήρηση των φυσικών και κοινωνικών πόρων.Summarization: This thesis focuses on forest fires in Greece, analyzing their frequency, intensity, and impacts through a multidimensional methodological approach. The Mediterranean climate of Greece, characterized by hot and dry summers, combined with the abandonment of agricultural activities and inadequate forest management, creates conditions of high fire risk. Factors such as climatic conditions, vegetation, topography, and human activities influencing fire behavior and spread are examined. The study analyzes the flammability of fuel types, the spatial distribution of fires, and the interaction of topographic features with meteorological conditions using advanced statistical methods such as simple and multivariate linear regression, backward regression, and standardized beta coefficient analysis. Spatial visualization of the results is achieved through GIS, enabling the depiction of critical data to support decision-making.
The findings indicate that high biomass accumulation, prolonged droughts, and heatwaves significantly increase the sensitivity of Greek ecosystems to fires. Simultaneously, forest fires cause severe ecological and socio-economic consequences, including soil degradation, biodiversity loss, and disruption of critical ecosystem functions. Positive effects are also recognized, such as biodiversity enhancement in fire-adapted ecosystems. The thesis concludes with strategic management and mitigation proposals, including the creation of firebreak zones, removal of dry biomass, use of risk prediction technologies, and implementation of sustainable management practices. These proposals aim to reduce fire risk, enhance ecosystem resilience, and preserve natural and social resources
The importance of nonverbal communication in business negotiations
Περίληψη: Η παρούσα εργασία εξετάζει τον ρόλο της μη λεκτικής επικοινωνίας στις επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις καθώς και τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητά της. Μέσα από μια εκτενή βιβλιογραφική ανάλυση, η έρευνα θα εντοπίσει πώς διάφορες μορφές μη λεκτικής επικοινωνίας, όπως η γλώσσα του σώματος, οι εκφράσεις του προσώπου και η στάση, επηρεάζουν τις διαπραγματεύσεις. Επιπλέον, θα πραγματοποιηθεί η ταξινόμηση των διαπραγματεύσεων σε κατηγορίες, ώστε να αναδειχθεί πώς η μη λεκτική επικοινωνία συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα κάθε τύπου διαπραγμάτευσης. 2.ΣΤΟΧΟΙ Ο κύριος στόχος της εργασίας είναι να διερευνήσει πώς η μη λεκτική επικοινωνία, όπως η γλώσσα του σώματος, οι εκφράσεις του προσώπου και η στάση, επηρεάζουν την επιτυχία των επιχειρηματικών διαπραγματεύσεων. Η έρευνα θα επιχειρήσει την ταξινόμηση των διαπραγματεύσεων σε διαφορετικές κατηγορίες και θα εξετάσει πώς η μη λεκτική επικοινωνία μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα κάθε κατηγορίας διαπραγμάτευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις μοναδικές απαιτήσεις και προκλήσεις τους. Τέλος, η εργασία στοχεύει στην παροχή πρακτικών συμβουλών και κατευθύνσεων για επαγγελματίες που συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις, αξιοποιώντας τη μη λεκτική επικοινωνία για την ενίσχυση των διαπραγματευτικών τους δεξιοτήτων. Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, η έρευνα θα επικεντρωθεί στα εξής ερευνητικά ερωτήματα: Ποιες μορφές μη λεκτικής επικοινωνίας έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στην επιτυχία των επιχειρηματικών διαπραγματεύσεων και γιατί; Ποιες πρακτικές μπορούν να υιοθετήσουν οι διαπραγματευτές για να ενσωματώσουν αποτελεσματικά τη μη λεκτική επικοινωνία στις στρατηγικές τους; ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ Για τη διερεύνηση του θέματος θα ακολουθηθεί ποιοτική μεθοδολογία, η οποία θα βασιστεί σε βιβλιογραφική ανασκόπηση. Η έρευνα θα επικεντρωθεί στην ανάλυση υπάρχουσας βιβλιογραφίας από επιστημονικά άρθρα, βιβλία και έρευνες που σχετίζονται με τη μη λεκτική επικοινωνία, τις επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις. Συγκεκριμένα, ανάλυση θα στηριχθεί σε επιστημονικές πηγές που εξετάζουν τη μη λεκτική επικοινωνία και τη σημασία της στον επιχειρηματικό κόσμο, με έμφαση στη διαπραγματευτική διαδικασία και τις στρατηγικές. Θα αναλυθούν θεωρίες, μελέτες περιπτώσεων και αποτελέσματα προηγούμενων ερευνών. ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η εργασία αναμένεται να αποδείξει ότι η μη λεκτική επικοινωνία παίζει κρίσιμο ρόλο στις επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις και πως η κατανόηση και η χρήση της μπορεί να οδηγήσει σε βελτιωμένες επικοινωνιακές δεξιότητες και στρατηγικές. Τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σεμιναρίων για επαγγελματίες και στελέχη των επιχειρήσεων, καθώς και για τη βελτίωση των επιχειρηματικών πρακτικών και στρατηγικών σε διαπραγματεύσει
Μηχανική μάθηση για χαμηλού κόστους πρόβλεψη ηλιακής ακτινοβολίας σε ευρεία περιοχή
Διπλωματική εργασία που κατατέθηκε στη σχολή ΗΜΜΥ του Πολυτεχνείου Κρήτης για την πλήρωση των προϋποθέσεων λήψης προπτυχιακού διπλώματος.Summarization: In the past few years, solar radiation prediction has been paramount in a multitude of sectors, from energy production via renewable energy sources, to tracking climate change, among others.
So far, work in the area lacks in large area coverage, ease of access, or uses past solar radiation readings, relying on related equipment being already on-site. In this work, we provide insight into the efficacy of neural networks in the area, accompanied with data sourced from varying providers.
In order to achieve this, we create and vet a weather reading dataset from a large variety of stations, which are more indicative of what smaller organizations or individuals may have access to, instead of more tailored datasets. We utilize this dataset to train a number of neural networks, each with different architectures, and evaluate their results so as to set a standard to be improved upon in later work utilizing a similar type of dataset.
The results indicate that, even utilizing a much broader dataset than what has been used in the past, neural networks show promise in this area, especially with more targeted implementations.Περίληψη: Τα τελευταία χρόνια, η πρόβλεψη ηλιακής ακτινοβολίας έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι πλήθους τομέων, όπως, μεταξύ άλλων, η παραγωγή ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών και η παρακολούθηση της κλιματικής αλλαγής.
Ως τώρα, οι σχετικές εργασίες γύρω από το θέμα είτε καλύπτουν πολύ μικρό χώρο, είτε είναι δυσπρόσιτες/μη προσβάσιμες από τον περισσότερο κόσμο, είτε χρησιμοποιούν χρονοσειρές μετρήσεων ηλιακής ακτινοβολίας ως εισόδους, βασιζόμενες στην ύπαρξη σχετικού εξοπλισμού στο σημείο-στόχο. Στην παρούσα διπλωματική εργασία, εξετάζουμε την αποδοτικότητα των νευρωνικών δικτύων εκπαιδευμένων με δεδομένα από διάφορες πηγές.
Συγκεκριμένα, δημιουργούμε και ελέγχουμε ένα σύνολο μετρήσεων καιρικών συνθηκών από μεγάλο πλήθος σταθμών, ως πιο ενδεικτικό του τύπου δεδομένων στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση μικρότερες οργανώσεις ή επιμέρους άτομα. Προτεραιοποιούμε τη χρήση τέτοιων μετρήσεων έναντι της χρήσης πιο προσαρμοσμένων δεδομένων. Αξιοποιούμε το σύνολο δεδομένων μας για να εκπαιδεύσουμε ένα πλήθος νευρωνικών δικτύων με διαφορετικές αρχιτεκτονικές, και αξιολογούμε τα αποτελέσματά τους ώστε να θέσουμε ένα πρότυπο προς βελτίωση σε μελλοντικές εργασίες που θα χρησιμοποιούν ένα παρόμοιο σύνολο δεδομένων.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ακόμη και με ένα πολύ μεγαλύτερο/ευρύτερο σύνολο δεδομένων από όσα έχουν χρησιμοποιηθεί ως τώρα, συγκεκριμένες στοχευμένες υλοποιήσεις νευρωνικών δικτύων μπορεί να είναι αποτελεσματικές στο συγκεκριμένο πρόβλημα
Ανάπτυξη προγνωστικών δεικτών ασφαλείας για την διαχείριση κινδύνων σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμου
Περίληψη: Η εργασία αυτή επικεντρώνεται στη δημιουργία και αξιολόγηση προγνωστικών δεικτών ασφαλείας που μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη εργατικών ατυχημάτων σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμου. Έμφαση δίνεται στην έγκαιρη ανίχνευση προειδοποιητικών ενδείξεων πριν την εκδήλωση σοβαρών περιστατικών, με στόχο την ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας. Αρχικά, γίνεται εισαγωγή στη σημασία της βιώσιμης ανάπτυξης, με ανάλυση των τριών πυλώνων της (οικονομία, κοινωνία, περιβάλλον), και τη συμβολή της ασφάλειας στην επίτευξή της. Ακολουθεί διερεύνηση της θεωρίας και των εφαρμογών των δεικτών ασφάλειας, σύμφωνα με διεθνή πρότυπα όπως του οργανισμού OSHA, με αναφορά σε σημαντικές μεθοδολογίες όπως η QRA (Quantitative Risk Assessment). Το έργο περιλαμβάνει ανάλυση ιστορικών βιομηχανικών ατυχημάτων (Feyzin, Cubatao, San Juan Inhuatepec) ώστε να αναδειχθεί η αξία της πρόληψης και των κατάλληλων δεικτών. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στα ανθρώπινα λάθη ως κύριο αίτιο ατυχημάτων και στη σημασία της εκπαίδευσης και κουλτούρας ασφάλειας. Η εμπειρική έρευνα της εργασίας βασίζεται σε δεδομένα από την εγκατάσταση της VTTV Vasiliko Ltd στην Κύπρο. Μέσω ερωτηματολογίων καταγράφηκαν οι απόψεις των εργαζομένων σχετικά με την ασφάλεια, την εργασία, και τις συνθήκες στον χώρο, αποκαλύπτοντας σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Συμπερασματικά, η εργασία καταλήγει πως οι προγνωστικοί δείκτες ασφαλείας, όταν είναι ειδικά σχεδιασμένοι για κάθε επιμέρους σύστημα, μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμα εργαλεία πρόληψης. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη για διαρκή αναβάθμιση των διαδικασιών ΥΑΕ (Υγεία & Ασφάλεια Εργασίας) και ενίσχυση της σχετικής κουλτούρας στις επιχειρήσεις
Product adaptation management: The case of medical device changes in healthcare institutions
Summarization: In the medical device industry change is inevitable. Innovative healthcare companies are at the constant forefront of new technological advancements, regulations and standards revision. New requirements are enforced and every document, process, and product is subject to change. Product modifications can be initiated by manufacturers before the product is approved and made
available to the public (pre-market product changes) as well as after the device has been approved and is distributed into the marketplace (post-market product changes). Such modifications are more challenging because products are being actively used in Healthcare Institutions so any change of the medical device or a medical device part will require correction resulting in uncertainty and operational inefficiencies in the interim period. The scope of this thesis is to explore how healthcare institutions adapt to medical device changes initiated by manufacturers due to safety alerts, recalls, software updates or product modifications. The focus will be given on how healthcare institutions are adapting to the changes triggered by safety alerts which is very critical in maintaining patient safety. Also, it seeks to understand the existing processes of handling medical device changes, the
challenges and the effectiveness of adaptation management. Based on this, it will explore ways to improve the adaptation management practices within healthcare institutions. Through interviews with healthcare institutions stakeholders, this thesis uncovers the complexities involved in adapting to these changes. Also, based on the results, this thesis explores potential improvements and/or solutions to the overall medical device adaptation management process of healthcare institutions ensuring better preparedness and adaptability while maintaining both operational
continuity and patient and user safety during critical medical device changes
Περιγραφές ασύγχρονων συσκευών και υπηρεσιών στον Ιστό των Πραγμάτων
Διπλωματική ΕργασίαSummarization: In IoT, people and devices can interact in a shared network which promotes data sharing and services among them. Yet, as the number of connected devices continues to increase, the coexistence of multiple protocols and standards creates considerable complexities. The Web of Things (WoT) is a layer that can be built on-top of the IoT to facilitate communication and management of heterogeneous objects in a unified way. The Web of Things (WoT) relies on standardized descriptions to enable interoperability across heterogeneous devices and services. Although the W3C Thing Description (TD) specification provides a solid framework for describing IoT resources, it offers hardly any direct support for the IoT's most common interaction pattern—one where asynchronous communications among distributed, event-driven components is the norm. In addition, if the TD is to be useful to the IoT community, it must serve not only synchronous components but also those that depend on asynchronous communications. This dissertation describes the creation of tools that connect the AsyncAPI and WoT ecosystems. The AsyncAPI tools produce WoT Thing Descriptions that work with asynchronous operations. The choice of using AsyncAPI over modifying existing W3C specifications was made for two reasons: 1. AsyncAPI is a mature specification that industry uses to describe asynchronous services. 2. Using AsyncAPI offers a path to add support for asynchronous operations in WoT without modifying its existing specifications meaning that instead of changing the core WoT specifications to accommodate asynchronous operations, you can use AsyncAPI as an extension or complement . We validated the tools through practical case studies involving IoT systems with asynchronous communication needs. This work contributes to the WoT community because it provides a practical solution for integrating asynchronous WoT devices into standardized WoT ecosystems.Περίληψη: Στο Διαδίκτυο των Πραγμάτων (IoT), άνθρωποι και συσκευές δύνανται να αλληλεπιδρούν εντός ενός κοινού δικτύου, το οποίο προάγει την ανταλλαγή δεδομένων και υπηρεσιών μεταξύ τους. Ωστόσο, καθώς ο αριθμός των συνδεδεμένων συσκευών συνεχίζει να αυξάνεται, η συνύπαρξη πολλαπλών πρωτοκόλλων και προτύπων δημιουργεί σημαντικές πολυπλοκότητες. Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (WoT) αποτελεί ένα επίπεδο που μπορεί να οικοδομηθεί επί του IoT, με σκοπό τη διευκόλυνση της επικοινωνίας και της διαχείρισης ετερογενών αντικειμένων κατά ενιαίο τρόπο. Το WoT βασίζεται σε τυποποιημένες περιγραφές για να επιτρέψει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ ετερογενών συσκευών και υπηρεσιών. Αν και η προδιαγραφή W3C Thing Description (TD) παρέχει ένα στέρεο πλαίσιο για την περιγραφή των πόρων του IoT, προσφέρει ελάχιστη άμεση υποστήριξη για το πιο κοινό πρότυπο αλληλεπίδρασης του IoT – εκείνο όπου οι ασύγχρονες επικοινωνίες μεταξύ κατανεμημένων, καθοδηγούμενων από γεγονότα, συνιστωσών αποτελούν τον κανόνα. Επιπροσθέτως, εάν η TD πρόκειται να είναι χρήσιμη στην κοινότητα του IoT, πρέπει να εξυπηρετεί όχι μόνο σύγχρονες επικοινωνίες αλλά και ασύγχρονες επικοινωνίες. Η παρούσα διπλωματική περιγράφει τη δημιουργία εργαλείων που συνδέουν τα οικοσυστήματα AsyncAPI και WoT. Τα εργαλεία AsyncAPI παράγουν WoT Thing Descriptions που λειτουργούν με ασύγχρονες λειτουργίες. Η επιλογή χρήσης του AsyncAPI έναντι της τροποποίησης των υφιστάμενων προδιαγραφών του W3C έγινε για δύο λόγους: 1. Το AsyncAPI είναι μια ώριμη προδιαγραφή που χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία για την περιγραφή ασύγχρονων υπηρεσιών. 2. Η χρήση του AsyncAPI προσφέρει μια οδό για την προσθήκη υποστήριξης ασύγχρονων λειτουργιών στο WoT χωρίς την τροποποίηση των υφιστάμενων προδιαγραφών του, κάτι που σημαίνει ότι, αντί να αλλαχθούν οι βασικές προδιαγραφές του WoT για να υποστηρίζει ασύγχρονους τρόπους επικοινωνίας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το AsyncAPI ως επέκταση ή συμπλήρωμα. Επικυρώσαμε τα εργαλεία μέσω πρακτικών μελετών που αφορούσαν συστήματα IoT με ανάγκες ασύγχρονης επικοινωνίας. Η παρούσα εργασία συμβάλλει στην κοινότητα του WoT, καθώς παρέχει μια πρακτική λύση για την ενσωμάτωση ασύγχρονων συσκευών WoT σε τυποποιημένα οικοσυστήματα WoT
Museum experiences and contemporary concerns, an equation of tradition and innovation
Από τα θρησκευτικά και αυτοκρατορικά οικοδομήματα του παρελθόντος έως τις
σύγχρονες, τεχνολογικά προηγμένες μουσειακές δομές, η σχέση μεταξύ χώρου,
εκθεμάτων και επισκεπτών βρίσκεται σε συνεχή αναδιαμόρφωση. Σήμερα, η
εισαγωγή νέων τεχνολογιών στον μουσειακό σχεδιασμό επαναπροσδιορίζει
την αντίληψη της έκθεσης, θέτοντας ερωτήματα σχετικά με τη διατήρηση της
αυθεντικότητας των έργων τέχνης, την αλληλεπίδραση του κοινού με τα εκθέματα
και τον ρόλο της αρχιτεκτονικής στην ανάδειξή τους. Εξερευνούμε λοιπόν τις
δυναμικές αυτών των παραμέτρων που μερικές φορές παρουσιάζονται ως
παράλληλες ενώ σε άλλες παρουσιάζονται ως τεμνόμενες. Σε αυτά τα σημεία
τομής υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στην καινοτομία και την παράδοση, ή μήπως
οι ψηφιακές παρεμβάσεις αλλάζουν ριζικά τη φυσιογνωμία των μουσείων;
Κατά πόσο η αρχιτεκτονική του εκθεσιακού χώρου επηρεάζει τον τρόπο που το
κοινό αντιλαμβάνεται την τέχνη; Μπορεί να ενισχύσει την επικοινωνία μεταξύ
του καλλιτεχνικού έργου και του θεατή ή λειτουργεί ως εμπόδιο; Ποιος είναι ο
ρόλος της αρχιτεκτονικής σε αυτόν τον διάλογο; Η παρούσα μελέτη εξετάζει την
αλληλεπίδραση ανάμεσα στην τέχνη, την τεχνολογία και τον εκθεσιακό χώρο,
διερευνώντας αν η καινοτομία μπορεί να ενσωματωθεί χωρίς να αποδυναμώσει
τη σημασία των εκθεμάτων, αλλά αντίθετα να αναδείξει νέους τρόπους
πρόσληψης της τέχνης. Σε μεταγενέστερο επίπεδο προσθέτουμε την παράμετρο
του επισκέπτη και τον εξισώνουμε στην συζήτηση όσων προαναφέραμε
σχετικά με την χημεία του εκθεσιακού χώρου με σύγχρονες εγκαταστάσειςΠερίληψη: Ο εκθεσιακός χώρος έχει εξελιχθεί σημαντικά μέσα στους αιώνες,
αντανακλώντας τις εκάστοτε κοινωνικές, πολιτικές και τεχνολογικές συνθήκες.
Από τη θρησκευτική και πολιτική εξουσία του παρελθόντος έως την κυριαρχία
της τεχνολογίας στη σύγχρονη εποχή, η μουσειακή εμπειρία μεταβάλλεται
συνεχώς. Σήμερα, η εισαγωγή της τεχνολογίας στους εκθεσιακούς χώρους
αμφισβητεί παραδοσιακές προσεγγίσεις, δημιουργώντας νέες προοπτικές
αλλά και αντιδράσεις. Οι καινοτόμες τεχνολογικές εφαρμογές επηρεάζουν
όχι μόνο τον μουσειακό σχεδιασμό, αλλά και την αλληλεπίδραση των
επισκεπτών με τα εκθέματα, προσφέροντας μια πιο ολοκληρωμένη και
διαδραστική εμπειρία. Ωστόσο, η ενσωμάτωση αυτών των στοιχείων
απαιτεί ισορροπία μεταξύ παράδοσης και καινοτομίας, προκειμένου να
διατηρηθεί η ουσία της τέχνης και του εκθεσιακού χώρου. Αυτή η ερευνητική
εργασία εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, την τεχνολογία και τον
εκθεσιακό χώρο, αναλύοντας την ιστορική τους εξέλιξη και συγκρίνοντας
διαφορετικά παραδείγματα. Μέσα από αυτήν την ανάλυση, επιχειρείται
να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο η τεχνολογία αναδιαμορφώνει τη
μουσειακή εμπειρία και αν είναι δυνατή η γεφύρωση του χάσματος που
πολλές φορές έχει παρατηρηθεί ανάμεσα στο κέλυφος και το περιεχόμενο.Summarization: The exhibition space has evolved significantly over the centuries, reflecting the social, political and technological conditions at each time. From the religious and political power of the past to the dominance of technology in the modern era, the museum experience is constantly changing. Today, the introduction of technology into exhibition spaces challenges traditional approaches, creating new perspectives and reactions. Innovative technological applications influence not only museum design, but also the interaction of visitors with the exhibits, offering a more complete and interactive experience. However, the integration of these elements requires a balance between tradition and innovation, in order to preserve the essence of art and exhibition space. This research paper examines the relationship between art, technology and exhibition space, analyzing the equations of these parameters. Through this analysis, we discover the common grounds that concepts create through the lenses of the material and the immaterial.Presented on