Institutional Repository of the Technical University of Crete
Not a member yet
19304 research outputs found
Sort by
Experimental study of refinery solid wastes treatment
Περίληψη: Η παρούσα εργασία έχει ως αντικείμενο μελέτης τα στερεά πετρελαϊκά απόβλητα και πώς
αυτά μπορούν να επεξεργαστούν με διαλύτες για την ανάκτηση επιπρόσθετων
πετρελαϊκών προϊόντων. Για το σκοπό αυτό δείγματα πετρελαϊκής ιλύος εκχυλίστηκαν με
υγρούς διαλύτες, υγροποιημένους καθώς και με μείγματα διαλυτών ώστε να βρεθεί ο
κατάλληλος διαλύτης εκχύλισης ο οποίος θα δώσει το μεγαλύτερο ποσοστό ανάκτησης
πετρελαϊκών κλασμάτων
Ενίσχυση βιώσιμης απόδοσης στη βιομηχανία χυμών: Μια προσέγγιση με τη μέθοδο Balanced Scorecard
Διπλωματική Εργασία που υποβλήθηκε στη σχολή ΜΠΔ για τη λήψη διπλώματος μηχανικούSummarization: In today's business environment, sustainability has gained significant attention by helping companies to implicate social, economic, and environmental sectors to the strategy and management of the company. Although the sustainability concept has been known for it’s perks for a while now, many organizations still do not know how to implement or measure its outputs. This thesis explores the Sustainability Balanced Scorecard (SBSC) as a strategic tool designed to integrate sustainability metrics into corporate management systems. The initial chapters lay the groundwork by defining sustainability in the context of business, illustrating its evolution from a niche interest to a global imperative due to increasing environmental challenges and stakeholder pressures. It further details the growing emphasis on sustainability in industrial sectors propelled by regulatory shifts, changing market demands, and heightened public consciousness.
The thesis delineates the theoretical foundations of the SBSC, extending the classic BSC model—traditionally focusing on financial outcomes—to embrace sustainability. This expansion involves four perspectives: financial, customer, internal processes, and learning and growth, with a significant addition of sustainability metrics. Empirical data and case studies within the thesis illustrate the practical application of the SBSC in various industries, highlighting both the achievements and challenges faced by organizations in integrating these principles into their operational and strategic frameworks. Quantitative information was gathered alongside qualitative perspectives to formulate the SBSC. The methodology included the adaptation of Key performance indicators (KPIs) to the research followed by a thorough SWOT analysis to assess the efficacy of the Strategic Balanced Scorecard (SBSC) across different situations. It includes a detailed review of literature and existing models, proposing enhancements tailored to specific industry needs, particularly focusing on hybrid renewable energy systems (HRES) and their integration into the SBSC framework.
The concluding section repeats the relevance of the SBSC in modern business practices by connecting traditional business strategy with the emergent of sustainability context. As this thesis demonstrates through analysis and systematic argumentation, the SBSC represents a critical instrument to secure continuity and long-term competitiveness of a company within the dynamics of an ecologically conscious market environment.Περίληψη: Στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον, η βιωσιμότητα έχει προσελκύσει σημαντική προσοχή βοηθώντας τις εταιρείες να συνδέσουν τους κοινωνικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς τομείς με τη στρατηγική και τη διοίκηση της εταιρείας. Παρόλο που η έννοια της βιωσιμότητας είναι γνωστή για τα πλεονεκτήματά της εδώ και αρκετό καιρό, πολλοί οργανισμοί εξακολουθούν να μην γνωρίζουν πώς να εφαρμόσουν ή να μετρήσουν τα αποτελέσματά της. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη μέθοδο Sustainability Balanced Scorecard (SBSC) ως στρατηγικό εργαλείο που έχει σχεδιαστεί να ενσωματώνει μετρήσεις βιωσιμότητας στα εταιρικά συστήματα διαχείρισης. Τα πρώτα κεφάλαια της εργασίας θέτουν τις βάσεις ορίζοντας την βιωσιμότητα στο πλαίσιο των επιχειρήσεων, παρουσιάζοντας την εξέλιξή της σε παγκόσμια ανάγκη εξαιτίας αυξανόμενων περιβαλλοντικών προκλήσεων αλλά και των πιέσεων των ενδιαφερομένων φορέων. Περιγράφει επίσης λεπτομερώς την ολοένα αυξανόμενη έμφαση στη βιωσιμότητα στον βιομηχανικό κλάδο, η οποία προωθείται από νομοθετικές αλλαγές, συνεχώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της αγοράς και την αυξημένη ευαισθητοποίηση του πληθυσμού στον τομέα αυτό.
Η παρούσα διατριβή σκιαγραφεί τα θεωρητικά θεμέλια του SBSC, επεκτείνοντας το κλασικό μοντέλο BSC - που παραδοσιακά εστιάζει στα οικονομικά αποτελέσματα - για να αγκαλιάσει τη βιωσιμότητα. Η επέκταση αυτή περιλαμβάνει τέσσερις πτυχές: οικονομικές, πελατών, εσωτερικών διαδικασιών και μάθησης και ανάπτυξης, με τη σημαντική προσθήκη της μέτρησης βιωσιμότητας. Τα πειραματικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στη διατριβή και οι μελέτες περιπτώσεων απεικονίζουν την πρακτική εφαρμογή του SBSC σε διάφορους κλάδους, αναδεικνύοντας τόσο τα επιτεύγματα όσο και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί κατά την ενσωμάτωση αυτών των κριτηρίων στα επιχειρησιακά και στρατηγικά τους πλαίσια. Για τη διαμόρφωση του SBSC συγκεντρώθηκαν ποσοτικές πληροφορίες σε συνδυασμό με ποιοτικές προσεγγίσεις. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει αρχικά την προσαρμογή των βασικών δεικτών επιδόσεων (KPIs) στο πλαίσιο της έρευνας, και έπειτα μια ενδελεχή ανάλυση SWOT για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του SBSC σε διάφορες καταστάσεις. Η διατριβή παρουσιάζει λεπτομερή επισκόπηση της βιβλιογραφίας και των υφιστάμενων μοντέλων, προτείνοντας βελτιώσεις προσαρμοσμένες στις ειδικές ανάγκες του κλάδου, με ιδιαίτερη έμφαση στα υβριδικά συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (HRES) και την ενσωμάτωσή τους στο πλαίσιο SBSC.
Οι τελικές ενότητες επαναλαμβάνουν τη σημασία του SBSC στις σύγχρονες επιχειρηματικές πρακτικές, τονίζοντας τη χρησιμότητά του σαν γέφυρα μεταξύ της παραδοσιακής επιχειρηματικής στρατηγικής και της επείγουσας ανάγκης για βιωσιμότητα. Μέσω αυστηρής ανάλυσης και συστηματικής παρουσίασης, η διατριβή υποστηρίζει το SBSC ως αναντικατάστατο εργαλείο για επιχειρήσεις που στοχεύουν στην επίτευξη μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας και ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε έναν όλο και πιο οικολογικά συνειδητό αγοραστικό τοπίο
Development of a mobile application for students: A comprehensive e-business plan
Περίληψη: Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός E-Business Plan για μια εφαρμογή κινητών τηλεφώνων που απευθύνεται σε φοιτητές. Για τη βέλτιστη κατανόηση του πλαισίου για τον σχεδιασμό αυτού του πλάνου γίνεται μία συνοπτική περιγραφή του ηλεκτρονικού επιχειρείν και των μοντέλων του, καθώς και των εργαλείων ανάπτυξης εφαρμογών. Αναλύονται οι διεθνείς τάσεις στην αγορά των φοιτητικών εφαρμογών και παρουσιάζονται οι λειτουργίες και τα χαρακτηριστικά της εφαρμογής. Πραγματοποιείται μία έρευνα σχετικά με την αρχιτεκτονική της εφαρμογής και τα κριτήρια με τα οποία έγινε η επιλογή της. Εκπονείται μία ανάλυση αγοράς που περιλαμβάνει μία πρωτογενής έρευνα που απευθύνεται στους χρήστες (φοιτητική κοινότητα) με στόχο τη βέλτιστη κατανόηση των αναγκών τους και την αποτελεσματικότερη ανταπόκριση της εφαρμογής σε αυτές. Συγχρόνως περιλαμβάνει δεδομένα και συγκρίσεις για το ανταγωνιστικό περιβάλλον και αναλύσεις SWOT και Business Model Canvas για την προτεινόμενη εφαρμογή. Επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η στρατηγική μάρκετινγκ προσέγγισης πελατών και χρηστών, καθώς και η οικονομική της δομή, αποτελούμενη από το χρηματοοικονομικό σχέδιο, προβλέψεις και εκτιμήσεις για τα πρώτα έτη της λειτουργίας της. Τέλος, από τα παραπάνω μεγέθη εξάγονται πολύτιμα συμπεράσματα για την πορεία και τις προοπτικές της εφαρμογής.Summarization: This thesis focuses on the design and implementation of an E-Business Plan for a mobile application aimed at students. To ensure an optimal understanding of the framework for designing this plan, a brief description of e-business and its models is provided, along with an overview of mobile application development tools. It examines global trends in the student app market and presents the functions and features of the proposed application. A study is conducted on the app's architecture and the criteria used for its selection. A market analysis is performed, including a primary survey targeting users (the student community) to better understand their needs and to improve the app’s responsiveness to them. Additionally, the analysis includes data and comparisons regarding the competitive environment, as well as SWOT analysis and Business Model Canvas for the proposed app. Moreover, the thesis presents a marketing strategy for approaching customers and users, along with the app's financial structure, consisting of a financial plan, forecasts, and estimates for the first year of operation. Finally, valuable conclusions are drawn from these figures regarding the app's trajectory and prospects
Places of social disorder, case study: Exarcheia, 1974-2024
Περίληψη: Η παρούσα ερευνητική εργασία έχει στόχο την διερεύνηση και καταγραφή των κοινωνικών αναταραχών, οι οποίες διεξήχθησαν στην περιοχή των Εξαρχείων κατά την πεντηκονταετία από 1974 έως το 2024. Συγκεκριμένα, επιχειρείται η χρήση νέων θεωρητικών εργαλείων για την ανάλυση των χωρο-κοινωνικών φαινομένων και η χρήση ληφθεισών συνεντεύξεων με στόχο την ανάδειξη της προφορικής ιστορίας και ορισμένων πτυχών των εντάσεων. Η χρονική εξέλιξη των Εξαρχείων διαχωρίζεται σε πέντε ιστορικές περιόδους, καθώς παρατηρούνται διαφορετικά γνωρίσματα και αναδυόμενες συγκρούσεις. Ειδικότερα, στην εργασία αναλύεται η παραβατικότητα, η οποία παρατηρείται στην περιοχή, μέσα από διαφορετικές εκφάνσεις της, όπως η χρήση ουσιών, οι καταλήψεις και γενικότερα οι αντιδράσεις των πολιτικών ομάδων των Εξαρχείων. Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία σε ορισμένα δίπολα, όπως το «δράση- αντίδραση» για την καλύτερη κατανόηση των συγκρούσεων και την αποσαφήνιση των κρατικών πολιτικών στην περιοχή των Εξαρχείων. Τέλος, η χωρική πραγμάτωση των κοινωνικών αναταραχών, φέρνει στο προσκήνιο ποικίλες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας αλλά, ταυτόχρονα, μαρτυρά τις αντικρουόμενες, έως και σήμερα, θεωρήσεις για την σχεδίαση των πόλεών μας.Presented on
Commitment of CO2 from power plant waste gas by culturing the microalgae Stichococcus sp.
Περίληψη: Σκοπός της έρευνας αυτής είναι η μείωση του CO2 από τα καυσαέρια με τη χρήση μικροφυκών και η μετατροπή της βιομάζας σε προϊόντα υψηλής αξίας. Η παρούσα μελέτη πραγματοποιήθηκε στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Κερατέας-Λαυρίου της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ). Φωτο-βιοαντιδραστήρες κλειστού τύπου 15 L χρησιμοποιήθηκαν για την καλλιέργεια μικροφυκών, στους οποίους τα μικροφύκη αναπτύχθηκαν προσκολλημένα σε γυαλί αμμοβολής. Ο εργαστηριακός φωτο-βιοαντιδραστήρας τοποθετήθηκε μέσα σε ένα οικίσκο, παρέχοντας προστασία από τις καιρικές συνθήκες και άλλους περιοριστικούς παράγοντες. Στα πειράματα χρησιμοποιήθηκε το στέλεχος Stichococcus sp. Για την ανάπτυξη των μικροφυκών γινόταν τροφοδοσία άνθρακα στους φωτο-βιοαντιδραστήρες υπό τη μορφή διοξειδίου του άνθρακα που περιέχεται στα καυσαέρια με ρυθμό 0,6 L/min. Εξετάστηκαν 3 τύποι καλλιεργειών: καλλιέργεια με σταθερό φως, με διακεκομμένο φως και καλλιέργεια με πενία αζώτου. Οι καλλιέργειες φωτίζονταν με λαμπτήρες LED (6.600, 6.600 και 3.300 lux για καλλιέργεια με σταθερό φως, διακεκομμένο φως και με έλλειψη αζώτου, αντίστοιχα), ενώ η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ελεγχόταν από μονάδα A/C (25 ± 1 oC). Τυπικά, το Stichococcus sp. καλλιεργήθηκε σε τεχνητό θαλασσινό νερό με την προσθήκη Bold’s Basal Medium. Η σύνθεση των NaCl και NaNO3 ήταν 35 g/L και 0,75 g/L, αντίστοιχα. Επίσης, στην τελευταία καλλιέργεια που αναφέρθηκε εφαρμόστηκε πενία αζώτου 3 ημέρες πριν από τη συλλογή βιομάζας, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή λιπιδίων. Στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου, η εξαγόμενη βιομάζα μετατράπηκε σε προϊόντα υψηλής αξίας (π.χ. λιπίδια, χρωστικές, πρωτεΐνες και υδατάνθρακες), για την αξιολόγηση του Stichococcus sp. στην δυνατότητα εφαρμογής σε βιοδιυλιστήρια 3ης γενιάς.
Τα αποτελέσματα της Stichococcus sp. για παραγωγή βιομάζας ήταν 50,5, 47,9 και 38,3 g/m2 για καλλιέργεια με σταθερό φως, διακεκομμένο φως και με πενία αζώτου αντίστοιχα. Η περιεκτικότητα σε βιοπροϊόντα (υδατάνθρακες, λιπίδια πρωτεΐνες και ολική χλωροφύλλη) του Stichococcus sp. ήταν περίπου 80-90%. Η περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες ήταν η υψηλότερη μεταξύ άλλων βιοπροϊόντων, με 24,8, 23,4 και 11,9 g/m2 αντίστοιχα. Η περιεκτικότητα σε λιπίδια ήταν 6,6, 6,8 και 11,0 g/m2. Η πρωτεΐνη ήταν 8,3, 7,6 και 6,1 g/m2 και η συνολική χλωροφύλλη που βρέθηκε ήταν 19,1∙10-2, 23∙10-2, 12∙10-2 g/m2.Summarization: The research purpose was the reduction of CO2 from flue gases with the use of microalgae and bioconversion of biomass into high-value products. The present study took place in the thermal power plants AIS Kerateas-Lavriou of the Public Power Corporation (PPC). 15 L closed type photo-bioreactors were utilized for microalgae cultivation, in which the cells were cultivated attached on sandblasted glass. The lab photo-bioreactor was placed inside a small shelter providing protection from weather conditions and other limiting factors. Stichococcus sp. was
used throughout the experiments. Carbon under the form of carbon dioxide contained in flue gas was provided into the photo-bioreactor at a rate of 0,6 L per minute. Three types of cultures were examined: cultivation with continuous light, with alternating light and with nitrogen deficiency. Cultures were illuminated by LED lamps (6.600, 6.600 and 3.300 lux for cultivation with continuous light, alternating light and with nitrogen deficiency, respectively) and the ambient temperature was controlled by an A/C unit (25 ± 1 oC). Typically, Stichococcus sp. was cultivated in artificial seawater with the addition of Bold’s Basal Medium. The composition of
NaCl and NaNO3 was 35 g/L and 0.75 g/L, respectively. Also, nitrogen starvation was implemented 3 days prior to biomass harvesting, in order to increase lipids production. At the end of cultivation period, the extracted biomass was converted into high added value products (i.e., lipids, pigments, proteins and carbohydrates), to assess Stichococcus sp. potential for 3rd generation biorefineries.
The results of Stichococcus sp. cultivation for biomass production were 50,5, 47,9 and 38,3 g/m2 for cultivation with continuous light, alternating light and with nitrogen deficiency respectively. The bioproducts content of Stichococcus sp. was approximately 80-90%, the bioproducts include carbohydrates, lipids proteins and total chlorophyll. Carbohydrates content was the highest amongst other bio-products, being 24,8, 23,4 and 11,9 g/m2 respectively. The lipid content was 6,6, 6,8 and 11 g/m2. The proteins were 8,3, 7,6 and 6,1 g/m2 and the total
chlorophyll found to be 19,1∙10-2, 23∙10-2, 12∙10-2 g/m2
Introduction of electromobility and sustainable planning of the island of Ikaria towards autarky
Περίληψη: Στις μέρες μας η κοινωνία για να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες έχει στραφεί σε πιο βιώσιμα συστήματα παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας αντί αυτών με τα ορυκτά καύσιμα. Η ανεξαρτητοποίηση από τα ορυκτά καύσιμα είναι πολύ σημαντική και κυρίως για απομακρυσμένες περιοχές εκτός δικτύου όπως είναι τα νησιά, καθώς η μεταφορά ορυκτών έχει μεγάλο κόστος, και η χρήση τους είναι πολύ επιβλαβής για το περιβάλλον.
Οι ενεργειακές ανάγκες των νησιών μπορούν να καλυφθούν μέσω των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ωστόσο επειδή αυτές βασίζονται κυρίως στα καιρικά φαινόμενα τα οποία μεταβάλλονται συνεχώς είναι αναγκαία η χρήση βιώσιμων αποθηκευτικών μέσων για την εξασφάλιση της πράσινης ενεργειακής αυτονομίας. Στο νησί της Ικαρίας εκπονήθηκε μία μελέτη ώστε το νησί να γίνει ενεργειακά αυτόνομο. Μετά την εξαγωγή των αποτελεσμάτων διαπιστώθηκε ότι τα αποθηκευτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, δεν επαρκούσαν για την αποθήκευση του μεγαλύτερου ποσοστού της παραγόμενης ενέργειας, με αποτέλεσμα μεγάλο ποσοστό να απορρίπτεται. Αλλά και, κάποιες φορές ήταν απαραίτητη η χρήση ορυκτών καυσίμων για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών.
Στην παρούσα διπλωματική μελέτη, αρχικά προστέθηκε στο σύστημα η υδροηλεκτρική ενέργεια που διαθέτει το νησί και στην συνέχεια εκτιμήθηκε μία γενική εξοικονόμηση ενέργειας η οποία αφορούσε κτηριακές δομές αλλά και παροχές όπως ο φωτισμός και η αναβάθμιση των μέσων θέρμανσης ψύξης. Αφού πραγματοποιήθηκαν αυτές οι εισαγωγές εξετάστηκε πώς η ηλεκτροκίνηση μπορεί να ενταχθεί στο νησί και πως το επηρεάζει. Τέλος έχοντας εισάγει την ηλεκτροκίνηση εκπονήθηκε ανακατανομή της υδροηλεκτρικής ενέργειας και πραγματοποιήθηκε τροποποίηση στο υπάρχων αντλησιοταμιευτικό σύστημα ώστε να επιτευχθεί επέκταση της δυνατότητας αποθήκευσης.Summarization: Nowadays, society has turned to more sustainable energy production and storage systems instead of fossil fuel-based ones to meet its energy needs. Independence from fossil fuels is very important, especially for remote off-grid areas such as islands. As transporting fossil fuels is costly, but their use is also very harmful to the environment.
The energy needs of islands can be met through renewable energy sources. However, as these are mainly based on weather phenomena, which are constantly changing, it is necessary to use sustainable means of storage to ensure green energy autonomy. On the island of Ikaria a study has been carried out to make the island energy autonomous. After the results were obtained, it was found that the storage media used were not sufficient to store the majority of the energy produced, with the result that a large proportion of it was wasted. But also, sometimes it was necessary to use fossil fuels to meet energy needs.
In this thesis study, the hydroelectricity available on the island was first added to the system and then a general energy saving policy was estimated which was related to building structures and utilities such as lighting and heat pumps on the island. After these inputs were made it was examined how electromobility can be integrated into the island's grid and how it affects it. Finally, having introduced electromobility, a redistribution of hydropower was worked out and a modification to the existing pumped storage system was carried out to achieve an extension of the storage capacity
Διερεύνηση μείωσης ανόργανων ρύπων από απόθεση τεφρών παραγόμενων από συν-καύση αστικών αποβλήτων και λυματολάσπης σε σταθερή κλίνη, με φυσικές μεθόδους
Περίληψη: Η εξάντληση των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη χρήση τους, καθιστούν επιτακτική τη στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, η καύση αστικών στερεών αποβλήτων και λυματολάσπης παρουσιάζει ενδιαφέρον, αν και παράγεται τέφρα που απαιτεί κατάλληλη διαχείριση. Η παρούσα εργασία διερεύνησε τη σταθεροποίηση τεφρών από τη συν-καύση πυρηνόξυλου, αστικών στερεών αποβλήτων και λυματολάσπης, με την προσθήκη κομπόστας και κρεατάλευρου ως σταθεροποιητών. Η μεθοδολογία περιλάμβανε την ανάμειξη των τεφρών με σταθεροποιητές σε διάφορες αναλογίες και την αξιολόγησή τους μέσω πειραμάτων έκπλυσης, χρησιμοποιώντας στήλες που περιείχαν έδαφος από την εγκατάσταση διαχείρισης απορριμμάτων της εταιρείας ΔΕΔΙΣΑ Χανίων. Τα εκχυλίσματα αναλύθηκαν για φυσικοχημικές ιδιότητες (pH, ηλεκτρική αγωγιμότητα), συγκεντρώσεις ανόργανων στοιχείων (όπως χλωριούχα, θειικά και φωσφορικά ιόντα) και βαρέων μετάλλων, όπως χρώμιο, μόλυβδος, αρσενικό και χαλκός. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η προσθήκη σταθεροποιητών μείωσε σημαντικά τη διαλυτότητα των βαρέων μετάλλων. Ειδικότερα: Η προσθήκη 10% κρεατάλευρου στο μείγμα τέφρας πυρηνόξυλου και λυματολάσπης (αναλογία 50:50) μείωσε την έκπλυση του χρωμίου κατά 94,1% και του αρσενικού κατά 100%. Στο ίδιο μείγμα, η προσθήκη 10% κομπόστας συγκράτησε πλήρως τον μόλυβδο, τον χαλκό και το αρσενικό στο έδαφος. Στο μείγμα τέφρας πυρηνόξυλου και αστικών στερεών αποβλήτων (αναλογία 90:10), η προσθήκη 10% κομπόστας μείωσε την έκπλυση του χρωμίου κατά 78% και του αρσενικού κατά 100%, ενώ στο ίδιο μείγμα με 10% κρεατάλευρο μειώθηκε η έκπλυση του χρωμίου κατά 97,5%, ενώ το αρσενικό δεν εκπλύθηκε.
Συμπερασματικά, η χρήση κομπόστας και κρεατάλευρου ως σταθεροποιητών βελτιώνει σημαντικά την περιβαλλοντική επίδραση της τέφρας, μειώνοντας τις συγκεντρώσεις των βαρέων μετάλλων στα εκπλύματα
Έλεγχος κυκλοφορίας αυτοκινητοδρόμων με χρήση συνδεδεμένων αυτόματων οχημάτων
Summarization: The Connected Automated Vehicle (CAV) revolution has begun, offering new benefits and mobility solutions to the society. The ability of CAVs to collect multiple types of data from the infrastructure and also exchange information with other connected vehicles (CV), promises to revolutionise the individual mobility within the upcoming years. Vehicle manufacturers experience the transition of becoming providers of innovative mobility solutions (IMS), replacing their up to now role of just producing conventional vehicles. Such technological advances and solutions usually come in the form of Advanced Drivers Assistance Systems (ADAS), already included at the majority of vehicles produced nowadays. These systems may contribute to improve safety and increase traffic flow efficiency on motorways, so as to develop a less congested and environmental friendly transportation network for all road users.
The development, testing and validation of traffic control strategies for ADAS systems, is an interesting topic that gathered momentum in the research and industrial community during the last decade. The development of these strategies sorely lies on the CAVs ability to react in a controlled manner according to the prevailing traffic conditions, utilizing their own sensing technology. These strategies may suggest a new speed limit, a lane change maneuvre, a new time-gap value or a dedicated lane advice that needs to be applied by CAVs. In the current work, a series of local level traffic control strategies for mixed traffic are evaluated through microscopic simulations, on two real calibrated test-beds utilizing different penetration rates (PR) of CAVs, that act both as sensors and as actuators. The control strategies receive in real-time density, flow or speed measurements and deliver a series of actions to be enabled with the use of CAVs according to the policy adopted. Taking into account their simplicity in terms of control design, the control strategies showcase a satisfactory control behaviour to all the control scenarios examined.
Analysing and optimising a multidestination network is typically considered a highly complex task. One destination may have more than one alternative routes, which are typically longer in distance and time. In most cases, road users select their route (i.e. which corresponds to the shortest route) based on travel time, in order to reach their destination as early as possible. This implies that during peak hours, the capacity of the route may attain or exceed its maximum value, leading to congested traffic conditions. Numerous studies in the literature address the problem of rerouting vehicles in order to prevent the formation of congestion at both urban and motorway environments, by proposing dynamic traffic assignment strategies using feedback strategies or optimal control problem formulations. In the current work, a first-order multi-lane macroscopic traffic flow model for motorway networks, incorporating capacity drop features, is utilized within an optimal control problem, to demonstrate the integrated use of various traffic control measures. Among these measures are mainstream traffic flow control, lane change control, ramp metering control and dynamic traffic assignment control.
The optimal control solutions derived from the Quadratic Programming (QP) problem formulation are cast in a Model Predictive Control (MPC) framework for testing via application of the control actions for various PR of CAVs, within a microsimulation environment. A real motorway network with multiple destinations and routes was identified as the system for the needs of the microscopic evaluations. The results proved beneficial at all PR examined reaching the main goal of each one of the traffic control strategies involved. The lane changing actions offered a twofold contribution; that is to achieve an appropriate distribution of vehicles among all lanes and redirect the traffic using all the alternative routes. Furthermore, even at low PR, CAVs were able to drive the average speed of all vehicles close to the speed limit ordered; thus, applying MTFC actions on the mainstream motorway. Moreover, the use of RM actions at specific on-ramp merges were necessary to keep the merging area at an under critical density regime and avoid the formation of congestion on the motorway corridor.Περίληψη: Η επανάσταση του Συνδεδεμένου Αυτόματου Οχήματος (CAV) έχει ήδη ξεκινήσει, προσφέροντας νέα οφέλη και λύσεις κινητικότητας στην κοινωνία. Τα αυτόματα οχήματα έχουν τη δυνατότητα να συλλέγουν πολλαπλούς τύπους δεδομένων από την εκάστοτε υποδομή αλλά και να ανταλάσσουν δεδομένα με άλλα συνδεδεμένα οχήματα, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στην ατομική κινητικότητα μέσα στα επόμενα χρόνια. Οι κατασκευαστές οχημάτων βιώνουν τη μετάβαση και γίνονται πάροχοι καινοτόμων λύσεων κινητικότητας (IMS), αντικαθιστώντας τον μέχρι τώρα ρόλο της απλής παραγωγής συμβατικών οχημάτων. Τέτοιες τεχνολογικές εξελίξεις και λύσεις έρχονται με τη μορφή Προηγμένων Συστημάτων Υποβοήθησης Οδηγού (ADAS), που ήδη περιλαμβάνονται στην πλειοψηφία των οχημάτων που παράγονται σήμερα. Αυτά τα συστήματα μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση της ασφάλειας και στην αύξηση της απόδοσης της ροής της κυκλοφορίας στους αυτοκινητόδρομους, παράγοντας ένα φιλικό προς το περιβάλλον δίκτυο μεταφορών για όλους τους χρήστες του δρόμου. Η ανάπτυξη, δοκιμή και αξιολόγηση στρατηγικών ελέγχου κυκλοφορίας για συστήματα ADAS, είναι ένα ενδιαφέρον θέμα που έχει συγκεντρώσει μεγάλη δυναμική στην ερευνητική και βιομηχανική κοινότητα την τελευταία δεκαετία. Η ανάπτυξη αυτών των στρατηγικών έγκειται πολύ στην ικανότητα των αυτόματων οχημάτων CAV να αντιδρούν με ελεγχόμενο τρόπο σύμφωνα με τις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες, χρησιμοποιώντας τη δική τους τεχνολογία ανίχνευσης. Αυτές οι στρατηγικές μπορεί να προτείνουν ένα νέο όριο ταχύτητας, έναν ελιγμό αλλαγής λωρίδας, μια νέα τιμή χρονικού διαστήματος ή μια ειδική συμβουλή λωρίδας που πρέπει να εφαρμοστεί από τα αυτόματα οχήματα. Στην τρέχουσα εργασία, μια σειρά στρατηγικών ελέγχου κυκλοφορίας σε τοπικό επίπεδο για μικτή κυκλοφορία αξιολογούνται μέσω μικροσκοπικών προσομοιώσεων, σε δύο πραγματικά δίκτυα αυτοκινητοδρόμων που χρησιμοποιούν διάφορα ποσοστά αυτομάτων οχημάτων που λειτουργούν τόσο ως συλλέκτες δεδομένων όσο και ως ενεργοποιητές αποφάσεων. Οι στρατηγικές ελέγχου λαμβάνουν μετρήσεις πυκνότητας, ροής ή ταχύτητας σε πραγματικό χρόνο και παρέχουν μια σειρά ενεργειών που πρέπει να ενεργοποιηθούν με τη χρήση αυτόματων οχημάτων σύμφωνα με την πολιτική που έχει υιοθετηθεί. Λαμβάνοντας υπόψη την απλότητά τους ως προς τον σχεδιασμό ελέγχου, οι στρατηγικές ελέγχου παρουσιάζουν μια ικανοποιητική συμπεριφορά ελέγχου σε όλα τα σενάρια ελέγχου που εξετάστηκαν.
Η ανάλυση και η βελτιστοποίηση ενός δικτύου πολλαπλών προορισμών θεωρείται συνήθως μια πολύπλοκη εργασία. Ένας προορισμός μπορεί να έχει περισσότερες από μία εναλλακτικές διαδρομές, οι οποίες είναι συνήθως μεγαλύτερες τόσο σε απόσταση όσο και σε χρόνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι χρήστες του δρόμου επιλέγουν τη διαδρομή τους (η οποία συνήθως αντιστοιχεί στη συντομότερη διαδρομή) με βάση τον χρόνο ταξιδιού, προκειμένου να φτάσουν στον προορισμό τους όσο το δυνατόν νωρίτερα. Αυτό σημαίνει ότι κατά τις ώρες αιχμής, η χωρητικότητα της διαδρομής μπορεί να φτάσει ή να υπερβεί τη μέγιστη τιμή της, οδηγώντας σε συνθήκες κυκλοφοριακής συμφόρησης. Πολυάριθμες μελέτες στη βιβλιογραφία αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αναδρομολόγησης οχημάτων προκειμένου να αποτραπεί ο σχηματισμός συμφόρησης τόσο σε αστικά δίκτυα όσο και σε αυτοκινητόδρομους, προτείνοντας στρατηγικές δυναμικής εκχώρησης κυκλοφορίας χρησιμοποιώντας στρατηγικές με ανατροφοδότηση ή βέλτιστα προβλήματα ελέγχου. Στην τρέχουσα εργασία, ένα μακροσκοπικό μοντέλο κυκλοφοριακής ροής πρώτης τάξης πολλαπλών λωρίδων για δίκτυα αυτοκινητοδρόμων που ενσωματώνει χαρακτηριστικά πτώσης χωρητικότητας, χρησιμοποιείται σε ένα βέλτιστο πρόβλημα ελέγχου, για να καταδείξει την ολοκληρωμένη χρήση διαφόρων μέτρων ελέγχου της κυκλοφορίας. Μεταξύ αυτών των μέτρων είναι ο κύριος έλεγχος ροής κυκλοφορίας, ο έλεγχος αλλαγής λωρίδας, ο έλεγχος μέτρησης ράμπας και ο δυναμικός έλεγχος ανάθεσης κυκλοφορίας. Οι βέλτιστες λύσεις ελέγχου που προκύπτουν από τη διατύπωση του προβλήματος Τετραγωνικού Προγραμματισμού (QP), τοποθετούνται σε ένα πλαίσιο Προγνωστικού Ελέγχου Μοντέλου (MPC) για δοκιμή μέσω εφαρμογής των ενεργειών ελέγχου για διάφορα ποσοστά αυτόματων οχημάτων, μέσα σε ένα περιβάλλον μικροπροσομοίωσης. Ένα πραγματικό δίκτυο αυτοκινητοδρόμων με πολλαπλούς προορισμούς και διαδρομές, προσδιορίστηκε ως το δίκτυο για τις ανάγκες των αξιολογήσεων βελτιστοποίησης του επιπέδου του δικτύου. Τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν ωφέλιμα για όλα τα ποσοστά CAV που εξετάστηκαν για την επίτευξη του κύριου στόχου καθεμιάς από τις εμπλεκόμενες στρατηγικές ελέγχου της κυκλοφορίας. Οι ενέργειες αλλαγής λωρίδας προσέφεραν διπλή συμβολή; δηλαδή να επιτευχθεί κατάλληλη κατανομή των οχημάτων σε όλες τις λωρίδες και να ανακατευθύνει την κυκλοφορία χρησιμοποιώντας όλες τις εναλλακτικές διαδρομές. Επιπλέον, ακόμη και σε χαμηλές τιμές αυτόνομων οχημάτων, τα CAVs ήταν σε θέση να οδηγήσουν τη μέση ταχύτητα όλων των οχημάτων κοντά στο όριο ταχύτητας που είχε προταθεί, εφαρμόζοντας έλεγχο στην ροή κυκλοφορίας MTFC στον κύριο αυτοκινητόδρομο. Επιπλέον, η χρήση ενεργειών μετρήσεων ράμπας RM σε συγκεκριμένες ράμπες εισόδου ήταν απαραίτητη για να διατηρηθεί η περιοχή συγχώνευσης σε καθεστώς κάτω από κρίσιμη πυκνότητα και να αποφευχθεί ο σχηματισμός συμφόρησης στον αυτοκινητόδρομο
The interventions on the coastal front of Barcelona: The role of the Olympic Games in the reshaping of the urban landscape
Περίληψη: Η παρούσα ερευνητική εργασία εξετάζει τις αστικές αναπλάσεις του παράκτιου μετώπου της Βαρκελώνης, με ιδιαίτερη έμφαση στις αλλαγές που σημειώθηκαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992. Η διοργάνωση των Αγώνων αποτέλεσε καταλύτη για μια ευρείας κλίμακας αναδιαμόρφωση της πόλης, μεταμορφώνοντας ριζικά την υποβαθμισμένη ακτογραμμή της σε ένα σύγχρονο αστικό χώρο υψηλής ποιότητας και λειτουργικότητας. Προ της ολυμπιακής περιόδου, η περιοχή χαρακτηριζόταν από βιομηχανική παρακμή και περιορισμένη πρόσβαση στο παράκτιο μέτωπο. Κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για τους Αγώνες, τέθηκαν σε εφαρμογή μεγάλης κλίμακας σχέδια αστικής ανάπλασης, τα οποία περιλάμβαναν την ανάπλαση του παράκτιου χώρου, την ανάπτυξη υποδομών και την ενίσχυση της προσβασιμότητας. Μετά τους Αγώνες, η Βαρκελώνη συνέχισε να επενδύει στον τουρισμό και την ανάπτυξη, διατηρώντας το παράκτιο μέτωπο ως βασικό στοιχείο της νέας ταυτότητας της πόλης.
Η εργασία αυτή κάνει μία σύντομη ιστορική αναδρομή στην πολεοδομική εξέλιξη της Βαρκελώνης από το Μεσαίωνα έως και σήμερα και αναλύει τις αστικές αναπλάσεις που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1992, αλλά και άλλων μεγάλων γεγονότων που αποτέλεσαν καταλύτες στη σημερινή εικόνα της Βαρκελώνης.Summarization: This research paper examines the urban redevelopment of Barcelona’s coastal zone with a particular focus on the changes that took place before, during, and after the 1992 Olympic Games. The hosting of the Games served as a catalyst for large-scale citywide transformation, radically converting the previously degraded coastline into a modern urban space of high quality and functionality. Prior to the Olympic period, the area was characterized by industrial decline and limited access to the waterfront. During the preparations for the Games, extensive urban redevelopment plans were implemented, which included the renewal of the coastal area, the development of new infrastructure, and the enhancement of accessibility. Following the Games, Barcelona continued to invest in tourism and development, maintaining the coastal front as a key component of the city's new identity.
This paper includes a brief historical overview of Barcelona’s urban development from the Middle Ages to the present day and analyzes the urban redevelopments undertaken for the 1992 Olympic Games, as well as other major events that acted as catalysts in shaping Barcelona's current image.Presented on
Cultural marketing and social media: The communication policy of museums and cultural organizations
Περίληψη: Το πολιτιστικό μάρκετινγκ συνιστά μια στρατηγική, η οποία μέσω της συστηματικής ενημέρωσης του κοινού αποσκοπεί στην επίτευξη των στόχων που θέτουν φορείς και οργανισμοί για την προβολή και προώθηση των υπηρεσιών, δράσεων και προϊόντων τους. Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή το πολιτιστικό μάρκετινγκ αξιοποιεί τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ), τα οποία αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο για την άμεση σύνδεση των πολιτιστικών οργανισμών με μελλοντικούς επισκέπτες, και ταυτόχρονα την εξωστρέφεια και επικοινωνία μαζί τους. Το άνοιγμα προς ποικίλες ομάδες κοινού επιδιώκεται μέσα από στρατηγικό σχεδιασμό μάρκετινγκ, αλλού σε μεγαλύτερο και αλλού σε μικρότερο βαθμό. Στην παρούσα διπλωματική εργασία θα πραγματοποιηθεί ανάλυση, μέσω της μελέτης και αξιολόγησης της περίπτωσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων σε σχέση με την αξιοποίηση των ΜΚΔ για την προβολή και προώθηση των υπηρεσιών και δράσεών τους καθώς και ποιοτική έρευνα, μέσω συνεντεύξεων, στους υπευθύνους των οργανισμών. Για την διαμόρφωση μιας σφαιρικής εικόνας σε σχέση με την προβολή και προώθηση του πολιτιστικού αποθέματος των Χανίων, θα πραγματοποιηθεί έρευνα με ερωτηματολόγιο για την αξιολόγηση του βαθμού αξιοποίησης των ΜΚΔ σε αντίστοιχους φορείς και οργανισμούς στο Νομό.Summarization: Cultural marketing is a strategy which, through systematic public information, aims to achieve the goals set by institutions and organizations for the promotion and advertising of their services, actions and products. In the modern digital era, cultural marketing uses the Social Media, which are a powerful tool for the direct connection of cultural organizations with future visitors, and at the same time the extroversion and communication with them. Opening up to diverse audience groups is pursued through strategic marketing planning, in some cases to a greater and in some cases to a lesser extent. In this diploma thesis, an analysis will be carried out, through the research and evaluation of the case of the National Archaeological Museum and the Archaeological Museum of Chania in relation to the utilization of Social Media for the promotion and advertising of their services and actions, as well as a qualitative research, through interviews, in Social Media managers of the organizations. In order to form a global picture concerning the promotion and advertising of the cultural heritage of Chania, a survey will be carried out to evaluate the degree of Social Media utilization in the relevant institutions and organizations operating in the Prefecture