Institutional Repository of the Technical University of Crete
Not a member yet
19304 research outputs found
Sort by
Generative artificial intelligence: Redefining creativity in architectural design
Περίληψη: Στην παρούσα ερευνητική εργασία εξετάζεται η σχέση της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative AI) με την αρχιτεκτονική δημιουργία. Αρχικά, μελετάται η ιστορική εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης στην επιστήμη των υπολογιστών, επισημαίνοντας τις προκλήσεις που αντιμετώπισε και τις άμεσες επιρροές της, με σημαντική αναφορά στην αλγοριθμική τέχνη και στους γενετικούς αλγόριθμους στην αρχιτεκτονική. Στη συνέχεια, η μελέτη επικεντρώνεται γύρω από τις ευρύτερες έννοιες της τεχνητής νοημοσύνης, της μηχανικής και της βαθιάς μάθησης, όπου αναλύονται οι διάφορες τεχνικές μάθησης, πάνω στις οποίες στηρίζονται οι εφαρμογές Generative AI για την παραγωγή νέων δεδομένων στο σχεδιασμό. Διερευνάται η ικανότητα των συγκεκριμένων εφαρμογών να παράγουν αξιοποιήσιμα αποτελέσματα για την σχεδιαστική διαδικασία, με αναφορά σε σύγχρονα παραδείγματα από διακεκριμένους αρχιτέκτονες, καθώς και σε προσωπικούς πειραματισμούς της γράφουσας που έχουν ενταχθεί στη μελέτη. Για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων, επιχειρείται σύγκριση μεταξύ των διαφόρων αρχιτεκτονικών παραδειγμάτων και απαριθμούνται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της χρήσης των νέων αυτών μεθόδων στην αρχιτεκτονική πρακτική, ενώ παράλληλα, αξιολογείται ο πιθανόν αρνητικός αντίκτυπός τους στο ρόλο του αρχιτέκτονα. Τέλος, τονίζεται ότι η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη ως νέο τεχνολογικό εργαλείο έχει τη δυνατότητα να αναδείξει και να ενισχύσει το έργο του αρχιτέκτονα, λαμβάνοντας υπόψιν πως για την επίτευξη αυτού είναι απαραίτητη η ορθολογική σκέψη.Summarization: This research study explores the relationship between Generative Artificial Intelligence (Generative AI) and architectural creation. Firstly, the historical development of AI in computer science is studied, highlighting the challenges it has faced and its direct influences, with significant reference to algorithmic art and genetic algorithms in architecture. Subsequently, the study focuses on the broader concepts of AI, such as machine learning and deep learning, analyzing the various learning techniques that form the basis of generative AI applications and
platforms for the generation of new design data in architecture. The ability of these
applications to generate useful results for the architectural design process was also
investigated, with reference to contemporary examples of distinguished architects and personal experiments that were incorporated into the study. To achieve a comprehensive analysis, a comparison between the different architectural examples is attempted and the advantages and disadvantages of using these new methods in architectural practice are listed, while their potential negative impact on the role of the architect is evaluated. Finally, it is emphasized that generative AI, as a new technological tool, has the potential to highlight and enhance the architects’ work, if rational and critical thinking are employed to obtain this.Presented on
Legacy architecture Presidential architectural, urban and social initiatives in 20th and 21st century France
Σκοπός αυτής της ερευνητικής εργασίας είναι η διερεύνηση του συσχετισμού της πολιτικής, της πόλης και της αρχιτεκτονικής από τα τέλη του 'Α παγκοσμίου πολέμου μέχρι σήμερα στη Γαλλία, και συγκεκριμένα η διερεύνηση του ρόλου της αρχιτεκτονικής ως όχημα πολιτικής επικοινωνίας των Γάλλων Προέδρων της Δημοκρατίας με το αίτημα της υστεροφημίας τους εξόχως ορατό.Περίληψη: Αντικείμενο της εργασίας είναι κτήρια στο Παρίσι που κτίστηκαν ως οράματα Γάλλων προέδρων της Δημοκρατίας από το 1969 έως και τις μέρες μας με σκοπό την πολιτική επικοινωνία και την υστεροφημία τους. Για τον σκοπό αυτό μελετήθηκαν 16 κτήρια, οράματα 6 προέδρων της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας.Presented on
Museum and natural lighting: Composing identity through light
Περίληψη: Πώς επηρεάζει η μελέτη του φυσικού φωτός τον σχεδιασμό του
μουσείου; Στην εργασία διερευνάται η σχέση μουσείου – φυσικού
φωτός σε σχέση με τη σύνθεση, την ανάδειξη των εκθεμάτων και τη
δημιουργία νέων βιωματικών εμπειριών. Γίνεται ιστορική αναδρομή
στη χρήση του φυσικού φωτός ως προς τη θρησκευτική και συμβολική
του διάσταση στους αρχαίους ναούς, έως τη σύγχρονη μουσειακή
αρχιτεκτονική και τη μετατροπή του σε λειτουργικό και καλλιτεχνικό
στοιχείο. Το φυσικό φως εξετάζεται ως εργαλείο σχεδιασμού που
επηρεάζει την ατμόσφαιρα και την αντιληπτική εμπειρία, μέσω
διαφόρων τεχνικών όπως φεγγίτες και ανακλαστήρες. Παράλληλα
ερευνάται η αλληλεπίδραση του με υλικά, όπως γυαλί και πέτρα που
ενισχύουν τη δυναμική του χώρου. Παραδείγματα που αναλύονται
όπως το Εβραϊκό Μουσείο στο Βερολίνο και το Chichu Art Museum
στην Ιαπωνία, αναδεικνύουν τη δυναμική σχέση αρχιτεκτονικής,
φωτός και συναισθηματικής εμπειρίας αλλά και τη σύνδεση με το
φυσικό περιβάλλον. Στόχος της εργασίας είναι η διερεύνηση της ιδέας
ότι ο σχεδιασμός των μουσειακών χώρων δεν αφορά μόνο τη δομή
αλλά και τη δημιουργία μίας πολυαισθητηριακής εμπειρίας στην οποία
μόνο το φυσικό φως, μπορεί να είναι το στοιχείο σύνδεσης του
παρελθόντος με το παρόν και του υλικού με το άυλο.Summarization: This thesis investigates the role of natural light in museum design,
focusing on its capacity to shape spatial composition, enhance
exhibitions, and generate immersive, experiential environments. Tracing
its historical use from the symbolic and religious connotations of ancient
temples to its contemporary application in museum architecture, the
study highlights natural light as both a functional and artistic element.
Emphasis is placed on its use as a design tool that affects atmosphere
and perception through architectural strategies such as skylights, light
wells, and reflective surfaces. The interaction between natural light and
materials particularly glass and stone is examined for its capacity to
animate space and evoke emotional responses. Through the analysis of
case studies including the Jewish Museum in Berlin and the Chichu Art
Museum in Japan, the thesis explores how light mediates the
relationship between architecture, visitor experience, and the
surrounding natural environment. Ultimately, the research argues that
museum design transcends structural concerns, positioning natural light
as a critical medium that bridges past and present, the tangible and the
intangible, and enhances the museum's role as a site of cultural and
sensory engagement.Presented on
Biodegradation of aged high-density polyethylene microplastic pellets (HDPE) using marine microbial community
Περίληψη: Το πλαστικό έχει καθιερωθεί πλήρως ως αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινής ζωής, εξυπηρετώντας ποικίλες ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Παρά τα πολυάριθμα πλεονεκτήματα του, ευθύνεται για σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες, όπως η ρύπανση των θαλασσών και της ξηράς, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στους οργανισμούς όσο και στην ανθρώπινη υγεία. Η παρουσία του στον υδάτινο κόσμο προκαλεί πληθώρα προβλημάτων, όπως μεταφορά τοξικών ρύπων μέσω της τροφικής αλυσίδας και αλλοίωση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Τα θαλάσσια πλαστικά απόβλητα ποικίλλουν σε μορφή, σύνθεση και μέγεθος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα πλαστικά pellets. Λόγω της ευρείας διασποράς τους, ακόμα και σε απομακρυσμένες περιοχές όπως η Ανταρκτική, και της ανθεκτικότητάς τους στην αποδόμηση, τα πλαστικά έχουν καταστεί παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα.
Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στη μελέτη της ικανότητας βιοαποδόμησης γερασμένων μικροπλαστικών σωματιδίων πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) από θαλάσσιους μικροοργανισμούς, οι οποίοι συλλέχθηκαν από την πελαγική ζώνη του κόλπου της Σούδας στα Χανιά. Τα μικροσφαιρίδια (pellets) υπέστησαν πεντάμηνη έκθεση σε UV-A ακτινοβολία, προσομοιώνοντας συνθήκες φωτοαποδόμησης. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν πειράματα σε προσομοιωμένο θαλάσσιο μικρόκοσμο, αρχικά χωρίς προσθήκη θρεπτικών ουσιών και έπειτα με προσθήκη γλυκόζης, για να αξιολογηθεί η επίδρασή της στη βιοαποδόμηση. Οι αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν επικεντρώθηκαν τόσο στο πολυμερές όσο και στο βιοφίλμ που σχηματίστηκε στην επιφάνειά του. Πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις βάρους, κατανομής του μεγέθους μικροπλαστικών, φασματοσκοπία υπέρυθρου με την τεχνική της αποσβένουσας ολικής ανάκλασης, συγκέντρωσης διαλυμένου οργανικού άνθρακα (DOC) και ποσοτικός προσδιορισμός μικροβιακής ανάπτυξης, ανάπτυξης των εξωκυτταρικών πολυμερών ουσιών (πρωτεΐνες) και μέτρηση κυττάρων στο πολυμερές και το βιοφίλμ αντίστοιχα.
Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι οι θαλάσσιοι μικροοργανισμοί ήταν ικανοί να αναπτυχθούν και να επιβιώσουν στις συνθήκες του πειράματος, ανεξαρτήτως της παρουσίας πρόσθετων θρεπτικών ουσιών. Ωστόσο, η προσθήκη γλυκόζης ως εναλλακτική πηγή άνθρακα φάνηκε να αυξάνει τη μικροβιακή δραστηριότητα, χωρίς όμως να επηρεάζει σημαντικά την βιοαποδόμηση του HDPE.Summarization: Plastic has become fully established as an integral part of everyday life, serving a wide range of needs in modern society. Despite its numerous advantages, it is responsible for serious environmental consequences, such as pollution of the seas and land, with significant impacts on both organisms and human health. Its presence in the aquatic environment causes a multitude of problems, including the transfer of toxic pollutants through the food chain and the disruption of marine ecosystems. Marine plastic waste varies in form, composition, and size, with plastic pellets being a characteristic example. Due to their widespread dispersion, even in remote areas such as Antarctica, and their resistance to degradation, plastics have become a global environmental issue.
This thesis focuses on the study of the biodegradation potential of aged high-density polyethylene (HDPE) microplastic particles by marine microorganisms collected from the pelagic zone of the Souda Bay in Chania, Crete. The microspheres (pellets) underwent a five-month exposure to UV-A radiation to simulate photodegradation conditions. Subsequently, experiments were conducted in a simulated marine microcosm, initially without the addition of nutrients and later with the addition of glucose, in order to assess its effect on biodegradation. The analyses performed focused both on the polymer itself and on the biofilm formed on its surface. Measurements included weight, microplastic size distribution, infrared spectroscopy using attenuated total reflectance (ATR), dissolved organic carbon (DOC) concentration, and quantitative determination of microbial growth, development of extracellular polymeric substances (proteins), and cell counts on both the polymer and the biofilm.
Overall, it was found that the marine microorganisms were capable of growing and surviving under the experimental conditions, regardless of the presence of added nutrients. However, the addition of glucose as an alternative carbon source appeared to enhance microbial activity, although it did not significantly affect the biodegradation of HDPE
Ψηφιακός μετασχηματισμός στη δημόσια διοίκηση και εφαρμογή του μοντέλου αποδοχής τεχνολογίας
Summarization: Digital transformation has emerged as a critical driver of modernization in public management, reshaping governance structures, service delivery, and citizen engagement. This thesis conducts a systematic literature review to examine the key drivers, challenges, and impacts of digital transformation in public administration. Using a concept-centric approach based on Webster & Watson (2002), the research categorizes existing literature into five main themes: Digital Transformation, Public Management & Governance, Organizational Change & Innovation, Citizen-Centric Services & Engagement, and Ethical, Legal & Security Concerns. Findings indicate that digital transformation enhances government efficiency, transparency, and responsiveness but also presents significant challenges, including bureaucratic resistance, cybersecurity risks, and the digital divide. The study highlights the critical role of digital leadership, regulatory frameworks, and technological integration in shaping the success of digital initiatives. Additionally, the COVID-19 pandemic is examined as a key accelerator of digitalization in public administration. Despite the growing body of research, gaps remain in understanding the long-term impacts of digital governance, particularly in developing economies. The study calls for further comparative, longitudinal, and empirical research on AI ethics, digital inclusion, and cybersecurity within public administration. By addressing these gaps, policymakers and scholars can enhance the strategic implementation of digital transformation initiatives, ensuring more inclusive and resilient governance models in the digital age
From abandonment to revival: A knowledge network in the foothills of the White Mountains
Περίληψη: Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην επανάχρηση ανενεργών σχολείων στον Δήμο Πλατανιά, μετατρέποντάς τα σε σχολές πρακτικών επαγγελμάτων. Πέντε σχολικά κτίρια σε χωριά στις ρίζες των Λευκών Ορέων επανασχεδιάστηκαν , ως απάντηση στο ζήτημα της εγκατάλειψη της υπαίθρου που τείνει να οδηγεί τα συγκεκριμένα χωριά σε ερημοποίηση. Το φαινόμενο αυτό, αποτελεί ένα πρόβλημα που πλήττει ιδιαίτερα τα ορεινά χωριά του συγκεκριμένου Δήμου, την ίδια στιγμή, που οι παράκτιες περιοχές του κατακλύζονται από τουρισμό, δημιουργώντας μια μεγάλη ανισότητα. Το δίκτυο εκπαίδευσης, αποτελεί κίνητρο για να φέρει νέο κόσμο στην περιοχή, αλλά ταυτόχρονα δημιούργει ευκαιρίες εργασίας και ανάπτυξης, ενισχύοντας έτσι την τοπική οικονομία και την κοινωνική συνοχή.
Τα χωριά βρίσκονται κατά μήκος μιας διαδρομής, με απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων μεταξύ τους, ενώ το πλησιέστερο στην πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα. Οι σχολές περιλαμβάνουν ειδικότητες όπως ξυλουργική, πέτρινες κατασκευές, γεωργία, φυσική δόμηση και μεταποίηση τοπικών προϊόντων. Στους Λάκκους, εκτός από τη Σχολή Κρητικής Παράδοσης, που επικεντρώνεται στην κατασκευή κρητικών μουσικών οργάνων και φορεσιών, δημιουργείται ένας εκθεσιακός χώρος που λειτουργεί ως συμβολικός κόμβος: ένας τόπος όπου το παρελθόν συναντά το παρόν, και όπου τα έργα όλων των σχολών ενώνονται, αντανακλώντας τη δημιουργικότητα, την τεχνική και την αναγέννηση της περιοχής. Η επιλογή των Λάκκων για τον συγκεκριμένο σχεδιασμό, είναι μια δήλωση πως η παράδοση δεν είναι στατική, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που συνεχίζει να εμπνέει και να εξελίσσεται
Ανθρώπινη υγεία και ευημερία στο αστικό δομημένο περιβάλλον
Summarization: This PhD thesis investigates the complex interactions between urban environmental factors and public health outcomes in Chania, Greece, with a specific focus on quality of life (QoL) among residents. Through four studies, this research examines the role of environmental influences such as air pollution, noise pollution, and extreme temperatures on the Health and Wellbeing of the population.
The first study investigates the relationship between extreme temperatures and elderly mortality, focusing on cardiovascular and respiratory diseases in the region of Chania. The study finds a strong association between temperature extremes and increased mortality rates among elderly populations, highlighting the vulnerability of this group to heat stress and cold spells. It recommends the implementation of climate adaptation strategies, including early warning systems and cooling interventions, to mitigate the health risks associated with extreme temperatures
The second study assesses the QoL in Chania using the WHOQOL-BREF survey, identifying key factors that influence residents' physical and mental health, social relations, and environmental satisfaction. It highlights the importance of integrating QoL assessments into urban planning policies to improve environmental quality, public health, and social equity.
The third study focuses on air pollution, utilizing bike-mounted sensors and bike stations to measure pollutants like PM2.5, PM10, NO₂, SO2, and CO across Chania. The results demonstrate significant seasonal variations in pollution levels, with higher concentrations observed during the winter months, primarily due to heating emissions. The study emphasizes the need for integrated air quality assessments in urban planning and policy development, recommending measures like expanding public transportation networks, enforcing emission control measures, and enhancing real-time air quality monitoring.
The fourth study investigates noise pollution in Chania by utilizing both bike-mounted noise sensors and sensors on bike stations to analyze spatial and temporal variations in noise levels. The study finds that Chania's urban core experiences consistently high noise levels, particularly in winter, due to traffic congestion and commercial activity. It calls for adaptive noise mitigation measures such as traffic management, pedestrianization, and green infrastructure to reduce noise exposure and enhance urban livability.
In conclusion, this PhD thesis underscores the critical need for integrated urban policies that address environmental stressors while promoting H&WB. By combining objective environmental data with subjective well-being assessments, this study provides actionable insights for urban planners and policymakers to create healthier, more sustainable cities. The findings suggest that enhancing the built environment, improving infrastructure, and fostering social cohesion can collectively improve the QoL of residents, particularly in urban areas with high pollution levels and limited access to green spaces. Future research should continue to explore the intersections between environmental exposure, public health, and social equity, with a particular focus on vulnerable populations and regions experiencing rapid urbanization
Simulation of the production line using Siemens Tecnomatix software
Περίληψη: Θα κατασκευαστούν δυο προσομοιώσεις μηχανουργείων, η μια με ανθρώπινο παράγοντα και η δεύτερη με ρομποτικούς βραχίονες αντίστοιχα. Θα γίνει εισαγωγή της πρώτης ύλης, στην συνέχεια θα υπάρχει η διαδικασία ποιοτικού ελέγχου και έπειτα θα γίνονται όλες οι απαραίτητες κατεργασίες. Θα εξάγεται το τελικό προϊόν με τελικό στάδιο πάλι την διαδικασία ποιοτικού ελέγχου διαπιστώνοντας ποια τεμάχια είναι δεκτά ή απορρίπτονται. Ως αποτέλεσμα θα γίνει σύγκριση αποτελεσμάτων των δυο αυτών διαδικασιών
Σχεδιασμός συσκευής αναρρόφησης για την συλλογή ελαιοκάρπων
Summarization: The aspirator device assists in the manual labor of collecting olives from the net, being a device that can be mounted on agricultural tractors and, through the creation of suction, manages to transfer the olives from the ground (net) into a discharge container. This device is available on the market, but it is entirely absent from the literature — not only as a product, but more importantly, there is no description of the construction process or the theoretical background required for the complex calculations necessary for the device's design process. This thesis initially presents the necessary background of theoretical aerodynamic equations needed for the design process and the modeling of the device’s operation. From the modeling, it is concluded that the theoretical background of pneumatic conveying can provide solutions for the design. Next, the design process begins by calculating the design parameters so that the device meets operational requirements. Then, a digital prototype is created, which will serve as a guide for the construction of the device. Finally, the device was constructed, and its performance was measured, providing both quantitative and qualitative observations for improving the device and developing a second, enhanced version.Περίληψη: Η συσκευή αναρρόφησης ελαιόκαρπων υποβοηθάει την χειρωνακτική εργασία της περισυλλογής των ελαιόκαρπων από το δίχτυ, όντας μία συσκευή που μπορεί να τοποθετηθεί σε γεωργικούς ελκυστήρες (τρακτέρ) και με την δημιουργία αναρρόφησης καταφέρνει να μεταφέρει τους ελαιόκαρπους από το έδαφος (δίχτυ) σε κάδος εκφόρτωσης. Η εν λόγω συσκευή υπάρχει στο εμπόριο, αλλά δεν υπάρχει καθόλου στην βιβλιογραφία ούτε σαν προϊόν, αλλά κυρίως δεν υπάρχει περιγραφή για την υλοποίηση της κατασκευής αλλά και του θεωρητικού υπόβαθρου για τους πολύπλοκους υπολογισμούς που είναι αναγκαίοι για την διαδικασία του σχεδιασμού της συσκευής. Η διπλωματική εργασία, αρχικά παρουσιάζει του αναγκαίο υπόβαθρο θεωρητικών εξισώσεων αεροδυναμικής που χρειάζονται για την διαδικασία του σχεδιασμού και την μοντελοποίηση του τρόπου λειτουργίας. Από την μοντελοποίηση, προκύπτει το συμπέρασμα ότι το θεωρητικό υπόβαθρο της πνευματικής μεταφοράς (pneumatic conveying) μπορεί να δώσει λύσεις στον σχεδιασμό. Στη συνέχεια, ξεκινάει η διαδικασία σχεδιασμού, υπολογίζοντας τις παραμέτρους σχεδίασης ώστε η συσκευή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις λειτουργίας. Έπειτα, σχεδιάζεται ένα ψηφιακό πρωτότυπο το οποίο θα είναι ο οδηγός για την κατασκευή της συσκευής. Τέλος, η συσκευή κατασκευάστηκε και μετρήθηκε η απόδοση της, δίνοντας ποσοτικές και ποιοτικές παρατηρήσεις για την βελτίωση της συσκευής και την κατασκευή μίας δεύτερης βελτιωμένης λύσης
Ο ρόλος της επιχειρηματικής ευφυΐας στη στρατηγική λήψη αποφάσεων
Το θέμα της διατριβής εστιάζει στο πώς τα σύγχρονα συστήματα Επιχειρηματικής Ευφυΐας (Business Intelligence - BI) επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε στρατηγικό επίπεδο. Η Επιχειρηματική Ευφυΐα περιλαμβάνει τεχνικές και τεχνολογίες που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να αναλύουν δεδομένα για την υποστήριξη αποφάσεων, παρέχοντας χρήσιμες πληροφορίες που βελτιώνουν τη διοικητική στρατηγική.Περίληψη: Το θέμα της διατριβής εστιάζει στο πώς τα σύγχρονα συστήματα Επιχειρηματικής Ευφυΐας (Business Intelligence - BI) επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε στρατηγικό επίπεδο. Η Επιχειρηματική Ευφυΐα περιλαμβάνει τεχνικές και τεχνολογίες που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να αναλύουν δεδομένα για την υποστήριξη αποφάσεων, παρέχοντας χρήσιμες πληροφορίες που βελτιώνουν τη διοικητική στρατηγική.
Η στρατηγική λήψη αποφάσεων αφορά σημαντικές και μακροπρόθεσμες αποφάσεις που επηρεάζουν την κατεύθυνση και την ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης. Τα δεδομένα που παρέχει η Επιχειρηματική Ευφυΐα επιτρέπουν στους ηγέτες των επιχειρήσεων να αξιολογούν τις τάσεις της αγοράς, τις συμπεριφορές των πελατών, και την απόδοση των εσωτερικών διαδικασιών με μεγαλύτερη ακρίβεια και ταχύτητα. Μέσω οπτικοποίησης δεδομένων, αναφορών και μοντέλων προβλεπτικής ανάλυσης, οι επιχειρήσεις μπορούν να προβλέπουν μελλοντικές εξελίξεις και να λαμβάνουν στρατηγικές αποφάσεις που μειώνουν την αβεβαιότητα και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα.
Τέλος, στην υπόψη διατριβή εξετάζονται όχι μόνο τα οφέλη και τα πλεονεκτήματα της χρήση της Επιχειρηματικής Ευφυΐας στη στρατηγική λήψη αποφάσεων, αλλά και οι προκλήσεις και οι περιορισμοί που προκύπτουν από αυτή