Institutional Repository of the Technical University of Crete
Not a member yet
19304 research outputs found
Sort by
Από κοινού βελτιστοποίηση τοπικής αποθήκευσης δεδομένων και συστάσεων, φιλικών προς το δίκτυο, με τη χρήση ενισχυτικής μάθησης
Summarization: The rapid expansion of content streaming platforms has driven a significant surge in global internet traffic. Video-on-demand services, music streaming platforms, and online news providers serve billions of users, each expecting seamless, personalized experiences with minimal delays. To meet these demands, Content Delivery Networks (CDNs) and distributed caching infrastructures store frequently accessed content closer to end users, reducing latency and alleviating network congestion. Simultaneously, sophisticated recommendation systems enhance user engagement by tailoring content suggestions to individual preferences. However, despite their widespread adoption, caching and recommendation systems are typically treated as independent problems, leading to inefficiencies and increased operational costs.
A core challenge lies in the exponential growth of digital content and the rising number of mobile users who expect uninterrupted access across diverse devices and network conditions. Caching systems prioritize network efficiency by storing popular content in strategic locations, while recommendation systems focus purely on engagement, often suggesting content that is not locally cached. This misalignment results in frequent cache misses, increased bandwidth consumption, and higher latency, limiting the scalability of current content delivery solutions.
Recent research has explored cache-aware recommendation strategies that adjust content suggestions based on cache availability to reduce delivery costs. However, these approaches predominantly rely on heuristics or static optimization techniques that struggle to adapt to dynamic user behavior and evolving network conditions. Such methods fail to fully leverage machine learning-driven decision-making, which can dynamically optimize both recommendations and caching policies in real-time.
To address this gap, this thesis introduces a Reinforcement Learning (RL)-based framework that jointly optimizes recommendation and caching decisions. We formulate the problem as a Markov Decision Process (MDP), capturing the interplay between user preferences, cache dynamics, and network constraints. Our approach employs Double Deep Q-Networks (DDQN) to learn adaptive policies that balance content relevance and caching efficiency, enhancing both user experience and network resource utilization. Unlike traditional methods that rely on predefined content popularity distributions, our framework continuously learns optimal strategies through interaction with the environment.
To evaluate the effectiveness of our approach, we conduct extensive simulations using both synthetic and real-world datasets, comparing our RL-based system against baseline heuristics that optimize caching and recommendations separately. Experimental results demonstrate that our method achieves superior cache hit rates, reduces bandwidth consumption, and improves user satisfaction across varying session lengths and cache sizes. Additionally, we perform sensitivity analyses to assess the impact of user behavior and, cache capacity on system performance.
This research advances the field by demonstrating that network-aware, RL-driven recommendations can significantly enhance CDN efficiency while preserving high levels of personalization. Our findings pave the way for self-optimizing content delivery networks that dynamically adapt to user demand and network conditions without manual intervention, offering a scalable and intelligent solution for future content distribution challenges.Περίληψη: Η γρήγορη ανάπτυξη των πλατφορμών streaming έχει προκαλέσει μεγάλη αύξηση στην παγκόσμια διαδικτυακή κίνηση. Υπηρεσίες βίντεο on-demand, πλατφόρμες μουσικής streaming και online ειδησεογραφικοί ιστότοποι εξυπηρετούν δισεκατομμύρια χρήστες. Κάθε χρήστης περιμένει ομαλές, προσωπικές εμπειρίες με ελάχιστη καθυστέρηση. Για να καλύψουν αυτές τις ανάγκες, τα Δίκτυα Διανομής Περιεχομένου (CDNs) και οι κατανεμημένες υποδομές caching αποθηκεύουν το συχνά προσβάσιμο περιεχόμενο κοντά στους τελικούς χρήστες μειώνοντας την καθυστέρηση και ανακουφίζοντας τη συμφόρηση του δικτύου. Παράλληλα, προηγμένα συστήματα προτάσεων βελτιώνουν τη συμμετοχή των χρηστών προσαρμόζοντας τις προτάσεις περιεχομένου στις προσωπικές τους προτιμήσεις. Όμως, παρά την ευρεία χρήση τους, τα συστήματα caching και προτάσεων συνήθως αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά ζητήματα. Αυτό οδηγεί σε αναποτελεσματικότητες και αυξημένα λειτουργικά έξοδα.
Μια βασική πρόκληση βρίσκεται στην τεράστια αύξηση του ψηφιακού περιεχομένου και στον αυξανόμενο αριθμό χρηστών κινητών που περιμένουν συνεχή πρόσβαση μέσω διαφόρων συσκευών και συνθηκών δικτύου. Τα συστήματα caching δίνουν προτεραιότητα στην απόδοση του δικτύου αποθηκεύοντας δημοφιλές περιεχόμενο σε στρατηγικά σημεία. Αντίθετα, τα συστήματα προτάσεων επικεντρώνονται στη εμπειρία των χρηστών προτείνοντας συχνά περιεχόμενο που δεν είναι αποθηκευμένο τοπικά. Αυτή η ασυμφωνία οδηγεί σε συχνές αποτυχίες πρόσβασης στην προσωρινή μνήμη, αυξημένη χρήση εύρους ζώνης και μεγαλύτερη καθυστέρηση περιορίζοντας τη δυνατότητα επέκτασης των τωρινών λύσεων παράδοσης περιεχομένου.
Πρόσφατες έρευνες έχουν εξετάσει στρατηγικές συστάσεων που λαμβάνουν υπόψη την cache, προσαρμόζοντας τις προτάσεις περιεχομένου με βάση τη διαθεσιμότητα της cache, με στόχο τη μείωση των εξόδων παράδοσης. Ωστόσο, αυτές οι προσεγγίσεις βασίζονται κυρίως σε ευρετικές ή στατικές τεχνικές βελτιστοποίησης, οι οποίες δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη δυναμική συμπεριφορά των χρηστών και στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του δικτύου. Τέτοιες μέθοδοι δεν εκμεταλλεύονται πλήρως τις δυναμικές δυνατότητες που προσφέρει η λήψη αποφάσεων μέσω μηχανικής μάθησης, η οποία μπορεί να βελτιστοποιήσει τόσο τις συστάσεις όσο και τις πολιτικές caching σε πραγματικό χρόνο.
Για να καλυφθεί αυτό το κενό, η παρούσα διπλωματική εργασία εισάγει ένα πλαίσιο που βασίζεται στην Ενισχυτική Μάθηση (RL) και βελτιστοποιεί ταυτόχρονα τις αποφάσεις συστάσεων και προσωρινής αποθήκευσης. Διαμορφώνουμε το πρόβλημα ως Διαδικασία Απόφασης Markov (MDP), καταγράφοντας την αλληλεπίδραση μεταξύ των προτιμήσεων των χρηστών, της δυναμικής της cache και των περιορισμών του δικτύου. Η προσέγγισή μας αξιοποιεί Double Deep Q-Networks (DDQN) για να μάθει προσαρμοστικές πολιτικές που ισορροπούν τη σχετικότητα του περιεχομένου με την αποδοτικότητα της cache, βελτιώνοντας έτσι την εμπειρία των χρηστών και την αξιοποίηση των δικτυακών πόρων. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μεθόδους που βασίζονται σε προκαθορισμένες κατανομές δημοτικότητας περιεχομένου, το πλαίσιο μας μαθαίνει συνεχώς τις καλύτερες στρατηγικές μέσω της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον.
Για να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα της προσέγγισής μας, διεξάγουμε εκτενείς προσομοιώσεις με τη χρήση τόσο συνθετικών, όσο και πραγματικών δεδομένων. Συγκρίνουμε το σύστημα που βασίζεται στην ενισχυτική μάθηση (RL) με βασικές ευρετικές προσεγγίσεις που βελτιστοποιούν ξεχωριστά τη cache από τις συστάσεις. Τα πειραματικά αποτελέσματα δείχνουν ότι η μέθοδός μας επιτυγχάνει ανώτερα ποσοστά επιτυχίας στη cache, μειώνει την κατανάλωση εύρους ζώνης και βελτιώνει την ικανοποίηση των χρηστών σε διάφορα μήκη συνεδριών και μεγέθη cache. Επιπλέον, πραγματοποιούμε αναλύσεις ευαισθησίας για να αξιολογήσουμε τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς των χρηστών και της χωρητικότητας της cache στην απόδοση του συστήματος.
Αυτή η διπλωματική εργασία προάγει τον τομέα, αποδεικνύοντας ότι οι συστάσεις που βασίζονται στην Ενισχυτική Μάθηση και λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες του δικτύου μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την αποδοτικότητα των CDN, διατηρώντας παράλληλα υψηλά επίπεδα εξατομίκευσης. Τα ευρήματά μας ανοίγουν το δρόμο για αυτόματα βελτιστοποιούμενα δίκτυα παράδοσης περιεχομένου, τα οποία προσαρμόζονται δυναμικά στη ζήτηση των χρηστών και στις συνθήκες του δικτύου, χωρίς την ανάγκη χειροκίνητης παρέμβασης, προσφέροντας μια επεκτάσιμη και ευφυή λύση για τις μελλοντικές προκλήσεις στη διανομή περιεχομένου
Workplace bullying: exploring the extent, consequences and coping capacities in organisations
Μεταπτυχιακή Διατριβή που υποβλήθηκε στη σχολή ΜΠΔ του Πολ. Κρήτης για την πλήρωση προυποθέσεων λήψης του Μεταπτυχιακού Διπλώματος ΕιδίκευσηςΠερίληψη: Ο εργασιακός εκφοβισμός είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα και αποτελεί μια σοβαρή μορφή παρενόχλησης που επηρεάζει την ψυχική και σωματική υγεία των εργαζομένων και τη συνολική λειτουργία και απόδοση των οργανισμών. Η διπλωματική αυτή εργασία εστιάζει στη διερεύνηση της έκτασης του φαινομένου του εργασιακού εκφοβισμού, στις επιπτώσεις που έχει στους εργαζόμενους και στη λειτουργία των επιχειρήσεων, καθώς και στους αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος.
Η μελέτη βασίζεται σε δεδομένα που συλλέχθηκαν μέσω ερωτηματολογίων, από τα οποία αναλύονται τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων, η συχνότητα εμφάνισης του εκφοβισμού σε διάφορους επαγγελματικούς κλάδους, η επίδραση της οργανωσιακής κουλτούρας, καθώς και οι επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων. Επιπλέον, διερευνώνται οι πολιτικές και πρακτικές που εφαρμόζουν οι οργανισμοί για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο εργασιακός εκφοβισμός έχει σοβαρές συνέπειες στην υγεία των εργαζομένων. Προτείνονται, λοιπόν, ολοκληρωμένες πολιτικές, όπως η εκπαίδευση των εργαζομένων και η θέσπιση σαφών κανόνων αντιμετώπισης του φαινομένου, με στόχο τη δημιουργία ασφαλέστερων και πιο υποστηρικτικών εργασιακών χώρων
Ένα σύστημα άμυνας κινούμενου στόχου για περιβάλλοντα IoT
Summarization: As cyber attacks become more sophisticated and frequent, traditional security solutions are proving to be insufficient to protect against them. Moving Target Defense (MTD) is a promising approach that involves constantly changing the system's configuration, making it more difficult for attackers to exploit known vulnerabilities. By making the system dynamic and unpredictable, MTD can significantly improve its resilience to a range of cyber threats.
In this thesis, we propose MTDIoT, a moving target defense solution designed specifically for IoT applications. IoT devices are often resource-constrained and may not have the processing power or memory to support complex security solutions. MTDIoT has minimal compute requirements and can be easily integrated with other security components, making it an ideal choice for IoT deployments.
MTDIoT works by changing the network configuration dynamically over time or in response to specific events. This makes it harder for attackers to identify and target specific devices and services. Additionally, MTDIoT has the ability to exclude compromised nodes from updated network configurations, isolating them from the rest of the network.
We evaluate the performance of MTDIoT in a simulated network environment. Our results demonstrate the effectiveness of MTDIoT in reducing the success rate of attacks on IoT applications. By constantly changing the network configuration, MTDIoT makes it more difficult for attackers to identify and exploit vulnerabilities, reducing the overall risk of cyber attacks.
MTD has the potential to improve the security of a wide range of systems and applications, including cloud computing, critical infrastructure and networks. While MTD may not provide a complete solution to all cyber threats, it can significantly enhance the resilience of systems and reduce the attack surface available to attackers. As such, MTD is likely to become an increasingly important component of modern cybersecurity strategies.Περίληψη: Καθώς οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο γίνονται πιο εξελιγμένες και συχνές, οι παραδοσιακές λύσεις ασφάλειας αποδεικνύονται ανεπαρκείς για την προστασία από αυτές. Το Moving Target Defense (MTD) είναι μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση που περιλαμβάνει συνεχή αλλαγή της διαμόρφωσης του συστήματος, καθιστώντας πιο δύσκολο για τους επιτιθέμενους να εκμεταλλευτούν γνωστά τρωτά σημεία. Κάνοντας το σύστημα δυναμικό και απρόβλεπτο, το MTD μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ανθεκτικότητά του σε μια σειρά από απειλές στον κυβερνοχώρο.
Σε αυτή την μεταπτυχιακή διατριβή, προτείνουμε το MTDIoT, μια λύση άμυνας κινούμενου στόχου σχεδιασμένη ειδικά για εφαρμογές IoT. Οι συσκευές IoT είναι συχνά περιορισμένες σε πόρους και ενδέχεται να μην έχουν την ισχύ επεξεργασίας ή τη μνήμη για να υποστηρίξουν πολύπλοκες λύσεις ασφάλειας. Το MTDIoT έχει ελάχιστες υπολογιστικές απαιτήσεις και μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί με άλλα στοιχεία ασφαλείας, καθιστώντας το ιδανική επιλογή για αναπτύξεις IoT.
Το MTDIoT λειτουργεί αλλάζοντας τη διαμόρφωση του δικτύου δυναμικά με την πάροδο του χρόνου ή ως απόκριση σε συγκεκριμένα συμβάντα. Αυτό καθιστά πιο δύσκολο για τους εισβολείς να αναγνωρίσουν και να στοχεύσουν συγκεκριμένες συσκευές και υπηρεσίες. Επιπλέον, το MTDIoT έχει τη δυνατότητα να αποκλείει παραβιασμένους κόμβους από ενημερωμένες διαμορφώσεις δικτύου, απομονώνοντάς τους από το υπόλοιπο δίκτυο.
Αξιολογούμε την απόδοση του MTDIoT σε περιβάλλον προσομοίωσης δικτύου, χρησιμοποιώντας μια ποικιλία σεναρίων επίθεσης. Τα αποτελέσματά μας καταδεικνύουν την αποτελεσματικότητα του MTDIoT στη μείωση του ποσοστού επιτυχίας των επιθέσεων σε εφαρμογές IoT. Αλλάζοντας συνεχώς τη διαμόρφωση του δικτύου, το MTDIoT καθιστά πιο δύσκολο για τους εισβολείς να εντοπίσουν και να εκμεταλλευτούν τα τρωτά σημεία, μειώνοντας τον συνολικό κίνδυνο επιθέσεων στον κυβερνοχώρο.
Το MTD έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει την ασφάλεια ενός ευρέος φάσματος συστημάτων και εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένου του υπολογιστικού νέφους, των κρίσιμων υποδομών και των δικτύων. Αν και το MTD μπορεί να μην παρέχει ολοκληρωμένη λύση σε όλες τις απειλές στον κυβερνοχώρο, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ανθεκτικότητα των συστημάτων και να μειώσει την επιφάνεια επίθεσης που είναι διαθέσιμη στους επιτιθέμενους. Ως εκ τούτου, το MTD είναι πιθανό να γίνει ένα ολοένα και πιο σημαντικό συστατικό των σύγχρονων στρατηγικών ασφάλειας στον κυβερνοχώρο
Analysis of the effect between working hours and personnel work productivity
Μεταπτυχιακή Διατριβή που υποβλήθηκε στη σχολή ΜΠΔ του πολυτεχνείου Κρήτης για την πλήρωση προϋποθέσεων λήψης του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης.Περίληψη: Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής εξέλιξης, οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα έντονα ανταγωνιστικό πλαίσιο, οδηγώντας σε αύξηση των εργασιακών ωρών και εντατικοποίηση της εργασίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα φαινόμενα όπως η εργασιακή εξουθένωση (burnout), το άγχος, η μείωση της παραγωγικότητας και η διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τη σχέση μεταξύ των εργασιακών ωρών, της παραγωγικότητας και της ευεξίας των εργαζομένων στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον. Αναλυτικότερα, αναλύει την εξέλιξη των εργασιακών ωρών, εξετάζει τις διαφοροποιήσεις στις εργασιακές πρακτικές διαφορετικών χωρών και παρουσιάζει θεωρητικά πλαίσια στην εργασία, όπως η θεωρία της οικονομικής αποδοτικότητας, ο νόμος της φθίνουσας απόδοσης και η θεωρία της εργασιακής ευεξίας. Για να διερευνηθούν οι επιπτώσεις των μακροχρόνιων εργασιακών ωρών στην παραγωγικότητα και την ευεξία των εργαζομένων, πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας. Η ανάλυση υποδεικνύει ότι υπάρχει ένα βέλτιστο σημείο ωρών εργασίας, πέρα από το οποίο η παραγωγικότητα μειώνεται. Επιπλέον, οι ευέλικτες μορφές εργασίας φαίνεται να συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη βελτίωση της ευεξίας των εργαζομένων. Τέλος παρουσιάζονται προτάσεις για την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών στην εργασία (όπως η εφαρμογή ευέλικτων ωραρίων, η προώθηση της ισορροπίας εργασίας-ζωής και η επένδυση στην ευεξία των εργαζομένων) και προτείνονται κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα στον τομέα.Summarization: In the era of globalization and technological development, firms operate in a highly competitive context, leading to an increase in working hours and intensification of work. This results in phenomena such as burnout, stress, reduced productivity and disruption of work-life balance. This thesis investigates the relationship between working hours, productivity and employee well-being in the modern workplace. Specifically, it examines the evolution of working hours, analyzes variations in labor practices across different countries and presents theoretical frameworks such as the theory of economic efficiency, the law of diminishing returns and the theory of workplace well-being. To investigate the impact of long working hours on productivity and employee well-being, a systematic literature review was conducted.The analysis indicates that there is an optimal point of working hours, beyond which productivity declines. Moreover, flexible forms of work contribute to increasing productivity and improving employee well-being. Finally, the thesis presents recommendations for adopting best workplace practices—such as implementing flexible schedules, promoting work-life balance, and investing in employee well-being—and suggests directions for future research in the field
Rural Rhythms: Agritourism Center in Southern Rhodes.
Περίληψη: Αντικείμενο διερεύνησης της παρούσας μελέτης αποτελεί η δημιουργία ενός Κέντρου Αγροτουρισμού στην περιοχή του Αγίου Παύλου ,Κατταβιάς , στη Νοτιά Ρόδο .Στόχος του σχεδιασμού είναι η επανασύνδεση με την ύπαιθρο και η ανάδειξη της αγροτικής ζωής μέσα από την δημιουργία ενός πόλου έλξης για την ενίσχυση του Αγροτουρισμού.Η επιλογή του χώρου παρέμβασης σχετίζεται με τα κατάλοιπα μιας αγροτικής φυλακής της δεκαετίας του 1930 , τα οποία αξιοποιούνται ως βάση του σχεδιασμού.Το κέλυφος του κτιρίου διατηρείται και αποκτά νέες χρήσεις , όπως εστιατόριο και αγορά τοπικών προϊόντων , τα οποία θα παράγονται από τους ιδίους τους επισκέπτες κατά τη διάρκεια της διαμονής τους.Η νέα προσθήκη περιλαμβάνει διαμερίσματα , κοινόχρηστους χώρους και εσωτερικές αυλές , ενισχύοντας την βιωματική εμπειρία της καλλιέργειας ,της μάθησης και της γευστικής απόλαυσης. Το σύνολο του σχεδιασμού επιδιώκει να προσφέρει έναν πλήρη κύκλο αγροτουριστικών εμπειριών, ενώ παράλληλά καθιστά την περιοχή επισκέψιμη ενισχύοντας την δυναμική της ως σημείο αναφοράς για την τοπική ανάπτυξη.Summarization: The subject of investigation in the present study is the creation of an Agritourism Center in the area of Agios Pavlos, Kattavia, in Southern Rhodes.The objective of the design is to reconnect people with the countryside and to highlight rural life through the development of a destination that promotes agritourism. The choice of intervention site is linked to the remains of a rural prison dating back to the 1930s, which are utilized as the foundation for the design.The building’s shell is preserved and repurposed to host new functions, such as a restaurant and a local products market, featuring goods produced by the visitors themselves during their stay.
The new addition includes guest apartments, communal areas, and interior courtyards, enhancing the experiential aspect of cultivation, learning, and gastronomic enjoyment.The overall design seeks to offer a complete cycle of agritourism experiences, while simultaneously rendering the area more accessible and reinforcing its potential as a point of reference for local development
Ανάπτυξη και εφαρμογή μεθοδολογίας ανάλυσης ταχύτητας διάδοσης περιθλώμενων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων από δεδομένα GPR για την απεικόνιση θαμμένων σωλήνων
Περίληψη: Στην παρούσα διπλωματική παρουσιάζεται μεθοδολογία ανάλυσης ταχύτητας διάδοσης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων από δεδομένα γεωραντάρ (GPR) για την απεικόνιση θαμμένων σωλήνων στο πείραμα SandBox. Πιο συγκεκριμένα η προτεινόμενη μεθοδολογία στοχεύει στην αυτόματη εκτίμηση του βάθους και του μήκους σωλήνων. Απαιτείται η εκ των προτέρων γνώση της ακτίνας των σωλήνων.
Αρχικά παρουσιάζονται στοιχεία της θεωρίας διάδοσης των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και η μέθοδος του γεωραντάρ. Αναφέρονται η πορεία και τα βήματα του αλγορίθμου που τροποποιήθηκε σε λογισμικό MATLAB. Στην συνέχεια περιγράφονται οι προτεινόμενες αλλαγές στον αλγόριθμο ανάλυσης ταχύτητας με την μέθοδο συνάφειας για την ακριβέστερη εκτίμηση της ταχύτητας διάδοσης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που προέρχονται από το πάνω όριο σωλήνων. Έπειτα εξετάζονται ξεχωριστά οι τρεις περιπτώσεις διασκόπησης για το σύνολο των σωλήνων, με τελικό σκοπό την τρισδιάστατη απεικόνιση τους. Οι προκύπτουσες εκτιμήσεις της ταχύτητας, συγκρίνονται με αυτές οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν στην μέθοδο χωροθέτησης στο πλαίσιο παλαιότερης διπλωματικής που εξέταζε το ίδιο πείραμα.
Η μέθοδος προσέφερε αρκετά καλά υποσχόμενα αποτελέσματα, ωστόσο υπάρχουν και κάποιες ιδέες ώστε τα αποτελέσματα να βελτιωθούν περαιτέρω. Για αρχή προτείνεται η χρήση κόφτη για να αποκλεισθούν τιμές βάθους , οι οποίες διαφέρουν σημαντικά από την μέση τιμή (για απόκλιση στο βάθος μεγαλύτερη της ακτίνας του σωλήνα). Επίσης προτείνεται να εξαιρεθούν θέσεις οι οποίες αποκλίνουν από τη ευθύγραμμη εξάπλωση του σωλήνα, καθώς και θέσεις όπου τα ζεύγη τιμών διπλού κατακόρυφου χρόνου ανακλώμενων κυμάτων και ταχύτητας δεν συνάδουν με το μέσο διάδοσης και με παρατηρήσεις στα πρωτογενή δεδομένα του γεωραντάρ. Τέλος, για τη βελτίωση της τρισδιάστατης απεικόνισης των θαμμένων σωλήνων προτείνεται να διερευνηθεί η επιρροή της προσθήκης του τυχαίου θορύβου στα δεδομένα
Study of different loading rates of sludge treatment wetlands placed outdoors and in a greenhouse
Περίληψη: Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην κατασκευή και μελέτη τεσσάρων πιλοτικών μονάδων τεχνητών υγροβιότοπων κατακόρυφης ροής, με σκοπό την αφυδάτωση λυματολάσπης σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα: σε εξωτερικό χώρο και σε θερμοκήπιο. Δυο πιλοτικές μονάδες εγκαταστάθηκαν στον υπαίθριο χώρο της Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυμάτων (ΕΕΛ) των Χανίων, ενώ δύο τοποθετήθηκαν εντός θερμοκηπίου. Σε όλες τις μονάδες τοποθετήθηκαν κροκάλες (G1) διαμέτρου 20-40 mm, μέσο χαλίκι (G2) διαμέτρου 8-20 mm και λεπτό χαλίκι (G3) διαμέτρου 2-8 mm, ενώ φυτεύτηκαν με το είδος καλαμιού Phragmites australis. Η λυματολάσπη που χρησιμοποιήθηκε προήλθε από τη δεξαμενή δευτεροβάθμιας καθίζησης της εγκατάστασης.
Μετά τη φύτευση των καλαμιών, εφαρμόστηκε πρωτοβάθμιο λύμα (5L/d) για να διευκολυνθεί η προσαρμογή και η ανάπτυξη των φυτών. Ακολούθως, ξεκίνησε η εφαρμογή λυματολάσπης από τη δευτεροβάθμια δεξαμενή καθίζησης σε δύο διαφορετικές φορτίσεις, 60kg TS/m²/έτος και 80kg TS/m²/έτος, με σκοπό τη μελέτη της βέλτιστης λειτουργίας του συστήματος. Επιπλέον, εφαρμόστηκαν διαφορετικοί κύκλοι φορτίσεων, ξεκινώντας με έναν κύκλο 1:1 (μία ημέρα φόρτισης και μία ημέρα ανάπαυσης), και καταλήγοντας στον κύκλο 7:7 (επτά ημέρες φόρτισης και επτά ημέρες ανάπαυσης). Η ποσότητα της λυματολάσπης που χρησιμοποιήθηκε σε κάθε κύκλο φόρτισης καθοριζόταν από τη συγκέντρωση ολικών στερεών (TS), η οποία μετρούνταν μία ημέρα πριν την εφαρμογή. Αυτή η συνθήκη επέτρεψε την προσαρμογή της ποσότητας λυματολάσπης ανάλογα με τις τρέχουσες συνθήκες, επιδιώκοντας την επίτευξη της βέλτιστης απόδοσης του συστήματος.
Οι αναλύσεις των δειγμάτων λυματολάσπης αφορούν τις των παραμέτρους: TS, VS, MLSS, Σχετική πυκνότητα, NO3--N, NH4+-N, Ολικό Άζωτο (TN), PO43--P, Ολικός Φώσφορος (TP), Ολικά μέταλλα (TM), pH και Αγωγιμότητα. Ενώ οι αναλύσεις για την υπολειμματική ιλύ, δηλαδή της λάσπης που συσσωρεύεται στις μονάδες αφορούν τις παραμέτρους: TS, VS, NO3--N, NH4+-N, Ολικός Φώσφορος (TP), Ολικά μέταλλα (TM), pH και Αγωγιμότητα. Τέλος, οι αναλύσεις των δειγμάτων διασταλάγματος περιλαμβάνουν τις παραμέτρους: TSS, COD, BOD5, NO3--N, NH4+-N, PO43--P, Ολικός Φώσφορος (TP), pH και Αγωγιμότητα.
Όσον αφορά τα αποτελέσματα, στην υπολειμματική ιλύ τα TS είχαν τιμές 46,4%, 11,4% 13,2% και 9,2% για P60, PG60, P80 και PG80 αντίστοιχα, και τα VS παρουσίασαν μικρές διακυμάνσεις. Η μείωση του όγκου ιλύος στις κλίνες ήταν 97,5 %, 93,8%, 95% και 91,6% για τις P60, PG60, P80 και PG80 αντίστοιχα. Αυξημένες εμφανίστηκαν οι συγκεντρώσεις στα NO3--N και στον ΤΡ αλλά και στα NH4+-N για τις κλίνες θερμοκηπίου, ενώ παρατηρείται αύξηση στις τιμές της ηλεκτρικής αγωγιμότητας και το pH γίνεται ελαφρώς πιο όξινο σε όλες τις μονάδες. Τα μέταλλα στην ξηρή ιλύ εμφάνισαν αύξηση στις συγκεντρώσεις του Σιδήρου (Fe), του Πυριτίου (Si), του Καλίου (K) και του Ασβεστίου (Ca), ωστόσο δεν υπερβαίνουν τα όρια της νομοθεσίας για την διάθεση στην γεωργία. Όσον αφορά τα διασταλάγματα, οι τιμές του COD παραμένουν στο εύρος των 180 mg/L και για το BOD5 κυμαίνονται στα 200 mg/L. Για την NH4+-N παρατηρήθηκε αύξηση στις τιμές των συγκεντρώσεων σε όλες τις κλίνες, αλλά και αύξηση στις τιμές της ηλεκτρικής αγωγιμότητας και το pH γίνεται ελαφρώς πιο αλκαλικό.Summarization: This thesis focuses on the construction and design of four pilot plants of constructed vertical flow wetlands for sludge dewatering placed outdoors and in a greenhouse. Two pilot units were installed in the outdoor area of the Wastewater Treatment Plant (WWTP) of Chania, while two were placed inside a greenhouse. In all units, clinker (G1) with a diameter of 20-40 mm, medium gravel (G2) with a diameter of 8-20 mm and fine gravel (G3) with a diameter of 2-8 mm were placed and planted with the reed species Phragmites australis. The sewage sludge used came from the secondary sedimentation tank of the plant.
Translated with DeepL.com (free version)After planting the reeds, primary sewage sludge (5 L/d) was applied to facilitate plant adaptation and growth. Subsequently, the application of sewage sludge from the secondary settling tank was started at two different loadings, 60kg DM/m²/year and 80kg DM/m²/year, in order to study the optimal operation of the system. In addition, different watering cycles were applied, starting with a 1:1 cycle (one day of loading and one day of rest), and ending with a 7:7 cycle (seven days of loading and seven days of rest). The amount of sewage sludge used in each loading cycle was determined by the total solids (TS) concentration measured one day before application. This condition allowed the amount of sewage sludge to be adjusted according to current conditions, seeking to achieve optimal system performance.
The analyses of the sewage sludge samples include TS, VS, MLSS, Relative Density, NO3--N, NH4+-N, Total Nitrogen (TN), PO43--P, Total Phosphorus (TP), Total Metals (TM), pH and electrical conductivity. While the analyses of the effluent samples, i.e. the dilutions, include the parameters TSS, COD, BOD5, NO3--N, NH4+-N, PO43--P Total Phosphorus (TP), pH and electrical conductivity. Finally, the analyses for dry sludge, i.e. the sludge accumulated in the plants, include the parameters: TS, VS, NO3--N, NH4+-N, Total Phosphorus (TP), Total Metals (TM), pH and electrical conductivity.
Regarding the results, in the residual sludge TS values were 46.4%, 11.4% 13.2% and 9.2% for P60, PG60, P80 and PG80 respectively, and VS showed slight variations. The sludge volume reduction in the beds was 97.5%, 93.8%, 95% and 91.6% for P60, PG60, P80 and PG80 respectively. Increased concentrations of NO3--N and TP as well as NH4+-N appeared for the greenhouse beds, while an increase in electrical conductivity values was observed and pH became slightly more acidic in all units. The metals in the dry sludge showed an increase in the concentrations of Iron (Fe), Silicon (Si), Potassium (K) and Calcium (Ca), but do not exceed the limits of the legislation for disposal in agriculture. As for the dilutions, COD values remain in the range of 180 mg/L and for BOD5 they are in the range of 200 mg/L. For NH4+-N, an increase in concentration values was observed in all beds, but also an increase in electrical conductivity values and the pH becomes slightly more alkaline
The in between space as conceptual approach: Dialogues at the boundaries between opposites
Περίληψη: Η παρούσα ερευνητική έχει στόχο τη διερεύνηση του ενδιάμεσου ως συνθετικό εργαλείο. Η ανάγκη προσδιορισμού της σχέσης μεταξύ δύο αναφορών προϋποθέτει την ενεργοποίηση του «ανάμεσα» που προκύπτει ή προϋπάρχει στο δομημένο περιβάλλον και στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Με αφορμή κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, η αρχιτεκτονική σκέψη θα χρησιμοποιήσει τον ενδιάμεσο χώρο για να ενεργοποιήσει τον διάλογο μεταξύ αυτών. Ο ενδιάμεσος χώρος θέλοντας να λύσει ζητήματα προσδιορισμού μεταξύ δύο σημείων αναφοράς, είναι αυτός που προσφέρει το έδαφος ώστε ο χρήστης να (επανα)προσδιορίσει το ρόλο του κατά τη διάρκεια της μετάβασης ή τοποθέτησης του μεταξύ αυτών. Η εργασία εστιάζει στην μελέτη του ενδιάμεσου ως εννοιολογική προσέγγιση και βασική συνθετική στρατηγική.Presented on
Reuse and redevelopment of the abandoned Karatasios Military Camp in the Municipality of Pavlos Melas
Περίληψη: Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την επανάχρηση και αξιοποίηση του εγκαταλελειμμένου στρατοπέδου Καρατάσιου, ενός εκτεταμένου ανενεργού στρατιωτικού χώρου, ο οποίος βρίσκεται εντός του αστικού ιστού του Δήμου Παύλου Μελά, στη δυτική Θεσσαλονίκη. Στόχος της πρότασης είναι η μετατροπή του σε ένα μητροπολιτικό πάρκο και νέο οικιστικό πυρήνα, που θα λειτουργεί ως φορέας περιβαλλοντικής, πολιτισμικής και κοινωνικής αναβάθμισης της ευρύτερης περιοχής.
Η πρόταση διατηρεί τις χαράξεις και εντάσσει επιλεγμένα κτιριακά κελύφη με νέες λειτουργίες, κυρίως πολιτιστικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Παράλληλα, εντάσσονται νέα κτίρια μικτών χρήσεων που προκύπτουν από τις ανάγκες της περιοχής ενισχύοντας τη λειτουργική ποικιλία και την καθημερινή ενεργοποίηση του χώρου.
Η πρόταση επιχειρεί να απαντήσει σε ζητήματα όπως η έλλειψη μεγάλων ελεύθερων δημόσιων χώρων στη δυτική Θεσσαλονίκη, η ανάγκη ανάδειξης του αστικού τοπίου μέσω βιώσιμων πρακτικών και η ενεργοποίηση ενός ανεκμετάλλευτου αποθέματος γης
Green hotels: The key to architectural and energy design in hospitality facilities
Περίληψη: Τα «πράσινα» ξενοδοχεία ενσωματώνουν αρχές βιωσιμότητας και ενεργειακής αποδοτικότητας, με στόχο τη μείωση του περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος και τη διατήρηση των φυσικών πόρων. Μέσα από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, δίνεται έμφαση στην εξοικονόμηση ενέργειας, τη μείωση της κατανάλωσης νερού και την εφαρμογή φιλικών προς το περιβάλλον υλικών και τεχνολογιών. Η προσαρμογή των κτιρίων στο τοπικό οικοσύστημα και οι φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές λειτουργίας συμβάλλουν σημαντικά στην ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η βασικότερη αρχή του σχετικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού είναι η εξοικονόμηση ενέργειας, που επιτυγχάνεται μέσω της στρατηγικής χωροθέτησης των κτιρίων για καλύτερη αξιοποίηση του φυσικού φωτός και αερισμού. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται καινοτόμα υλικά, πράσινες στέγες και δομές τοιχοπετασμάτων για καλύτερη θερμομόνωση, καθώς και συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Επίσης ακολουθούνται στρατηγικές για μείωση της κατανάλωσης νερού είτε με τον κατάλληλο σχεδιασμό, είτε με συστήματα ορθολογικότερης διαχείρισης. Διάφοροι οργανισμοί ή φορείς πιστοποιήσεων επιβεβαιώνουν ότι τα ξενοδοχεία αυτά τηρούν υψηλά περιβαλλοντικά πρότυπα. Οι εν λόγω πρακτικές δεν μειώνουν μόνο τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά προωθούν και μια κουλτούρα περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης τόσο στους φιλοξενούμενους όσο και στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Τα «πράσινα» ξενοδοχεία συνδυάζουν αισθητική, λειτουργικότητα και σεβασμό στο περιβάλλον, στοιχεία τα οποία ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις του τουριστικού κλάδου για μια καλύτερη και φιλόξενη εμπειρία, καθώς παράλληλα συμβάλλουν και στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.Summarization: "Green" hotels incorporate principles of sustainability and energy efficiency, aiming to reduce their environmental footprint and preserve natural resources. Through architectural design, emphasis is placed on energy conservation, water consumption reduction, and the use of environmentally friendly materials and technologies. The adaptation of buildings to the local ecosystem and the implementation of eco-friendly operational practices significantly contribute to minimizing environmental impacts.
The core principle of the relevant architectural design is energy efficiency, achieved through the strategic placement of buildings to maximize natural light and ventilation. Additionally, innovative materials, green roofs, and curtain wall structures are used to improve thermal insulation, alongside renewable energy systems. Strategies for water consumption reduction are also implemented, either through appropriate design or through systems for more rational water management.
Various organizations or certification bodies verify that these hotels comply with high environmental standards. Such practices not only reduce environmental impacts but also promote a culture of environmental awareness among both guests and businesses themselves.
"Green" hotels combine aesthetics, functionality, and respect for the environment, meeting the modern demands of the tourism sector for a better and more welcoming experience, while also contributing to the reduction of their environmental footprint.Presented on