Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
International trade after crises and the strategies for dealing with their consequences: the case of the health crisis in Greece
Through this thesis, an attempt is made to conduct scientific research on the conditions and terms that are formed at the level of international trade after crises, to thoroughly investigate and study their consequences at the level of the economy and to research the strategies that are applied with the aim of restarting the economy and developing entrepreneurship after corresponding conditions. Methodologically, secondary research is conducted in international databases applying certain statistical methods to control the variables (comparative analysis, multiple regression, data panel analysis). At the same time, primary research is used through a structured questionnaire, statistical processing is carried out applying exploratory factor analysis as a statistical method, the purpose of which is to enrich the data and highlight any new findings. The results are summarized in two axes. The first axis has to do with the volume and structure of foreign trade, while the second axis is related to the strategies and factors that may contribute to the recovery of foreign trade. Next, with regard to Greece's foreign trade, the chronic structural problems are confirmed, the pathologies of the Greek economy are highlighted, the low degree of extroversion of Greece is highlighted, the specialization of exports in low value-added sectors is noted, the lag in logistical and digital infrastructure in foreign trade processes is observed. At the same time, the post-Covid-19 start-up is characterized by challenges regarding the need to transition to a development model that will be based on "green" environmental protection practices, circular economy business actions, energy saving and sustainable development activities and will contribute significantly to accelerating the climate transition. In addition, the contribution of the utilization of European resources to the recovery of the economy and foreign trade and the need to adapt to digital transformation are highlighted. The originality and academic contribution of the thesis lies in the investigation of a global event that undoubtedly influenced the fundamentals of economies and foreign trade internationally. The approach to the Greek dimension and the comparison of the corresponding international and European frameworks constitutes an original contribution within the Greek academic community. At the same time, the thesis highlights important findings regarding the policies for shaping trade strategies at the international, European and Greek levels to address the consequences and restart the economy, following events characterized as crises, while at the same time contributing substantially to a better understanding of the conditions under which international trade relations are shaped.Μέσα από την παρούσα διατριβή επιχειρείται η διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας γύρω από τις συνθήκες και τους όρους που διαμορφώνονται σε επίπεδο διεθνούς εμπορίου μετά από κρίσεις, στην διεξοδική διερεύνηση και μελέτη των συνεπειών τους σε επίπεδο οικονομίας και στην έρευνα για τις στρατηγικές που εφαρμόζονται με σκοπό την επανεκκίνηση της οικονομίας και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας έπειτα από αντίστοιχες συνθήκες. Μεθοδολογικά, διεξάγεται δευτερογενής έρευνα σε διεθνείς βάσεις δεδομένων εφαρμόζοντας ορισμένες στατιστικές μεθόδους για τον έλεγχο των μεταβλητών (συγκριτική ανάλυση, πολλαπλή παλινδρόμηση, data panel analysis). Παράλληλα, χρησιμοποιείται πρωτογενής έρευνα μέσω δομημένου ερωτηματολογίου, διεξάγεται στατιστική επεξεργασία εφαρμόζοντας ως στατιστική μέθοδο την διερευνητική ανάλυση παραγόντων σκοπός της οποίας είναι να εμπλουτίσει τα δεδομένα και να αναδείξει τυχόν νέα ευρήματα. Τα αποτελέσματα συνοψίζονται σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας έχει να κάνει με τον όγκο και τη διάρθρωση του εξωτερικού εμπορίου, ενώ ο δεύτερος άξονας σχετίζεται με τις στρατηγικές και τους παράγοντες που δύναται να συντελέσουν στην ανάκαμψη του εξωτερικού εμπορίου. Επόμενα, αναφορικά με το εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας επιβεβαιώνονται τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, αναδεικνύονται οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνεται ο χαμηλός βαθμός εξωστρέφειας της Ελλάδας, σημειώνεται η εξειδίκευση των εξαγωγών σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, παρατηρείται η υστέρηση σε υλικοτεχνικές και ψηφιακές υποδομές στις διαδικασίες του εξωτερικού εμπορίου. Παράλληλα η μετά Covid – 19 εκκίνηση χαρακτηρίζεται από προκλήσεις ως προς την ανάγκη μετάβασης σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα βασίζεται σε «πράσινες» πρακτικές προστασίας του περιβάλλοντος, σε επιχειρηματικές ενέργειες κυκλικής οικονομίας, σε δραστηριότητες εξοικονόμησης ενέργειας και αειφόρου ανάπτυξης και θα συμβάλει σημαντικά στην επίσπευση της κλιματικής μετάβασης. Επιπλέον, επισημαίνεται η συμβολή της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων στην ανάκαμψη της οικονομίας και του εξωτερικού εμπορίου και η ανάγκη προσαρμογής στον ψηφιακό μετασχηματισμό. H πρωτοτυπία και η ακαδημαϊκή συμβολή της διατριβής έγκειται στην διερεύνηση ενός παγκοσμίου εμβέλειας γεγονότος το οποίο αδιαμφισβήτητα επηρέασε τα θεμελιώδη μεγέθη των οικονομιών και του εξωτερικού εμπορίου διεθνώς. Η προσέγγιση στην ελληνική διάσταση και η σύγκριση των αντίστοιχων διεθνών και ευρωπαϊκών πλαισίων αποτελεί πρωτότυπη συνεισφορά στα πλαίσια της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Παράλληλα, μέσα από τη διατριβή αναδεικνύονται σημαντικά ευρήματα σχετικά με τις πολιτικές διαμόρφωσης εμπορικών στρατηγικών σε διεθνές, ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση των συνεπειών και την επανεκκίνηση της οικονομίας, έπειτα από γεγονότα που χαρακτηρίζονται ως κρίσεις, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει ουσιαστικά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών υπό τις οποίες διαμορφώνονται οι σχέσεις διεθνούς εμπορίου
The concept of internal and external enemy in the political discourse of AKP: examination and Analysis of the Qualitative & Quantitative Characteristics of Political Discourse in Turkey through the Critical Processing of R. T. Erdoğan's Speeches (2014-2020)
The present doctoral thesis aims to examine the concept of internal and external enemy in the speeches of the President of the Turkish Republic, Recep Tayyip Erdoğan, through an analysis of his speeches from August 2014, the date of his election as President, to December 2020. Recep Tayyip Erdoğan's speeches were analyzed from the original Turkish texts, collected from the website of the Presidency of the Turkish Republic, using a combination of qualitative and quantitative analysis. The aim of the thesis was to identify the religious, political, social, ethnic, and other groups presented by the government as internal and external enemies of Turkey. At the same time, special focus was given to the occurrence of these enemies, i.e., which ones are constantly referred to and which ones appear at regular intervals depending on the socio-political conditions prevailing in the country and internationally. In addition, the characteristics of the Turkish President's discourse were examined in terms of the use of emotionalism, populism, images, and metaphors, while the possibility of hate speech use in his discourse was also examined. The theory chosen for the analysis is Critical Discourse Analysis (CDA), which takes into consideration both the linguistic and the socio-political dimension of language and aims to identify power relations and the way of their reproduction through discourse. For the quantitative analysis, the corpus of 834 speeches was analyzed using the quantitative analysis software SketchEngine, as it supports the Turkish language. After the individual analyses, the results were triangulated leading to safer conclusions.Η παρούσα διατριβή έχει ως στόχο την εξέταση της έννοιας του εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού στον λόγο του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μέσω της ανάλυσης των ομιλιών του από τον Αύγουστο του 2014, δηλαδή την ημερομηνία εκλογής του ως Προέδρου, έως τον Δεκέμβριο του 2020. Οι ομιλίες του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναλύθηκαν από τα πρωτότυπα τουρκικά κείμενα, που συλλέχθηκαν από την ιστοσελίδα της Προεδρίας της Τουρκικής Δημοκρατίας, με έναν συνδυασμό ποιοτικής και ποσοτικής ανάλυσης. Σκοπός της διατριβής ήταν ο εντοπισμός των θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, εθνοτικών και άλλων ομάδων που παρουσιάζονται από την κυβέρνηση ως εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί της Τουρκίας. Παράλληλα, δόθηκε σημασία στην περιοδικότητα αυτών των εχθρών, ποιοι δηλαδή παραμένουν σταθεροί και ποιοι εμφανίζονται σε περιοδικά διαστήματα ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα και στη διεθνή σκηνή. Επιπλέον, εξετάστηκαν τα χαρακτηριστικά του λόγου του Τούρκου Προέδρου, όσον αφορά στη χρήση συναισθηματικού λόγου, λαϊκισμού, εικόνων και μεταφορών, ενώ εξετάστηκε και το ενδεχόμενο χρήσης λόγου του μίσους (hate speech) στις ομιλίες του. Η θεωρία που επιλέχθηκε για την ανάλυση είναι η Κριτική Ανάλυση Λόγου (Critical Discourse Analysis), η οποία εξετάζει και την κοινωνικοπολιτική διάσταση της γλώσσας πέρα από τη γλωσσολογική, και στοχεύει στον εντοπισμό των σχέσεων εξουσίας και ισχύος καθώς και τον τρόπο αναπαραγωγής τους μέσω του λόγου. Για την ποσοτική ανάλυση, το Σώμα Κειμένων που αποτελείται από 834 ομιλίες, αναλύθηκε με τη βοήθεια του λογισμικού ποσοτικής ανάλυσης SketchEngine, καθώς υποστηρίζει την τουρκική γλώσσα. Μετά τις επιμέρους αναλύσεις, ακολούθησε τριγωνοποίηση αποτελεσμάτων για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων
Corporate social responsibility and ethical implications in greek businesses in the region of Western Macedonia
Social responsibility and business ethics are two of the most important concepts linked to the sustainability and development of a company, as they allow the company to achieve progress in every sector and to link its activities to the social and environmental benefits that result from its social actions. A company's activities must be inextricably linked to the society in which it operates, offering the best to its citizens and the country in which it operates, responding in times of crisis and to the problems of the modern, digitalized times. The research of the thesis focuses on the region of Western Macedonia and seeks to study the impact of these two positive concepts of corporate social responsibility and business ethics in an economically troubled region, to identify the recognition of the value of corporate social actions, and to study whether they can enhance the presence of Western Macedonian companies in the national and international business scene.Η κοινωνική ευθύνη και η επιχειρηματική ηθική είναι δύο από τις σημαντικότερες έννοιες, οι οποίες συνδέονται με την βιωσιμότητα και την εξέλιξη μιας επιχείρησης, αφού χάρη σε αυτές η επιχείρηση μπορεί να επιτύχει την πρόοδο σε κάθε τομέα αλλά και το συσχετισμό των δραστηριοτήτων της με την κοινωνική και περιβαλλοντική ωφέλεια, που θα απορρέει από τις κοινωνικές της δράσης. Πρέπει άλλωστε να είναι άρρηκτα δεμένη η δράση μιας επιχείρησης με την κοινωνία στην οποία δραστηριοποιείται προσφέροντας τα μέγιστα τόσο στους πολίτες όσο και στη χώρα δραστηριοποίησής της, ανταποκρινόμενη σε περιόδους κρίσεων αλλά και σε προβλήματα της σύγχρονης, ψηφιακής εποχής. Η έρευνα επικεντρώνεται στην περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας επιδιώκοντας να μελετήσει τον αντίκτυπο των δύο αυτών θετικών εννοιών της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και της επιχειρηματικής ηθικής σε μία ταλανισμένη οικονομικά περιφέρεια, θέλοντας να εντοπίσει την αναγνώριση της αξίας των εταιρικών κοινωνικών δράσεων και να μελετήσει το κατά πόσο αυτές μπορούν να ενισχύσουν την παρουσία των επιχειρήσεων της Δυτικής Μακεδονίας στην εγχώρια αλλά και διεθνή επιχειρηματική σκηνή
Mental imagery’s effect on quality of life, motor, cognitive, emotional status of older people with early stage of dementia
Introduction: Dementia has characteriscs such as a decrease of cognitive function and diminished functional status. When the person mentally executes motor acts without any overt body movement is called mental imagery (MI) technique. The purpose of the study was to assess the effects of MI on the quality of life, motor, cognitive and emotional status of elderly wiith early stage of dementia. Methods: This RCT consisted of 160 older persons with dementia from Day Care Center Alzheimer Athens Association. Three groups partecipated in the study (a) MI and exercise group (intervention group), (b) only exercise group (1st control group) and (c) neither MI nor exercise group (2nd control group). The sample received 24 sessions which lasted 45 minutes each, twice a week for 12 weeks. Exercises from Otago Exercise Program were selected. Three assessments were performed: (a) 1week prior to the program, (b) one and a half months and (c) after the program. The intervention group performed a 30-minute MI with exercise program content after the end of every physiotherapy exercise session. Berg Balance Scale (BBS), Multidirectional Reach Test (Reach in Four Directions Test), Five Times Sit-to-Stand Test (FTSST), Timed Up and Go test (TUG), Functional Gait Assessment (FGA), Walking While Talking Test (WWITT), Short-Form of Geriatric Depression Scale (SF-GDS), Short Anxiety Screening Test (SAST) and the Euro-Qol 5-Dimensions 5-Level of severity scale (Euro-Qol 5D-5L scale) were used to investigate balance, functional status, cognitive status, emotional status and quality of life. Results: All the participants (43 men, 117 women, MMSE M=23.20, SD=0.15) had higher education (n=77) and had loss of memory as the 1st symptom (n= 117). The participants were randomly divided into the intervention (n=55), the 1st control (n=52) and the 2nd control group (n=53). One-way ANOVA showed the homogeneity of groups at the beginning of the intervention program. Kolmogorov-Smirnov tests determined the non-parametric data for some variables and inverse transformation were performed. In the intention to treat analysis (18 participants were dropped out), the 3x3 repeated measures ANOVA indicated statistical significant results between the 3 groups on (a) the TUG (F=3,06, df (2), p=0.04), (b) the FTSST (F=3.00, df (2), p=0.05), (c) the Multiforward direction test (F=4.14 df (2), p<0.02), the lateral right and the lateral left direction tests (F=3,90, df (2), p=0.02 and F=7.87, df (2), p=0.00) respectively (d) the FGA (F=4.35, df (2), p=0.01). Friedman test showed significant statistical significant results between the 3 groups on (a) BBT (X2=7.62, df=2, p=0.22), (b) quality of life total (X2=11.87, df=2, p=0.00) and the measurement day (X2 = 25,59, df = 2, p = 0,00), (c) Depression (X2=6.54, df=2, p=0.38), (d) Anxiety (X2=39.90 df=2, p=0.00), (e) WWITTnumber mistakes (X2=14.94, df=2, p=0.00) and time WWITT (X2 = 13,35 df = 2, p = 0,01). Medium values of the effect size of partial η2 coefficient for F-tests were found. Post-hoc comparisons using Bonferroni test and Wilcoxon test showed that the mean scores for the intervention group and the 1st control was significantly better from the 2rd control group in many dependent variables. Conclusion: Balance, functional and emotional status, cognitive ability and quality of life of older adults with early stage of dementia were affected positively by MI’s execution. Examining the processes of MI in dementia may help physiotherapists to integrate this technique into the rehabilitation program, contributing more to subjects’ mobility and cognitive status.Εισαγωγή: Η άνοια περιλαμβάνει την απώλεια των γνωσιακών ικανοτήτων και βλάπτει τη λειτουργική κατάσταση στην καθημερινή ζωή. Στην τεχνική της νοερής εξάσκησης (ΝΕ), οι κινητικές πράξεις επαναλαμβάνονται νοητικά χωρίς καμία εμφανή κίνηση του σώματος. Σκοπός της μελέτης ήταν η εξέταση της επίδρασης της ΝΕ στην ποιότητα ζωής, την κινητική, τη γνωσιακή και τη συναισθηματική κατάσταση των ατόμων της τρίτης ηλικίας με πρώιμο στάδιο άνοιας. Μέθοδος: Η παρούσα τυχαιοποιημένη ελεγχομένη μελέτη αποτελούνταν από 160 συμμετέχοντες/ούσες. Το δείγμα προερχόταν από το Κέντρο Ημέρας της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών, το οποίο τυχαιοποιήθηκε σε: (α) ομάδα ΝΕ και άσκησης (ομάδα παρέμβασης), (β) ομάδα μόνο άσκησης (1η ομάδα ελέγχου) και (γ) ούτε ΝΕ ούτε άσκηση (2η ομάδα ελέγχου). Οι συμμετέχοντες/ουσες έλαβαν 24 συνεδρίες φυσικοθεραπείας, διάρκειας 45 λεπτών η καθεμία, δύο φορές την εβδομάδα για 12 εβδομάδες. Οι ασκήσεις επιλέχθηκαν από το πρόγραμμα άσκησης Otago. Πραγματοποιήθηκαν τρεις αξιολογήσεις: (α) μια εβδομάδα πριν από το πρόγραμμα, (β) 6 εβδομάδες από την έναρξη του προγράμματος και (γ) στις 12 εβδομάδες. Η ομάδα παρέμβασης πραγματοποίησε ένα 30λεπτο ΝΕ με περιεχόμενο το προγραμμα άσκησης μετά το τέλος κάθε συνεδρίας. Οι δοκιμασίες (α) Multidirectional Reach Test (Reach in Four Directions Test), (β) Δοκιμασία 5 times Sit to Stand (FTSST), (γ) Δοκιμασία Timed Up and Go (TUG), (δ) Αξιολόγηση λειτουργικής βάδισης (FGA), (ε) Δοκιμασία Walking While Talking Test (WWITT), (στ) Κλίμακα Ισορροπίας (Berg Balance Scale) (ζ) Κλίμακα Γηριατρικής Κατάθλιψης-Σύντομη Μορφή (SF-GDS), (η) Κλίμακα Άγχους (Short Anxiety Screening Test, SAST) και (θ) Επισκόπηση Υγείας (Euro-Qol 5D-5L) χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση της ισορροπίας, της λειτουργικής κατάστασης, της γνωστικής κατάστασης, της συναισθηματικής κατάστασης και της ποιότητας ζωής. Αποτελέσματα: 160 συμμετέχοντες (43 άνδρες, 117 γυναίκες, MMSE M=23,20, SD=0,15) είχαν τριτοβάθμια εκπαίδευση (n=77) με απώλεια μνήμης ως 1ο σύμπτωμα (n= 117). Οι συμμετέχοντες/ουσες χωρίστηκαν τυχαία στην παρέμβαση (n=55), την 1η ομάδα ελέγχου (n=52) και τη 2η ομάδα ελέγχου (n=53). Η one way ANOVA έδειξε την ομοιογένεια των ομάδων στην αρχή του προγράμματος παρέμβασης. Ο έλεγχος Shapiro Wilk προσδιόρισε τα μη παραμετρικά δεδομένα για ορισμένες μεταβλητές και πραγματοποιήθηκε αντίστροφος μετασχηματισμός. Στην ανάλυση πρόθεσης θεραπείας (18 συμμετέχοντες αποσύρθηκαν), οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ANOVA 3x3 έδειξαν στατιστικώς σημαντικά αποτελέσματα μεταξύ των 3 ομάδων (α) στη TUG (F=3,06, df (2), p=0,04), (β) στο FTSST (F=3,00, df (2), p=4fd p<0,02), η δοκιμασία πλευρικής δεξιάς και πλευρικής αριστερής κατεύθυνσης (F=3,90, df (2), p=0,02 και F=7,87, df (2), p=0,00) αντίστοιχα (δ) στη FGA (F=4,35, df (2), p=0,01). Η δοκιμασία Friedman έδειξε στατιστικώς σημαντικά αποτελέσματα μεταξύ των 3 ομάδων σε (α) BBT (X2=7,62, df=2, p=0,22), (β) ποιότητα ζωής συνολο (X2=11,87, df=2, p=0,00) και ημέρα μέτρησης (X2 = 25,59, df = 2, p = 0,00), (γ) κατάθλιψη (X2=6,54, df=3, df=2), (δ) άγχος (X2=39.90 df=2, p=0.00), (ε) αριθμός λαθών WWITT (X2=14,94, df=2, p=0,00) και χρόνος WWITT (X2 = 13,35 df = 2, p = 0,01). Βρέθηκαν μέσες τιμές στο effect size των partial η2 coefficient στα F-tests. Οι post hoc συγκρίσεις χρησιμοποιώντας τον έλεγχο Bonferroni και Wilcoxon έδειξαν ότι οι μέσες βαθμολογίες για την ομάδα παρέμβασης και την 1η ομαδα ελεγχου ήταν σημαντικά καλύτερες από τη 2η ομάδα ελέγχου σε πολλές εξαρτημένες μεταβλητές. Συμπεράσματα: Η μελέτη έδειξε θετική επίδραση της ΝΕ στην ισορροπία, τη λειτουργική και συναισθηματική κατάσταση, τη γνωσιακή ικανότητα και την ποιότητα ζωής των ατόμων τρίτης ηλικίας με πρώιμο στάδιο άνοιας. Η εφαρμογή των διαδικασιών της ΝΕ στην αρχόμενη άνοια μπορούν να βοηθήσουν τους φυσικοθεραπευτές στην αποκατάσταση των ατόμων τρίτης ηλικίας με αρχόμενη άνοια, συμβάλλοντας περισσότερο στην κινητικότητα και τη γνωσιαική κατάσταση των συμμετεχόντων
Study of the Greek grapevine vitis vinifera L. cv Assyrtiko under climate change conditions: ecophysiological, metabolic and morphological-anatomical characteristics of the plant
This PhD thesis was conducted in the Department of Botany, Faculty of Biology, in collaboration with the Foundation for Research and Technology - Hellas (FORTH) in Heraklion (Crete) and the Faculty of Crop Science at the Agricultural University of Athens. Τhe ecophysiological, morphological and anatomical characteristics of two developmental stages of leaves from the grapevine variety Vitis vinifera L. cv. Assyrtiko have been investigated. The plants were exposed to abiotic stresses, simulating the third and most severe climate change scenario (RCP8.5) of the AR5 report of the Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC). The considered abiotic factors were the increase of temperature and water shortage. Furthermore, morphological traits and ecophysiological parameters of Assyrtiko grapevine leaves were studied on plants of two different ages from vineyards grown on Santorini Island (Greece) in order to detect variations in their response under similar environmental growing conditions. In Attica region of Greece, according to the extreme RCP8.5 climatic scenario, an increase in temperature of approximately 1.5-1.6 °C is expected during the period 2031-2050, which will be more enhanced in summer and autumn, and milder in winter. Additionally, forecasts predict a decline in precipitation (approximately by 30%).Grapevine (Vitis vinifera L.) is a deciduous perennial plant cultivated in Mediterranean climates, but also found growing in semi-arid regions. Vitis vinifera L. cv. Assyrtiko is a highly valued and well-known cultivar for viticulture in Greece. This white grape variety is indigenous on the volcanic terroir of Santorini Island in the Aegean Sea (Greece); also, it is widely planted on Cyclades’ Islands and cultivated in other regions of Greece. Water is essential for the growth of grapevines and its shortage is considered as the primary limiting plant growth environmental factor; even in the Mediterranean region, where average temperatures permit grapevine’s growth, a water deficit affects its development. In addition, extreme ambient temperatures are a significant stress factor for plant organisms. An increase of temperature can potentially alter the physiology of the grapevine leaf by reducing the photosynthetic capacity (closure of stomata, reduction of gas exchange, limitation of CO2 diffusion, etc.). Therefore, viticulture is vulnerable to the climate change, particularly in the Mediterranean region. During the first year of the PhD Thesis (growth period 2020), the concentrations of photosynthetic pigments, total sugars, phenolic compounds and starch were determined in both young expanding and fully expanded leaves of Vitis vinifera cv. Assyrtiko plants grown in a growth chamber at the Department of Botany of the National and Kapodistrian University of Athens. Also, the specific leaf area (SLA), the leaf optical properties and anatomical characteristics were investigated. In the following three years (April 2021 - September 2023), experiments were carried out in an experimental vineyard in Agia Marina, Aegina (37°44'51"Β, 23°32'19"Α). In addition to the parameters measured during the first year, the levels of proline, hydrogen peroxide (H₂O₂) and malondialdehyde (MDA) were also measured. Under controlled chamber conditions and ambient conditions, the grapevine plants were divided into four groups exposed to different temperature and irrigation conditions. The first group was well watered. The second group included plants grown under reduced soil water content by 30%, in comparison to the well-watered plants. The plants of the third group were exposed to a higher than the ambient temperature (by 2-3 °C) with adequate watering and the plants of the fourth group were also grown under an increased temperature, but with reduced irrigation by 30%. Also, from the experiments of the three growing seasons, the possible acclimatization of plants to the changing conditions of water deficit and increased temperature was studied, through short-term and long-term mechanisms, such as the modification of morphology and the synthesis of protective substances. During the 2022 growing season, anatomical characteristics, photosynthetic parameters and fluorescence indices were measured on fully developed grapevine cv. Assyrtiko leaves on plants that were adequately watered and plants exposed to water deficit conditions in the greenhouse in the experimental vineyard in Agia Marina, Aegina, Greece. During the same growing season, young expanding and fully expanded leaves were sampled and ecophysiological parameters were measured from two vineyards of Santorini Island, from plants of different ages. The leaf sampling on the island of Santorini was carried out from two locations, in ΄Mesa Katoikies΄ (36°41'95,9"Β, 25°44'19,4"Α) and in ΄Panagia Kokkini΄ (36°24'50,8"B, 25°26'36,4"Α), where climatic and soil conditions were similar due to their close proximity. It has been observed, according to the results, that under conditions of reduced soil water content without any increase of temperature, Assyrtiko grapevine plants excibited changes in the physiological parameters of their leaves. Specifically, in young expanding leaves a decrease in the content of chlorophyll a and b and a decrease in SLA are recorded. Additionally, a decrease content of phenolic compounds and an increase of the accumulation of H2O2 and MDA was observed, in young expanding leaves of grapevines cv. Assyrtiko. Furthermore, a decrease of the leaf thickness and pallisade parenchyma and an increase of intercellular spaces are recorded. In fully expanded leaves, a decrease content of chlorophyll a, total sugars and phenolic compounds has been observed, while proline, H2O2 and MDA increased. In young expanding leaves exposed to the increase of temperature by 2-3 oC without any application of water deficit, carotenoid content and phenolic compounds show reduced values, while H2O2 and MDA increased. Regarding the anatomical characteristics, the thickness of the palisade and spongy parenchyma, as well as the leaf thickness were significantly reduced, resulting in thinner leaves. In fully expanded leaves, carotenoid content was increased under increased temperature. The decrease in phenolic compounds content indicates a reduced allocation in defense mechanisms. Additionally, the increase in SLA indicates a larger surface area efficient for transpiration. In fully expanded leaves, an increase of the leaf thickness in addition to palisade and spongy parenchyma has been observed. Grapevine plants cv. Assyrtiko exposed to the considered combination of water deficit and elevated temperature, led to the greatest variability in physiological, morphological and anatomical characteristics. Specifically, in young expanding leaves the content of total chlorophylls, carotenoids, total sugars and starch concentrations decreased. Also, a decrease has been observed in the thickness of palisade and spongy parenchyma and leaf thickness. The observed increase in free proline is related to osmotic regulation. Also, the concentration of H₂O₂ and MDA increased. The fully expanded leaves displayed increased carotenoids and SLA. Anatomical analysis of fully expanded leaves revealed reductions in palisade and spongy parenchyma thickness. Regarding the leaf optical properties, differences were found in the absorption measurements, reflecting anatomical and physiological responses as well as leaf developmental stage, leaf surface and treatment applied. From the study of the changes of the physiological parameters during the three years of acclimatization and the application of reduced water availability, it is observed that the young expanding leaves exhibited greater adaptive capacity; this is indicated by the increased chlorophyll content and total sugars, enhancing their tolerance to stress. In fully expanded leaves, a gradual decline of photosynthetic and antioxidant substances was observed, indicating a decrease in the mature leaf’s ability to cope with oxidative damage. Regarding the application of treatments linked to grapevines’ exposure to increased temperature, similar responses have been recorded between young expanding and fully expanded leaves. The study assessed anatomical and morphological traits, along with photosynthetic parameters and fluorescence indices, in fully expanded leaves of both well-watered plants and plants exposed to water deficit conditions in the greenhouse of Agia Marina, Aegina, Greece. Under water deficit, a reduction in stomatal pore length and transpiration was observed, resulting in lower photosynthesis rates and decreased water use efficiency. In addition, a reduction in the carbon sink in the form of CaOx crystals in the form of raphides and druses was detected. The deconstruction of crystals and the maintenance of the Fv/Fm index, at constant values throughout the day, demonstrated a lack of stress on photosystem II and active “alarm photosynthesis”. The results indicated that the developmental stage of the leaves was a crucial factor concerning the anatomical responses, with young expanding leaves consistently exhibiting reduced mesophyll thickness. The fully expanded leaves exhibited a more stable anatomical pattern, indicating that they had already undergone structural modifications to adapt to stress conditions. Overall, the leaves of Assyrtiko grapevine plants are affected by changing abiotic conditions with the combination of temperature increase and water deficit inducing the most pronounced changes. Vitis vinifera cv. Assyrtiko plant adaptation mechanisms to extreme stress conditions include alarm photosynthesis, production of photoprotective molecules (such as pigments), morphological and structural changes (changes in SLA, increased stomatal density, changes in intercellular space area and mesophyll thickness), in order to maintain water status and photosynthetic capacity. Additionally, the plant responses can be attributed to their age and their leaf developmental stage, under conditions of water deficit, increased temperature and a combination of water deficit and elevated temperature, simulating climate change. According to the results, this PhD Thesis provides the first documented correlation between physiological, morphological, and anatomical responses of leaves of Vitis vinifera L. cv. Assyrtiko and abiotic environmental factors (elevated temperature and reduced water availability) simulating the IPCC's RCP 8.5 scenario. Also, this PhD Thesis highlights the importance of understanding how Vitis vinifera L. cv. Assyrtiko adapts to changes induced by climate change, contributing to the scientific dialogue in order to revise and revisit cultivation practices and vineyard management strategies.Στη παρούσα Διδακτορική διατριβή η οποία εκπονήθηκε στον Τομέα Βοτανικής του Τμήματος Βιολογίας του Ε.Κ.Π.Α. σε συνεργασία με το Ι.Τ.Ε. στο Ηράκλειο της Κρήτης και με τη συμβολή του Τμήματος Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των οικοφυσιολογικών ιδιοτήτων και των μορφολογικών και ανατομικών χαρακτηριστικών φύλλων (όπου γίνεται αναφορά στα φύλλα εννοούνται τα νεαρά αναπτυσσόμενα και τα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα εκτός από τις περιπτώσεις που γίνεται διακριτή επεξήγηση) δύο αναπτυξιακών σταδίων της ποικιλίας αμπέλου Vitis vinifera L. cv. Ασύρτικο, εκτεθειμένων σε πειραματικά μεταβαλλόμενες αβιοτικές καταπονήσεις που προσομοιάζουν το τρίτο και πιο επιζήμιο κλιματικό σενάριο (RCP8.5) της AR5 έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την κλιματική αλλαγή (IPCC). Οι αβιοτικοί παράγοντες που επιλέχτηκαν και εφαρμόστηκαν πειραματικά ήταν η αύξηση της θερμοκρασίας και η μείωση της εδαφικής υδατοπεριεκτικότητας. Επιπλέον πραγματοποιήθηκε μελέτη των μορφολογικών ιδιοτήτων και οικοφυσιολογικών παραμέτρων των φύλλων αμπέλου ποικιλίας Ασύρτικο σε φυτά διαφορετικής ηλικίας από δύο αμπελώνες της Σαντορίνης, με σκοπό τον εντοπισμό διαφορών στην απόκριση τους υπό το πρίσμα όμοιων περιβαλλοντικών συνθηκών ανάπτυξης. Στη περιοχή της Αττικής, σύμφωνα με το ακραίο σενάριο RCP8.5, αναμένεται αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5-1,6 oC κατά την περίοδο 2031-2050. Η άνοδος αυτή θα είναι πιο έντονη το καλοκαίρι και το φθινόπωρο και πιο ήπια τον χειμώνα. Επιπλέον, προβλέπεται μέγιστη αύξηση της θερμοκρασίας κατά 4,7 oC για την περίοδο 2081-2100 και στην περιοχή της Μεσογείου μείωση της βροχόπτωσης κατά περίπου 30% έως το 2100. Η άμπελος Vitis vinifera L. είναι ένα φυλλοβόλο πολυετές φυτό, το οποίο καλλιεργείται κυρίως σε περιοχές με μεσογειακό κλίμα, αλλά συναντάται και σε ένα ευρύτερο φάσμα κλιματικών συνθηκών, όπως σε ημίξηρες και τροπικές περιοχές. Ανάμεσα στις πιο σημαντικές για την οικονομία της χώρας ποικιλίες της αμπέλου Vitis vinifera L. είναι και η ποικιλία (cv: cultivar) Ασύρτικο, η οποία χρησιμοποιείται για την παραγωγή λευκού οίνου. Η ποικιλία Ασύρτικο καλλιεργείται σε όλη την Ελλάδα αλλά κυρίως στα νησιά των Κυκλάδων, ιδίως στη Σαντορίνη με το ηφαιστειακό μικροκλίμα (terroir). Το νερό είναι απαραίτητο για τη σύνθεση των μεταβολιτών και την ανάπτυξη της αμπέλου καθώς η ανεπάρκειά του αποτελεί τον κυριότερο περιοριστικό περιβαλλοντικό παράγοντα. Ακόμη και σε περιοχές όπου οι μέσες θερμοκρασίες επιτρέπουν την ανάπτυξή της, και σε περιοχές με ευνοϊκές μέσες θερμοκρασίες για τη καλλιέργειά της, όπως η περιοχή της Μεσογείου, η υδατική έλλειψη επιδρά στην ανάπτυξή της. Υπό τις μεσογειακές κλιματολογικές συνθήκες, η ρύθμιση της χρήσης νερού, λόγω της έλλειψης αυτού στο έδαφος, είναι απαραίτητη για την επιβίωση, την παραγωγικότητα και την αναπαραγωγή των ειδών. Επιπροσθέτως, ακραίες περιβαλλοντικές θερμοκρασίες αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα καταπόνησης των φυτικών οργανισμών. Ανάλογα με το επίπεδο αύξησης της θερμοκρασίας επηρεάζεται και η φυσιολογία του φύλλου της αμπέλου μειώνοντας τη φωτοσυνθετική ικανότητα των φυτών (κλείσιμο στομάτων και μείωση ανταλλαγής αερίων, περιορισμός της διάχυσης του CO2 κ.α.). Συνεπώς, η αμπελουργία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι η περιοχή της Μεσογείου θα επιβαρυνθεί περισσότερο από άλλες περιοχές της Ευρώπης.Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της διδακτορικής διατριβής σε νεαρά αναπτυσσόμενα και πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα αμπέλου (αναπτυξιακή περίοδος 2020), προσδιορίστηκαν οι συγκεντρώσεις χρωστικών, ολικών σακχάρων, φαινολικών ενώσεων, αμύλου και υπολογίστηκε η ειδική φυλλική επιφάνεια (SLA). Επιπλέον, διερευνήθηκαν οι οπτικές ιδιότητες των φύλλων και μελετήθηκαν συγκεκριμένα ανατομικά χαρακτηριστικά. Χρησιμοποιήθηκαν φυτά Vitis vinifera cv. Ασύρτικο τα οποία τοποθετήθηκαν σε θάλαμο ανάπτυξης (ΕΣΘ) στον Τομέα Βοτανικής, στο Τμήμα Βιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα επόμενα τρία έτη (Απρίλιος 2021 - Σεπτέμβριος 2023), πραγματοποιήθηκαν πειράματα σε πειραματικό αμπελώνα στην Αγία Μαρίνα, Αίγινας (37°44'51"Β, 23°32'19"Α). Εκτός από τις παραμέτρους που μετρήθηκαν κατά το πρώτο έτος, προσδιορίστηκαν επίσης τα επίπεδα προλίνης, υπεροξειδίου του υδρογόνου (H₂O₂) και μηλονικής διαλδεΰδης (MDA). Σε ελεγχόμενες συνθήκες θαλάμου και σε συνθήκες περιβάλλοντος, τα φυτά χωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες με διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας και άρδευσης. Η πρώτη ομάδα φυτών ποτιζόταν επαρκώς και η δεύτερη περιλάμβανε φυτά που αναπτύχθηκαν σε περιβάλλον μειωμένης εδαφικής υδατοπεριεκτικότητας κατά 30%. Τα φυτά της τρίτης ομάδας εκτέθηκαν σε περιβάλλον υψηλότερης θερμοκρασίας (κατά 2-3 °C) με επαρκές πότισμα και τα φυτά της τέταρτης ομάδας αναπτύχθηκαν επίσης σε αυξημένη θερμοκρασία, αλλά με άρδευση μειωμένη κατά 30%. Από τα αποτελέσματα των τριών αναπτυξιακών περιόδων, μελετήθηκε ο πιθανός εγκλιματισμός των φύλλων των φυτών ποικιλίας Ασύρτικου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του υδατικού ελλείματος και της αυξημένης θερμοκρασίας, μέσω βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μηχανισμών, όπως η τροποποίηση της μορφολογίας και η βιοσύνθεση προστατευτικών ουσιών. Κατά τη διάρκεια της αναπτυξιακής περιόδου του έτους 2022, και λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσίασαν τα αποτελέσματα, σε πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα αμπέλου, φυτών που ποτίζονταν επαρκώς και φυτών σε συνθήκες υδατικού ελλείμματος εντός θερμοκηπίου στον πειραματικό αμπελώνα στην Αγία Μαρίνα, Αίγινας πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις ανατομικών χαρακτηριστικών, φωτοσυνθετικών παραμέτρων και δεικτών φθορισμού. Επιπλέον, κατά την αναπτυξιακή περίοδο της αμπέλου του έτους 2022 συλλέχθηκαν νεαρά αναπτυσσόμενα και πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα και μετρήθηκαν οικοφυσιολογικές παράμετροι από δύο αμπελώνες της Σαντορίνης, από φυτά διαφορετικών ηλικιών. Η δειγματοληψία για τον προσδιορισμό των οικοφυσιολογικών παραμέτρων σε φύλλα φυτών αμπέλου από το νησί της Σαντορίνης πραγματοποιήθηκε σε δύο τοποθεσίες, στις Μέσες Κατοικίες (36°41'95,9"Β, 25°44'19,4"Α) και στον Ιερό Ναό Παναγίας Κόκκινης (36°24'50,8"B, 25°26'36,4"Α). Οι κλιματικές και εδαφικές συνθήκες των δύο περιοχών κρίθηκαν όμοιες, λόγω της μικρής μεταξύ τους απόστασης.Υπό συνθήκες μείωσης της εδαφικής υδατοπεριεκτικότητας χωρίς αύξηση της θερμοκρασίας βάσει των αποτελεσμάτων, προκύπτει πως τα φυτά αμπέλου ποικιλίας Ασύρτικο μεταβάλλουν βασικές φυσιολογικές παραμέτρους των φύλλων τους. Συγκεκριμένα, στα νεαρά αναπτυσσόμενα φύλλα καταγράφεται μείωση της περιεκτικότητας σε χλωροφύλλη a και b και μείωση SLA. Επιπλέον, παρατηρείται μείωση της περιεκτικότητας σε φαινολικές ενώσεις λόγω υδατικής έλλειψης και συσσώρευση προλίνης. Η παρατηρούμενη αύξηση στη συσσώρευση H2O2 και MDA, επιβεβαιώνει την καταπόνηση στα νεαρά αναπτυσσόμενα φύλλα των φυτών της ποικιλίας Ασύρτικο. Διαπιστώνεται μείωση του πάχους φύλλου και του πασσαλώδους παρεγχύματος νεαρών αναπτυσσόμενων φύλλων και αύξηση των μεσοκυττάριων χώρων. Όσον αφορά στα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα παρατηρείται μείωση της περιεκτικότητας σε χλωροφύλλη a, ολικών σακχάρων και φαινολικών ενώσεων. Αντίθετα η περιεκτικότητα σε προλίνη, H2O2 και MDA αυξήθηκε. Κατά την εφαρμογή της μεταχείρισης όπου πραγματοποιήθηκε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2-3 oC σε φυτά που ποτίζονταν επαρκώς, στα νεαρά αναπτυσσόμενα φύλλα, τα καροτενοειδή και οι φαινολικές ενώσεις παρουσιάζουν μειωμένες τιμές. Αντίθετα, αυξάνεται η παραγωγή H2O2 και MDA. Όσον αφορά στα ανατομικά χαρακτηριστικά, το πάχος πασσαλώδους και σπογγώδους παρεγχύματος καθώς και το συνολικό πάχος των φύλλων μειώνεται στατιστικά σημαντικά, με αποτέλεσμα τα φύλλα να εμφανίζονται λεπτότερα. Στα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα, τα καροτενοειδή αυξάνονται λόγω αύξησης της θερμοκρασίας, ενώ η παρατηρούμενη μείωση των φαινολικών ενώσεων υποδεικνύει μειωμένη «επένδυση» σε αμυντικούς μηχανισμούς. Ταυτόχρονα, η αύξηση SLA υποδεικνύει μεγαλύτερη επιφάνεια για διαπνοή. Στα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα, παρατηρείται αύξηση του πάχους του φύλλου, του πασσαλώδους και του σπογγώδους παρεγχύματος. Ωστόσο, στα φυτά αμπέλου υπό την εφαρμογή του συνδυασμού των μεταχειρίσεων, παρατηρούνται οι περισσότερες μεταβολές στις φυσιολογικές παραμέτρους καθώς και στα μορφολογικά και ανατομικά χαρακτηριστικά λόγω της επίδρασης του συνδυασμού των δύο αβιοτικών καταπονήσεων. Συγκεκριμένα, στα νεαρά αναπτυσσόμενα φύλλα, μειώνεται η συγκέντρωση των ολικών χλωροφυλλών, των καροτενοειδών, των συγκεντρώσεων ολικών σακχάρων και του αμύλου. Επίσης, παρατηρείται μείωση στο πάχος πασσαλώδους και σπογγώδους παρεγχύματος και του πάχους των νεαρών αναπτυσσόμενων φύλλων. Η αύξηση της συγκέντρωσης της προλίνης σχετίζεται με ωσμωτική ρύθμιση. Επίσης, αυξάνεται η συγκέντρωση Η₂Ο₂ και MDA. Αντίθετα, τα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα εμφανίζουν αύξηση καροτενοειδών και SLA. Αναφορικά με τις ανατομικές μεταβολές στα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα, παρατηρείται μείωση πάχους πασσαλώδους και σπογγώδους παρεγχύματος. Όσον αφορά στις οπτικές ιδιότητες του φύλλου, διαπιστώθηκαν διαφορές στις μετρήσεις απορρόφησης, οι οποίες αντανακλούν τη διαφορετική ανατομική και φυσιολογική απόκριση των φύλλων στα φυτά αμπέλου ποικιλίας Ασύρτικο και οι οποίες μεταβάλλονται ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο, την εξεταζόμενη επιφάνεια των φύλλων και την εφαρμοσμένη μεταχείριση. Από τη μελέτη των μεταβολών στη συγκέντρωση των φυσιολογικών παραμέτρων κατά τα τρία έτη εγκλιματισμού και την εφαρμογή της μείωσης της εδαφικής υδατοπεριεκτικότητας, παρατηρείται πως τα νεαρά αναπτυσσόμενα φύλλα διαθέτουν μεγαλύτερη προσαρμοστική ικανότητα, καθώς οι χλωροφύλλες και τα ολικά σάκχαρα αυξάνονται, ενισχύοντας την ανοχή τους στην καταπόνηση. Στα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα, παρατηρείται σταδιακή απώλεια φωτοσυνθετικών και αντιοξειδωτικών ουσιών, υποδεικνύοντας μείωση της ικανότητας του φυτού στην αντιμετώπιση οξειδωτικής βλάβης. Όσον αφορά στην εφαρμογή των μεταχειρίσεων όπου αυξάνεται η θερμοκρασία ανεξάρτητα από την εφαρμοσμένη άρδευση, καταγράφεται παρόμοια απόκριση στα νεαρά αναπτυσσόμενα και στα πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα σχετικά με φυσιολογικές αποκρίσεις. Κατά την επεξεργασία των ανατομικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών καθώς και των φωτοσυνθετικών παραμέτρων και δεικτών φθορισμού σε πλήρως ανεπτυγμένα φύλλα φυτών που ποτίζονταν επαρκώς και φυτών σε συνθήκες υδατικού ελλείμματος εντός του θερμοκηπίου, παρατηρήθηκε μείωση του μήκους του ανοίγματος των στοματικών πόρων και μείωση της διαπνοής, οδηγώντας σε χαμηλότερο τάχος φωτοσύνθεσης και αποδοτικότητας χρήσης νερού σε συνθήκες υδατικής έλλειψης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε μείωση του αποθέματος άνθρακα με τη μορφή κρυστάλλων CaOx που συναντώνται με την μορφή ραφίδων και δρουσών. Η αποδόμηση των κρυστάλλων και η διατήρηση του δείκτη μεταβλητού φθορισμού (Fv/Fm), σε σταθερές τιμές κατά τη διάρκεια της ημέρας επιδεικνύει έλλειψη καταπόνησης του φωτοσυστήµατος ΙΙ και ενεργή «φωτοσύνθεση συναγερμού». Συγκεντρωτικά, τα φυτά αμπέλου ποικιλίας Ασύρτικο επηρεάζονται από τις μεταβαλλόμενες αβιοτικές συνθήκες και υποδεικνύουν ότι ο συνδυασμός θερμοκρασιακής αύξησης και υδατικής έλλειψης προκαλεί τις κυριότερες διαφοροποιήσε
Impact of preterm donor milk on morbidity, growth and development in very low birth weight premature infants: a comparison with donor milk from mothers of full-term infants
Background: Human milk is the best nutritional option for infants, especially for those born preterm. Feeding with mother’s own milk (MOM) has been an important factor contributing to increased survival and improved outcomes of very low birth weight (VLBW) infants (50ml/kg/day. To measure the nutrient content of milk, a random representative sample of the human milk pool (MOM or DM) was analyzed before fortification, once a week, using the MIRIS Human Milk Analyzer (HMA™, Miris AB, Uppsala, Sweden). The following parameters were recorded in all infants during hospitalization:•CRIB II score (Clinical Risk Index for Babies), •Anthropometric characteristics (body weight and length, head circumference) at birth, at the end of donor milk period, and at discharge. The anthropometric characteristics were recorded as both absolute values and z-scores. The difference (Δz-score) of z-score for body weight, body length and head circumference from birth to the end of donor milk period, as well as from birth to discharge, was calculated. •Total protein and energy intake via parenteral nutrition, MOM, DM and fortification. •Neonatal/Infant Morbidity. In particular: Culture-positive sepsis, necrotizing enterocolitis, bronchopulmonary dysplasia, retinopathy of prematurity, intraventricular hemorrhage, conservative or surgical closure of patent ductus arteriosus. Results: Mean protein intake during the donor milk period was significantly higher in Group A than in Group B (p=0.023). When protein intake was assessed at each week separately, a significant difference between groups was observed at week 3 after birth (p=0.01). Protein intake was also significantly higher in Group A than in Group B at initiation of breast milk fortification (p=0.006) and throughout hospitalization (p=0.014). Additionally, Δz-score in body weight and head circumference from birth to the end of donor milk period differed significantly between Group A and Group B (p=0.019 and p=0.001, respectively). No difference was found in Δz-score for body length between groups. At discharge, body weight was significantly higher in Group A than in Group B (p=0.047). Morbidity during hospitalization did not differ significantly between groups. Conclusions: This study showed that feeding VLBW infants with MOM supplemented (when necessary) with pasteurized PDM has a positive impact on protein intake, especially in the first days of life until initiation of human milk fortification, as well as on physical growth parameters (body weight and head circumference) at the end of the donor milk period.Εισαγωγή: Τα τελευταία χρόνια σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, όπως και στη χώρα μας, παρατηρείται αύξηση της επιβίωσης των πολύ χαμηλού βάρους γέννησης (ΠΧΒΓ) πρόωρων νεογνών (βάρος γέννησης 50ml/kg/24ωρο. Μετά από την περίοδο παρέμβασης, οι δύο ομάδες πρόωρων νεογνών σιτίστηκαν με γάλα του εμπορίου (τεχνητή διατροφή) εάν το μητρικό γάλα της μητέρας τους δεν επαρκούσε ή η Τράπεζα Γάλατος δεν μπορούσε να παρέχει παστεριωμένο μητρικό γάλα. Προκειμένου να μετρηθεί η περιεκτικότητα του μητρικού γάλατος σε θρεπτικά συστατικά χρησιμοποιήθηκε ειδικός αναλυτής (Miris, Human Milk Analyzer), ο οποίος πραγματοποιεί τις μετρήσεις με τη μέθοδο της υπέρυθρης φασματοσκοπίας.Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας των πρόωρων καταγράφηκαν: •Το CRIB II score ( Clinical Risk Index for Babies) •Τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά των πρόωρων (βάρος σώματος, μήκος σώματος και περίμετρος κεφαλής) κατά τη γέννηση, στο τέλος της περιόδου παρέμβασης και κατά την έξοδο από τη ΜΕΝΝ. Τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά καταγράφηκαν τόσο ως απόλυτες τιμές, όσο και ως z-score •Η συνολική πρόσληψη πρωτεΐνης και θερμίδων, και •Η νοσηρότητα (σηψαιμία, νεκρωτική εντεροκολίτιδα, βρογχοπνευμονική δυσπλασία, αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας, ενδοκράνια αιμορραγία, και ανοικτός αρτηριακός πόρος που χρειάστηκε αντιμετώπιση). Αποτελέσματα: Η πρόσληψη πρωτεΐνης ήταν υψηλότερη στην ομάδα Α σε σύγκριση με την ομάδα Β κατά την έναρξη του εμπλουτισμού του μητρικού γάλατος (p=0.006), κατά τη διάρκεια της περιόδου παρέμβασης (p=0.023), καθώς επίσης και κατά τη διάρκεια της συνολικής νοσηλείας (p=0.014). Επιπλέον, η ομάδα Α παρουσίασε υψηλότερο Δz-score για το βάρος σώματος (p=0.019) και για την περίμετρο κεφαλής (p=0.001) από τη γέννηση μέχρι το τέλος της περιόδου παρέμβασης και υψηλότερο βάρος σώματος κατά την έξοδο από τη ΜΕΝΝ (p=0.047) συγκριτικά με την ομάδα Β. Δεν διέφερε η νοσηρότητα μεταξύ των δύο ομάδων νεογνών. Συμπεράσματα: Η σίτιση πρόωρων νεογνών πολύ χαμηλού βάρους γέννησης με παστεριωμένο μητρικό γάλα από μητέρες που γέννησαν πρόωρα νεογνά έχει θετική επίδραση στην πρόσληψη πρωτεΐνης, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες ημέρες ζωής μέχρι την έναρξη του εμπλουτισμού του μητρικού γάλατος, καθώς και στα σωματομετρικά χαρακτηριστικά, όπως το βάρος σώματος και η περίμετρος κεφαλής
Μεταξύ θεσμικής πολιτικής και πολιτικής της καθημερινότητας: Κοινωνικές αναπαραστάσεις της πολιτικής και πρότυπα πολιτικής συμμετοχής στην Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα
This thesis examines the evolving relationship between Greek citizens and politics in the early 21st century, set against the broader backdrop of late modernity’s structural transformations. It explores recent developments in political behaviour and participation, particularly in relation to citizens’ conceptualisations of politics and patterns of political engagement. These changes are framed within the wider context of transforming citizenship norms, personalisation of politics, diversification of political action, and rising disenchantment with and withdrawal from institutional politics. The study argues that these transformations suggest a new way of defining and relating to politics that extends beyond changes in participatory repertoires. The thesis draws on an interdisciplinary approach, combining political behaviour and social psychology, specifically employing social representations theory. Through a mixed methods approach, consisting of focus groups and an online survey, the research investigates whether these changes are reflected in the case of Greece. The findings reveal a notable broadening of political participation beyond traditional institutional forms, evident in both citizens’ conceptualisations and participatory practices. Quantitative data highlights the expansion of the repertoire of political action to include digital and cause-oriented participation. Qualitative data further substantiate this expansion, by shedding light on the multiplicity of lay conceptualisations of politics. They reveal the coexistence of two dominant representations among Greek citizens: institutional politics (hegemonic representation) and the politics of the everyday (oppositional representation). The oscillation between the institutional and the everyday is also reflected in the emergence of “mixed” or “hybrid” repertoires of action, where citizens simultaneously engage in both institutional and non-institutional political practices. This reinterpretation of politics appears as an intentional, strategic effort by citizens to reclaim their potential for participation, through the individualised politics of the everyday. Finally, this thesis contributes to the literature by exploring the latent structure of political participation and developing a typology of political participants within Greek political culture. Classify ingparticipants based on their participatory patterns, it identifies three distinct clusters: “protest-oriented”, “institutional” and“ non-specialised participants”. These results underscore the value of qualitative and mixed methods approaches in understanding contemporary political behaviour and call for further exploration of the interplay between citizens’ perceptions and participatory practices.Η παρούσα διατριβή εξετάζει τη μεταβαλλόμενη σχέση των Ελλήνων πολιτών και των Ελληνίδων πολίτιδων με την πολιτική στις αρχές του 21ου αιώνα, υπό το πρίσμα των δομικών μετασχηματισμών της ύστερης νεωτερικότητας. Διερευνά τις πρόσφατες εξελίξεις στην πολιτική συμπεριφορά και συμμετοχή, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις νοηματοδοτήσεις των πολιτών για την πολιτική και στα πρότυπα πολιτικής εμπλοκής. Οι αλλαγές αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που περιλαμβάνει το μετασχηματισμό των προτύπων ιδιότητας του πολίτη, την εξατομίκευση της πολιτικής, τη διαφοροποίηση των μορφών πολιτικής δράσης και τηναυξανόμενη απογοήτευση και απομάκρυνση από τη θεσμική πολιτική. Η μελέτη υποστηρίζει ότι αυτοί οι μετασχηματισμοί υποδεικνύουν έναν νέο τρόπο κατανόησης και σχετίζεσθαι με την πολιτική, που υπερβαίνει τις αλλαγές στα συμμετοχικά ρεπερτόρια. Η διατριβή υιοθετεί μια διεπιστημονική προσέγγιση, συνδυάζοντας την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική ψυχολογία, και συγκεκριμένα τη θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Μέσω μιας μεθοδολογίας μικτών μεθόδων, που περιλαμβάνει ομάδες εστίασης και μία διαδικτυακή έρευνα, εξετάζει κατά πόσο αυτές οι αλλαγές αυτές εντοπίζονται στην περίπτωση της Ελλάδας. Τα ευρήματα αποκαλύπτουν μια σημαντική διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής πέρα από τις παραδοσιακές θεσμικές μορφές, που αποτυπώνεται τόσο στις κοινωνικές αναπαραστάσεις όσο και στις συμμετοχικές πρακτικές των πολιτών. Τα ποσοτικά δεδομένα καταδεικνύουν την επέκταση του ρεπερτορίου πολιτικής δράσης, που πλέον συμπεριλαμβάνει την ψηφιακή συμμετοχή και τις δράσεις που σχετίζονται με την προσωπική δέσμευση. Τα ποιοτικά δεδομένα υπογραμμίζουν περαιτέρω αυτή τη διεύρυνση, αποκαλύπτοντας την ποικιλομορφία στις αντιλήψεις των πολιτών για την πολιτική. Παράλληλα, αναδεικνύεται η συνύπαρξη δύο κυρίαρχων αναπαραστάσεων μεταξύ των Ελλήνων πολιτών: της θεσμικής πολιτικής (ηγεμονική αναπαράσταση) και της πολιτικής της καθημερινότητας (αντιπαραθετική αναπαράσταση). Η παλινδρόμηση μεταξύ των δύο αυτών αναπαραστάσεων αντικατοπτρίζεται επίσης στην ανάδυση «μικτών» ή «υβριδικών» ρεπερτορίων δράσης, όπου οι πολίτες εμπλέκονται ταυτόχρονα σε θεσμικές και μη θεσμικές πολιτικές πρακτικές. Αυτή η επανανοηματοδότηση της πολιτικής αναδεικνύεται ως μια στρατηγική επιλογή των υποκειμένων που επιδιώκουν να ανακτήσουν τη δυνατότητα συμμετοχής στην πολιτική διαδικασία, μέσω της εξατομικευμένης πολιτικής της καθημερινότητας. Τέλος, η διατριβή συμβάλλει στη σχετική βιβλιογραφία, εξετάζοντας τη λανθάνουσα δομή της πολιτικής συμμετοχής και αναπτύσσοντας μια τυπολογία των πολιτικών συμμετεχόντων στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Κατηγοριοποιώντας τους πολίτες βάσει των μοτίβων συμμετοχής τους, εντοπίζονται τρεις διακριτές ομάδες: «Οι συμμετέχοντες που προσανατολίζονται στη διαμαρτυρία», «οι θεσμικοί συμμετέχοντες» και «μη εξειδικευμένοι συμμετέχοντες». Τα αποτελέσματα αυτά υπογραμμίζουν την αξία των ποιοτικών και μικτών μεθόδων για την κατανόηση της σύγχρονης πολιτικής συμπεριφοράς, ενώ αναδεικνύουν την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της αλληλεπίδρασης μεταξύ των αντιλήψεων των πολιτών και των συμμετοχικών τους πρακτικών
Interventional study in two time periods on the factors affecting nurses' burnout, work-life balance, and patient care quality
ABSTRACT Background. Leadership becomes crucial during major crises in which one could expect high levels of burnout, moral distress, job dissatisfaction and decrease in patients’ quality of care. The Covid-19 pandemic was a major health care crisis where healthcare personnel had to cope with unprecedented levels of workload and stressful working conditions. Empirical models for estimating the mitigating role of authentic leadership on nurse’s burnout and job satisfaction during the pandemic can contribute to the utilization of best practices in managing effectively the scarce nursing personnel resources leading to maintain a good quality of patients care. Furthermore, although burnout and moral distress were extensively studied during the pandemic little information is available about their prevalence after its decline. Aims. To model the influence of leadership through measures on structural empowerment and work life balance on nurse’s burnout and patients’ quality of care and to measure the nurse’s perception of their leadership, and the opinion of the leaders regarding their role during the pandemic. Moreover, to model the influence of leadership directly and through work life balance to the nurse’s job satisfaction, and trough job satisfaction and communication to patients’ quality of care. Furthermore, we explored the levels of nurse’s burnout and moral distress and moral injury after the decline of the pandemic and the relationship between moral distress and burnout. Methods and study design. During the second wave of the pandemic (October -December 2020) measures were taken to improve the work life balance and the empowerment of the nursing personnel. Measures for empowerment comprised support (redeployment of the personnel at risk, free snacks and drinks to avoid dehydration from profuse sweating due to personal protective equipment, compulsory seminars to promote resilience and resolve conflicts and fear) and resources (personal protective equipment, text messaging groups to rapidly disseminate information between the nursing and medical direction, the infection control group, head nurses and nursing staff). Measures on work-life interference comprised work planning adapted according to the personal and family needs, voluntary rather compulsory replacement needs and fifteen more days off per year. The study was conducted during two phases. One, during the third wave of the pandemic (March-July 2021) and the second eight months after the end of the pandemic (September 2023). During the first phase of the study, six questionnaires referring to authentic leadership, empowerment, work-life balance, communication, job satisfaction, and burnout were distributed to the nursing personnel. Moreover 200 patients answered the patient’s quality of care questionnaire by a telephone interview after their discharge of the hospital. During the second phase of the study, two questionnaires referring to burnout and moral distress were distributed to the nursing personnel. The purpose of the second phase of the study was to record the evolution of burnout in comparison to the first phase, and to explore the relationship between burnout and moral distress. Moreover, the hospital’s medical personnel were invited to participate only in the moral distress survey to provide insight into differences between nurses and doctors. Partial Least Squares Structural Equation Modeling (PLS-SEM) was applied to test the model hypotheses, the study power was calculated in advance with the G. Power 3.1 statistical program, normality of values distribution was assessed with the Kolmogorov-Smirnov test, Chi-square test for group comparisons, and logistic regression to measure the probability of burnout if moral distress or moral injury was present. 530 valid questionnaires were used for statistical analysis during the first phase of the study and 516 (359 from nurses and 157 from doctors) during the second phase. Results. PLS-SEM estimated that authentic leadership significantly influences burnout and preserves the quality of patients care by enhancing structural empowerment and work life balance. Furthermore, leadership directly, by promoting communication and by increasing job satisfaction through improvement of work-life balance further improves the quality of patients care even under stressful working conditions during the pandemic. Hospitals leadership was rated high (> of 48) by the nursing personnel (56±5 max =80) however, head nurses rated their leadership significantly higher in all leadership subscales except for relational transparency compared to the nurses, (mean 62 vs 56 respectively). Structural empowerment and work life balance were rated 3,55 and 2,67 respectively (max=5). On the burnout subscales, emotional exhaustion and depersonalization were rated in the top of moderate 3,1 and 2,3 respectively and high in professional efficacy. Patients assessed their quality of care 3,8, (very good = 4). Results of the second phase of the study (after the pandemic) revealed an increase of burnout levels when compared to phase one period (during the pandemic). Precisely, emotional exhaustion and depersonalization were rated high (3,8 and 2,4 respectively) on the contrary the rating of personal efficacy remained high. Furthermore 73,8% of the nursing personnel declared they were suffering from moral distress in relation to their ability to provide patients care. Logistic regression revealed a strong relationship between emotional exhaustion and depersonalization (O. R=3,7, C.I 1,75-7,8). Concerning the factors that induce moral distress, nurses and doctors’ rate in decremental order, insufficient staff (84%), mental fatigue (72%), physical fatigue (64,9%), and lack of time to provide sufficient support to patients (37,4%). Doctors score higher than nurses for lack of time to give sufficient support to patients (42% vs 31,2%) and public health decisions affecting communities (28,7% vs 20,1%). Conclusions. Our study demonstrates that during crises authentic leadership through structural empowerment measures and better work life conditions mitigates nurse’s burnout and lead them to high levels of professional efficacy, thus preserving patients’ quality of care. Moreover, leadership through better communication and nurses job satisfaction also maintain high levels of patients care. However, burnout is a more volatile entity and can be affected by factors beyond the leadership abilities. These factors reside at the institutional and public health decisions level leading to moral distress and moral injury. Our study demonstrates a clear link between moral distress and emotional exhaustion a key component of burnout. People who are exposed to morally stressful situations like the Covid-19 pandemic do not fully recover from the distress they experience. The moral distress cannot completely be removed from the medical and nursing workplace. However, leaders and institutions must provide more supportive environments to moderate its effects.ΠΕΡΙΛΗΨΗ Θεωρητικό υπόβαθρο: Ο ρόλος της ηγεσίας σε περιόδους σοβαρών υγειονομικών κρίσεων είναι ιδιαίτερα καθοριστικός, όπου αναμένονται υψηλά επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης, ηθικής συνειδησιακής δυσφορίας και δυσαρέσκειας από την εργασία των επαγγελματιών υγείας, με σοβαρές συνέπειες στην ποιότητα της φροντίδας των ασθενών. Η πανδημία Covid-19 αποτέλεσε μια σημαντική κρίση στον τομέα της υγείας, όπου οι επαγγελματίες υγείας έπρεπε να αντιμετωπίσουν πρωτοφανή επίπεδα φόρτου εργασίας και στρεσογόνων συνθηκών. Εμπειρικά μοντέλα που εκτιμούν τον προστατευτικό ρόλο της αυθεντικής ηγεσίας στην επαγγελματική εξουθένωση και την ικανοποίηση από την εργασία των νοσηλευτών κατά τη διάρκεια της πανδημίας μπορούν να συμβάλουν στην υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών για την αποτελεσματική διαχείριση των περιορισμένων νοσηλευτικών πόρων, διατηρώντας έτσι την καλή ποιότητα φροντίδας των ασθενών. Επιπλέον, αν και η επαγγελματική εξουθένωση και η ηθική συνειδησιακή δυσφορία μελετήθηκαν εκτενώς κατά τη διάρκεια της πανδημίας, υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την επικράτησή τους μετά την ύφεσή της. Στόχοι: Να μοντελοποιηθεί η επίδραση της ηγεσίας μέσω μέτρων δομικής ενδυνάμωσης και ισορροπίας μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής στην επαγγελματική εξουθένωση των νοσηλευτών και στην ποιότητα φροντίδας των ασθενών. Επίσης, να αξιολογηθεί η αντίληψη των νοσηλευτών για την ηγεσία τους και η άποψη των ηγετών για τον ρόλο τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επιπλέον, να μοντελοποιηθεί η επίδραση της ηγεσίας διαμέσου της ισορροπίας μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής στην ικανοποίηση των νοσηλευτών από την εργασία, καθώς και της ικανοποίησης και της επικοινωνίας στην ποιότητα της φροντίδας των ασθενών. Επιπρόσθετα, εξετάζονται τα επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης, ηθικής συνειδησιακής δυσφορίας και βλάβης στους νοσηλευτές μετά την ύφεση της πανδημίας καθώς και η σχέση μεταξύ της ηθικής συνειδησιακής δυσφορίας και της επαγγελματικής εξουθένωσης. Μέθοδοι και σχεδιασμός μελέτης: Η ηγεσία του Νοσοκομείου Παπαγεωργίου, κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος της πανδημίας (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2020), έλαβε μέτρα για τη βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής και την ενδυνάμωση του νοσηλευτικού προσωπικού. Τα μέτρα για την ενδυνάμωση περιελάμβαναν υποστήριξη (μετακίνηση του προσωπικού υψηλού κινδύνου, δωρεάν σνακ και ποτά για αποφυγή αφυδάτωσης λόγω υπερβολικής εφίδρωσης από τον ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό, υποχρεωτικά σεμινάρια για τη διαχείριση του φόβου τους, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και την επίλυση συγκρούσεων) και πόρους (ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός, μέτρα ατομικής προστασίας, ομάδες αποστολής μηνυμάτων για γρήγορη διάδοση πληροφοριών μεταξύ νοσηλευτικής και ιατρικής διεύθυνσης, της ομάδας ελέγχου λοιμώξεων, των προϊσταμένων και του νοσηλευτικού προσωπικού). Τα μέτρα για την αποφυγή παρεμβολής της εργασίας στην προσωπική ζωή περιελάμβαναν προγραμματισμό εργασίας προσαρμοσμένο στις προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες των νοσηλευτών, εθελοντικές αντί υποχρεωτικές αντικαταστάσεις και επιπλέον 15 ημέρες άδειας ετησίως. Η μελέτη μας διεξήχθη σε δύο χρονικές περιόδους. Η πρώτη, κατά το τρίτο κύμα της πανδημίας (Μάρτιος-Ιούλιος 2021) και η δεύτερη, οκτώ μήνες μετά το τέλος της πανδημίας (Σεπτέμβριος 2023). Κατά την πρώτη φάση της μελέτης, έξι ερωτηματολόγια σχετικά με την αυθεντική ηγεσία, τη δομική ενδυνάμωση, την ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής, την επικοινωνία, την ικανοποίηση από την εργασία και την επαγγελματική εξουθένωση διανεμήθηκαν στο νοσηλευτικό προσωπικό. Επιπλέον, 200 ασθενείς απάντησαν στο ερωτηματολόγιο για την αξιολόγηση της ποιότητας της νοσηλευτικής φροντίδας που έλαβαν, μέσω τηλεφωνικής συνέντευξης μετά την έξοδό τους από το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Κατά τη δεύτερη φάση της μελέτης, δύο ερωτηματολόγια σχετικά με την επαγγελματική εξουθένωση και την ηθική συνειδησιακή δυσφορία διανεμήθηκαν στο νοσηλευτικό προσωπικό. Σκοπός της δεύτερης χρονικής περιόδου της μελέτης μας ήταν να καταγραφεί η εξέλιξη της επαγγελματικής εξουθένωσης σε σύγκριση με την πρώτη χρονική περίοδο και να εξεταστεί η σχέση μεταξύ επαγγελματικής εξουθένωσης και ηθικής συνειδησιακής δυσφορίας. Επιπλέον, κλήθηκε να συμμετάσχει στην έρευνα για την ηθική συνειδησιακή δυσφορία και το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου, ώστε να δοθούν πληροφορίες σχετικά με διαφορές και ομοιότητες μεταξύ νοσηλευτών και ιατρών. Εφαρμόστηκε η Μοντελοποίηση Δομικών Εξισώσεων με Μερικές Ελαχίστων Τετραγώνων (PLS-SEM) για τη δοκιμή των υποθέσεων του μοντέλου. Η στατιστική δύναμη της μελέτης υπολογίστηκε εκ των προτέρων με το στατιστικό πρόγραμμα G. Power 3.1, η κανονικότητα της κατανομής των τιμών αξιολογήθηκε με το τεστ Kolmogorov-Smirnov και το τεστ Chi-square χρησιμοποιήθηκε για τις συγκρίσεις μεταξύ των ομάδων. Επίσης, εφαρμόστηκε λογιστική παλινδρόμηση για τη μέτρηση της πιθανότητας εμφάνισης της επαγγελματικής εξουθένωσης, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ηθικής συνειδησιακής δυσφορίας και βλάβης. Συνολικά 530 έγκυρα ερωτηματολόγια χρησιμοποιήθηκαν για τη στατιστική ανάλυση κατά την πρώτη φάση της μελέτης και 516 (359 από νοσηλευτές και 157 από ιατρούς) κατά τη δεύτερη φάση. Αποτελέσματα: Η Μοντελοποίηση Δομικών Εξισώσεων με Μερικές Ελαχίστων Τετραγώνων (PLS-SEM) εκτίμησε ότι η αυθεντική ηγεσία επηρεάζει σημαντικά την επαγγελματική εξουθένωση των νοσηλευτών και διατηρεί την ποιότητα της φροντίδας των ασθενών, ενισχύοντας τη δομική ενδυνάμωση και την ισορροπία μεταξύ εργασίας-προσωπικής ζωής. Επιπλέον, η ηγεσία, άμεσα, με την προώθηση της επικοινωνίας και την αύξηση της ικανοποίησης από την εργασία μέσω της βελτίωσης της ισορροπίας εργασίας-προσωπικής ζωής, βελτιώνει περαιτέρω την ποιότητα φροντίδας των ασθενών, ακόμη και υπό στρεσογόνες συνθήκες εργασίας, όπως αυτές που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η ηγεσία του Νοσοκομείου Παπαγεωργίου αξιολογήθηκε υψηλά (>48) από το νοσηλευτικό προσωπικό (56±5, με μέγιστο = 80), ωστόσο, οι προϊστάμενοι νοσηλευτές βαθμολόγησαν τον εαυτό τους ως ηγέτες σημαντικά υψηλότερα σε σύγκριση με τους νοσηλευτές σε όλες τις υποκλίμακες της αυθεντικής ηγεσίας, εκτός από αυτή, της διαφάνειας στις σχέσεις (μέση τιμή 62 έναντι 56, αντίστοιχα). Η δομική ενδυνάμωση και η ισορροπία μεταξύ εργασίας-προσωπικής ζωής βαθμολογήθηκαν με 3,55 και 2,67, αντίστοιχα (με μέγιστο = 5). Στις υποκλίμακες της επαγγελματικής εξουθένωσης, η συναισθηματική εξάντληση και η αποπροσωποποίηση αξιολογήθηκαν στο ανώτερο επίπεδο του μέτριου (3,1 και 2,3 αντίστοιχα), ενώ η επαγγελματική αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε υψηλά. Οι ασθενείς αξιολόγησαν την ποιότητα της φροντίδας τους με 3,8 (πολύ καλή = 4). Τα αποτελέσματα της δεύτερης χρονικής περιόδου της μελέτης (μετά την πανδημία) αποκάλυψαν αύξηση των επιπέδων της επαγγελματικής εξουθένωσης σε σύγκριση με την πρώτη φάση (κατά την πανδημία). Συγκεκριμένα, η συναισθηματική εξάντληση και η αποπροσωποποίηση αξιολογήθηκαν υψηλότερα (3,8 και 2,4 αντίστοιχα), ενώ η επαγγελματική αποτελεσματικότητα παρέμεινε στα ίδια επίπεδα. Επιπλέον, το 73,8% του νοσηλευτικού προσωπικού δήλωσε ότι υπέφερε από ηθική συνειδησιακή δυσφορία σχετικά με την ικανότητά του να παρέχει την κατάλληλη φροντίδα στους ασθενείς. Η λογιστική παλινδρόμηση αποκάλυψε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ συναισθηματικής εξάντλησης και αποπροσωποποίησης (O.R = 3,7, C.I 1,75-7,8). Όσον αφορά τους παράγοντες που προκαλούν ηθική συνειδησιακή δυσφορία, οι νοσηλευτές και οι ιατροί κατέταξαν κατά φθίνουσα σειρά την έλλειψη προσωπικού (84%), την ψυχική κόπωση (72%), τη σωματική κόπωση (64,9%) και την έλλειψη χρόνου για την παροχή επαρκούς υποστήριξης στους ασθενείς (37,4%). Οι ιατροί βαθμολόγησαν υψηλότερα από τους νοσηλευτές την έλλειψη χρόνου για παροχή επαρκούς υποστήριξης στους ασθενείς (42% έναντι 31,2%) και τις αποφάσεις δημόσιας υγείας, που επηρέασαν τις κοινότητες (28,7% έναντι 20,1%). Συμπεράσματα: Η μελέτη μας δείχνει ότι, κατά τη διάρκεια κρίσεων, η αυθεντική ηγεσία μέσω μέτρων δομικής ενδυνάμωσης και καλύτερων συνθηκών ισορροπίας μεταξύ εργασίας-προσωπικής ζωής μετριάζει την επαγγελματική εξουθένωση των νοσηλευτών και τους οδηγεί σε υψηλά επίπεδα επαγγελματικής αποτελεσματικότητας, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να παρέχουν υψηλής ποιότητας φροντίδα στους ασθενείς. Επιπλέον, η ηγεσία μέσω της καλύτερης επικοινωνίας και της ικανοποίησης από την εργασία των νοσηλευτών διασφαλίζει επίσης υψηλά επίπεδα φροντίδας. Ωστόσο, η επαγγελματική εξουθένωση είναι μια πιο ευμετάβλητη κατάσταση που μπορεί να επηρεαστεί από παράγοντες πέρα από τις ικανότητες της ηγεσίας. Αυτοί οι παράγοντες προέρχονται από το θεσμικό επίπεδο και τις αποφάσεις δημόσιας υγείας, οδηγώντας σε ηθική συνειδησιακή δυσφορία και ηθικό τραύμα. Η μελέτη μας δείχνει μια σαφή σχέση μεταξύ της ηθικής συνειδησιακής δυσφορίας και της συναισθηματικής εξάντλησης, που αποτελεί μία από τις κύριες συνιστώσες της επαγγελματικής εξουθένωσης. Άτομα που βρίσκονται αντιμέτωπα με ηθικά επιβαρυντικές καταστάσεις, όπως η πανδημία του Covid-19, δυσκολεύονται να ανακάμψουν πλήρως από τη δυσφορία, που βιώνουν. Αν και η ηθική συνειδησιακή δυσφορία δεν μπορεί να εξαλειφθεί ολοκληρωτικά από τον χώρο των Οργανισμών Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, οι ηγέτες έχουν την υποχρέωση να δημιουργήσουν ένα πιο υποστηρικτικό εργασιακό περιβάλλον για να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της
Παρακολούθηση της δομικής υγείας κατασκευαστικά υποβαθμιζόμενων γαστρών πλοίων
Global trade relies heavily on seaborne transportation, highlighting the critical role of cargo ships in maintaining the global supply chain. However, the deterioration of ship hull structures over their lifecycle poses significant challenges for structural integrity, operational safety, and maintenance planning. Traditional preventive maintenance approaches, centred on periodic inspections, offer limited opportunities for timely, data-driven decision-making, particularly given the relatively infrequent surveys and the exponential progression of deterioration modes such as corrosion-induced thickness loss (CITL). Structural Health Monitoring (SHM) offers a promising alternative by using structural response data to provide continuous or event-triggered health-state information to support condition-based or predictive maintenance. In this thesis, a comprehensive strain-based SHM framework for CITL monitoring in ship hull structures is proposed and evaluated, with uncertainty quantification (UQ) placed at its core. The framework encompasses tasks across the SHM hierarchy, from damage detection and quantification to prognosis, using both data-driven and model-based approaches. By integrating SHM outcomes into decision-making processes, the framework aims to enable a transition from traditional inspection-based maintenance to adaptive, data-centric strategies. Key contributions of this thesis include the demonstration of the feasibility of strain-based CITL monitoring for ship hull structures, the development of an optimal sensor placement (OSP) framework for SHM system design, and an evaluation of the value of information (VoI) to assess the benefits of investing in such systems. Computational challenges associated with model-based SHM for large-scale structures have also been addressed through surrogate modelling techniques, such as convolutional variational autoencoders (CVAEs), which enable uncertainty-informed structural response predictions with significantly reduced computational costs while maintaining accuracy. Although conducted primarily in a numerical environment—using a high-fidelity Finite Element (FE) model based on a realistic case study of a ship hull—this research incorporates experimental investigations on lab-scale specimens to address challenges not amenable to numerical investigations. These investigations explore the role of UQ in training data generation for data-driven SHM and examine model selection for model-based SHM tasks through Bayesian decision theory, evaluating its impact on SHM performance and downstream decision-making. The findings from these experimental campaigns extend beyond the specific context of ship hull SHM, contributing to the field of SHM more broadly. This thesis seeks to advance the integration of SHM into established hull maintenance practices, to ultimately bridge the gap between academic research and practical applications. By demonstrating the feasibility and value of SHM for ship hull structures, it provides a pathway for industry stakeholders to adopt more informed and adaptive maintenance strategies. Additionally, critical areas for future research have been identified, including extending the framework to other damage modes, refining decision-making tools, and addressing data scarcity through population-based SHM approaches.H κατασκευαστική υποβάθμιση της γάστρας των πλοίων κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής τους ζωής θέτει σημαντικές προκλήσεις για την δομική τους ακεραιότητα, την ασφαλή τους λειτουργία, καθώς και τον προγραμματισμό των εργασιών συντήρησής τους. Οι υπάρχουσες πρακτικές προληπτικής συντήρησης, που βασίζονται σε τακτικές επιθεωρήσεις, προσφέρουν περιορισμένες δυνατότητες για έγκαιρη λήψη αποφάσεων υποστηριζόμενων από επιχειρησιακά δεδομένα. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να υποστηριχθεί περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψη τη σχετικά μικρή συχνότητα των τακτικών επιθεωρήσεων και τον συχνά εκθετικό χαρακτήρα των φαινομένων υποβάθμισης που απαντώνται συχνά στη μεταλλική κατασκευή του πλοίου, όπως είναι η απώλεια πάχους λόγω διάβρωσης. Οι τεχνικές παρακολούθησης της υγείας της δομής (ΠΥΔ ή Structural Health Monitoring) προσφέρουν μια πολλά υποσχόμενη εναλλακτική προσέγγιση, χρησιμοποιώντας δεδομένα απόκρισης της κατασκευής για να παρέχουν είτε συνεχή, είτε στοχευμένη πληροφόρηση για την κατάσταση της δομικής υγείας της γάστρας. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για να υποστηρίξουν διαδικασίες προβλεπτικής συντήρησης (condition-based maintenance). Στην παρούσα διατριβή προτάθηκε και αξιολογήθηκε ένα πλαίσιο για την εφαρμογή ΠΥΔ της γάστρας πλοίων έναντι απώλειας πάχους λόγω διάβρωσης. Πραγματοποιήθηκε η υπόθεση ότι το σύστημα ΠΥΔ είναι βασισμένο σε δεδομένα απόκρισης υπό τη μορφή μετρήσεων παραμόρφωσης, και φέρει ως κύριο χαρακτηριστικό του τη δυνατότητα ποσοτικοποίησης της αβεβαιότητας (uncertainty quantification). Το πλαίσιο αυτό συμπεριλαμβάνει διαφορετικούς στόχους της τυπικής ιεραρχίας των προβλημάτων ΠΥΔ κατασκευών, όπως είναι η διάγνωση βλαβών, η ποσοτικοποίηση της έκτασης τους, και η πρόγνωση της μελλοντικής τους εξέλιξης. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές από αμφότερες τις τυπικές προσεγγίσεις της ΠΥΔ, συγκεκριμένα την προσέγγιση που βασίζεται μόνο σε δεδομένα απόκρισης (data-driven SHM), αλλά και εκείνη που αξιοποιεί μοντέλα του κατασκευαστικού συστήματος (model-based SHM). Εντάσσοντας τα αποτελέσματα του συστήματος ΠΥΔ σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων, το προτεινόμενο πλαίσιο στοχεύει να συνεισφέρει στη διαδικασία της μετάβασης από τις υπάρχουσες πρακτικές συντήρησης για τη γάστρα των πλοίων, που στηρίζονται σε επιθεωρήσεις, σε περισσότερο προσαρμόσιμες στρατηγικές, οι οποίες βασίζονται περισσότερο στην αξιοποίηση διαθέσιμων δεδομένων. Βασικές συνεισφορές της παρούσας διατριβής αποτελούν: η ανάδειξη ότι είναι εφικτή η ΠΥΔ της γάστρας των πλοίων έναντι απώλειας πάχους λόγω διάβρωσης, η ανάπτυξη ενός πλαισίου βέλτιστης τοποθέτησης αισθητήρων με σκοπό τη σχεδίαση συστημάτων ΠΥΔ, και τέλος η αξιολόγηση του οφέλους που δύνανται να προσφέρουν τέτοια συστήματα στη λειτουργία και συντήρηση των πλοίων. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιήθηκε με κριτήρια βασισμένα στη θεωρία λήψης αποφάσεων κατά Bayes. Επιπλέον, στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής αναπτύχθηκαν καινοτόμα εργαλεία υποκατάστατης μοντελοποίησης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ζητήματα υπολογιστικού κόστους εγγενή στην προσέγγιση της ΠΥΔ κατασκευών που βασίζεται σε μοντέλα του συστήματος. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές μηχανικής μάθησης και εκπαιδεύτηκαν μοντέλα τα οποία επιτυγχάνουν υψηλής πιστότητας προβλέψεις κατασκευαστικής απόκρισης, προσφέροντας ταυτόχρονα δυνατότητες ποσοτικοποίησης της αβεβαιότητας και απαιτώντας κλάσμα του υπολογιστικού κόστους, συγκριτικά με προσομοιώσεις βασισμένες στη μέθοδο πεπερασμένων στοιχείων (ΜΠΣ). Η παρούσα εργασία υλοποιήθηκε κυρίως σε αριθμητικό περιβάλλον, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο ΠΣ υψηλής πιστότητας μιας ρεαλιστικής κατασκευής γάστρας πλοίου. Παρόλα αυτά, πραγματοποιήθηκε παράλληλα και μια σειρά πειραματικών δοκιμών σε εργαστηριακή κλίμακα προκειμένου να διερευνηθούν ορισμένα ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς σε μια αυστηρά αριθμητική υλοποίηση. Συγκεκριμένα, μελετήθηκε αρχικά η επίδραση των αβεβαιοτήτων στη διαδικασία παραγωγής συνθετικών δεδομένων για χρήση σε τεχνικές ΠΥΔ βασιζόμενες σε δεδομένα απόκρισης. Επιπρόσθετα, μελετήθηκε υπό το πρίσμα της θεωρίας αποφάσεων κατά Bayes το ζήτημα της επιλογής μοντέλων για τεχνικές ΠΥΔ που βασίζονται σε μοντέλα του συστήματος, αξιολογώντας την επίδραση της επιλογής του μοντέλου τόσο στην απόδοση του συστήματος ΠΥΔ, όσο και στην ικανότητα του μοντέλου να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά σε διαδικασίες υποστήριξης αποφάσεων για την συντήρηση και λειτουργία της κατασκευής. Οι εργαστηριακές αυτές μελέτες οδήγησαν σε καινοτόμα ευρήματα με απήχηση στο ευρύτερο ερευνητικό πεδίο της ΠΥΔ.Η διατριβή αυτή συνεισφέρει στην ενσωμάτωση τεχνικών ΠΥΔ στις υπάρχουσες πρακτικές συντήρησης της μεταλλικής κατασκευής της γάστρας του πλοίου, μειώνοντας έτσι την απόσταση μεταξύ ερευνητικής δραστηριότητας και βιομηχανικής πρακτικής. Αναδεικνύοντας την εφικτότητα και την πιθανή αξία των τεχνικών ΠΥΔ για την κατασκευή της γάστρας του πλοίου, προσφέρει μία δίοδο στους ενδιαφερόμενους από την πλευρά της βιομηχανίας για να υιοθετήσουν περισσότερο ευέλικτες πρακτικές συντήρησης. Τέλος, στο πλαίσιο της διατριβής εντοπίστηκαν και αναδείχθηκαν κρίσιμες περιοχές για περαιτέρω ανάπτυξη της παρούσας έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασης του προτεινόμενου πλαισίου σε άλλες μορφές κατασκευαστικής υποβάθμισης (λ.χ. ρωγμές λόγω κόπωσης), της υιοθέτησης περισσότερο ρεαλιστικών ή/και πολύπλοκων διαδικασιών λήψης αποφάσεων, καθώς και της διερεύνησης μεθόδων ικανών να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της περιορισμένης διαθεσιμότητας δεδομένων από πραγματικές κατασκευές
The relationship of Archetypes, Mathematical Astronomy and Physical Philosophy in the Late Renaissance
This thesis investigates the epistemological foundations of the Copernican Revolution. It focuses on the interplay between specific astronomical principles –such as the principle of elongation, the distance-period relationship, trigonometric parallax, etc.– and archetypal principles of natural philosophy, including the perfection of circular motion, the principle of uniform angular velocity, and the principle of plenitude. The aim is to elucidate how these principles were received from classical antiquity through the late Renaissance. By exploring the cosmological, physical, and mathematical implications within this scope, the thesis examines the formation and philosophical foundation of the Copernican system. In the final stage, the work of Johannes Kepler is analyzed to demonstrate potential methods for epistemologically testing conflicting physical theories that are empirically adequate despite lacking physical evidence.Η διατριβή αναφέρεται στις επιστημολογικές καταβολές της κοπερνίκειας επανάστασης. Ειδικότερα εστιάζω στη σχέση συγκεκριμένων αστρονομικών αρχών (αρχή της αποχής, σχέση απόστασης-περιόδου, τριγωνομετρική παράλλαξη, κ.ά.) με αρχετυπικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας (η τελειότητα της κυκλικής κίνησης, η αρχή της σταθερής γωνιακής ταχύτητας, αρχή της πληρότητας, κ.ά.), με στόχο την αποσαφήνιση της πρόσληψής τους από την κλασική αρχαιότητα έως την ύστερη Αναγέννηση. Μέσω της μελέτης των κοσμολογικών, φυσικών και μαθηματικών συνεπειών του ανωτέρου ερευνητικού πεδίου εξετάζω, μεταξύ άλλων, τη διαμόρφωση και τη φιλοσοφική θεμελίωση του κοπερνίκειου συστήματος. Σε τελευταίο στάδιο, μέσω του έργου του Johannes Kepler, αναδεικνύω τρόπους γνωσιολογικού ελέγχου αντικρουόμενων φυσικών θεωριών, οι οποίες κρίνονται ως εμπειρικώς επαρκείς, μολονότι στερούνται φυσικής τεκμηρίωσης