Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Intelligent systems for semantic content processing and management in mobile journalism

    No full text
    Rapid technological advancements call for the transformation and adaptation of the contemporary journalistic landscape to the digital reality. In this context, “Media" is being redefined to cover a broad spectrum of interactive and multi-purpose tools for content generation, processing and distribution. At the same time, new ways of gathering, distributing and presenting information are being shaped by the proliferation of mobile devices, which have evolved into portable workstations for multimedia recording and storytelling. Meanwhile, the penetration of Artificial Intelligence (AI) in journalism highlights the need for getting familiarized with its capabilities and potential and the urgency for proper adoption by all stakeholders, both professional journalists and citizens, who shape today’s information ecosystem together. This dissertation explores the convergence between mobility and AI. It focuses on the adoption of contemporary models for semantic processing, understanding and content management, that can support journalism and enhance efficiency in cases of highly demanding and repetitive workflows. A smart Mobile Journalism framework is proposed, integrating specific software tools and services and implementing a cloud-based microservices architecture, dedicated to manage multiple data types– language-oriented as well as auditory or visual. The effectiveness of the proposed method is evaluated by iterative algorithmic experiments as well as real-world pilot applications. At the same time, different ways of citizen engagement are explored in order increase contribution in data collection and distribution and prototype applications are designed and developed towards this direction. Finally, it assesses the level of readiness, the needs and acceptance of AI within the context of Mobile Journalism, by implementing different quantitative surveys conducted among professional journalists and citizens. The core innovation lies in the development of a modular and extensible Mobile Journalism framework that integrates Artificial Intelligence (AI) services responsible for context understanding, interpretation, and semantic annotation of textual and audiovisual content. The proposed cloud-based framework is based on a microservices architecture and establishes a semantic layer to manage and interconnect data coherently and interchangeably. Overall, it contributes at theoretical, technological, and applied levels, providing practical guidelines for the use of intelligent systems by both professionals and citizens, in the field of journalism.Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις επιβάλλουν τον μετασχηματισμό και την προσαρμογή του σύγχρονου δημοσιογραφικού τοπίου στην ψηφιακή πραγματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό επαναπροσδιορίζεται ο όρος των «Μέσων» επικοινωνίας (εφεξής Μέσων), ο οποίος πλέον αναφέρεται σε ένα πλήθος διαδραστικών και πολυλειτουργικών εργαλείων παραγωγής, επεξεργασίας και διάθεσης περιεχομένου. Παράλληλα, οι νέες τάσεις στη συλλογή, διανομή και κατανάλωση πληροφοριών ενισχύονται από την καθολική χρήση φορητών συσκευών, οι οποίες έχουν εξελιχθεί σε κινητούς σταθμούς εργασίας, πολυμεσικής καταγραφής και αφήγησης. Την ίδια στιγμή, η διείσδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Δημοσιογραφία εντείνει την ανάγκη για εξοικείωση και ορθή υιοθέτησή της από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (επαγγελματίες δημοσιογράφους και πολίτες) που συνδιαμορφώνουν το σύγχρονο οικοσύστημα ενημέρωσης. Η παρούσα διατριβή διερευνά τη σύγκλιση Φορητών Μέσων και Τεχνητής Νοημοσύνης, και αποτελεί ένα «εξελιγμένο» παράδειγμα Αλγοριθμικής Δημοσιογραφίας, με πολλές δυνητικές προεκτάσεις πέραν της Δημοσιογραφίας Φορητών Μέσων. Εστιάζει στην υιοθέτηση σύγχρονων μοντέλων σημασιολογικής επεξεργασίας, κατανόησης και τεκμηρίωσης περιεχομένου που παρέχουν αυτοματισμούς διαχείρισης και εξασφαλίζουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε απαιτητικές και επαναλαμβανόμενες (δημοσιογραφικές) ροές εργασίας. Προτείνει ένα σύνολο εργαλείων και υπηρεσιών λογισμικού που διαμορφώνουν ένα ευφυές περιβάλλον σε μια ενιαία αρθρωτή αρχιτεκτονική, βασισμένη σε μικρο-υπηρεσίες υπολογιστικής νέφους που εξυπηρετούν συνδυασμό δεδομένων πληροφοριακών ροών (γλωσσικών, ηχητικών, οπτικών). Εξετάζει την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων λύσεων μέσα από επαναλαμβανόμενα αλγοριθμικά πειράματα και πιλοτικές εφαρμογές σε πραγματικά σενάρια επικοινωνίας και ενημέρωσης. Παράλληλα, μελετά τον ρόλο διαφορετικών στρατηγικών διάδρασης και ενεργοποίησης της συμμετοχής του κοινού (audience engagement) στη συλλογή και διάθεση δεδομένων, και αναπτύσσει πρότυπες εφαρμογές στην κατεύθυνση αυτή. Τέλος, μέσω ποσοτικών ερευνών με τη χρήση ερωτηματολογίων σε επαγγελματίες δημοσιογράφους και πολίτες, αξιολογεί τον βαθμό ετοιμότητας, τις ανάγκες και την αποδοχή της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Δημοσιογραφία και δη τη Δημοσιογραφία Φορητών Μέσων. Η κεντρική καινοτομία συνίσταται στην ανάπτυξη ενός αρθρωτού και επεκτάσιμου πλαισίου Δημοσιογραφίας Φορητών Μέσων το οποίο ενσωματώνει υπηρεσίες Τεχνητής Νοημοσύνης για την κατανόηση, ερμηνεία και τεκμηρίωση κειμένου και οπτικοακουστικού περιεχομένου. Η προτεινόμενη αρχιτεκτονική υπηρεσιών υπολογιστικής νέφους διαμορφώνει ένα σημασιολογικό επίπεδο για τη συνεκτική διαχείριση και σύνδεση δεδομένων. Συνολικά, συμβάλλει σε θεωρητικό, τεχνολογικό και εφαρμοσμένο επίπεδο παρέχοντας πρακτικές κατευθύνσεις για τη χρήση ευφυών συστημάτων από επαγγελματίες δημοσιογράφους και πολίτες

    Ανάπτυξη και αξιολόγηση καινοτόμων δι-λειτουργικών καταλυτικών συστημάτων για ταυτόχρονη δέσμευση και μετατροπή του CO2 σε συνθετικό φυσικό αέριο

    No full text
    This thesis concerns the development (i.e., synthesis), characterization, and evaluation of new/ novel catalyst, adsorbent, and dual-function materials for the three related processes of catalytic CO2 methanation, CO2 capture at intermediate temperatures, and the integrated CO2 capture and methanation of CO2. The ultimate goal is the capture and conversion of CO2 to synthetic natural gas (CH4), which can address both problems of rampant CO2 emissions, via capturing and converting CO2 emitted from industrial flue gases into value-added synthetic natural gas fuel, as well as the problem of excess renewable energy storage, which can take place in the form of an energy dense and reliable energy carrier (i.e., methane) through the Power-to-Gas concept. The operation in a combined integrated CO2 capture and utilization via methanation (ICCU Methanation) process through the use of dual-function materials (DFMs) can minimize the necessary processing steps and improve energy efficiency. Initially, the catalytic performance of benchmark Ni/CeO2 CO2 methanation catalysts was enhanced via the doping of the CeO2 support with Pr, with a varying content. It was found that Pr doping up to 10 mol% could act to optimize specific physicochemical properties of the catalyst, including the oxygen vacancy population, surface basicity, and Ni dispersion, which yielded a high CO2 methanation catalytic activity with a low activation energy value. Afterwards, the effect of the synthesis method of the Pr-doped CeO2 support (Ce0.9Pr0.1O2-δ) was investigated, showing that the modified Pechini synthesis method using ethylene glycol and citric acid in the absence of H2O could increase the support porosity/ pore volume, allow for the dispersion of small and medium-sized Ni nanoparticles, and further enhance the oxygen vacancy population and surface basicity, while keeping a high reducibility. These properties manifested themselves in an improved CO2 methanation catalytic activity for the catalyst prepared via this method. Then, the best performing monometallic 10% Ni/Ce0.9Pr0.1O2-δ (Ni/Pr-CeO2) catalyst, with the support prepared via modified Pechini, was further modified with low loadings of noble metals (1% Ru, Pt, Rh, Pd, and Ir). Ru was the only noble metal that could act as a promoter, by substantially enhancing the CO2 methanation catalytic activity, especially at lower temperatures (around 300 oC), in the bimetallic RuNi/Pr-CeO2 catalyst. Afterwards, a systematic study was performed regarding the optimization of the intermediate-temperature CO2 adsorption performance for different supported alkaline phases. The “Na2O” adsorption active phase supported on the Al2O3 metal oxide support was shown to be the most suitable, via the creation of a high population of Al-O-Na CO2-philic sites, and the optimal Na2O load was shown to be 12 wt%. The optimized 12% Na2O/Al2O3 (NaAl) material could function as a reversible solid oxide CO2 adsorbent during multi-cyclic adsorption-desorption experiments at 300 oC and 500 oC, respectively. Finally, the two separately optimized adsorbent (NaAl) and catalyst (Ni/Pr-CeO2 or RuNi/Pr-CeO2) materials were physically mixed together in order to prepare DFMs for the ICCU-Methanation process. The weight ratio between the catalyst and the adsorbent in the physical mixture, as well as the operation temperature, were optimized at 1:3 and 300 oC, respectively, to achieve a high CH4 yield combined with fast CH4 production kinetics. Both the mono- and bimetallic DFMs were stable during multi-cyclic CO2 adsorption-methanation operation at just 300 oC, with CO2 capture being performed under a simulated flue gas feed (co-presence of O2 and H2O). Moreover, an approach was also followed to optimize the benchmark Ru/Na2O/Al2O3 DFMs via the variation of the synthesis method and the active metal load. The Pechini sol-gel synthesis method for the support could enhance the porosity, surface basicity, and active metal dispersion in the final DFM, and lead to superior ICCU-Methanation performance. The optimized DFM was stable under CO2 capture from a simulated flue gas feed, with minor deactivation occurring mainly via surface area loss. In short, the current thesis presents novel results based on the systematic optimization of material synthesis and composition towards the combined process of CO2 capture and conversion to synthetic natural gas. It contributes and presents six independent and innovative research works, which have been published in prestigious, international, peer-reviewed journals, concerning: (a) the effect of the Pr-doping extent, synthesis method, and noble metal addition in Ni/CeO2 CO2 methanation catalysts, (b) the investigation of the CO2 adsorption performance for various alkaline adsorbent phases dispersed on Al2O3, and (c) the application of separately optimized adsorbent and catalyst material physical mixtures, as well as the optimization of benchmark Ru/Na2O/Al2O3 DFMs for the integrated capture and methanation of CO2. It is expected that this thesis will be of interest and potential use to other researchers working in the fields of material synthesis, characterization, and testing for CO2 methanation, intermediate temperature CO2 capture, and integrated CO2 capture and conversion.Η παρούσα διδακτορική διατριβή αφορά την ανάπτυξη (σύνθεση), χαρακτηρισμό, και αξιολόγηση νέων/ καινοτόμων καταλυτικών, προσροφητικών και δι-λειτουργικών υλικών για τις τρεις σχετιζόμενες διεργασίες της καταλυτικής μεθανοποίησης του CO2, δέσμευσης του CO2 σε ενδιάμεσες θερμοκρασίες, και της συνδυασμένης (ταυτόχρονης) δέσμευσης και μεθανοποίησης του CO2. Ο απώτερος στόχος είναι η δέσμευση και η μετατροπή του CO2 σε συνθετικό φυσικό αέριο (CH4), που μπορεί να αντιμετωπίσει τόσο το πρόβλημα των εκτεταμένων εκπομπών CO2, μέσω της δέσμευσης και μετατροπής του CO2 που εκπέμπεται από βιομηχανικά απαέρια καύσης σε συνθετικό φυσικό αέριο, καθώς και το πρόβλημα της αποθήκευσης της πλεονάζουσας ανανεώσιμης ενέργειας, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη μορφή ενός ενεργειακά πυκνού και αξιόπιστου ενεργειακού φορέα (δηλαδή του μεθανίου) μέσω της διεργασίας Power-to-Gas. Η λειτουργία υπό μορφή της συνδυασμένης δέσμευσης και αξιοποίησης του CO2 μέσω μεθανοποίησης (ICCU Methanation) με χρήση δι-λειτουργικών υλικών (DFMs) μπορεί να ελαχιστοποιήσει τα απαραίτητα στάδια επεξεργασίας και να βελτιώσει την ενεργειακή απόδοση. Αρχικά, η καταλυτική απόδοση των καταλυτών αναφοράς Ni/CeO2 για τη μεθανοποίηση του CO2 ενισχύθηκε μέσω της τροποποίησης του υποστρώματος CeO2 με Pr σε διαφορετικά ποσοστά. Βρέθηκε πως η τροποποίηση με Pr έως και 10% κατά mol μπορούσε να βελτιστοποιήσει συγκεκριμένες φυσικοχημικές ιδιότητες του καταλύτη, συμπεριλαμβανομένων του πληθυσμού των κενών θέσεων οξυγόνου, της βασικότητας της επιφάνειας, και της διασποράς Ni, κάτι που οδήγησε σε υψηλή καταλυτική δραστικότητα μεθανοποίησης του CO2 με χαμηλή τιμή ενέργειας ενεργοποίησης. Στη συνέχεια, μελετήθηκε η επίδραση της μεθόδου σύνθεσης του υποστρώματος CeO2 τροποποιημένου με Pr (Ce0.9Pr0.1O2-δ), δείχνοντας ότι η τροποποιημένη μέθοδος σύνθεσης Pechini με χρήση αιθυλενογλυκόλης και κιτρικού οξέος απουσία H2O μπορούσε να αυξήσει το πορώδες και τον όγκο πόρων του υποστρώματος, να επιτρέψει τη διασπορά νανοσωματιδίων Ni μικρού και μεσαίου μεγέθους και να ενισχύσει περαιτέρω τον πληθυσμό κενών θέσεων οξυγόνου και την βασικότητας της επιφάνειας, διατηρώντας παράλληλα μία υψηλή αναγωγισιμότητα. Αυτές οι ιδιότητες οδήγησαν σε μια βελτιωμένη καταλυτική δραστικότητα μεθανοποίησης του CO2 για τον καταλύτη που παρασκευάστηκε μέσω αυτής της μεθόδου. Στη συνέχεια, ο μονομεταλλικός καταλύτης με τις καλύτερες καταλυτικές επιδόσεις 10% Ni/Ce0.9Pr0.1O2 δ (Ni/Pr-CeO2), με το υπόστρωμα που παρασκευάστηκε μέσω της τροποποιημένης σύνθεσης Pechini, τροποποιήθηκε περαιτέρω με χαμηλά ποσοστά ευγενών μετάλλων (1% Ru, Pt, Rh, Pd, και Ir). Το Ru ήταν το μόνο ευγενές μέταλλο που μπορούσε να λειτουργήσει ως προωθητής της αντίδρασης, ενισχύοντας σημαντικά την καταλυτική δραστικότητα μεθανοποίησης του CO2, ειδικά σε χαμηλότερες θερμοκρασίες (γύρω στους 300 oC), στο διμεταλλικό καταλύτη RuNi/Pr-CeO2. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε μία συστηματική μελέτη σχετικά με τη βελτιστοποίηση της απόδοσης της προσρόφησης του CO2 σε ενδιάμεσες θερμοκρασίες για διαφορετικές υποστηριζόμενες αλκαλικές φάσεις. Η προσροφητικά ενεργή φάση «Na2O» που υποστηρίζεται στο υπόστρωμα μεταλλικού οξειδίου Al2O3 αποδείχθηκε ότι είναι η καταλληλότερη, μέσω της δημιουργίας ενός μεγάλου πληθυσμού θέσεων Al-O-Na φιλικών ως προς την προσρόφηση του CO2, και το βέλτιστο ποσοστό Na2O βρέθηκε να είναι 12% κατά βάρος. Το βελτιστοποιημένο υλικό 12% Na2O/Al2O3 (NaAl) μπορούσε να λειτουργήσει ως αναστρέψιμο στερεό προσροφητικό υλικό CO2 κατά τη διάρκεια πολύ κυκλικών πειραμάτων προσρόφησης εκρόφησης CO2 στους 300 oC και 500 oC, αντίστοιχα. Τελικά, τα δύο ξεχωριστά βελτιστοποιημένα υλικά προσροφητικού (NaAl) και καταλύτη (Ni/Pr-CeO2 ή RuNi/Pr-CeO2) αναμίχθηκαν μεταξύ τους με φυσική ανάμιξη προκειμένου να παρασκευαστούν δι-λειτουργικά υλικά για τη συνδυασμένη δέσμευση και μεθανοποίηση του CO2. Η αναλογία βάρους μεταξύ του καταλύτη και του προσροφητικού στο μείγμα με φυσική ανάμιξη, καθώς και η θερμοκρασία λειτουργίας, βελτιστοποιήθηκαν σε 1:3 και 300 oC, αντίστοιχα, ώστε να επιτευχθεί υψηλή απόδοση CH4 σε συνδυασμό με γρήγορη κινητική παραγωγής CH4. Τόσο το μονομεταλλικό, όσο και τα διμεταλλικό δι λειτουργικό υλικό, ήταν σταθερά κατά τη διάρκεια πολύ-κυκλικής λειτουργίας προσρόφησης-μεθανοποίησης του CO2 στους μόλις 300 oC, με τη δέσμευση του CO2 να πραγματοποιείται υπό τροφοδοσία προσομοιωμένου απαερίου καύσης (συν-παρουσία O2 και H2O). Επιπλέον, ακολουθήθηκε επίσης μια προσέγγιση για τη βελτιστοποίηση των δι-λειτουργικών υλικών αναφοράς Ru/Na2O/Al2O3 μέσω της διαφοροποίησης της μεθόδου σύνθεσης και του ποσοστού του ενεργού μετάλλου Ru. Η μέθοδος σύνθεσης Pechini για το υπόστρωμα μπορούσε να βελτιώσει το πορώδες, τη βασικότητα της επιφάνειας, και τη διασπορά του ενεργού μετάλλου στο τελικό δι-λειτουργικό υλικό και να οδηγήσει σε ενισχυμένη απόδοση για τη συνδυασμένη δέσμευση και μεθανοποίηση του CO2. Το βελτιστοποιημένο δι-λειτουργικό υλικό ήταν σταθερό, με τη δέσμευση του CO2 να πραγματοποιείται υπό τροφοδοσία προσομοιωμένου απαερίου καύσης, με μικρό μόνο ποσοστό απενεργοποίησης, κυρίως λόγω απώλειας ειδικής επιφάνειας. Συνοψίζοντας, η παρούσα διδακτορική διατριβή παρουσιάζει καινοτόμα αποτελέσματα που βασίζονται στη συστηματική βελτιστοποίηση της σύνθεσης και της σύστασης υλικών για τη συνδυασμένη διεργασία δέσμευσης και μετατροπής του CO2 σε συνθετικό φυσικό αέριο. Η διδακτορική διατριβή συμπεριλαμβάνει έξι ανεξάρτητες και καινοτόμες ερευνητικές εργασίες, οι οποίες έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα, διεθνή επιστημονικά περιοδικά με κρίση, σχετικά με: (α) την επίδραση της έκτασης της τροποποίησης με Pr, της μεθόδου σύνθεσης, και της προσθήκης ευγενών μετάλλων σε καταλύτες μεθανοποίησης Ni/CeO2, (β) τη διερεύνηση της απόδοσης προσρόφησης CO2 για διάφορες αλκαλικές προσροφητικές φάσεις διεσπαρμένες σε Al2O3, και (γ) την εφαρμογή ξεχωριστά βελτιστοποιημένων φυσικών μιγμάτων προσροφητικού και καταλυτικού υλικού, καθώς και τη βελτιστοποίηση υλικών αναφοράς Ru/Na2O/Al2O3 για τη συνδυασμένη δέσμευση και μεθανοποίηση του CO2. Αναμένεται ότι αυτή η διδακτορική διατριβή θα έχει ενδιαφέρον, αλλά και ενδεχόμενη χρησιμότητα για άλλους ερευνητές που δραστηριοποιούνται στους τομείς της σύνθεσης υλικών, του χαρακτηρισμού υλικών, αλλά και των καταλυτικών δοκιμών για τη μεθανοποίηση του CO2, δέσμευση του CO2 σε ενδιάμεσες θερμοκρασίες, και συνδυασμένη δέσμευση και μετατροπή του CO2

    Leadership and emotional intelligence as factors contributing to the professional satisfaction of preschool and primary school teachers

    No full text
    The field of education is of critical importance for every society. The smooth and safe functioning of schools are key factors for proper and effective learning. Teachers are called upon to carry out a truly difficult task in a society that is constantly changing and increasing its demands on public schools. However, it is observed that today’s educators also require support in the emotional and psychological domain. Therefore, the emotional intelligence of the head of each school unit, as well as the leadership style they choose to govern it, clearly influence the job satisfaction of teachers. After all, job satisfaction among employees is essential in every type of organization in order to create the ideal environment for action and creativity. The purpose of this study was to examine the impact of the emotional intelligence of elementary school principals and kindergarten heads, as well as the leadership style they choose to manage their school unit, on the job satisfaction of their subordinate teachers. The study involved 61 principals of elementary schools in the Regional Unit of Achaia and 435 of their subordinate teachers. Likewise, 44 kindergarten heads and 76 kindergarten teachers participated. All participants were active teachers in public schools. The principals and heads of the schools completed questionnaires that assessed their level of emotional intelligence and leadership behavior. The teachers and kindergarten teachers, respectively, completed questionnaires evaluating the leadership behavior of their superiors and their own job satisfaction. The results revealed a high degree of emotional intelligence among school administrators, with transformational and transactional leadership styles being predominant. Additionally, the subordinate teachers seem to experience job satisfaction in relation to certain aspects of their superiors' emotional intelligence and leadership behavior. The findings highlight the need to enhance the emotional intelligence of school administrators as well as the job satisfaction of their subordinate teachers.Ο χώρος της εκπαίδευσης αποτελεί πεδίο νευραλγικής σημασίας για κάθε κοινωνία. Η ομαλή και ασφαλής λειτουργία του σχολείου αποτελούν παράγοντες για τη σωστή και αποτελεσματική μάθηση. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διεκπεραιώσουν ένα πραγματικά δύσκολο έργο σε μια κοινωνία που συνεχώς αλλάζει και αυξάνει τις απαιτήσεις της από το δημόσιο σχολείο. Παρατηρείται, όμως, ότι ο σημερινός εκπαιδευτικός χρειάζεται συν τοις άλλοις, υποστήριξη στον συναισθηματικό και ψυχολογικό τομέα. Επομένως, η συναισθηματική νοημοσύνη του εκάστοτε προϊσταμένου/ης-διευθυντή/ντριας της σχολικής μονάδας αλλά και το στιλ ηγεσίας που υιοθετεί, επιδρούν στην εργασιακή ικανοποίηση των εκπαιδευτικών. Η εργασιακή ικανοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί ζητούμενο σε κάθε οργανισμό, ώστε να αποτελέσει το ιδανικό περιβάλλον δράσης και δημιουργίας. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η μελέτη της επίδρασης της συναισθηματικής νοημοσύνης διευθυντών/ντριών των δημοτικών σχολείων και προϊσταμένων νηπιαγωγείων καθώς και το στιλ ηγεσίας που επιλέγουν να διοικήσουν τη σχολική μονάδα, στην εργασιακή ικανοποίηση των υφισταμένων τους εκπαιδευτικών. Στην έρευνα συμμετείχαν 61 διευθυντές/ντριες δημοτικών σχολείων της Περιφερειακής Ενότητας Αχαΐας και 435 υφιστάμενοί\νες τους εκπαιδευτικοί. Αντίστοιχα, συμμετείχαν 44 προϊστάμενοι/νες νηπιαγωγείων και 76 νηπιαγωγοί. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν εν ενεργεία εκπαιδευτικοί δημόσιων σχολείων. Οι διευθυντές/ντριες και οι προϊστάμενοι/νες των σχολείων συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια που αξιολογούσαν τον βαθμό της συναισθηματικής τους νοημοσύνης και την ηγετική τους συμπεριφορά. Οι εκπαιδευτικοί και οι νηπιαγωγοί αντίστοιχα, συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια που αξιολογούσαν την ηγετική συμπεριφορά των προϊσταμένων τους και την δική τους επαγγελματική ικανοποίηση. Τα αποτελέσματα έδειξαν υψηλό βαθμό συναισθηματικής νοημοσύνης της σχολικής ηγεσίας, με κυρίαρχα στιλ ηγεσίας το μετασχηματιστικό και το συναλλακτικό. Ακολούθως, οι υφιστάμενοι/νες εκπαιδευτικοί φαίνεται να βιώνουν εργασιακή ικανοποίηση σε σχέση με κάποιες διαστάσεις της συναισθηματικής νοημοσύνης και της ηγετικής συμπεριφοράς των προϊσταμένων τους. Αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης της συναισθηματικής νοημοσύνης των διοικούντων τις σχολικές μονάδες αλλά και της εργασιακής ικανοποίησης των υφισταμένων τους εκπαιδευτικών

    Der Verhältnismäßigkeitsgrundsatz im modernen (nationalen und EU-) Steuerrecht

    No full text
    This doctoral thesis investigated the principle of proportionality in contemporary domestic and EU Tax Law, which stems from the principle of the rule of law and covers the entire scope of Tax Law. The purpose of the thesis was to highlight the operation of the principle and its balancing role in the field of imposing tax burdens and tax sanctions. In particular, the operation of lato sensu proportionality in the imposition of taxes and its interaction with other principles of the rule of law was examined (Part One) and the application of the principle as a “limitation of limitations” of the individual rights and EU freedoms of the taxpayer (Part Two). Subsequently, the issue of the application of stricto sensu proportionality in the field of tax sanctions was highlighted (Part Three). The thesis revealed the multifaceted and multi-potent nature of the principle of proportionality in Tax Law, which plays an important role, particularly in our time, due to the increasing importance given internationally to modern tax transparency.Στην παρούσα διδακτορική διατριβή ερευνήθηκε η αρχή της αναλογικότητας στο σύγχρονο εσωτερικό και ενωσιακό Φορολογικό Δίκαιο, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και καταλαμβάνει το συνολικό πεδίο του Φορολογικού Δικαίου. Σκοπός της διατριβής ήταν η ανάδειξη της λειτουργίας της αρχής και του εξισορροποιητικού ρόλου της στο πεδίο επιβολής των φορολογικών βαρών και των φορολογικών κυρώσεων. Ειδικότερα, εξετάστηκε η λειτουργία της lato sensu αναλογικότητας κατά την επιβολή των φόρων και η αλληλεπίδρασή της με τις λοιπές αρχές του κράτους δικαίου (Πρώτο Μέρος) και η εφαρμογή της αρχής ως «περιορισμός των περιορισμών» των ατομικών δικαιωμάτων και των ενωσιακών ελευθεριών του φορολογουμένου (Δεύτερο Μέρος). Ακολούθως, αναδείχθηκε ο προβληματισμός της εφαρμογής της stricto sensu αναλογικότητας στο πεδίο των φορολογικών κυρώσεων (Τρίτο Μέρος). Από τη διατριβή προέκυψε το πολυσήμαντο και πολυδύναμο της αρχής της αναλογικότητας στο Φορολογικό Δίκαιο, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα στην εποχή μας, λόγω της αυξανόμενης βαρύτητας που προσδίδεται διεθνώς στη σύγχρονη φορολογική διαφάνεια.Gegenstand der Dissertation war die Untersuchung des Verhältnismäßigkeitsgrundsatzes im modernen nationalen und EU-Steuerrecht, der sich aus dem Rechtsstaatsprinzip ableitet und das gesamte Steuerrecht erfasst. Ziel der Arbeit war es, die Funktionsweise der Behörde und ihre ausgleichende Rolle im Bereich der Festsetzung von Steuerlasten und Steuersanktionen hervorzuheben. Dabei wurde insbesondere die Funktion des Verhältnismäßigkeitsgrundsatzes lato sensu bei der Erhebung von Steuern und sein Zusammenwirken mit anderen Rechtsstaatsprinzipien untersucht (Erster Teil) sowie die Anwendung des Grundsatzes als „Beschränkung der Beschränkungen“ der individuellen Rechte und Unionsfreiheiten des Steuerpflichtigen (Zweiter Teil). Anschließend wurde die Frage der Anwendung der Verhältnismäßigkeit im strengen Sinne im Bereich der Steuersanktionen beleuchtet (Dritter Teil). Die Arbeit verdeutlichte die Vielschichtigkeit und Vielwirkung des Proportionalitätsprinzips im Steuerrecht, das gerade in unserer Zeit aufgrund der international zunehmenden Bedeutung moderner Steuertransparenz eine wichtige Rolle spielt

    Effects of controlled frequency breathing on physiological responses to swimming

    No full text
    Introduction: The objective of this research was to examine the impact of conventional breathing versus apnoea technique on acid-base equilibrium, physiological reactions, and performance throughout high-intensity interval training sessions in swimming. Methods: Two groups of sixteen athletes (16), swimmers and free divers, completed 6 x 25m and 6 x 50m intervals of freestyle swimming with normal breath and apnoea at maximum intensity, with 30 seconds and 1 minute rest, respectively. Measured: I) Capillary blood gases (pH, PCO2, PO2, HCO3, Hct, Hb) were collected at four (4) measurement time points: 1) at rest once, 2) at rest just after the 3rd repetition, 3) at finish and 4) at 10 min of recovery. II) Heart rate (HR) and III) arterial blood oxygen saturation (SaO2) at three (3) measurement time points: 1) at rest once, 2) during swimming and 3) at 1 min of recovery, IV) Lactate acid (La) concentration 1) at rest once and 2) at 8 min of recovery, V) systolic (SBP) and diastolic blood pressure (DBP) 1) at rest once and 2) at 1 min of recovery, VI) subjective perception of fatigue (RPE) 1) at rest once and 2) at finish and VII) swimming time (t25, t50). Results: Uncompensated metabolic acidosis, exhibiting greater prominence during apnoea, is attributed to heightened lactic acidosis due to exercise in both breathing conditions (normal breath and apnoea). Although the athletes experienced bradycardia, they did show faster swimming times during apnoea. Conclusions: During repeated high-intensity short-distance swimming, specifically 25m and 50m of freestyle, apnoea enhances sprint performance without compensating for metabolic acidosis.Εισαγωγή: Ο στόχος αυτής της ερευνητικής διατριβής ήταν να εξετάσει την επίδραση της αναπνοής έναντι της άπνοιας στην οξεοβασική ισορροπία, τις φυσιολογικές αποκρίσεις και την απόδοση κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενων διαλειμματικών αποστάσεων υψηλής έντασης στην κολύμβηση. Μεθοδολογία: Δύο ομάδες των δεκαέξι (16) αθλητών, κολυμβητές και ελεύθεροι δύτες, ολοκλήρωσαν 6 x 25μ. και 6 x 50μ. ελεύθερου στυλ κολύμβησης με κανονική αναπνοή και άπνοια σε μέγιστη ένταση, με 30 δευτερόλεπτα και 1 λεπτό ξεκούραση, αντίστοιχα. Μετρήθηκαν: Ι) Τα αέρια του τριχοειδούς αίματος (pH, PCO2, PO2, HCO3, Hct, Hb) συλλέχθηκαν σε τέσσερα (4) χρονικά σημεία μέτρησης: 1) σε ηρεμία μία φορά, 2) στο διάλειμμα αμέσως μετά την 3η επανάληψη , 3) στον τερματισμό και 4) στα 10 λεπτά αποκατάστασης, ΙΙ) η καρδιακή συχνότητα (HR) και ΙΙΙ) ο κορεσμός του αρτηριακού αίματος σε οξυγόνο (SaO2) σε τρία (3) χρονικά σημεία μέτρησης: 1) σε ηρεμία μία φορά, 2) κατά τη διάρκεια κολύμβησης και 3) στο 1ο λεπτό αποκατάστασης, IV) η συγκέντρωση του γαλακτικού οξέος στο αίμα (La) στην ηρεμία και στο 8ο λεπτό αποκατάστασης, V) η συστολική (SBP) και διαστολική αρτηριακή πίεση (DBP) στην ηρεμία και στο 1ο λεπτό αποκατάστασης, VI) η υποκειμενική αντίληψη της κόπωσης (RPE) στην ηρεμία και στον τερματισμό και VII) ο χρόνος κολύμβησης (t25, t50 ). Αποτελέσματα: Η μη αντιρροπούμενη μεταβολική οξέωση, παρουσιάζει την κυρίαρχη θέση κατά τη διάρκεια της άπνοιας και αποδίδεται σε αυξημένη γαλακτική οξέωση λόγω άσκησης και στις δύο αναπνευστικές καταστάσεις (κανονική αναπνοή και άπνοια). Παρά το γεγονός ότι εμφάνισαν βραδυκαρδία οι αθλητές, επέδειξαν, όμως, ταχύτερους χρόνους κολύμβησης κατά τη διάρκεια της άπνοιας. Συμπεράσματα: Κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενης διαλειμματικής κολύμβησης μικρών αποστάσεων, συγκεκριμένα 25 και 50 μέτρων ελευθέρου, υψηλής έντασης, η άπνοια βελτιώνει την απόδοση χωρίς να αντισταθμίζει τη μεταβολική οξέωση

    Διαχείριση αυτόνομων συστημάτων μεταφορών επόμενης γενιάς με χρήση τεχνητής νοημοσύνης

    No full text
    In recent years, the modern world has witnessed a significant increase in the use of automated systems in various areas, motivated by the desire for greater efficiency and sustainability. This trend is fueled by technological advancements and the support of Information and Communication Technologies (ICT), which have greatly enhanced the complexity and capabilities of these systems, particularly in the transportation sector. The design and implementation of transportation solutions have significantly accelerated the development of intelligent and autonomous transportation systems and the provision of many innovative services. Under this scope, the drive to replace human operators with autonomous agents in complex and challenging tasks, with the ultimate goal of improving efficiency, safety, and reliability, is fundamentally transforming the landscape of mobility across a wide range of applications. At the core of this evolution lies the integration of Artificial Intelligence (AI) and Machine Learning (ML) methods, which are propelling vehicles toward unparalleled levels of autonomy and intelligence by emulating human‐like reasoning processes. Leveraging advanced AI and ML with a particular emphasis on Deep Reinforcement Learning (DRL) techniques can facilitate faster decision making by automating the real‐time sensing, detection, response, and control processes in intelligent and autonomous vehicles. This progress is fueled by the pursuit of greater efficiency, enhanced safety, and improved reliability for a plethora of scenarios and applications across diverse domains, including aerial, underwater, and ground environments. The deployment of AI in real‐time sensing, decision making, planning, and managing provides a transformative solution for these autonomous systems, enabling them to maximizing operational efficiency and minimizing resource usage in various operational conditions, that cannot be effectively handled with traditional methods. Commencing with an overview of the current industry landscape and with respect to sustainability, adaptability, and human‐centric design, this Ph.D. dissertation delves into the fundamental role of AI and ML methods and algorithms in shaping the decision making capabilities of autonomous and intelligent vehicles, aiming to significantly bolster their operational efficiency. This study adopted a systematic benchmarking approach to assess the capabilities of intelligent and autonomous systems by comparing the performance of various algorithms in controlled as well as dynamic real‐world scenarios. By analyzing traditional path‐planning algorithms such as the A* and Dijkstra alongside adaptive Reinforcement Learning (RL)‐based approaches, the research highlighted the advantages of RL models in enhancing efficiency and reliability. The findings indicate that RL methods can significantly improve the ability of autonomous systems to adapt and learn from their environments, thereby optimizing their overall performance in dynamic situations. In addition, the dissertation emphasizes the societal impact and regulatory considerations of autonomous operations, underscoring the critical need for ongoing development to foster the acceptance, adoption, and application of autonomous vehicles and related technologies in various environments. By addressing these challenges, it establishes a foundational framework for the safe, effective, and seamless integration of autonomous systems into both public and commercial domains, paving the way for their widespread deployment and long‐term adoption. As automation advancements in the vehicle industry continue to progress rapidly, the journey towards fully autonomous and intelligently connected vehicles remains complex and multifaceted, necessitating a convergence of technological innovations alongside and the human perspective. Ultimately, the realization of full autonomy is dependent on the effective collaboration between autonomous systems and human operators. The outcomes of this Ph.D. dissertation tackle essential challenges in autonomous navigation, real‐time decision‐making, and societal integration, presenting innovative solutions aimed at improving system performance and adaptability. By addressing these key areas, the research contributes to the development of more reliable and efficient autonomous systems, facilitating their acceptance and integration into everyday life while ensuring they meet the needs and expectations of society.Η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή ανάπτυξη της αυτοματοποίησης, η οποία ενισχύεται από την ανάγκη για μεγαλύτερη αποδοτικότητα, βιωσιμότητα και παραγωγικότητα σε όλους τους τομείς. Αυτός ο μετασχηματισμός βρίσκει ευνοϊκό έδαφος στον τομέα των μεταφορών, όπου τα Αυτόνομα και Ευφυή Συστήματα Μεταφορών φέρνουν επανάσταση στις λειτουργίες, αντικαθιστώντας τους ανθρώπινους χειριστές με στόχο τη ενίσχυση της ασφάλειας, της αποδοτικότητας και της αξιοπιστίας, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλουν στη βελτιστοποίηση των διαδικασιών. Η τάση αυτή τροφοδοτείται από τις τεχνολογικές εξελίξεις και την υποστήριξη των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), οι οποίες έχουν αυξήσει σημαντικά την πολυπλοκότητα και τις δυνατότητες αυτών των συστημάτων, ιδίως στον τομέα των μεταφορών. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή λύσεων για τις μεταφορές έχουν επιταχύνει σημαντικά την ανάπτυξη ευφυών και αυτόνομων συστημάτων μεταφορών και την παροχή πολλών καινοτόμων υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η προσπάθεια αντικατάστασης των ανθρώπινων χειριστών με αυτόνομους πράκτορες σε πολύπλοκα και απαιτητικά καθήκοντα, με απώτερο στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας, της ασφάλειας και της αξιοπιστίας, μεταμορφώνει ριζικά το πεδίο των μεταφορών σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών. Στο επίκεντρο αυτής της τεχνολογικής εξέλιξης βρίσκεται η ενσωμάτωση προηγμένων μεθόδων Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence, AI) και Μηχανικής Μάθησης (Machine Learning, ML) οι οποίες προωθούν τα αυτόνομα οχήματα σε νέα επίπεδα νοημοσύνης και αυτονομίας. Μέσα από την προσομοίωση σύνθετων λογικών διαδικασιών που προσεγγίζουν την ανθρώπινη σκέψη, η αξιοποίηση αυτών των τεχνολογιών επιτρέπει την ταχύτερη και πιο ακριβή λήψη αποφάσεων. Η αυτοματοποίηση κρίσιμων διαδικασιών όπως η αίσθηση, η ανίχνευση, η απόκριση και ο έλεγχος σε πραγματικό χρόνο ενισχύει την απόδοση των ευφυών και αυτόνομων οχημάτων, καθιστώντας τα πιο αποδοτικά, ασφαλή και αξιόπιστα. Αυτή η τεχνολογική πρόοδος βρίσκει εφαρμογή σε ένα ευρύ φάσμα σεναρίων, από εναέρια και υποβρύχια περιβάλλοντα έως επίγεια συστήματα, ενισχύοντας την ικανότητά τους να προσαρμόζονται σε πολύπλοκες επιχειρησιακές συνθήκες. Η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε διαδικασίες αντίληψης, λήψης αποφάσεων, προγραμματισμού και διαχείρισης προσφέρει μια καινοτόμα προσέγγιση στη λειτουργία αυτόνομων συστημάτων. Μέσω αυτών των τεχνολογιών, επιτυγχάνεται η μεγιστοποίηση της λειτουργικής αποδοτικότητας σε περιβάλλοντα όπου οι παραδοσιακές μέθοδοι αδυνατούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά. Με αφετηρία την ανασκόπηση του σημερινού τοπίου της βιομηχανίας και με γνώμονα τη βιωσιμότητα, την προσαρμοστικότητα και τον ανθρωποκεντρικό σχεδιασμό, η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει τον θεμελιώδη ρόλο των μεθόδων και αλγορίθμων ΑΙ και ML στη διαμόρφωση των δυνατοτήτων λήψης αποφάσεων των αυτόνομων και ευφυών οχημάτων, με στόχο τη σημαντική ενίσχυση της λειτουργικής τους αποδοτικότητας. Η παρούσα εργασία υιοθέτησε μια συστηματική προσέγγιση συγκριτικής ανάλυσης για την αξιολόγηση των δυνατοτήτων των ευφυών και αυτόνομων συστημάτων, συγκρίνοντας τις επιδόσεις διαφόρων αλγορίθμων σε ελεγχόμενα αλλά και δυναμικά σενάρια του πραγματικού κόσμου. Αναλύοντας παραδοσιακούς αλγορίθμους σχεδιασμού διαδρομής, όπως οι A* και Dijkstra, παράλληλα με προσαρμοστικές προσεγγίσεις που βασίζονται σε Ενισχυτική Μάθηση, η έρευνα ανέδειξε τα πλεονεκτήματα των μοντέλων αυτών στην ενίσχυση της αποδοτικότητας και της αξιοπιστίας. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι μέθοδοι RL μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ικανότητα των αυτόνομων συστημάτων να προσαρμόζονται και να μαθαίνουν από το περιβάλλον τους, βελτιστοποιώντας έτσι τη συνολική απόδοσή τους σε δυναμικές καταστάσεις. Η παρούσα έρευνα συμβάλλει σημαντικά τόσο στις πρακτικές εφαρμογές όσο και στα θεωρητικά πλαίσια, εισάγοντας μια νέα προσέγγιση για τη διαχείριση αυτόνομων και ευφυών συστημάτων επόμενης γενιάς μέσω μεθόδων βασισμένων στην τεχνητή νοημοσύνη και τη γνωστική ανάλυση. Θέτει τις βάσεις για ισχυρά πλαίσια που ενισχύουν την προσαρμοστικότητα των αυτόνομων οχημάτων, εστιάζοντας στις εξελίξεις στην πλοήγηση, τον προσαρμοστικό σχεδιασμό διαδρομής και τη λήψη αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο. Αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις που θέτουν οι δυναμικές και απρόβλεπτες συνθήκες σε εναέρια, υποβρύχια και χερσαία περιβάλλοντα, η παρούσα μελέτη προσφέρει ουσιαστικές γνώσεις που μπορούν να βελτιώσουν την προσαρμοστικότητα και την αποτελεσματικότητα αυτών των συστημάτων σε διάφορες εφαρμογές. Επιπλέον, η διατριβή δίνει έμφαση στον κοινωνικό αντίκτυπο και τις νομοθετικές πτυχές των αυτόνομων επιχειρήσεων, υπογραμμίζοντας την κρίσιμη ανάγκη συνεχούς ανάπτυξης για την προώθηση της αποδοχής, της υιοθέτησης και της εφαρμογής των αυτόνομων οχημάτων και των σχετικών τεχνολογιών σε διάφορα περιβάλλοντα. Αντιμετωπίζοντας αυτές τις προκλήσεις, δημιουργεί ένα θεμελιώδες πλαίσιο για την ασφαλή, αποτελεσματική και απρόσκοπτη ενσωμάτωση των αυτόνομων συστημάτων τόσο σε δημόσιους όσο και σε εμπορικούς τομείς, ανοίγοντας το δρόμο για την ευρεία ανάπτυξη και τη μακροπρόθεσμη υιοθέτησή τους. Καθώς οι εξελίξεις στον τομέα της αυτοματοποίησης στη βιομηχανία οχημάτων συνεχίζουν να εξελίσσονται με ταχείς ρυθμούς, η πορεία προς τα πλήρως αυτόνομα και έξυπνα συνδεδεμένα οχήματα παραμένει σύνθετη και πολύπλευρη, καθιστώντας αναγκαία τη σύγκλιση των τεχνολογικών καινοτομιών και της ανθρώπινης προοπτικής. Ως εκ τουτου, η υλοποίηση της πλήρους αυτονομίας είνα άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αυτόνομων συστημάτων και των ανθρώπινων χειριστών. Τα αποτελέσματα αυτής της διδακτορικής διατριβής πραγματεύονται βασικές προκλήσεις στην αυτόνομη πλοήγηση, τη λήψη αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο και την κοινωνική ενσωμάτωση, παρουσιάζοντας καινοτόμες λύσεις με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης και της προσαρμοστικότητας του συστήματος. Με την ανάδειξη αυτών των βασικών πεδίων, η έρευνα συμβάλλει στην ανάπτυξη πιο αξιόπιστων και αποδοτικών αυτόνομων συστημάτων, διευκολύνοντας την αποδοχή και την ενσωμάτωσή τους στην καθημερινή ζωή, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας

    The effect of erythropoietin on the immune system of patients suffering from chronic kidney disease

    No full text
    THE EFFECT OF ERYTHROPOIETIN ON THE IMMUNE SYSTEM OF PATIENTS SUFFERING FROM CHRONIC KIDNEY DISEASE. Introduction: The complement system is one of the most important mechanisms of natural immunity. Disorders of its activation promote inflammation and tissue damage and the kidneys are directly affected by its dysfunction. The purpose of this study was to investigate the effect of erythropoietin on the complement system, in patients suffering from chronic kidney disease and concomitant anemia. Patients and method: 20 patients suffering from chronic kidney disease, stage 3B-5, hemoglobin values ​​Hb<11g/dl and values ​​of ferritin, B12 and folate within normal ranges, participated in the study, along with 20 healthy controls. Recombinant human erythropoietin α was administered at a fixed dose of 75 units/kg 3 times per week, subcutaneously, until patients reached a target Hb≥11.5g/dl for men and 11g/dl for women. Serum samples were obtained before the beginning of the treatment and upon reaching Hb goal levels and complement factors C3a and C5a and regulatory proteins (CregPs) CD55, CD46 and CD59 levels were measured. Results: A statistically significant increase in C3a (p<0.05) and a simultaneous statistically significant decrease in CD55 on CD4+ T cells (p<0.05), B cells (p<0.05) as well as CD59 levels on CD8+ T cells (p<0.05) were observed, after erythropoietin administration compared to healthy controls. Conclusion: The above observations suggest a possible involvement of erythropoietin in the activation of the complement cascade through the increase of anaphylatoxin C3a and the simultaneous limitation of the expression of its regulatory proteins CRegPs, which may ultimately lead to tissue damage.Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΥΘΡΟΠΟΙΗΤΙΝΗΣ ΣΤΟ ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΝΕΦΡΙΚΗ ΝΟΣΟ. Εισαγωγή: Το σύστημα του συμπληρώματος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς της φυσικής ανοσίας. Διαταραχές της ενεργοποίησης του προάγουν τη φλεγμονή και την ιστική βλάβη κι ο νεφρός είναι ένα από τα όργανα που επηρεάζονται άμεσα από τη δυσλειτουργία του. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της ερυθροποιητίνης στο σύστημα του συμπληρώματος, σε ασθενείς πάσχοντες από χρόνια νεφρική νόσο και συνοδό αναιμία.Ασθενείς και μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 20 ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο σταδίου 3Β-5, τιμές αιμοσφαιρίνης Hb<11g/dl και τιμές φερριτίνης, Β12, φυλλικού οξέος εντός φυσιολογικών ορίων, καθώς και 20 υγιείς μάρτυρες. Χορηγήθηκε ανασυνδιασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη α σε σταθερή δόση 75units/kg 3 φορές την εβδομάδα υποδορίως, έως ότου οι ασθενείς πέτυχαν το στόχο για Hb≥11,5g/dl στους άντρες και 11g/dl στις γυναίκες. Ελήφθησαν δείγματαορού πριν την έναρξη της αγωγής κι επί επίτευξης του στόχου και μετρήθηκαν τα επίπεδα των παραγόντων του συμπληρώματος C3a και C5a και των ρυθμιστικών του πρωτεϊνών (CregPs) CD55, CD46 και CD59.Αποτέλεσματα: Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση του C3a (p<0,05) και ταυτόχρονα στατιστικά σημαντική μείωση του CD55 στα CD4+ Τ κύτταρα (p<0,05) και στα Β κύτταρα (p<0,05), καθώς και των επιπέδων CD59 στα CD8+ Τ κύτταρα (p<0,05), μετά τη χορήγηση της ερυθροποιητίνης, σε σύγκριση με υγιείς μάρτυρες.Συμπέρασμα: Οι παραπάνω παρατηρήσεις υποδηλώνουν πιθανή συμμετοχή της ερυθροποιητίνης στην ενεργοποίηση του καταρράκτη του συμπληρώματος μέσω της αύξησης της αναφυλατοξίνης C3a και τον ταυτόχρονο περιορισμό της έκφρασηςτων ρυθμιστικών του πρωτεϊνών CRegPs, γεγονός που τελικά μπορεί να οδηγήσει σε ιστική βλάβη

    Development of promoted nickel catalysts supported on natural palygorskite for renewable diesel production through selective deoxygenation of residual vegetable oils and fats

    No full text
    This thesis consists of five chapters. In the first chapter, a literature review of the field is conducted, and the needs and requirements for modern catalytic systems in the subject of the thesis are presented. Additionally, the objectives of this thesis are outlined. In the second chapter, the materials/reactants used are presented, along with a detailed description of the experimental procedures followed. The experimental process of processing the mineral palygorskite, the treatment of raw materials, and the synthesis and activation methods of the catalysts are described in detail. Furthermore, the physicochemical characterization techniques used for the raw materials – such as waste cooking oils (WCO), chicken fat (FAT), free fatty acids (FAD) and spent coffee ground oil (SCGO) – are presented. These techniques include: 1) determination of moisture content, 2) determination of iodine value, 3) determination of acidity, 4) determination of viscosity, and 5) determination of saponification value. Their composition was analyzed using gas chromatography and infrared spectroscopy in combination with attenuated total reflectance, while mass loss was studied using thermogravimetric analysis (TGA). The techniques used for the physicochemical characterization of the catalysts (adsorption–desorption of nitrogen at liquid nitrogen temperature, X-ray diffraction (XRD), transmission electron microscopy (TEM), temperature-programmed reduction with hydrogen (H2-TPR), and temperature-programmed desorption of ammonia (NH3-TPD)) are also described. The catalytic behavior of the catalysts was evaluated in a semi-batch reactor, and the analysis of the liquid product composition was carried out using gas chromatography, standard substances, and mass spectrometry. The used catalysts were studied for their texture, crystal size of the active phase, and metallic surface (chemisorption of carbon monoxide), while the coke deposition percentage was determined through total carbon (TC) analysis. In the third chapter, two supported catalysts on mineral palygorskite are compared in terms of their activity: a monometallic nickel catalyst with a loading of 30% w/w (Ni/Pal) and a bimetallic catalyst with a molybdenum promoter (MoNi/Pal), atomic ratio (Ni/Ni+Mo) = 0.95 and a total loading of 30% w/w (27.5% Ni, 2.5% Mo). The primary aim of this study is to investigate the necessity of using a promoter in the catalytic system. The two reduced catalysts were evaluated in the conversion of waste cooking oils into renewable diesel at 310°C, 40 bar H2 with a flow rate of 100 mL/min, 100 mL WCO / 1 g catalyst, for nine hours. From the analysis of the composition of the liquid product at the ninth hour of the reaction, it was found that the addition of the promoter led to a doubling of the hydrocarbon yield from 22% w/w to 45% w/w. This increase was a result of the enhanced nickel active surface area of the catalyst and the promoting action of the molybdenum oxide in the deoxygenation reaction. After confirming the necessity of using a promoter, the study focused on determining the optimal reaction conditions regarding temperature and catalyst amount. The temperatures tested were 310, 330, 350, 370, and 390°C, keeping the other parameters constant. Increase of the temperature led to a higher hydrocarbon yield in the final product and a reduction in intermediate products, such as esters and acids. The optimal temperature for hydrocarbon yield was found to be 370°C (~80% hydrocarbons), and the effect of solvent use was also studied, showing that diluting the oil with solvent did not favor esterification of intermediate products and increased the renewable diesel percentage. Regarding catalyst amount, doubling the catalyst mass increased the available active sites in the given volume of waste cooking oils, resulting in a 14% w/w increase in hydrocarbons in the liquid product. Finally, the effect of the nature of the promoter was also studied. Two additional bimetallic catalysts, WNi/Pal and FeNi/Pal, were evaluated for the conversion of WCO into renewable diesel, under the optimal conditions for MoNi/Pal. The WNi/Pal catalyst showed similar activity to that of the MoNi/Pal, slightly reduced (~89% vs. 94% w/w), possibly due to the formation of a complex between tungsten and calcium present in waste cooking oils. The FeNi/Pal catalyst produced 82% w/w hydrocarbons, but 5% of these contained fewer than 15 carbon atoms.In the fourth chapter, after identifying the optimal catalyst and reaction conditions for the conversion of cooking oils to renewable diesel, the MoNi/Pal was studied for the conversion of three other residual raw materials into hydrocarbons: chicken fat (FAT), free fatty acids (FAD) and spent coffee ground oil (SCGO). The reaction conditions were as follows: 2 g reduced catalyst, 100 mL oil, 40 bar H2, 100 mL/min flow rate, nine hours reaction duration. The hydrocarbon yield for WCO and FAT was 94.1% w/w, for FAD 76.5% w/w, and for SCGO 72.8% w/w. The used catalysts were characterized to study their physicochemical properties. To maximize hydrocarbon production for all raw materials, different reaction temperatures were tested for FAD and SCGO. For FAD, temperatures of 390 and 410°C were tested, while for SCGO, 390°C. The optimal reaction temperature for FAD was 390°C, with a hydrocarbon yield of 83.5%, while for SCGO, the optimal temperature was 370°C, as further temperature increase did not increase hydrocarbons but increased the proportion of lighter hydrocarbons (2.5% w/w) compared to those in the diesel range. For each raw material, catalyst reusability was tested for a second reaction cycle. In all cases, a reduction in hydrocarbon yield was observed. The used catalysts were characterized after the second cycle to investigate the reasons for the reduced activity, with coke deposition being the main suspect. Finally, to assess whether catalyst deactivation is permanent or reversible, the catalysts were regenerated by calcination at the activation temperature for 2 hours and then reactivated with hydrogen. The regenerated catalysts were tested under the optimal conditions for each raw material for 9 hours. In the cases of waste cooking oils and fat, the catalyst activity was fully restored due to coke combustion, but for free fatty acids and coffee oil, the activity of the catalysts could not be fully restored, possibly due to the poisoning of the active sites by nitrogen-containing compounds. The fifth chapter provides a summary of the conclusions of this thesis.Η παρούσα διατριβή περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο πραγματοποιείται μια βιβλιογραφική ανασκόπηση του πεδίου και παρατίθενται οι ανάγκες – απαιτήσεις για τα σύγχρονα καταλυτικά συστήματα στο αντικείμενο της διατριβής. Παράλληλα, παρουσιάζονται οι στόχοι της παρούσα διατριβής. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα υλικά/αντιδραστήρια που χρησιμοποιήθηκαν ενώ δίνεται και η αναλυτική περιγραφή των πειραματικών διαδικασιών που ακολουθήθηκαν. Πιο αναλυτικά, παρουσιάζεται η πειραματική πορεία που ακολουθήθηκε για την κατεργασία του ορυκτού παλυγορσκίτη, η επεξεργασία των πρώτων υλών καθώς και η μέθοδος σύνθεσης και ενεργοποίησης των καταλυτών μας. Ακόμα περιγράφονται οι τεχνικές με τις οποίες έγινε ο φυσικοχημικός χαρακτηρισμός των πρώτων υλών και συγκεκριμένα των τηγανελαίων (WCO), του λίπους κοτόπουλου (FAT), των ελεύθερων λιπαρών οξέων (FAD) και του καφελαίου (SCGO). Οι τεχνικές αυτές είναι: 1) προσδιορισμός της υγρασίας, 2) προσδιορισμός του αριθμού ιωδίου, 3) προσδιορισμός του αριθμού οξύτητας, 4) προσδιορισμός του ιξώδους και 5) προσδιορισμός του αριθμού σαπωνοποίησης. Η σύστασή τους μελετήθηκε μέσω αέριας χρωματογραφίας και φασματοσκοπίας υπέρυθρου σε συνδυασμό με εξασθενημένη ολική ανάκλαση, ενώ η απώλεια μάζας μελετήθηκε με θερμοσταθμική ανάλυση (TGA). Ακόμα περιγράφονται οι τεχνικές με τις οποίες έγινε ο φυσικοχημικός χαρακτηρισμός των καταλυτών (ρόφηση – εκρόφηση αζώτου σε θερμοκρασία υγρού αζώτου, περίθλαση ακτίνων-Χ (XRD), ηλεκτρονική μικροσκοπία διέλευσης (TEM), θερμοπρογραμματισμένη αναγωγή με υδρογόνο (H2-TPR) και θερμοπρογραμματισμένη εκρόφηση αμμωνίας (ΝΗ3-TPD)). Η καταλυτική συμπεριφορά των καταλυτών αξιολογήθηκε σε αντιδραστήρα ημιδιαλείποντος έργου και η ανάλυση της σύστασης του υγρού προϊόντος πραγματοποιήθηκε μέσω αέριας χρωματογραφίας, πρότυπων ουσιών και φασματογράφου μάζας. Οι χρησιμοποιημένοι καταλύτες μελετήθηκαν ως προς την υφή τους, το μέγεθος κρυσταλλίτη της δραστικής φάσης και τη μεταλλική τους επιφάνεια (χημειορρόφηση μονοξειδίου του άνθρακα) ενώ το ποσοστό εναπόθεσης κωκ προσδιορίστηκε μέσω της τεχνικής προσδιορισμού ολικού άνθρακα (TC). Στο τρίτο κεφάλαιο συγκρίνονται δυο στηριγμένοι καταλύτες στο ορυκτό παλυγορσκίτης ως προς τη δραστικότητά τους, ένας μονομεταλλικός καταλύτης νικελίου (Ni/Pal) με ποσοστό φόρτισης 30% κ.β. και ένας διμεταλλικός καταλύτης με ενισχυτή το μολυβδαίνιο (MoNi/Pal), ατομικό λόγο (Ni/Ni+Mo) =0.95 και συνολικό ποσοστο φόρτισης 30% κ.β. (27.5% Ni, 2.5% Mo). Ο σκοπός της μελέτης σε πρώτη φάση είναι να διαπιστώσουμε την ανάγκη χρήσης ή μη ενισχυτή στο καταλυτικό μας σύστημα. Οι δύο ανηγμένοι καταλύτες αξιολογήθηκαν στη μετατροπή των τηγανελαίων σε ανανεώσιμο ντίζελ στους 310 °C, 40 bar H2 με ροή 100 mL/min, 100 ml WCO / 1 g καταλύτη, για εννέα ώρες αντίδρασης. Από τη ανάλυση της σύστασης του υγρού προϊόντος την ένατη ώρα της αντίδρασης, διαπιστώσαμε πως η προσθήκη του ενισχυτή συντέλεσε στο διπλασιασμό της απόδοσης σε υδρογονάνθρακες στην περιοχή του ντίζελ από 22% κ.β. σε 45% κ.β. Η αύξηση αυτή ήταν αποτέλεσμα της αυξημένης δραστικής επιφάνειας του νικελίου και της συνεργιστικής δράσης του οξειδίου του μολυβδαινίου στην αντίδραση της εκλεκτικής αποξυγόνωσης. Στη συνέχεια, αφού διαπιστώσαμε την αναγκαιότητα χρήσης ενισχυτή, προσπαθήσαμε να αποφανθούμε για το ποιες είναι οι βέλτιστες συνθήκες αντίδρασης, όσον αφορά τη θερμοκρασία και την ποσότητα καταλύτη. Οι θερμοκρασίες που δοκιμάσαμε ήταν 310, 330, 350, 370 και 390 °C με τις υπόλοιπες παραμέτρους να τις κρατάμε σταθερές. Η αύξηση της θερμοκρασίας έδειξε την αύξηση των υδρογονανθράκων στο τελικό προϊόν, ενώ μείωσε τα ενδιάμεσα προϊόντα, τους εστέρες και τα οξέα. Στη βέλτιστη θερμοκρασία που αναδείχθηκε αυτή των 370 oC (~80% κ.β. υδρογονάνθρακες στο υγρό προϊόν), ελέγξαμε και τη χρήση του διαλύτη και πως επηρεάζει αυτή τη σύσταση του υγρού προϊόντος, δείχνοντας πως η αραίωση του λαδιού στον διαλύτη δεν ευνοεί την εστεροποίηση των ενδιάμεσων προϊόντων και αυξάνει το ποσοστό του ανανεώσιμου ντίζελ. Όσον αφορά την ποσότητα του καταλύτη, ο διπλασιασμός της ποσότητας του καταλύτη αύξησε τις διαθέσιμες δραστικές θέσεις στο δεδομένο όγκο τηγανελαίων, με αποτέλεσμα την αύξηση των υδρογονανθράκων κατά 14% κ.β. στο υγρό προϊόν. Τέλος, στο κεφάλαιο αυτό μελετήθηκε η επίδραση της φύσης του ενισχυτή. Δύο ακόμα διμεταλλικοί καταλύτες, o WNi/Pal και ο FeNi/Pal αξιολογήθηκαν για τη μετατροπή των τηγανελαίων σε ανανεώσιμο ντίζελ στις βέλτιστες συνθήκες αντίδρασης που βρέθηκαν για τον MoNi/Pal. O WNi/Pal παρουσίασε παρόμοια δράση με τον MoNi/Pal, ελαφρώς μειωμένη (~89 έναντι 94 % κ.β.) πιθανότατα λόγω της δημιουργίας ενός συμπλόκου μεταξύ του βολφραμίου και του ασβεστίου που υπάρχει στα τηγανέλαια. Ο διμεταλλικός καταλύτης με ενισχυτή τον σίδηρο απέδωσε 82% κ.β. υδρογονάνθρακες, ωστόσο το 5% αυτών διέθετε λιγότερα από 15 άτομα άνθρακα. Στο τέταρτο κεφάλαιο, έχοντας βρει τον βέλτιστο καταλύτη και τις βέλτιστες συνθήκες αντίδρασης για τη μετατροπή των τηγανελαίων σε ανανεώσιμο ντίζελ, παρουσία του MoNi/Pal εξετάσαμε σε πρώτη φάση τη μετατροπή τριών άλλων υπολειμματικών υλών σε υδρογονάνθρακες: το λίπος κοτόπουλου (FAT), τα ελεύθερα λιπαρά οξέα (FAD) και το καφέλαιο (SCGO). Οι συνθήκες της αντίδρασης ήταν οι εξής: 2 g ανηγμένου καταλύτη, 100 mL υπολειμματική ύλη, 40 bar Η2 με ροή 100 mL/min και διάρεκια αντίδρασης εννέα ώρες). Το ποσοστό υδρογονανθράκων για τα FAT ανήλθε στο 94.1% κ.β., για τα FAD στο 76.5% κ.β. και για το SCGO στο 72.8% κ.β. Οι χρησιμοποιημένοι καταλύτες χαρακτηρίστηκαν προκειμένου να μελετηθούν τα φυσικοχημικά τους χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια, για να μεγιστοποιήσουμε για όλες τις πρώτες ύλες την παραγωγή υδρογονανθράκων, δοκιμάσαμε διαφορετικές θερμοκρασίες αντίδρασης για τα ελεύθερα λιπαρά οξέα και το καφέλαιο. Για τα ελεύθερα λιπαρά οξέα τους 390 και τους 410 °C, ενώ για το καφέλαιο τους 390 °C. H βέλτιστη θερμοκρασία αντίδρασης για τα FAD βρέθηκαν οι 390 °C με ποσοστό υδρογονανθράκων στο υγρό προϊόν ίσο με 83.5% κ.β., ενώ για το SCGO οι 370 °C, καθώς η περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας δεν αύξησε περισσότερο τους υδρογονάνθρακες στην περιοχή του ντίζελ, αλλά αύξησε το ποσοστό των ελαφρύτερων υδρογονανθράκων (2.5% κ.β.). Για κάθε πρώτη ύλη, στις βέλτιστες συνθήκες αντίδρασης, εξετάσαμε τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης του καταλύτη για έναν δεύτερο κύκλο αντίδρασης. Σε όλες τι περιπτώσεις παρατηρήσαμε μια μείωση της παραγωγής υδρογονανθράκων. Οι χρησιμοποιημένοι καταλύτες μετά τον δεύτερο κύκλο αντίδρασης μελετήθηκαν ως προς τα φυσικοχημικά τους χαρακτηριστικά προκειμένου να εξετάσουμε τους λόγους μείωσης της δραστικότητάς τους, με την εναπόθεση κωκ να αποτελεί την κυριότερη αιτία. Τέλος, για να δούμε αν η απενεργοποίηση των καταλυτών είναι μόνιμη ή παροδική προχωρήσαμε σε αναγέννηση των καταλυτών με πύρωσή τους στην θερμοκρασία ενεργοποίησης για 2 ώρες και έπειτα ενεργοποίηση ξανά με υδρογόνο. Οι αναγεννημένοι καταλύτες δοκιμάστηκαν στις βέλτιστες συνθήκες για κάθε πρώτη ύλη για 9 ώρες. Στις περιπτώσεις των τηγανελαίων και του λίπους η δραστικότητα των καταλυτών επανήλθε σχεδόν στο 100% λόγω της καύσης του κωκ, ενώ οι καταλύτες που χρησιμοποιήθηκαν για τη μετατροπή των FAD και SCGO δεν κατάφεραν να επανακτήσουν το 100% της δραστικότητάς τους, πιθανώς εξαιτίας της δηλητηρίασης των ενεργών θέσεών τους από τις αζωτούχες ενώσεις αυτών των υλών. Στο πέμπτο κεφάλαιο αναφέρονται συνοπτικά τα συμπεράσματα της διατριβής.

    Περιβαλλοντική μικροπαλαιοντολογία λιμναίων αποθέσεων του Ελλαδικού χώρου: τα οστρακώδη ως βιοδείκτες

    No full text
    Ostracods are excellent bioindicators of the physicochemical conditions of the environment in which they live and are considered valuable for the representation and evolution of the paleoenvironment, as they show high sensitivity even to small environmental changes. However, they are not widely used for ecological monitoring and the ecological quality status of aquatic ecosystems. Although in Europe and the Balkans, ostracods have been extensively studied, in Greece, studies on ostracods are limited, primarily focusing on marine environments and paleoenvironments. The aim of the present doctorate thesis was a) to record the ostracod fauna and the biogeographical distribution of the ostracods from recent sediments of fifteen natural freshwater lakes in Greece, b) to study their faunal composition and diversity, c) to examine their response to environmental and anthropogenic pressures, d) to investigate possible correlations between various physicochemical and geochemical parameters and the ostracod fauna, and e) to investigate the role of ostracods as (paleo)environmental indicators in recent and Holocene lake ecosystems. For the purposes of this doctoral thesis, recent surface bottom sediments from 15 natural lakes in Greece (from northern Greece to Crete) and sediment samples from 3 cores (from Lakes Chimaditis, Zazari and Koronia) were micropaleontologically analyzed. Sampling of the surface bottom sediments was conducted from a boat and in-situ measurements of the physicochemical parameters were also made, while the sediment cores were collected with a hand drill. Micropaleontological analysis of the collected samples was carried out following the international protocol, and all the ostracods were collected, counted and identified to species level using a stereoscope and a scanning electron microscope (SEM). Sedimentological and geochemical analyses were also carried out, coupled with magnetic susceptibility measurements and 14C dating. The ostracod fauna was statistically analyzed, and multivariate statistical analyses were applied as well to investigate the correlation among the ostracods and various physical, sedimentological, geochemical and magnetic parameters. Eighteen species were recorded in Greek lake environments and their biogeographical distribution was carried out for the first time. The most abundant and frequently observed species in the total samples (living+dead specimens) were species of the family Candonidae, Neglecandona, Cypria ophtalmica and Darwinula stevensoni. The lakes were grouped according to the ostracod fauna, with abundance increasing from northern to southern lakes of Greece and diversity, in contrary, decreasing from north to south. In addition, the lakes were clustered according to depth, organic carbon content and their ecological quality status. The main factors affecting the distribution and composition of modern ostracod communities are, among others, heavy metal and nutrient concentrations in the bottom sediments of the lakes. Finally, the paleoenvironmental evolution of Lake Koronia showed slightly increased salinity between ~3000 – 1500 yr BP in a shallow environment with clear waters and the absence of macrophytes on the bottom. After ~1500 cal. yr BP the environment shifted to purely lacustrine, extremely shallow with extensive macrophyte vegetation cover. The absence of ostracods in Lakes Zazari and Chimaditis seems to be due to generally stressful conditions prevailing in the area at least during the last ~3500 years.Αν και τα οστρακώδη, ως οργανισμοί, είναι εξαιρετικοί βιοδείκτες των φυσικοχημικών συνθηκών του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν και θεωρούνται πολύτιμα για την αναπαράσταση και εξέλιξη του παλαιοπεριβάλλοντος καθώς παρουσιάζουν υψηλή ευαισθησία ακόμη και σε μικρές περιβαλλοντικές αλλαγές, δε χρησιμοποιούνται ευρέως για την οικολογική παρακολούθηση και κατάσταση οικολογικής ποιότητας των υδάτινων οικοσυστημάτων. Παρόλο που στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια έχουν μελετηθεί εκτενώς, εντούτοις στην Ελλάδα οι μελέτες που αφορούν στα οστρακώδη είναι λιγοστές και αφορούν κυρίως στα θαλάσσια περιβάλλοντα και παλαιοπεριβάλλοντα. Σκοπός της παρούσας διατριβής ήταν α) να καταγραφεί η πανίδα και η βιογεωγραφική κατανομή των οστρακωδών από σύγχρονα ιζήματα δεκαπέντε φυσικών λιμνών γλυκού νερού στον ελληνικό χώρο, β) να μελετηθεί η σύνθεση και η ποικιλότητά τους, γ) να εξεταστεί η απόκριση τους σε περιβαλλοντικές και ανθρωπογενείς πιέσεις, δ) να διερευνηθούν πιθανές συσχετίσεις μεταξύ διαφόρων φυσικοχημικών και γεωχημικών παραμέτρων και της πανίδας των οστρακωδών, και ε) να διερευνηθεί ο ρόλος τους ως (παλαιο)περιβαλλοντικοί δείκτες στα σύγχρονα και Ολοκαινικά λιμναία οικοσυστήματα. Για τις ανάγκες της παρούσας διδακτορικής διατριβής αναλύθηκαν μικροπαλαιοντολογικά σύγχρονα επιφανειακά ιζήματα πυθμένα από 15 φυσικές λίμνες του ελληνικού χώρου (βόρεια Ελλάδα έως Κρήτη) καθώς από 3 πυρήνες ιζήματος (λίμνες Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη και Κορώνεια). Η δειγματοληψία των επιφανειακών ιζημάτων πυθμένα πραγματοποιήθηκε από βάρκα και ταυτόχρονα πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες μετρήσεις φυσικοχημικών παραμέτρων, ενώ οι πυρήνες ιζήματος λήφθηκαν με χειρογεωτρύπανο. Στα συλλεχθέντα δείγματα πραγματοποιήθηκε μικροπαλαιοντολογική ανάλυση ακολουθώντας το διεθνές πρωτόκολλο, και όλα τα οστρακώδη συλλέχθηκαν, καταμετρήθηκαν και προσδιορίστηκαν σε επίπεδο είδους με τη χρήση στερεοσκοπίου και ηλεκτρονικού μικροσκοπίου. Στα συλλεχθέντα δείγματα πραγματοποιήθηκαν ιζηματολογικές και γεωχημικές αναλύσεις, σε συνδυασμό με μετρήσεις μαγνητικής επιδεκτικότητας και ραδιοχρονολογήσεις (14C). Η πανίδα των οστρακωδών αναλύθηκε και στη συνέχεια εφαρμόστηκαν πολυπαραγοντικές στατιστικές αναλύσεις με σκοπό να διερευνηθεί η συσχέτιση της με τις φυσικοχημικές, ιζηματολογικές, γεωχημικές και μαγνητικές παραμέτρους. Καταγράφηκαν δεκαοκτώ είδη οστρακωδών και πραγματοποιήθηκε η βιογεωγραφική κατανομή τους στον ελληνικό χώρο για πρώτη φορά. Τα πιο άφθονα και πιο συχνά παρατηρούμενα είδη στο σύνολο των δειγμάτων ήταν είδη της οικογενειας των Candonidae, το Cypria ophtalmica και Darwinula stevensoni. Η πανίδα των οστρακωδών παρουσιάζει μεγαλύτερη αφθονία από τις βόρειες προς νότιες λίμνες της Ελλάδας, αλλά μεγαλύτερη ποικιλότητα στις βόρειες. Επίσης οι λίμνες ομαδοποιήθηκαν σύμφωνα με το βάθος το περιεχόμενο οργανικού άνθρακα όπως και την οικολογική τους ποιότητα. Οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν την κατανομή και τη σύνθεση των σύγχρονων βιοκοινωνιών των οστρακωδών είναι μεταξύ άλλων οι συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων και τα θρεπτικά συστατικά. Τέλος η παλαιοπεριβαλλοντική αναπαράσταση της λίμνης Κορώνειας έδειξε συνθήκες ελαφρά αυξημένης αλατότητας από το ~3000-1500 cal. yr BP σε ένα ρηχό περιβάλλον με καθαρά ύδατα και απουσία μακροφύτων στον πυθμένα. Μετά τα ~1500 cal. yr BP η πανίδα διαφοροποιείται σημαντικά και το περιβάλλον μεταβαίνει σε καθαρά λιμναίο, εξαιρετικά ρηχό και με εκτεταμένη φυτοκάλυψη μακροφύτων. Τέλος προς στην κορυφή της ιζηματογενούς ακολουθίας οι συνθήκες αλλάζουν και πάλι καθώς η ποικιλότητα αυξάνεται σημαντικά, το περιβάλλον βαθαίνει και αποκαθίστανται οι συνθήκες καλής οξυγόνωσης των υδάτων. Η απουσία οστρακωδών στις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα φαίνεται να οφείλεται στις σε συνθήκες περιβαλλοντικής πίεσης που επικρατούν στην περιοχή τουλάχιστον κατά τα τελευταία ~3500 χρόνια

    Production and service systems with demand affected by customer satisfaction

    No full text
    This work is a start towards developing models for understanding how the dynamics of quality may affect customer satisfaction and profitability in manufacturing system, when customers future demand is based on quality of the purchased product. We investigate manufacturing systems receiving orders from both regular and occasional customers, with the former having higher order rates. Each outgoing product is inspected and graded on the basis of quality in order to decide whether it will be rejected or it will be forwarded to fulfill an order. In the latter case, the customer who purchased this product will become regular or occasional with probabilities that depend on the quality level of the purchased product. We studied manufacturing networks that work with orders (make-to-order), single stage systems where customer satisfaction depends on the former state of the customer and single stage manufacturing systems that work with stock (make-to-stock). The results of the numerical examples, based on stochastic dynamic programming, indicate that the optimal policy depends on the state of the system, is rather complicated and has quite high computational demands. In the case of the manufacturing systems that work with orders, we propose a simple threshold type policy. For the analysis and optimization of this policy we use models from closed queueing network theory that have minimum computational demands. The numerical results indicate that the proposed threshold policy has a performance equally satisfying to the optimal policy.Σε αυτή τη διατριβή παρουσιάζονται μαθηματικά μοντέλα που αναπτύχθηκαν για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η ποιότητα του προϊόντος μπορεί να επηρεάσει την κερδοφορία των συστημάτων παραγωγής, όταν οι καταναλωτές βασίζουν τα μελλοντικά μοτίβα ζήτησής τους στην ποιότητα του προϊόντος που έχουν πρόσφατα αγοράσει. Εξετάζουμε συστήματα παραγωγής, που λαμβάνουν παραγγελίες από τακτικούς και περιστασιακούς πελάτες, με τους πρώτους να έχουν υψηλότερο μέσο ρυθμό ζήτησης. Κάθε εξερχόμενο προϊόν υπόκειται σε έλεγχο ποιότητας για να αποφασιστεί εάν θα απορριφθεί ως μη συμμορφούμενο ή θα αποσταλεί σε πελάτη. Στην τελευταία περίπτωση, ο πελάτης που αγοράζει το τελικό προϊόν θα γίνει στη συνέχεια τακτικός ή περιστασιακός πελάτης με συμπληρωματικές πιθανότητες που εξαρτώνται από το επίπεδο ποιότητας του συγκεκριμένου προϊόντος. Μελετήσαμε δίκτυα παραγωγής που παράγουν κατά παραγγελίες (make-to-order), συστήματα ενός σταδίου στα οποία η ικανοποίηση πελατών καθορίζεται από την προηγούμενη κατάσταση των πελατών και συστήματα παραγωγής προς αποθεματοποίηση (make-to-stock) ενός σταδίου. Τα αποτελέσματα των αριθμητικών πειραμάτων, που πραγματοποιήθηκαν με δυναμικό προγραμματισμό, δείχνουν ότι η βέλτιστη πολιτική εξαρτάται από την κατάσταση του συστήματος, είναι πολύπλοκη και έχει αυξημένες υπολογιστικές απαιτήσεις. Στην περίπτωση των δικτύων παραγωγής κατά παραγγελίες, χωρίς μνήμη της προηγούμενης κατάστασης των πελατών, προτείνεται μια απλή ευρετική πολιτική τύπου κατωφλίου. Για την ανάλυση και την βελτιστοποίηση της ευρετικής πολιτικής χρησιμοποιούνται μοντέλα κλειστών δικτύων αναμονής με ελάχιστες υπολογιστικές απαιτήσεις. Τα αριθμητικοί αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η προτεινόμενη ευρετική πολιτική αποδίδει σχεδόν το ίδιο καλά με τη βέλτιστη πολιτική

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇