Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Αξιολόγηση βιώσιμων ενεργειακών οδών στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας εφαρμόζοντας τις αρχές της ανάλυσης κύκλου ζωής με πολύ-παραμετρική προσέγγιση
This PhD thesis develops a holistic framework to support decision-making in energy and material sectors by integrating Life Cycle Assessment (LCA), Life Cycle Costing (LCC), and Multi-Criteria Decision Making (MCDM) methods. It analyzes key EU directives (e.g., RED, PEF, EPD) and proposes performance indicators across all life cycle stages, aligned with circular economy principles. A combined AHP-TOPSIS methodology is introduced to prioritize alternatives based on environmental, economic, and technical criteria. The PhD thesis focuses on five critical circular economy sectors: biofuels (for aviation/marine), retrofitting industrial units with bioenergy, utilization of biogenic CO₂, renewable gases (biogas/biomethane), and waste management (anaerobic digestion, composting, recycling, energy utilization). Results show significant benefits. In some scenarios negative CO₂ emissions for integrated value chains are presented. Comparative assessments and sensitivity analyses highlight key factors affecting environmental and economic performance. Overall, the PhD offers a decision-support tool for evaluating the sustainability of circular economy energy pathways. The developed LCA, LCC, and MCDM frameworks can guide policymakers, investors, and stakeholders in identifying optimal strategies and technologies for achieving environmental and economic sustainability within EU regulatory contexts.Η διδακτορική διατριβή στοχεύει στην παροχή μιας ολιστικής μεθοδολογικής προσέγγισης για τη συστηματική αξιολόγηση και υποστήριξη της λήψης αποφάσεων στους τομείς της ενέργειας και των υλικών, με βάση την Ανάλυση Κύκλου Ζωής (ΑΚΖ), την Κοστολόγηση Κύκλου Ζωής (ΚΚΖ) και την Πολυκριτηριακή Λήψη Αποφάσεων (MCDM). Πραγματοποιείται συγκριτική μελέτη των σχετικών ευρωπαϊκών οδηγιών (π.χ. RED, PEF, EPD) και προτείνονται δείκτες απόδοσης ανά στάδιο κύκλου ζωής, με στόχο τη βελτίωση της περιβαλλοντικής και οικονομικής αποδοτικότητας μέσω της εναρμόνισης με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας. Αναπτύσσεται επίσης πλαίσιο MCDM (AHP-TOPSIS) με περιβαλλοντικά, οικονομικά και τεχνικά κριτήρια για την υποστήριξη της επιλογής βέλτιστων τεχνολογιών και στρατηγικών. Η διατριβή εστιάζει σε πέντε κρίσιμους τομείς της κυκλικής οικονομίας: βιοκαύσιμα (για αεροπορία και ναυτιλία), μετασκευή μονάδων με βιοενέργεια, χρήση βιογενούς CO₂, ανανεώσιμα αέρια (βιοαέριο/βιομεθάνιο), και διαχείριση αποβλήτων (π.χ. αναερόβια χώνευση, ενεργειακή αξιοποίηση, ανακύκλωση). Η περιβαλλοντική και οικονομική ανάλυση αποδεικνύει σημαντικά οφέλη από την εφαρμογή τεχνολογιών κυκλικής οικονομίας και σε ορισμένες περιπτώσεις και σε αρνητικό αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακα σε ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας. Παρουσιάζονται συγκρίσεις μεταξύ εναλλακτικών τεχνολογιών και σενάρια εφαρμογής, με ενσωμάτωση ανάλυσης ευαισθησίας για αξιολόγηση κρίσιμων παραμέτρων. Τέλος, η διατριβή προσφέρει ένα πρακτικό εργαλείο ανάλυσης βιωσιμότητας ενεργειακών λύσεων και τεχνολογιών διαχείρισης αποβλήτων, με ενσωμάτωση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών κανονιστικών πλαισίων και προσαρμογή τους στις ανάγκες της κυκλικής οικονομίας. Τα προτεινόμενα πλαίσια ΑΚΖ, ΚΚΖ και MCDM μπορούν να χρησιμοποιηθούν από υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, επενδυτές και τεχνικούς φορείς για τον σχεδιασμό βιώσιμων στρατηγικών και την υποστήριξη επενδυτικών αποφάσεων σε κρίσιμους τομείς της πράσινης μετάβασης
Συστήματα ελέγχου ταλαντώσεων αρνητικής στιβαρότητας για σεισμική προστασία: μηχανολογικός σχεδιασμός και βελτιστοποίηση
This dissertation aims to advance the development and application of KDamper-based devices installed at the base of structures intended for horizontal seismic protection. These devices constitute a new class of passive vibration control systems that synergistically combine engineered negative stiffness, tuned-mass damping and in certain variants inerter technology. Although these devices have emerged as a promising alternative to conventional base isolation techniques, their practical realization and systematic tuning remain underexplored. Accordingly, the objectives of this dissertation are twofold and are structured around the integration of mechanical design and multi-objective optimization to enhance the feasibility and performance of the proposed negative stiffness vibration control systems. On the mechanical side, the objective is to transform the KDamper family of devices from conceptual models into fully engineered, testable hardware. This begins with the selection and dimensioning of three negative-stiffness mechanisms characterized by simple configurations, primarily composed of articulated links and pre-compressed stiffness elements. Subsequently, the corresponding positive stiffness, damping and inerter components are designed and verified analytically and/or through finite element analysis (FEA). Detailed and scalable design guidelines are formulated and complete computer-aided design (CAD) assemblies are developed for seismic masses of 0.25t and 1t. An indicative implementation of one of the devices at the base of a 3-story building is also provided. On the optimization side, the objective is to develop a constrained optimization framework capable of identifying optimal design parameters for KDamper-based devices, fully exploiting their potential for effective vibration control and seismic protection. This study adopts a bi-objective optimization approach using the Non-Dominated Sorting Genetic Algorithm type II, which is designed to manage trade-offs among key seismic response indicators. For time-domain optimizations, a simplified design approach is proposed to reduce the computational complexity. Complementary frequency-domain optimizations are also conducted, yielding a more holistic methodology compared to time-domain approaches. The proposed devices are optimized both as stand-alone seismic isolation systems and as supplementary components integrated into bearing-isolated structures. Numerical applications confirm that the designed and optimized KDamper-based devices significantly improve the dynamic performance of the host structures, outperforming conventional base isolation strategies. As such, the findings and contributions of this work may support future research on the proposed vibration control systems.Η παρούσα διατριβή στοχεύει στην προώθηση της ανάπτυξης και της εφαρμογής συσκευών βασισμένων στον ταλαντωτή KDamper που εγκαθίστανται στη βάση κατασκευών για οριζόντια σεισμική προστασία. Οι συσκευές αυτές αποτελούν μια καινοτόμα κατηγορία παθητικών συστημάτων ελέγχου ταλαντώσεων. Συνδυάζουν αποτελεσματικά την τεχνολογία της αρνητικής στιβαρότητας με αυτή του αποσβεστήρα συντονισμένης μάζας (Tuned Mass Damper, TMD) και σε ορισμένες παραλλαγές ενσωματώνουν και μηχανολογικά στοιχεία αδράνειας (inerters). Παρότι, σύμφωνα με προηγούμενες έρευνες, οι διατάξεις αυτές αποτελούν μια πολλά υποσχόμενη εναλλακτική έναντι συμβατικών τεχνικών σεισμικής μόνωσης βάσης (εφέδρανα), η ρεαλιστική τους υλοποίηση και η βελτιστοποίησή τους παραμένουν σχετικά ανεξερεύνητες. Συνεπώς οι στόχοι της διατριβής είναι διττοί και εστιάζουν στον μηχανολογικό σχεδιασμό και στην πολυκριτηριακή βελτιστοποίηση των προτεινόμενων συστημάτων, με σκοπό τόσο την ενίσχυση της κατασκευασιμότητάς τους όσο και της απόδοσής τους. Στο μηχανολογικό σκέλος, στόχος είναι η μετατροπή της οικογένειας των συσκευών KDamper, από θεωρητικά μοντέλα σε πλήρως διαστασιολογημένες και ρεαλιστικές διατάξεις, κατάλληλες για εργαστηριακές δοκιμές. Η διαδικασία αρχίζει με την επιλογή και τη διαστασιολόγηση τριών μηχανισμών αρνητικής στιβαρότητας που χαρακτηρίζονται από απλή γεωμετρία και αποτελούνται κυρίως από αρθρωτούς συνδέσμους και προ-συμπιεσμένα ελαστικά στοιχεία (ελατήρια). Ακολούθως, τα στοιχεία θετικής στιβαρότητας, απόσβεσης και αδράνειας (μάζες και inerters) των συσκευών, σχεδιάζονται και επαληθεύονται αναλυτικά και/ή μέσω ανάλυσης με πεπερασμένα στοιχεία (Finite Element Analysis, FEA). Διατυπώνονται αναλυτικές οδηγίες σχεδιασμού και αναπτύσσονται ολοκληρωμένα τρισδιάστατα μοντέλα των συσκευών με χρήση λογισμικού σχεδίασης (Computer-Aided Design, CAD) για σεισμικές μάζες 0.25t και 1t. Επιπλέον, παρέχεται μια ενδεικτική εγκατάσταση μίας εκ των προτεινόμενων διατάξεων στη βάση ενός τριώροφου κτιρίου. Στο σκέλος της βελτιστοποίησης, στόχος είναι η ανάπτυξη αλγοριθμικού πλαισίου που να προσδιορίζει τις βέλτιστες παραμέτρους σχεδιασμού των συσκευών KDamper, αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητές τους στον έλεγχο ταλαντώσεων και την σεισμική προστασία. Συγκεκριμένα, υιοθετείται βελτιστοποίηση δύο στόχων μέσω του αλγορίθμου NSGA-II (Non-Dominated Sorting Genetic Algorithm type II), ο οποίος αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση δυναμικών αποκρίσεων της κατασκευής, οι οποίες είναι μεταξύ τους ανταγωνιστικές. Για τις βελτιστοποιήσεις στο πεδίο του χρόνου, προτείνεται μια απλοποιημένη στρατηγική σχεδιασμού που μειώνει τον υπολογιστικό φόρτο, ενώ συμπληρωματικές βελτιστοποιήσεις στο πεδίο της συχνότητας εξασφαλίζουν μια πιο ολιστική προσέγγιση σχεδιασμού. Οι προτεινόμενες συσκευές βελτιστοποιούνται τόσο ως αυτόνομα συστήματα σεισμικής μόνωσης όσο και ως συμπληρωματικά στοιχεία ενσωματωμένα σε κατασκευές με εφέδρανα. Οι αριθμητικές εφαρμογές επιβεβαιώνουν ότι οι σχεδιασμένες και βελτιστοποιημένες διατάξεις βασισμένες στο KDamper βελτιώνουν σημαντικά τη δυναμική συμπεριφορά των κατασκευών, υπερτερώντας έναντι συμβατικών στρατηγικών σεισμικής μόνωσης βάσης. Ως εκ τούτου, τα ευρήματα και οι συνεισφορές της παρούσας εργασίας δύνανται να υποστηρίξουν μελλοντική έρευνα στα προτεινόμενα συστήματα ελέγχου ταλαντώσεων
Μέτρηση ισοτοπικής χειρομορφίας και γιγαντιαίας χειρομορφίας λεπτών υμενίων μέσω πολωσιμετριας οπτικών κοιλοτήτων με αντιστροφές σήματος
Chiral sensing is essential across many scientific and industrial fields, yet the detection of extremely weak chiral signals is fundamentally limited by spurious birefringence and slow background removal. The Polarization Spectroscopy Group (PSG) at IESL/FORTH addressed these challenges with signal-reversing cavity ring-down polarimetry (sr-CRDP), a cavity-enhanced technique that employs rapid signal reversals to achieve highly sensitive, absolute chiral measurements. During my PhD, I advanced sr-CRDP sensitivities to the 1 μdeg/√Hz level while significantly improving the time resolution and overall robustness of the system. Key developments included refinements to the signal-reversal scheme: precise mode matching to maximize the overlap of the counter-propagating cavity beams (1st signal-reversal), and an optimized magnetic-field reversal enabled by a redesigned, high-stability electromagnet (2nd signal-reversal). A fast data-acquisition system capable of recording every laser pulse—combined with a higher-power, higher-repetition-rate laser and high-quality intracavity optics such as low-loss CeF₃ (α ≈ 0.002 cm⁻¹)—pushed the sensitivity toward the Cramér–Rao limit. This enhanced performance enabled the first detection of isotopically induced chirality in electronically achiral molecules in gas phase and the observation of giant surface-induced chirality in thin molecular films. These results challenge the notion of chirality as an intrinsically weak, purely electronic effect, revealing that nuclear–electronic coupling, conformer geometry, and molecular orientation can dramatically amplify chiroptical signals, paving the way toward few-molecule and ultimately single-molecule chiral detectionΗ ανίχνευση της χειρομορφίας είναι κρίσιμη σε πολλούς επιστημονικούς και βιομηχανικούς τομείς, όμως τα εξαιρετικά ασθενή χειρομορφικά σήματα συχνά καλύπτονται από θόρυβο και γραμμική διπλοθλαστικότητα. Η Ομάδα Φασματοσκοπίας Πόλωσης (PSG) στο ΙΤΕ/ΙΗΔΛ αντιμετώπισε αυτές τις προκλήσεις με την τεχνική sr-CRDP, μια πολωσιμετρία οπτικής κοιλότητας με αντιστροφές σήματος που επιτρέπει απόλυτες και υψηλής ευαισθησίας μετρήσεις. Στη διδακτορική μου εργασία αναβάθμισα τη διακριτική ικανότητα στο επίπεδο του 1 μdeg/√Hz, βελτίωσα τη χρονική απόκριση και ενίσχυσα τη σταθερότητα του συστήματος. Οι κύριες βελτιώσεις περιλάμβαναν ακριβέστερο mode matching των δύο δεσμών αντίθετης κατεύθυνσης (1η αντιστροφή σήματος), βελτιστοποίηση του ηλεκτρομαγνήτη για ταχύτερη και σταθερότερη αντιστροφή του μαγνητικού πεδίου (2η αντιστροφή σήματος), χρήση FPGA για καταγραφή όλων των παλμών του λέιζερ, και ενσωμάτωση υψηλής ποιότητας οπτικών στοιχείων όπως ο χαμηλών απωλειών μαγητοπτικού κρυστάλλου CeF₃ (α ≈ 0.002 cm⁻¹). Με αυτές τις βελτιώσεις φτάσαμε κοντά στο όριο Cramér–Rao. Με το αναβαθμισμένο πολωσίμετρο μετρήσαμε για πρώτη φορά ισοτοπική χειρομορφία σε ηλεκτρονιακά μη χειρόμορφα μόρια σε αέρια φάση και παρατηρήσαμε εντυπωσιακά ενισχυμένη χειρομορφία σε λεπτά υμένια. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η χειρομορφία δεν είναι εγγενώς ασθενής και προερχόμενη μόνο από ηλεκτρονιακές μεταβάσεις, μπορεί να προκύψει από ηλεκτρονικο-πυρηνική σύζευξη και μοριακό σχήμα, ενώ ενισχύεται σημαντικά από τη δομή και τον προσανατολισμό των μορίων. Τα συμπεράσματα αυτά ανοίγουν τον δρόμο για ανίχνευση ελάχιστων ή ακόμη και μεμονωμένων μορίω
Καταλυτικές διεργασίες παραγωγής ελαφρών ολεφινών μέσω οξειδωτικής αφυδρογόνωσης παραφινών με διοξείδιο του άνθρακα
Light olefins, such as ethylene and propylene, are fundamental building blocks of the petrochemical industry, yet their production is still dominated by thermal steam cracking, an energy intensive process operating above 800°C, with a high carbon footprint. The continuous growth in global olefin demand, together with increasing environmental constraints have motivated the development of more sustainable production routes. In this context, CO2-assisted oxidative dehydrogenation of light alkanes has emerged as a promising approach, enabling the simultaneous conversion of ethane or propane to olefins, while utilizing the main greenhouse gas, CO2, as a mild oxidant. This thesis focuses on the development, optimization and mechanistic understanding of iron oxide-based catalysts for CO2 assisted ethane dehydrogenation (CO2-EDH), as well as the evaluation of the optimal materials on the corresponding CO2-propane dehydrogenation reaction (CO2-PDH). Emphasis was placed on understanding how catalyst structure, synthesis protocol, and lattice oxygen mobility influence activity, selectivity, and stability. For CO2-EDH, 5Fe/10NiMgZr catalyst, calcined at 700°C for 5 hours was the best among the tested materials, reaching 90% of ethylene selectivity at a single pass ethane conversion level of ~23%, at 650°C. Advanced characterization using X ray techniques (XPS, XAS and XRS), along with structural modelling, revealed that the high observed selectivity is linked to the dynamic incorporation of iron into the support lattice, forming a spinel like arrangement with Mg and O atoms. Mg coordination changed from octahedral to tetrahedral, upon reaction, due to an electronic modification, correlating directly with enhanced ethylene selectivity. This structural evolution stabilizes iron in oxidation states between +3 and +2 plus, suppressing deep reduction and limiting unselective C-C bond cleavage. The role of lattice oxygen mobility was further elucidated through chemical looping operation. Catalysts synthesized via a one-step method exhibited stronger Fe-Mg interactions and lower oxygen mobility, leading to stable ethylene production. In contrast, materials prepared via two-step synthesis were prone to excessive reduction and rapid loss of olefin selectivity. Mechanistic studies using isotopic labeling confirmed that CO2 assisted ethane dehydrogenation proceeds predominantly through an indirect pathway, where ethane is first dehydrogenated to ethylene and hydrogen, followed by hydrogen consumption via the reverse water gas shift reaction. Consecutively, a comprehensive kinetic study followed for the development of a reliable kinetic model, capable of simulating the experimental results. A hybrid kinetic model incorporating selective and unselective active sites successfully described the experimental data and provided predictive capability. The selective sites were associated with the Fe-Mg-O spinel structure, while unselective sites corresponded to non-bound and more easily reducible iron species. Finally, the concept was extended to CO2 assisted propane dehydrogenation. Iron oxide supported on CeO2-ZrO2 emerged as the most promising system, achieving 14% of propylene yield at propane conversion level of ~20%, at 550°C, with low coke formation.Οι ελαφρές ολεφίνες, όπως είναι το αιθυλένιο και το προπυλένιο, αποτελούν θεμέλιο λίθο της πετροχημικής βιομηχανίας. Ωστόσο, η παραγωγή τους εξακολουθεί να βασίζεται στη θερμική ατμοπυρόλυση υδρογονανθράκων, μία ιδιαίτερα ενεργοβόρα διεργασία που λαμβάνει χώρα σε θερμοκρασίες άνω των 800°C, με υψηλό αποτύπωμα άνθρακα. Η συνεχής αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης σε ελαφρές ολεφίνες, σε συνδυασμό με τους νέους αυστηρότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, έχουν καταστήσει επιτακτική την ανάπτυξη πιο βιώσιμων οδών παραγωγής τους. Στο πλαίσιο αυτό, η οξειδωτική αφυδρογόνωση αλκανίων, με τη χρήση του διοξειδίου του άνθρακα, έχει αναδειχθεί ως μία ιδιαίτερα υποσχόμενη εναλλακτική οδός, καθώς επιτρέπει την ταυτόχρονη μετατροπή του αιθανίου ή του προπανίου σε ελαφρές ολεφίνες, αξιοποιώντας παράλληλα το διοξείδιο του άνθρακα, το κυριότερο αέριο του θερμοκηπίου, ως ήπιο οξειδωτικό μέσο. Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στην ανάπτυξη, βελτιστοποίηση και μηχανιστική κατανόηση καταλυτών βασισμένων σε οξείδια σιδήρου για την αφυδρογόνωση αιθανίου με τη βοήθεια CO2 (CO2-EDH), καθώς και στην μετέπειτα αξιολόγηση των βέλτιστων υλικών στη διεργασία αφυδρογόνωσης του προπανίου (CO2-PDH). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διερεύνηση της επίδρασης της δομής του καταλύτη, του πρωτοκόλλου σύνθεσης και της κινητικότητας του πλεγματικού οξυγόνου στην καταλυτική δραστικότητα, εκλεκτικότητα και σταθερότητα. Για τη διεργασία CO2-EDH, ο καταλύτης 5Fe/10NiMgZr, ο οποίος πυρώθηκε στους 700°C για 5 ώρες, αναδείχθηκε ως ο αποδοτικότερος μεταξύ των εξεταζόμενων υλικών, επιτυγχάνοντας εκλεκτικότητα προς αιθυλένιο ίση με 90%, για μετατροπή αιθανίου ~23%, στους 650°C. Προηγμένες τεχνικές χαρακτηρισμού βασισμένες σε ακτίνες Χ, συμπεριλαμβανομένων των XPS, XAS και XRS, σε συνδυασμό με δομική μοντελοποίηση, αποκάλυψαν ότι η υψηλή εκλεκτικότητα σχετίζεται με την ενσωμάτωση του σιδήρου στο πλέγμα του υποστρώματος κατά τη διάρκεια της αντίδρασης, οδηγώντας στον σχηματισμό δομής τύπου σπινέλιου με τα άτομα Mg και O. Αυτή η θερμικά σταθερή δομή σπινελίου, διατηρεί τον σίδηρο σε οξειδωτική κατάσταση +3/+2, αποτρέποντας έτσι την πλήρη αναγωγή του και περιορίζοντας τις μη εκλεκτικές αντιδράσεις. Ο ρόλος της κινητικότητας του πλεγματικού οξυγόνου διερευνήθηκε περαιτέρω μέσω της μελέτης της διεργασίας σε καθεστώς χημικής ανάδρασης. Ο καταλύτης που συντέθηκε με σύνθεση σε ένα στάδιο παρουσίασε ισχυρότερες αλληλεπιδράσεις Fe-Mg και χαμηλότερη κινητικότητα του πλεγματικού οξυγόνου, οδηγώντας σε σταθερή και εκλεκτική παραγωγή αιθυλενίου. Αντιθέτως, υλικά που παρασκευάστηκαν σε δύο στάδια εμφάνισαν τάση για εκτεταμένη αναγωγή και επομένως, χαμηλή εκλεκτικότητα προς αιθυλένιο. Μελέτες μηχανισμού με χρήση ισοτόπων έδειξαν ότι η αφυδρογόνωση αιθανίου με CO2 λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω έμμεσης οδού, κατά την οποία το αιθάνιο αφυδρογονώνεται αρχικά προς αιθυλένιο και υδρογόνο, ενώ στη συνέχεια το παραγόμενο υδρογόνο καταναλώνεται μέσω της αντίδρασης αντίστροφης μετατόπισης αερίου νερού. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε εκτενής κινητική μελέτη με σκοπό την ανάπτυξη αξιόπιστου κινητικού μοντέλου ικανού να αναπαράγει τα πειραματικά δεδομένα. Ένα υβριδικό κινητικό μοντέλο, το οποίο λαμβάνει υπόψη τόσο εκλεκτικές όσο και μη εκλεκτικές ενεργές θέσεις, περιέγραψε επιτυχώς τα πειραματικά αποτελέσματα και επέδειξε ικανοποιητική προβλεπτική ικανότητα. Οι εκλεκτικές ενεργές θέσεις αποδόθηκαν στη σπινελική δομή Fe-Mg-O, ενώ οι μη εκλεκτικές σχετίζονται με τα πιο εκτεθειμένα οξείδια του σιδήρου. Τέλος, κατά τη διεργασία CO2-PDH, ο καταλύτης 5Fe/CeO2-ZrO2 αναδείχθηκε ως ο βέλτιστος μεταξύ των δοκιμαζόμενων υλικών, επιτυγχάνοντας απόδοση προπυλενίου 14% σε μετατροπή προπανίου ~20% στους 550°C, παρουσιάζοντας χαμηλή εναπόθεση άνθρακα
Mια εμπειρική ανάλυση των προσδιοριστικών παραγόντων για την πρόβλεψη του Δείκτη Baltic Dry με τη χρήση νευρωνικών δικτύων
The present thesis explores novel determinants of the Baltic Dry Index (BDI) by integrating behavioral, financial, and geopolitical dimensions into maritime economic forecasting. Motivated by the importance of the BDI not only for the dry bulk market but also for various sectors—an aspect extensively discussed throughout the study—it seeks to explain BDI movements beyond the assumptions of rational decision-making in the dry bulk market. More specifically, inspired by the growing use of Google Trends in addressing economic problems, the study examines whether information demand from individual traders—captured through maritime-related search queries—can function as a reliable proxy for dry bulk market sentiment. The findings, based on a Vector Autoregression (VAR) model, reveal a significant negative relationship between the proposed search volume indicators (SVIs), which reflect market uncertainty, and decisions regarding freight rates, eventually guiding the BDI. The effect from the latter on the former is direct, ephemeral, and negative. In contrast, the impact on dry bulk fleet development appears with a lag of approximately six months. These results support risk-aversion theory and challenge the Efficient Market Hypothesis (EMH). Furthermore, a negative bidirectional relationship between sentiment indicators and maritime stock markets is demonstrated, with the effect from the latter being similar to that on the BDI.Building on the established link between the BDI and financial markets, the study further investigates how investor sentiment in both the U.S. maritime and broader stock markets influences BDI dynamics. Utilizing a widely accepted sentiment indicator—trading volume—that has yet to be applied in maritime economics, and employing Granger causality tests and impulse response functions, the results show that investor confidence and market liquidity significantly affect corporate decisions related to freight rates and secondhand vessel investments. By comparing the effects of the general U.S. stock market sentiment index and the maritime stock sentiment index on the BDI, the study reveals the characteristics of investors in the maritime capital market. It also contributes to identification of the roles of financial market sentiment from different trader types. Additionally, it uncovers a new feedback mechanism between the dry bulk and financial markets via investor sentiment, consistent with signal theory. The thesis also addresses the underexplored effect of Chinese Trade Policy Uncertainty (CTPU) on dry bulk shipping indices. Given China’s pivotal role in global shipping as an exporter, shipbuilder, and shipowner, the study analyzes the influence of CTPU on BDI movements using VAR models. Empirical evidence shows that increases in policy uncertainty lead to temporary declines in sea-transportation demand and costs across all BDI sub-indices—effects that are consistent with option theory and persist for approximately one year. Moreover, Artificial Neural Networks (ANNs) are developed, including the examined variables, and compared with benchmark models to assess their performance in predicting BDI movements. Therefore, the study suggests various models for the accurate forecasting of the BDI on a monthly frequency. The out-of-sample predictive power of the examined variables is further evaluated by comparing the suggested models’ performance with the same models that excludes the inclusion of examined variables, reinforcing their relevance as key determinants of the BDI. Overall, the results provide practical implications for maritime stakeholders, financial analysts, and supply chain managers seeking to enhance profitability, manage risk, and promote sustainable decision-making within the shipping industry.Η παρούσα διατριβή διερευνά νέους προσδιοριστικούς παράγοντες του Baltic Dry Index (BDI) ενσωματώνοντας συμπεριφορικές, χρηματοοικονομικές και γεωπολιτικές διαστάσεις στον τομέα της πρόβλεψης στην ναυτιλιακή οικονομία. Υποκίνηση της έρευνας αποτελεί η σημασία του BDI όχι μόνο για την αγορά ξηρού χύδην φορτίου αλλά και για διάφορους άλλους τομείς της οικονομίας —μια πτυχή που αναλύεται εκτενώς καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης— ενώ επιχειρείται η επεξηγήση της διακυμάνσης του BDI ξεπερνώντας τις υποθέσεις της ορθολογικής λήψης αποφάσεων στην εν λόγω αγορά. Πιο συγκεκριμένα, υποκινούμενη από την αυξανόμενη χρήση των Google Trends για την επίλυση οικονομικών ζητημάτων, η μελέτη εξετάζει κατά πόσο η ζήτηση για πληροφορίες από μεμονωμένους επενδυτές —όπως αυτή αναπαρίσται απο αναζητήσεις σχετικές με την ναυτιλία — μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος δείκτης του αισθήματος της αγοράς ξηρού φορτίου. Τα ευρήματα της μελέτης που βασίζονται σε ένα υπόδειγμα διανυσματικής αυτοπαλινδρόμησης (VAR), αποκαλύπτουν την στατιστικά σημαντική αρνητική σχέση μεταξύ των ναυλων και του προτεινόμενου δεικτη όγκου αναζητήσεων (SVIs), ο οποίος αντικατοπτρίζει την αβεβαιότητα της αγοράς. Η επίδραση αυτή έχει τελικό αποδέκτη τον δείκτη BDI. Η επίδραση από τον δείκτη αναξητήσεων είναι άμεση, βραχυχρόνια και αρνητική. Τα αποτελέσματα αυτά στηρίζουν τη θεωρία της αποστροφής των επενδυτών προς τον κίνδυνο και αμφισβητούν την υπόθεση της αποτελεσματικής αγοράς. Επιπλέον, η μελέτη αναδεικνύει την διμερής αρνητική σχέση μεταξύ των δεικτών του αισθήματος της αγοράς και των ναυτιλιακών χρηματιστηριακών αγορών, με την επίδραση στις τελευταίες να είναι παρόμοια με εκείνη στον BDI. Αντιθέτως, η επίδραση του προτεινόμενου δείκτη αισθήματος της αγοράς στην ανάπτυξη του στόλου της αγορά χύδην ξηρού φορτίου εκδηλώνεται με καθυστέρηση περίπου έξι μηνών. Εστιάζοντας περαιτέρω στην ήδη τεκμηριωμένη σύνδεση μεταξύ του BDI και των χρηματοπιστωτικών αγορών, η μελέτη διερευνά το πώς το επενδυτικό κλίμα τόσο στις ναυτιλιακές όσο και στις ευρύτερες χρηματιστηριακές αγορές των ΗΠΑ επηρεάζει τη δυναμική του BDI. Χρησιμοποιώντας έναν ευρέως αποδεκτό δείκτη επενδυτικού κλίματος —τον όγκο συναλλαγών— ο οποίος δεν έχει ακόμα χρησιμοποιηθεί στη ναυτιλιακή οικονομία, καθώς και με την εφαρμογή των τεστ αιτιότητας κατα Granger και ανάλυση κρουστικής απόκρισης, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αισιοδοξία των επενδυτών ως προς την αγορά και η ρευστότητα της αγοράς επηρεάζουν σημαντικά τις εταιρικές αποφάσεις που σχετίζονται με τους ναύλους και τις επενδύσεις σε μεταχείρισμένα πλοία. Συγκρίνοντας την επιδράση που έχουν στη δείκτη BDI ο δείκτης SVI, ο δείκτης αισθήματος της ευρύτερη χρηματιστηριακή αγοράς των ΗΠΑ και ο δείκτη αισθήματος της αγοράς ναυτιλιακων μετοχών, η μελέτη αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά των επενδυτών στη ναυτιλιακή κεφαλαιαγορά και συμβάλλει στην αναγνώριση του ρόλου του αισθήματος της αγοράς απο διαφορετικούς τύπους επενδυτών. Επιπλέον, αποκαλύπτεται ένας νέος μηχανισμός ανατροφοδότησης μεταξύ της αγοράς χύδην ξηρού φορτίου και των χρηματοπιστωτικών αγορών, ο οποίος είναι το αισθήμα της αγορά. Αυτό το εύρημα συνάδει με τη θεωρία των σημάτων (signal theory). Η διατριβή επίσης εξετάζει την επίδραση που έχει η αβεβαιότητα σχετικά με τη κινεζική εμπορική πολιτική (CTPU) στους δείκτες των ναύλων της αγοράς χύδην ξηρού φορτίου. Αυτή η μεταβλητή έχει μελετηθεί ελάχιστα στον τομέα της ναυτιλίας. Δεδομένου του καθοριστικού ρόλου της Κίνας στην παγκόσμια ναυτιλία ως εξαγωγέα, ναυπηγό και πλοιοκτήτη, η μελέτη αναλύει την επίδραση του δείκτη CTPU στις μεταβολές του BDI, με τη χρήση υποδειγμάτων VAR. Τα εμπειρικά στοιχεία δείχνουν ότι η αυξανόμενη αβεβαότητα σχετικά με την εμπορική πολιτική της Κίνας μπορεί να οδηγήσει σε προσωρινές μειώσεις της ζήτησης και του κόστους θαλάσσιων μεταφορών και τελικά πτώση σε όλους τους επιμέρους δείκτες του BDI. Οι επιδράσεις αυτές συνάδουν με τη θεωρία της επιλογή (option theory) και διαρκούν περίπου ένα έτος. Επιπλέον, αναπτύσσονται Τεχνητά Νευρωνικά Δίκτυα (ANNs) και συγκρίνονται με άλλα παραδοσιακά μοντέλα πρόβλεψης, προκειμένου να αξιολογηθεί η απόδοσή των πρώτων στην πρόβλεψη των μεταβολών του BDI. Στην συνέχεια αξιολογελιται η προβλεπτική ικανότητα των εξεταζόμενων μεταβλητών που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους συγκρίνοντας την απόδοση των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης με και χωρίς την ενσωμάτωση αυτών των μεταβλητών, ενισχύοντας έτσι τη σημασία τους ως βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες του BDI. Συνολικά, τα αποτελέσματα έχουν πρακτική εφαρμογή και μπορούν να επωφελήσουν ενδιαφερόμενους φορείς της ναυτιλιακής αγοράς, χρηματοοικονομικούς αναλυτές και διαχειριστές εφοδιαστικής αλυσίδας που επιδιώκουν τη βελτιστοποίηση της κερδοφορίας τους, τη πιο αποτελεσματική διαχείριση ρίσκου και την λήψη αποφάσεων που ευνώνουν την βιωσιμότητα στον ναυτιλιακό κλάδ
Optimization of mass rearing Alphitobius diaperinus (Panzer) (Coleoptera: Tenebrionidae)
Insect biomass production is an emerging strategy for addressing critical challenges in the agri-food sector, such as the sustainable use of natural resources, food security, and the search for alternative protein sources. In the European Union, several insect species have been officially approved for use in aquaculture feed as well as in poultry and pig feed, according to EU Regulations 2017/893 and 2021/1372. Among these species, Alphitobius diaperinus (Panzer) (Coleoptera: Tenebrionidae) has also been approved as a component in human diets (EFSA, 2021), further strengthening its potential as an alternative source of high nutritional value protein. This study focuses on evaluating the potential of A. diaperinus as a species suitable for industrial farming and integration into vertically structured production systems. The research aims to address key knowledge gaps concerning both the nutritional requirements of the species and the technical and biological parameters that influence its productivity and viability.Initially, the capacity of A. diaperinus to efficiently convert low-cost organic substrates (e.g., agricultural residues, dairy by-products) into nutritious biomass was examined. Various feed compositions were tested to determine the optimal nutritional profile, and the effect of feed particle size on consumption and larval development was assessed. At the same time, alternative moisture delivery methods were explored using gelling agents (agar, carrageenan, sodium alginate), which showed significant advantages in terms of stability, storability, and safe application in industrial environments. In a subsequent stage, the impact of rearing density was investigated at both the larval and adult stages. The results showed that while high larval densities per surface area increased total biomass yield, they may result in longer developmental periods, which is an important consideration for industrial-scale operations. For the adult stage, a notable decline in egg hatchability was observed after 30 days of reproductive activity, highlighting the need for regular renewal of breeding groups to maintain high productivity levels.Finally, a comparative analysis between wild and laboratory populations of the species was conducted. These populations were reared on three different substrates (wheat bran, rice husk, and sunflower residue) to assess the role of genetic differentiation in rearing performance. Wild populations exhibited faster growth rates but lower survival, while laboratory populations demonstrated greater consistency under controlled conditions. These findings underscore the potential for exploiting desirable genetic traits through selective breeding or the development of hybrids. Moreover, the integration of selection technologies is proposed as a means to improve key production traits such as growth rate and feed conversion efficiency. Overall, this study offers a comprehensive framework of knowledge and practical guidance for the development of standardized, economically viable, and technically feasible rearing protocols for A. diaperinus. The resulting data can serve as a foundation for the commercial exploitation of the species, enhancing its role in the emerging edible insect market and contributing to a more sustainable, resilient, and innovative agri-food system.Η παραγωγή βιομάζας από έντομα αποτελεί μία ανερχόμενη στρατηγική για την αντιμετώπιση κρίσιμων προκλήσεων του αγροδιατροφικού τομέα, όπως η βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων, η διατροφική ασφάλεια και η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών πρωτεΐνης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οκτώ είδη εντόμων έχουν επίσημα εγκριθεί για χρήση στις ιχθυοτροφές, καθώς και στις ζωοτροφές για πουλερικά και χοίρους, σύμφωνα με τους Κανονισμούς (ΕΕ) 2017/893 και 2021/1372 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ανάμεσα σε αυτά τα είδη, το Alphitobius diaperinus (Panzer) (Coleoptera: Tenebrionidae) έχει εγκριθεί και ως συστατικό στη διατροφή του ανθρώπου (EFSA, 2021), ενισχύοντας περαιτέρω τις δυνατότητές του ως εναλλακτική πηγή πρωτεΐνης υψηλής διατροφικής αξίας. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στην αξιολόγηση της δυναμικής του A. diaperinus ως είδους κατάλληλου για βιομηχανική εκτροφή και ένταξη σε καθετοποιημένα συστήματα παραγωγής. Η έρευνα επιδιώκει να καλύψει βασικά ερευνητικά κενά που αφορούν τόσο τις διατροφικές απαιτήσεις του είδους όσο και τις τεχνικές και βιολογικές παραμέτρους που επηρεάζουν την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητά του. Αρχικά, μελετήθηκε η ικανότητα του A. diaperinus να μετατρέπει αποτελεσματικά οργανικά υποστρώματα χαμηλού κόστους (π.χ. γεωργικά υπολείμματα, γαλακτοκομικά παραπροϊόντα) σε εδώδιμη βιομάζα. Δοκιμάστηκαν διάφορες συνθέσεις σιτηρεσίων με στόχο την εύρεση βέλτιστου διατροφικού προφίλ, ενώ εξετάστηκε και η επίδραση του μεγέθους των σωματιδίων (κοκκομετρίας) στην κατανάλωση και την ανάπτυξη των προνυμφών. Παράλληλα, δοκιμάστηκαν εναλλακτικοί τρόποι παροχής υγρασίας με τη χρήση πηκτικών παραγόντων (άγαρ, καρραγενάνη, αλγινικό νάτριο), οι οποίοι παρουσίασαν σημαντικά πλεονεκτήματα ως προς τη σταθερότητα, την αποθήκευση και την ασφαλή χρήση σε βιομηχανικά περιβάλλοντα. Σε επόμενο στάδιο, διερευνήθηκε η επίδραση της πυκνότητας εκτροφής, τόσο στο προνυμφικό στάδιο όσο και στο στάδιο του ακμαίου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, ενώ οι υψηλές πυκνότητες προνυμφών ανά μονάδα επιφάνειας αυξάνουν τη συνολική παραγόμενη βιομάζα, ενδέχεται να προκαλέσουν μειώσεις στο μέσο ατομικό βάρος αυτών, γεγονός που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη βιομηχανική εφαρμογή. Όσον αφορά τα ακμαία, παρατηρήθηκε μείωση της εκκολαψιμότητας των ωών μετά την πάροδο 30 ημερών αναπαραγωγικής δραστηριότητας, υποδεικνύοντας την ανάγκη τακτικής ανανέωσης των αναπαραγωγικών ομάδων για διατήρηση υψηλών αποδόσεων. Τέλος, πραγματοποιήθηκε συγκριτική ανάλυση μεταξύ άγριων και εργαστηριακών πληθυσμών του είδους, όταν αυτά εκτράφηκαν σε τρία διαφορετικά υποστρώματα (πίτουρο σιταριού, φλοιός ρυζιού και υπολείμματα ηλιόσπορου) με στόχο την κατανόηση της γενετικής διαφοροποίησης και των επιπτώσεών της στην απόδοση εκτροφής. Οι άγριοι πληθυσμοί παρουσίασαν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά χαμηλότερα ποσοστά επιβίωσης, ενώ οι εργαστηριακοί πληθυσμοί έδειξαν μεγαλύτερη σταθερότητα. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν τη δυνατότητα αξιοποίησης γενετικού υλικού με επιθυμητά χαρακτηριστικά μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής ή δημιουργίας υβριδίων. Επιπλέον, προτείνεται η ενσωμάτωση τεχνολογιών επιλογής για τη βελτίωση βασικών παραγωγικών χαρακτηριστικών όπως ο ρυθμός ανάπτυξης και η μετατροπή τροφής. Συνολικά, η μελέτη παρέχει ένα ολοκληρωμένο πλέγμα γνώσεων και πρακτικών κατευθύνσεων για την ανάπτυξη τυποποιημένων, οικονομικά βιώσιμων και τεχνικά εφικτών πρωτοκόλλων εκτροφής του A. diaperinus. Τα δεδομένα που προκύπτουν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την εμπορική εκμετάλλευση του είδους, ενισχύοντας τη θέση του στην αναδυόμενη αγορά των βρώσιμων εντόμων και συμβάλλοντας σε ένα πιο βιώσιμο, ανθεκτικό και καινοτόμο αγροδιατροφικό σύστημα
Childhood schizotypal characteristics relative to ASD
Introduction: The co-occurrence of Autism Spectrum Disorder (ASD) and schizotypal traits has attracted increasing research interest, as it is associated with both overlapping and distinct cognitive and socio-emotional manifestations. Schizotypal traits, which have been linked to an increased risk of psychotic disorders, may further burden cognitive and social functioning. Despite clinical evidence of co-occurence and overlap between ASD and schizo-typy, the literature remains limited on (a) how schizotypal traits impact the social, emotional, and behavioral functioning of children with ASD, and (b) how the co-occurrence of autistic and schizotypal traits affects executive functions (both “cool” and “hot”) . Aims: The present study aimed to investigate the presence and role of schizotypal traits in children with ASD aged 6–12 years. Specifically, it sought to examine the effect of schizotypal traits on the social, emotional, and behavioral functioning of children, beyond the core autism symptoms, and to explore the impact of the co-occurrence of autistic and schizotypal traits on executive functions (“cool” and “hot”). Εxecutive functions (EF) are typically divided into “cool” EF, referring to cognitive processes such as working memory, inhibition, planning and cognitive flexibility, and “hot” EF, referring to emotionally laden processes such as affective decision-making and delay of gratification.In parallel, the study examined the association between schizotypal traits and key socio-cognitive processes, such as central coherence and theory of mind. Methods: The sample consisted of 63 school-aged children (6–12 years) with ASD, of average to high cognitive level (IQ ≥ 70), without comorbidity with other neuropsychiatric disorders or medication affecting cognition. Multiple dimensions were assessed, including autistic and schizotypal traits, functionality/behavior, and executive functions. Autism symptoms and severity were assessed using the Autism Diagnostic Observation Schedule – 2 (ADOS-2). Schizotypal traits were evaluated with the Melbourne Assessment of Schizotypy in Kids (MASK), which provides a reliable measurement of schizotypal symptomatology in childhood. Functionality and behavior were assessed through multi-informant reports: the Child Behavior Checklist (CBCL, parent report), the Teacher’s Report Form (TRF, teacher report), and the Aberrant Behavior Checklist (ABC, parents and teachers).Executive functions were examined at both “cool” and “hot” levels. Cool EF were measured with tasks such as the Stroop Test, Berg’s Card Sorting Test (ΒCST), Tower of London, and Digit Span. Hot EF were assessed with tasks tapping decision-making and impulse control, namely the Iowa Gambling Task (IGT) and Delay Discounting Task. Analyses included correlations and hierarchical regressions with ASD × Schizotypy interactions, controlling for age, sex, and ASD severity. Results: The study included 63 children with Autism Spectrum Disorder (ASD), aged 6–12 years (M = 9.3, SD = 1.9), of whom 81% were boys. The majority attended public school (83.6%), and 43.1% received parallel support. More than half of the children (56.5%) experienced sleep disturbances, mainly difficulty falling asleep (43.5%).Parents had a mean age of 45.2 years (fathers) and 42.0 years (mothers), while 38.7% had a university education and 60.7% reported a family history of mental illness. In the ADOS-2, the mean total score was 15.16 (SD = 5.67). A total of 61.9% of the children exhibited high and 30.2% moderate autism symptom severity. Similarly, in the ADI-R, 81–89% exceeded the diagnostic threshold in the three main domains (Social Interaction, Verbal Communication, Repetitive Behavior). The mean MASK score was 135.81 (SD = 21.82), with 50.8% of the children surpassing the clinical cut-off of 132, indicating a high prevalence of schizotypal traits. Higher MASK scores were associated with greater autism severity according to the total ADOS score (r = .32, p = .011), particularly in the Social Affect domain (r = .33, p = .008). The Social/Pragmatic symptoms subscale showed strong correlations with the social-communication features of autism (r = .51–.53, p .1).MASK scores were also positively associated with multiple ADI-R domains (r = .26–.33, p < .05), reinforcing the validity of the link between schizotypy and autism, even after controlling for age and sex (rpartial = .27–.35). The mean IQ (WISC-III) was 101.83 (SD = 18.4). The Social/Pragmatic dimension correlated negatively with verbal (r = −.27, p = .048) and full-scale IQ (r = −.27, p = .042), suggesting that higher social-pragmatic difficulties were associated with lower cognitive performance. Among executive function tests, only the Digit Span showed a significant negative correlation with MASK (r = −.25, p = .047), which remained significant after controlling for demographic variables (rpartial = −.32, p = .048). In terms of behavior, according to the CBCL, 33.3% of children presented overall problems within the clinical range, while the TRF indicated 21% internalizing and 12.9% externalizing problems. Teachers most frequently reported thought problems (41.9%) and social difficulties (30.6%). The Social/Pragmatic dimension of MASK was positively associated with multiple TRF subscales – “Anxiety/Depression” (rpartial = .29, p = .023), “Withdrawn/Depressed” (rpartial = .26, p = .042), “Other Problems” (rpartial = .26, p = .043), internalizing problems (rpartial = .31, p = .018), and total problems (rpartial = .27, p = .040). In contrast, the Positive schizotypal dimension was only marginally related to adaptive functioning (rpartial = .24, p = .064). Findings from the Aberrant Behavior Checklist (ABC) further supported these results. Parent reports did not reveal significant associations, while teacher reports showed positive correlations between MASK and Irritability (r = .25, p = .049) as well as Inappropriate Speech (r = .34, p = .007), with the latter remaining significant after controlling for sex and age (rpartial = .35, p = .007). Hierarchical regression did not reveal significant ADOS × MASK interactions for “cool” executive functions (Stroop, Tower of London, Digit Span, Berg’s Card Sorting Test). However, a significant interaction emerged for the “hot” executive function task Iowa Gambling Task (IGT), explaining 9.8% of the variance (F(1,57) = 8.2, p = .006, β = −0.35). Specifically, among children with low autism severity (low ADOS scores), higher schizotypal traits were associated with better IGT performance (i.e., more adaptive emotional decision-making), whereas among those with high autism severity, they were linked to poorer IGT performance, reflecting reduced emotional regulation and risk evaluation abilities. Overall, the findings indicate that approximately half of children with ASD exhibit clinically significant schizotypal traits, which are associated with higher autism severity (r = .32), lower intelligence (r = −.27), increased emotional problems (r = .24–.28) and reduced working memory (r = −.25). The Social/Pragmatic symptoms dimension emerged as the key marker of overlap between autism and schizotypy, supporting the presence of a shared socio-cognitive mechanism that influences “hot” executive functions and emotional adaptation, thus bridging the two “spectra” of autism and schizophrenia. Conclusions: The co-occurrence of ASD and schizotypal traits does not represent a simple additive pattern but a dynamic interaction with clear clinical implications, as they actively affect autism severity and children’s adjustment across multiple domains. While cool EF appear minimally impacted, hot EF and socio-emotional functioning are substantially impaired, with meaningful consequences for daily life. Assessing schizotypal traits in children with ASD may contribute to the early identification of a potential “schizotypy endophenotype within the autism spectrum” and to the development of targeted interventions.Εισαγωγή: Η συνύπαρξη Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) και Σχιζοτυ-πικών χαρακτηριστικών έχει προσελκύσει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον, καθώς συνδέεται με αλληλεπικαλυπτόμενες αλλά και διαφοροποιημένες γνωστικές και κοινωνικο-συναισθηματικές εκδηλώσεις. Τα σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά, τα οποία έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχωσικών διαταραχών, μπορεί να επιβαρύνουν περαιτέρω τη γνωστική και κοινωνική λειτουργικότητα. Παρά την αναγνωρισμένη από την κλινική εμπειρία, συννοσηρότητα και επικάλυψη χαρακτηριστικών μεταξύ ΔΑΦ και σχιζοτυπίας, η βιβλιογραφία παραμένει περιορισμένη όσον αφορά, πρώτον το πώς τα σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά επηρεάζουν την κοινωνική, συναισθηματική και συμπεριφορική λειτουργικότητα παιδιών με ΔΑΦ και δεύτερο, το πώς η συνύπαρξη αυτών των χαρακτηριστικών Αυτισμού και Σχιζοτυπίας, επηρεάζει τις επιτελικές λειτουργίες («ψυχρές» και «θερμές»). Σκοπός: Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνήσει την παρουσία και τον ρόλο των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών σε παιδιά με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) ηλικίας 6–12 ετών. Συγκεκριμένα, επιδίωξε να εξετάσει την επίδραση των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών στην κοινωνική, συναισθηματική και συμπεριφορική λειτουργικότητα των παι-διών με ΔΑΦ, πέρα από τα βασικά συμπτώματα του αυτισμού και αφετέρου να διερευνήσει την επίδραση της συνύπαρξής των αυτιστικών και σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών, στις επιτελικές λειτουργίες. Οι επιτελικές λειτουργίες διακρίνονται σε «ψυχρές» EΛ οι οποίες αφορούν γνωστικές διαδικασίες, όπως μνήμη εργασίας, αναστολή, σχεδιασμός, γνωστική ευελιξία και «θερμές» ΕΛ που αφορούν συναισθηματικά φορτισμένες διαδικασίες, όπως συναισθηματική λήψη αποφάσεων και καθυστέρηση ανταμοιβής. Παράλληλα, μελετήθηκε η σχέση των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών με κρίσιμες κοινωνικο-γνωστικές διεργασίες, όπως η κεντρική συνοχή και η θεωρία του νου. Μέθοδοι: Το δείγμα αποτέλεσαν 63 παιδιά σχολικής ηλικίας (6-12 ετών) με ΔΑΦ, μέσου έως υψηλού γνωστικού επιπέδου (IQ ≥ 70) χωρίς συνοσηρότητα με άλλες νευροψυχιατρικές διαταραχές ή λήψη φαρμάκων που επηρεάζουν τη γνωστική λειτουργία. Στην παρούσα έρευνα εξετάστηκαν πολλαπλές διαστάσεις που σχετίζονται με τα αυτιστικά και σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά, τη λειτουργικότητα / συμπεριφορά καθώς και τις επιτελικές λειτουργίες των παιδιών. Η αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του φάσματος του αυτισμού (και της βαρύτητας τους) πραγματοποιήθηκε με την Autism Diagnostic Observation Schedule – 2 (ADOS-2). Για την αξιολόγηση των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών χρησιμοποιήθηκε το εργαλείο MASK (Melbourne Assessment of Schizotypy in Kids), το οποίο επιτρέπει την αξιόπιστη καταγραφή της σχιζοτυπικής συμπτωματολογίας στην παιδική ηλικία. Η εκτίμηση της λειτουργικότητας (κοινωνικής και συναισθηματικής) και της συμπεριφοράς των παιδιών πραγματοποιήθηκε με βάση πολλαπλές πηγές πληροφόρησης. Ειδικότερα, χρησιμοποιήθηκαν: το Child Behavior Checklist (CBCL) που συμπληρώνεται από τους γονείς, το Teacher’s Report Form (TRF) που αξιολογεί τη συμπεριφορά όπως αυτή παρατηρείται στο σχολικό πλαίσιο από τους δασκάλους, καθώς και το Aberrant Behavior Checklist (ABC) που συμπληρώνεται από τους γονείς και δασκάλους, το οποίο εστιάζει σε προβληματικές ή ιδιότυπες συμπεριφορές. Οι επιτελικές λειτουργίες διερευνήθηκαν τόσο στο επίπεδο των «ψυχρών» όσο και των «θερμών» διεργασιών. Οι «ψυχρές» επιτελικές λειτουργίες (Cool EF) αποτιμήθηκαν μέσω δοκιμασιών, όπως το Stroop Test, το Berg’s Card Sorting Test (ΒCST), το Tower of London και το Digit Span. Αντίστοιχα, οι «θερμές» επιτελικές λειτουργίες (Hot EF) αξιολογήθηκαν με εργαλεία που εξετάζουν τη λήψη αποφάσεων και τον έλεγχο παρορμήσεων, όπως το Iowa Gambling Task (IGT) και το Delay Discounting Task. Οι αναλύσεις περιλάμβαναν συσχετίσεις και ιεραρχικές παλινδρομήσεις με αλληλεπιδράσεις ΔΑΦ × Σχιζοτυπία, ελέγχοντας για ηλικία, φύλο και σοβαρότητα της ΔΑΦ.Αποτελέσματα: Η μελέτη συμπεριέλαβε 63 παιδιά με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), ηλικίας 6–12 ετών (Μ = 9,3, SD = 1,9), εκ των οποίων 81% ήταν αγόρια. Η πλειονότητα φοιτούσε σε δημόσιο σχολείο (83,6%), ενώ το 43,1% λάμβανε παράλληλη στήριξη. Πάνω από τα μισά παιδιά (56,5%) παρουσίαζαν διαταραχές ύπνου, κυρίως δυσκολία στην επέλευση του ύπνου (43,5%). Οι γονείς είχαν μέση ηλικία 45,2 έτη (πατέρες) και 42,0 έτη (μητέρες), ενώ 38,7% είχαν πανεπιστημιακή εκπαίδευση και 60,7% οικογενειακό ιστορικό ψυχικής νόσου.Στην ADOS-2, η μέση συνολική βαθμολογία ήταν 15,16 (SD = 5,67). Το 61,9% των παιδιών παρουσίασαν υψηλή και 30,2% μέτρια βαρύτητα αυτιστικών συμπτωμάτων. Αντίστοιχα, στην ADI-R, το 81–89% υπερέβη το διαγνωστικό όριο στις τρεις κύριες διαστάσεις (Κοινωνική Αλληλεπίδραση, Λεκτική Επικοινωνία, Επαναλαμβα-νόμενη Συμπεριφορά).Η μέση βαθμολογία στη MASK ήταν 135,81 (SD = 21,82), με 50,8% των παιδιών να υπερβαίνουν το κλινικό cut-off των 132, γεγονός που υποδηλώνει υψηλή παρουσία σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών. Οι υψηλές τιμές MASK σχετίζονταν με μεγαλύτερη βαρύτητα αυτιστικών συμπτωμάτων με βάσει τη συνολική βαθμολογία ADOS (r = .32, p = .011), ιδιαίτερα στη διάσταση Social Affect (r = .33, p = .008). Η υποκλίμακα Social / Pragmatic symptoms εμφάνισε ισχυρές συσχετίσεις με τα κοινωνικο-επικοινωνιακά χαρακτηριστικά του αυτισμού (r = .51–.53, p < .001), ενώ η διάσταση Positive schizotypal symptoms δεν συνδέθηκε στατιστικά σημαντικά. Η MASK συσχετίστηκε επίσης θετικά με πολλαπλές διαστάσεις της ADI-R (r = .26–.33, p < .05), ενισχύοντας την εγκυρότητα της σύνδεσης μεταξύ σχιζοτυπίας και αυτισμού, ακόμη και μετά τον έλεγχο ηλικίας και φύλου (rpartial = .27–.35).Η μέση νοημοσύνη (WISC-III) ήταν IQ = 101,83 (SD = 18,4). Η διάσταση Social/Pragmatic συσχετίστηκε αρνητικά με τη λεκτική (r = −.27, p = .048) και γενική νοημοσύνη (r = −.27, p = .042), υποδεικνύοντας ότι τα αυξημένα κοινωνικο-πραγματολογικά χαρακτηριστικά συνδέονται με χαμηλότερες γνωστικές επιδόσεις.Από τα τεστ επιτελικών λειτουργιών, μόνο η Digit Span εμφάνισε σημαντική αρνητική συσχέτιση με τη MASK (r = −.25, p = .047), η οποία παρέμεινε μετά τον έλεγχο δημογραφικών μεταβλητών (rpartial = −.32, p = .048).Σε επίπεδο συμπεριφοράς, από την CBCL το 33,3% των παιδιών παρουσίασε συνολικά προβλήματα στο κλινικό εύρος, ενώ από την TRF τα ποσοστά ήταν 21% για εσωτερικευμένα και 12,9% για εξωτερικευμένα προβλήματα. Οι εκπαιδευτικοί ανέφεραν συχνότερα προβλήματα σκέψης (41,9%) και κοινωνικές δυσκολίες (30,6%). Η διάσταση Social/Pragmatic της MASK συσχετίστηκε θετικά με πολλαπλές υποκλίμακες της TRF – «Άγχος/κατάθλιψη» (rpartial = .29, p = .023), «Απόσυρση / κατάθλιψη» (rpartial = .26, p = .042), «Άλλα προβλήματα» (rpartial = .26, p = .043), εσωτερικευμένα προβλήματα (rpartial = .31, p = .018) και συνολικά προβλήματα (rpartial = .27, p = .040). Αντίθετα, η διάσταση Positive schizotypal σχετίστηκε μόνο οριακά με την προσαρμοστική λειτουργικότητα (rpartial = .24, p = .064). Τα αποτελέσματα του Aberrant Behavior Checklist (ABC) ενίσχυσαν τα παραπά-νω ευρήματα. Οι γονεϊκές αναφορές δεν έδειξαν σημαντικές συσχετίσεις, ενώ οι αναφορές των εκπαιδευτικών ανέδειξαν θετικές συσχετίσεις της MASK με την Ευερε-θιστότητα (r = .25, p = .049) και τον Απρόσφορο λόγο (r = .34, p = .007) η δεύτερη παρέμεινε σημαντική μετά τον έλεγχο για φύλο και ηλικία (rpartial = .35, p = .007).Η ιεραρχική παλινδρόμηση δεν ανέδειξε σημαντικές αλληλεπιδράσεις ADOS × MASK στις «ψυχρές» επιτελικές λειτουργίες (Stroop, Tower of London, Digit Span, Berg’s Card Sorting Test). Ωστόσο, εντοπίστηκε σημαντική αλληλεπίδραση στην «θερμή» επιτελική λειτουργία που αξιολογείται από το Iowa Gambling Task (IGT), η οποία εξήγησε 9,8% της διακύμανσης (F(1,57) = 8.2, p = .006, β = −0.35). Συγκεκριμένα, στα παιδιά με χαμηλή βαρύτητα αυτισμού (χαμηλές τιμές στην ADOS), τα αυξημένα σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά σχετίζονταν με καλύτερη επίδοση στο IGT (δηλ. πιο προσαρμοστική συναισθηματική λήψη αποφάσεων), ενώ στα παιδιά με υψηλή βαρύτητα αυτισμού, σχετίζονταν με χειρότερη επίδοση, δηλαδή μειωμένη ικανότητα συναισθηματικής ρύθμισης και εκτίμησης κινδύνου. Συνολικά, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι περίπου το ήμισυ των παιδιών με ΔΑΦ παρουσιάζει κλινικά σημαντικά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά, τα οποία σχετίζο-νται με μεγαλύτερη αυτιστική βαρύτητα (r = .32), χαμηλότερη νοημοσύνη (r = −.27), αυξημένα συναισθηματικά προβλήματα (r = .24–.28) και χαμηλότερη μνήμη εργασίας (r = −.25). Η διάσταση Social/Pragmatic symptoms αναδείχθηκε ως ο κεντρικός δείκτης επικάλυψης μεταξύ αυτισμού και σχιζοτυπίας, υποστηρίζοντας την ύπαρξη ενός κοινού κοινωνικο-γνωστικού μηχανισμού που επηρεάζει τις «θερμές» επιτελικές λειτουργίες και τη συναισθηματική προσαρμογή και γεφυρώνει τα δύο «φάσματα», αυτισμού και σχιζοφρένειας. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η συνύπαρξη ΔΑΦ και σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών δεν αποτελεί απλή πρόσθεση συμπτωμάτων, αλλά δυναμική αλληλεπίδραση με σαφείς κλινικές προεκτάσεις, καθώς επηρεάζουν ενεργά τη σοβαρότητα του αυτισμού και την προσαρμογή των παιδιών σε πολλαπλά επίπεδα. Ενώ οι «ψυχρές» EΛ φαίνεται να επηρεάζονται ελάχιστα, οι «θερμές» EΛ και η κοινωνικο-συναισθηματική λειτουργικότητα επιβαρύνονται ουσιαστικά, γεγονός που έχει σημαντικό αντίκτυπο για την καθημερινή ζωή των παιδιών. Η αξιολόγηση των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών σε παιδιά με ΔΑΦ μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη ανίχνευση υποομάδας τύπου «ενδοφαινότυπου σχιζοτυπίας εντός του «φάσματος του αυτισμού» και στη σχεδίαση στοχευμένων παρεμβάσεων
The role of SATB1 in the T cell chromatin landscape
The heart of the adaptive immune system lies in the proper T cell development. DNA affinity purification targeting the most conserved DNA element between human and mouse in T cells revealed binding by both SATB1 and BACH1. SATB1 is a genome organizer whose expression is vital for the spatiotemporal development of T cells via regulation of the enhancer landscape of immune-related genes. BACH1 is a transcription factor that plays important role in oxidative stress response. BACH1 has been implicated in promoting a proinflammatory response in murine macrophages, and its depletion confers protection against experimentally induced autoimmunity. In the host lab there are three mouse models: Bach1-/- (BACH1 KO), Cd4CreSatb1fl/fl (SATB1 cKO) and CD4CreBach1-/- Satb1fl/fl (Double KO) mice. The Bach1 KO mice don’t present any pathophysiological abnormalities. The Satb1 cKO mice present a severe autoimmune disease-like phenotype characterized by T cell infiltration of several tissues, autoantibody circulation, proinflammatory cytokine circulation and ectopic activation of peripheral CD4 T cells. This phenotype is reversed in the absence of both SATB1 and BACH1 (Double KO) showcasing an important role for BACH1 in the progression of the autoimmune phenotype. cMAF is the most upregulated gene in the absence of SATB1. BACH1 physically cooperates with cMAF and they co-bind to genetic regions of proinflammatory genes that are upregulated in SKO thymocytes and are crucial for the progression of the autoimmune phenotype. Collectively these findings elucidate the molecular mechanism that leads to an autoimmune disease-like phenotype mediated by the BACH1/cMAF axis in the absence of SATB1. These findings can be utilized for transcription factor targeting in autoimmune disease prognosis and treatment.Η δράση της επίκτητης ανοσολογικής απάντησης βασίζεται στην σωστή ανάπτυξη των Τ κυττάρων στον θύμο αδένα. Πειράματα κατάκρήμνισης DNA έπειτα από επώαση με ολικό πρωτείνικό εκχύλισμα Τ κυττάρων, κατέδειξε πως οι παράγοντες SATB1 και BACH1 προσδένονται ισχυρά στη πιο συντηρημένη γονιδιακή αλληλουχία μεταξύ ανθρώπου και ποντικού. Ο διοργανωτής χρωματίνης SATB1 παίζει σημαντικό ρόλο στη σωστή ανάπτυξη των Τ κυττάρων μέσω της ρύθμισης της επικοινωνίας των ρυθμιστικών στοιχείων γονιδίων που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα. Ο μεταγραφικός παράγοντας BACH1 παίζει ρυθμιστικό ρόλο στην απάντηση στο οξειδωτικό στρες. Επιπλέον ο παράγοντας BACH1 έχει συσχετιστεί με την εκτοπική ενεργοποίηση των μακροφάγων, ενώ η απόυσία του παρέχει προστασία έναντι της πειραματικά επαγόμενης αυτοανος;ίας. Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιήθηκαν τρία μοντέλα ποντικών : τα Bach1-/- (BACH1 KO), τα Cd4CreSatb1fl/fl (SATB1 cKO) και τα CD4CreBach1-/-Satb1fl/fl (Double KO). Οι ποντικοί BACH1 KO δεν παρουσιάζουν καμία παθοφυσιολογική ανωμαλία. Οι ποντικοί SATB1 cKO εμφανίζουν σοβαρό αυτοάνοσο φαινότυπο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από διήθηση Τ κύτταρα σε ορισμένους ιστούς, παρουσία αυτοαντισωμάτων στον ορό του αίματος, κυκλοφορία προφλεγμονωδών κυτοκινών στον ορό του αιματος και έκτοπη ενεργοποίηση των περιφερικών CD4 Τ κυττάρων. Ο φαινότυπος αυτός αντιστρέφεται με την απόυσία και των δύο παραγόντων(Double KO), απόδεικνύοντας τον σημαντικό ρόλο του BACH1 στην εξέλιξη του αυτοάνοσου φαινοτύπου. Το cMAF είναι το γονίδιο με τη μεγαλύτερη υπερέκφραση απόυσία του SATB1. Ο παράγοντας BACH1 αλληλεπιδρά με τον παράγοντα cMAF και προσδένονται από κοινού στις γονιδιακές περιοχές προφλεγμονωδών γονιδίων, τα οποία υπερεκφράζονται στα θυμοκύτταρα των SKO ποντικών και είναι κρίσιμα για την εξέλιξη του αυτοάνοσου φαινοτύπου. Εν κατάκλείδι, τα ευρήματα αυτά απόσαφηνίζουν τον μοριακό μηχανισμό που οδηγεί σε ένα αυτοάνοσο φαινότυπο ο οποίος διαμεσολαβείται από τον άξονα BACH1/cMAF απόυσία του SATB1. Τα συγκεκριμένα ευρήματα κατάδεικνύονυ τη σημασία της στόχευσης μεταγραφικών παραγόντων για τη πρόγνωση και θεραπεία αυτοάνοσων νοσημάτων
Information management for the development of innovation and communication in the wine industry
This doctoral dissertation explores the role of information management as a key enabler of innovation and strategic communication in the wine industry. Rather than being limited to technical or operational data, information is examined as a dynamic asset that shapes organizational performance, enhances competitiveness and supports the sustainable growth of wineries. The study focuses on how data is transformed into actionable knowledge, contributing to the informed decision-making, the cultivation of consumer trust, and the construction of a distinct wine identity. The theoretical framework integrates a range of perspectives on wine communication, placing particular emphasis on the “sense of place” theory, which underlines the use of toponymy in branding practices. Related theories underscore the significance of information flows and exchanges among producers, consumers, and other stakeholders. The effective structuring of information is shown to promote transparency, coordination, and stakeholder engagement, especially in the context of wine tourism and regional development. The literature review explores how wine labels function as a means of communication, emphasizing on the key informational components, that influence the interaction between the product and the consumer. Labels are interpreted as narrative devices that reconcile local heritage with contemporary demands for innovation, offering consumers an enriched and interactive experience. Empirically, the research applies a qualitative content analysis to examine how toponymy operates not simply as a geographic marker, but as a layered semiotic system that conveys cultural meaning and symbolic value. This transformation positions place names as storytelling mechanisms that reinforce both authenticity and differentiation.This dissertation represents the first comprehensive academic study to systematically investigate the function of toponymy on Greek wine labels, establishing it as a powerful tool for strategic communication, cultural signification, and narrative branding. Its originality lies in the theoretical reframing of terroir, not as a fixed spatial attribute, but as a fluid narrative construct shaped through place-based language with aesthetic, historical, and socio-cultural dimensions. Expanding upon these insights, the study proposes a coherent conceptual framework that encourages the implementation of innovative practices, supports the international orientation of wineries, and fosters deeper connections between product, provenance, and audience.Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει τη διαχείριση της πληροφορίας ως κρίσιμο παράγοντα για την ανάπτυξη της καινοτομίας και της επικοινωνίας στον οινικό κλάδο. Η πληροφορία δεν αποτελεί μόνο τεχνικό δεδομένο, αλλά έναν στρατηγικό πόρο που επηρεάζει ουσιαστικά την επιχειρησιακή λειτουργία, την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη των οινοποιητικών επιχειρήσεων. Η μελέτη εστιάζει στη διαδικασία με την οποία τα δεδομένα μετατρέπονται σε γνώση και αξιοποιούνται για τη λήψη αποφάσεων, την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και τη διαμόρφωση ισχυρής ταυτότητας για το προϊόν του οίνου. Στο θεωρητικό πλαίσιο, αναλύονται διάφορες προσεγγίσεις που σχετίζονται με την οινική επικοινωνία με κεντρική την θεωρία του «sense of place», πάνω στην οποία οικοδομείται η χρήση της τοπωνυμίας στην οινική επικοινωνία. Τόσο η θεωρία αυτή, όπως και άλλες που αναλύονται, αναδεικνύουν τη σημασία της πληροφορίας στη ροή και ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ επιχειρήσεων, καταναλωτών και άλλων εμπλεκόμενων φορέων. Επισημαίνεται, ότι η σωστή οργάνωση της πληροφορίας μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργικότητα, τη διαφάνεια και τη συνεργασία, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του οινοτουρισμού και των τοπικών κοινοτήτων. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση εστιάζει στην μελέτη των ετικετών κρασιού και κυρίως στα πληροφοριακά στοιχεία που είναι επικυρίαρχα και λειτουργούν ως κομβικά εργαλεία επικοινωνίας με τον καταναλωτή. Μέσα από την βιβλιογραφική επισκόπηση, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο οι ετικέτες γεφυρώνουν την τοπική παράδοση με τις απαιτήσεις της καινοτομίας, ενισχύοντας παράλληλα τη διαδραστική σχέση των καταναλωτών με το κρασί. Στο ερευνητικό μέρος, η διατριβή βασίζεται στη μέθοδο της ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου, με σκοπό να αποτυπώσει, να ερμηνεύσει και να αναδείξει πώς η έννοια της τοπωνυμίας εξελίσσεται από μια απλή γεωγραφική αναφορά σε ένα σύνθετο επικοινωνιακό μέσο, το οποίο εκφράζει πολιτισμική ταυτότητα και προσδίδει συμβολική προστιθέμενη αξία στο προϊόν. Η παρούσα διατριβή αποτελεί την πρώτη οργανωμένη επιστημονική απόπειρα που εξετάζει σε βάθος τον ρόλο της τοπωνυμίας στις ελληνικές ετικέτες κρασιού, αναδεικνύοντάς την ως καίριο εργαλείο στρατηγικής επικοινωνίας, πολιτισμικής αναφοράς και αφηγηματικής έκφρασης. Η πρωτοτυπία της έρευνας εντοπίζεται στη θεωρητική επαναπροσέγγιση του τερουάρ, όχι πλέον ως μια στατική γεωγραφική δήλωση, αλλά ως δυναμική αφηγηματική κατασκευή, η οποία διαμορφώνεται μέσω της τοπωνυμίας, φέρει αισθητική, ιστορική και πολιτισμική αξία και δίνει την απάντηση στην γεφύρωση της επικοινωνίας μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών. Ακολουθώντας τις παραπάνω κατευθύνσεις, η διατριβή διαμορφώνει ένα συνεκτικό επιστημονικό υπόβαθρο που προάγει την εφαρμογή καινοτόμων πρακτικών, ενισχύοντας την εξωστρεφή στρατηγική των οινοποιείων και δημιουργώντας νέες δυνατότητες για τη σύνδεση ανάμεσα στο προϊόν, τον τόπο προέλευσης και το καταναλωτικό κοινό.
The role of technology in the 1976 (educational) and 1982 (administrative) reforms and the impact of these reforms on the modern Greek language and citizenship
This thesis examines the role of technology as a catalytic factor in the two major reforms that shaped post-dictatorial Greece, the educational reform of 1976 and the administrative reform of 1982, while exploring their broader consequences. Its basic assumption is that these amendments cannot be regarded merely as legislative initiatives of pedagogical or administrative nature; they represent expressions of a wider modernizing movement in which the technological factor functioned as a transformative mechanism for language, education, and public administration. Focusing on the tripartite nexus of technology, language, and institutions, the study interprets the institutionalization of demotiki (the vernacular) in 1976 and the introduction of the monotonic orthography in 1982 not only as pedagogical and administrative milestones, but also as symbolic political acts redefining modern Greek identity. The research is theoretically based on the framework of technological determinism, while also drawing on sociological and cultural critiques of technology. It combines historical and political analysis with qualitative research of the perceptions and experiences, as narrated by prominent figures, seeking to illuminate the ways in which technology has shaped pedagogical practice, language instruction, and public communication. Ultimately, the study argues that technology did not solely accelerate change, but constituted the cultural substratum within which language, education, and administration were reintepreted –thus shaping, to a large extent, the identity and institutional physiognomy of the contemporary Greek state.Η παρούσα διατριβή εξετάζει τον ρόλο της τεχνολογίας ως καταλυτικού παράγοντα στις δύο μεταρρυθμίσεις που σημάδεψαν τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, την εκπαιδευτική του 1976 και τη διοικητική του 1982, και διερευνά τις συνέπειες που προέκυψαν. Βασική υπόθεσή της είναι ότι αυτές δεν συνιστούν αποκλειστικά νομοθετικές πρωτοβουλίες παιδαγωγικού ή διοικητικού χαρακτήρα· αποτελούν εκφάνσεις ενός ευρύτερου εκσυγχρονιστικού κύματος, στο οποίο ο τεχνολογικός παράγοντας λειτούργησε ως μηχανισμός μετασχηματισμού της γλώσσας, της εκπαίδευσης και της δημόσιας διοίκησης. Εστιάζοντας στην τριπλή συνάρθρωση τεχνολογίας, γλώσσας και θεσμών, η μελέτη αναδεικνύει την καθιέρωση της δημοτικής (1976) και την εισαγωγή του μονοτονικού (1982) όχι μόνο ως παιδαγωγικές και διοικητικές τομές, αλλά ως συμβολικές πολιτικές αναπλαισίωσης της νεοελληνικής ταυτότητας. Η έρευνα εδράζεται θεωρητικά στον τεχνολογικό ντετερμινισμό, αντλώντας, παράλληλα, κριτικές θέσεις από κοινωνιολογικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις της τεχνολογίας. Συνδυάζει την ιστορικο-πολιτική ανάλυση με την ποιοτική διερεύνηση αντιλήψεων και εμπειριών σημαντικών προσωπικοτήτων, επιδιώκοντας να φωτίσει τους τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία διαμόρφωσε την παιδαγωγική πράξη, τη γλωσσική διδασκαλία και τη δημόσια επικοινωνία. Εν τέλει, η μελέτη υποστηρίζει ότι η τεχνολογία δεν υπήρξε απλός επιταχυντής αλλαγών, αλλά το πολιτισμικό υπόστρωμα μέσα στο οποίο η γλώσσα, η εκπαίδευση και η διοίκηση ανανοηματοδοτήθηκαν, διαμορφώνοντας, εν πολλοίς, τη φυσιογνωμία του σύγχρονου ελληνικού κράτους