Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Study of the effect of myo-inositol on improving insulin resistance and preventing gestational diabetes mellitus
Purpose: Myo-inositol (MI) is an insulin-sensitizing dietary supplement, enhancing the transfer of glucose into the cell. Gestational diabetes mellitus (GDM) is characterized by abnormal glucose tolerance, which is associated with elevated insulin resistance. The present study aimed to assess the effect of MI supplementation during pregnancy on the incidence of GDM. Methods: We performed a single-center, open-label, randomized controlled trial. A cohort of 200 pregnant women at 11–13+6 weeks of gestation were randomly assigned in two groups: MI group (n= 100) and control group (n= 100). The MI group received MI and folic acid (4000 mg MI and 400 mcg folic acid daily), while the control group received folic acid alone (400 mcg folic acid daily) until 26-28 weeks of gestation, when the 75 g Oral Glucose Tolerance Test (OGTT) was performed for the diagnosis of GDM. Clinical and metabolic outcomes were assessed. Results: The incidence of GDM was significantly lower in the MI group (14.9%) compared to the control group (28.5%) (P= 0.024). Women treated with MI had significantly lower OGTT glucose values, than those not treated with MI (P< 0.001). The insulin resistance as assessed by HOMA-IR was significantly lower in the MI group versus control (P= 0.045). Furthermore, MI group had significantly higher insulin sensitivity as measured by the Matsuda Index, compared to the control group (P= 0.037).Conclusion: MI supplementation seems to be an effective option to improve the glycemic control of pregnant women and prevent the onset of GDM.Σκοπός: Η μυο-ινοσιτόλη είναι ένα διαιτητικό συμπλήρωμα που λειτουργεί ως ευαισθητοποιητής ινσουλίνης, ενισχύοντας τη μεταφορά της γλυκόζης στο κύτταρο. Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης (ΣΔΚ) χαρακτηρίζεται από μη φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη, η οποία σχετίζεται με αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη. Η παρούσα μελέτη είχε ως σκοπό την αξιολόγηση της επίδρασης της συμπληρωματικής χορήγησης μυο-ινοσιτόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στην επίπτωση του ΣΔΚ. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε μια μονοκεντρική, ανοικτή, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή. Μια ομάδα 200 εγκύων γυναικών στις 11-13+6 εβδομάδες κύησης κατανεμήθηκε τυχαία σε δύο ομάδες: την ομάδα παρέμβασης (n= 100) και την ομάδα ελέγχου (n= 100). Η ομάδα παρέμβασης έλαβε μυο-ινοσιτόλη και φυλλικό οξύ (4000 mg μυο-ινοσιτόλης και 400 mcg φυλλικού οξέος ημερησίως), ενώ η ομάδα ελέγχου έλαβε μόνο φυλλικό οξύ (400 mcg φυλλικού οξέος ημερησίως) έως τις 26-28 εβδομάδες της κύησης, οπότε και πραγματοποιήθηκε η από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη των 75 g (OGTT) για τη διάγνωση του ΣΔΚ. Αξιολογήθηκαν τα κλινικά και τα μεταβολικά αποτελέσματα.Αποτελέσματα: Η επίπτωση του ΣΔΚ ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα παρέμβασης (14.9%) σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (28.5%) (P=0.024). Οι γυναίκες που έλαβαν μυο-ινοσιτόλη είχαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές γλυκόζης στην δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη, σε σχέση με εκείνες που δεν έλαβαν μυο-ινοσιτόλη (P<0.001). Η αντίσταση στην ινσουλίνη, όπως εκτιμήθηκε με το ομοιοστατικό μοντέλο εκτίμησης της ινσουλινοαντίστασης (HOMA-IR), ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα παρέμβασης σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (P= 0.045). Επιπλέον, η ομάδα παρέμβασης είχε σημαντικά υψηλότερη ευαισθησία στην ινσουλίνη, όπως μετρήθηκε με τον δείκτη Matsuda, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (P= 0.037). Συμπεράσματα: Η συμπληρωματική χορήγηση μυο-ινοσιτόλης φαίνεται να είναι μια αποτελεσματική επιλογή για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου των εγκύων γυναικών και την πρόληψη της εμφάνισης ΣΔΚ
From grammar teaching to knowledge about discourse: current realities in language education and perspectives for change
This dissertation focuses on the study of what, how, and why certain aspects are realized in the language course, particularly in the teaching of grammar and, more broadly, in the teaching of 'knowledge about language' (henceforth referred to as KAL). To this end, it draws on principles of contemporary sociolinguistics of globalization, critical discourse analysis, as well as contemporary versions of the sociosemiotic approach to language, communication and learning, extended to the field of school discourse analysis. The study takes as its theoretical starting point the assumption that teaching events are mediated by various levels of the educational reality, such as discourses (local and international), local teaching traditions, didactic textual structures and teaching patterns (at micro or macro level), teachers’ agency, the pedagogical use of536Digital Technology (hereafter DT) etc. From this perspective, the present research diverges from the dominant international literature, which tends to highlight specific aspects of teaching KAL, without connecting them to a broader critical reading of the school discourse enacted during the language course. Specifically, the study focuses on fourteen (14) cases of educators, eight (8) of whom serve in Primary Education and six (6) in Secondary Education. It analyses their teaching practices both during regular face-to-face classroom instruction and under exceptional conditions of distance (digitally mediated) education due to the Covid-19 pandemic (first phase). Methodologically, we follow the spirit of a "multilayered" data analysis (nexus analysis), an historical and ethnographic approach to discourse, further enhanced by principles derived from the theoretical framework of the dissertation. Through this method we highlight the levels of the educational context that mediate the didactic action and enable the didactic realization of KAL, as well as the pedagogical use of DT, within specific boundaries. Qualitative analysis of the data shows that in the palimpsest of the teaching reality, clear centripetal as well as centrifugal tendencies are synchronized. A dominant way of macro-textual organization of language teaching emerges, influenced by a linear, cumulative, and fragmentary logic that refers to structuralist discourse. Specifically, autonomous teaching textual entities emerge, within which the KAL do not appear to be organically linked to texts, to social contexts or some version of reality. Furthermore, a particular "construction" of a local structuralist-functional approach to grammar teaching is recorded, where emphasis is placed on mastering structure at the word and sentence level, and where the teaching of language function does not stray from the intratextual level. Simultaneously, the analysis reveals a deeper textual teaching structure, at the level of teaching schemas, where a transmissive, behavioristic logic for learning is imprinted. Within these boundaries, teachers exhibit mobility in their teaching practices without creating substantial cracks in the traditional sociocognitive scenario for language teaching. In cases of differentiated teaching, teachers either add communicative and text-centered elements or implement parallel "project plans" without particular emphasis on KAL, or (more rarely) overturn the structuralist discourse by realizing "educational scenarios". Within these scenarios, teachers show relative perplexity in teaching KAL by drawing from contemporary language teaching discourses. Finally, during the initial phase of forced asynchronous distance education due to the COVID-19 pandemic, the fluidity in the pedagogical reality quickly grounded into established logics for language teaching, further strengthening the grammar-centered nature of language teaching. The discourses brought forward by teachers regarding what it means to teach language determined which capabilities of DT were activated and how. Overall, the study's data support that any proposal for redesigning teaching KAL must take into account the various threads that permeate the educational reality. These threads are related to how grammar, text, school literacy, and teaching in general are understood, as well as how various learning and teaching resources (such as textbooks, worksheets, digital resources, etc.) are perceived. The dissertation highlights that any change in the type of grammatical metalanguage enacted in schools cannot be effectively and meaningfully implemented, unless accompanied by changes in pedagogical communication and the learning experience itself. Without reflecting on the types of literate identities constructed through teaching practices, it is difficult to challenge hegemonic discourses and expand the "boundaries of the thinkable", from decontextualized grammar teaching towards the teaching of "knowledge about discourse".Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη μελέτη του τι, πώς και γιατί πραγματώνεται στο γλωσσικό μάθημα και ιδιαίτερα στη διδασκαλία της γραμματικής, των «γνώσεων για τη γλώσσα» (στο εξής ΓΓ) ευρύτερα. Για τον σκοπό αυτόν, αξιοποιεί αρχές της σύγχρονης κοινωνιογλωσσολογίας της παγκοσμιοποίησης, της κριτικής ανάλυσης λόγου, αλλά και σύγχρονες εκδοχές της κοινωνικοσημειωτικής προσέγγισης στη γλώσσα, την επικοινωνία και τη μάθηση, τις οποίες επεκτείνει στο πεδίο της ανάλυσης σχολικού λόγου. Η μελέτη έχει ως θεωρητική αφετηρία την παραδοχή ότι τα διδακτικά συμβάντα διαμεσολαβούνται από ποικίλα επίπεδα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, όπως λόγους (τοπικούς και διεθνείς) ή στοιχεία λόγων, τοπικές διδακτικές παραδόσεις, διδακτικές κειμενικές δομές και διδακτικά σχήματα (σε μίκρο ή μάκρο επίπεδο), την κινητικότητα των εκπαιδευτικών κ.ά. Υπό αυτήν την οπτική, η παρούσα έρευνα διαφοροποιείται από την κυρίαρχη διεθνή βιβλιογραφία, η οποία στρέφεται στην ανάδειξη επιμέρους πτυχών της διδασκαλίας των ΓΓ, χωρίς να τις συνδέει με μια συνολικότερη κριτική ανάγνωση του σχολικού λόγου που πραγματώνεται κατά το γλωσσικό μάθημα.Ειδικότερα, η μελέτη εστιάζει σε δεκατέσσερις (14) περιπτώσεις εκπαιδευτικών, οκτώ (8) από τους οποίους υπηρετούν στην Πρωτοβάθμια και έξι (6) στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αναλύοντας τις διδακτικές πρακτικές τους, τόσο κατά τη συνήθη δια ζώσης διδασκαλία στην τάξη όσο και κατά τις έκτακτες εξ αποστάσεως (ψηφιακά διαμεσολαβημένες) συνθήκες εκπαίδευσης λόγω της πανδημίας του Covid-19 (α΄ φάση). Η μεθοδολογία ακολουθεί την ευρύτερη λογική της «διαστρωματικής» ανάλυσης των δεδομένων, μιας ιστορικής και εθνογραφικής προσέγγισης του λόγου, η οποία εμπλουτίζεται με αρχές από το θεωρητικό πλαίσιο της διατριβής. Η μεθοδολογική προσέγγιση στοχεύει στην ανάδειξη των επιπέδων της εκπαιδευτικής πραγματικότητας που διαμεσολαβούν τη διδακτική δράση και ενεργοποιούν τη διδακτική πραγμάτωση των ΓΓ, αλλά και την παιδαγωγική αξιοποίηση των ΨΤ, εντός συγκεκριμένων ορίων.Η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι στο παλίμψηστο της διδακτικής πραγματικότητας συγχρονίζονται σαφείς κεντρομόλες αλλά και φυγόκεντρες τάσεις. Αναδύεται ένας κυρίαρχος τρόπος μακρο-κειμενικής οργάνωσης της διδασκαλίας του γλωσσικού μαθήματος, υπό την επίδραση μιας γραμμικής, αθροιστικής και κατατμηστικής λογικής που παραπέμπει στον δομιστικό λόγο. Ειδικότερα, αναδύονται αυτόνομες διδακτικές κειμενικές οντότητες εντός των οποίων οι ΓΓ δεν φαίνεται να συνδέονται οργανικά με τα κείμενα, τους γραμματισμούς, τις γνώσεις για τον κόσμο. Καταγράφεται, μάλιστα, η ιδιαίτερη «κατασκευή» μιας τοπικής δομιστικής-λειτουργικής προσέγγισης στη διδασκαλία της γραμματικής, όπου έμφαση δίνεται στην κατάκτηση της δομής, σε επίπεδο λέξης και πρότασης, και όπου η διδασκαλία της λειτουργίας της γλώσσας δεν ξεφεύγει από το ενδοκειμενικό επίπεδο. Παράλληλα, η ανάλυση αναδεικνύει μια βαθύτερη κειμενική διδακτική δομή, όπου αποτυπώνεται το συμπεριφορικό μοντέλο μάθησης και όπου τα παιδιά εκπαιδεύονται ως εγγράμματα υποκείμενα σε αναπαραγωγικού τύπου λογικές εντός κλειστών διδακτικών σχημάτων. Εντός των παραπάνω ορίων, οι εκπαιδευτικοί εκδηλώνουν κινητικότητα στις διδακτικές πρακτικές τους, αντλώντας από ποικίλα επίπεδα ιστορίας, χωρίς όμως να δημιουργούν ουσιαστικές ρωγμές στο παραδοσιακό κοινωνιογνωσιακό σενάριο για τη διδασκαλία της γλώσσας. Στις περιπτώσεις διδασκαλίας οι οποίες κινούνται φυγόκεντρα, οι εκπαιδευτικοί είτε προσθέτουν επικοινωνιακά-κειμενοκεντρικά στοιχεία είτε εφαρμόζουν παράλληλα «σχέδια εργασίας» χωρίς ιδιαίτερη έμφαση σε ΓΓ, είτε (σπανιότερα) ανατρέπουν τον δομιστικό λόγο με την πραγμάτωση «εκπαιδευτικών σεναρίων». Εντός των σεναρίων αυτών εκδηλώνεται σχετική αμηχανία των εκπαιδευτικών να διδάξουν τις ΓΓ αντλώντας από σύγχρονους γλωσσοδιδακτικούς λόγους. Τέλος, κατά την πρώτη φάση της αναγκαστικής εξ αποστάσεως ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης λόγω της πανδημίας του Covid-19, η ρευστότητα στο παιδαγωγικό γίγνεσθαι γρήγορα γειώνεται σε εδραιωμένες λογικές για τη διδασκαλία της γλώσσας, με περαιτέρω ενίσχυση του γραμματικοκεντρικού χαρακτήρα της διδασκαλίας της γλώσσας. Οι λόγοι που φέρουν οι εκπαιδευτικοί αναφορικά με το τι σημαίνει διδάσκω γλώσσα, καθορίζουν ποιες δυνατότητες των ΨΤ ενεργοποιούνται και πώς.Συνολικά, τα δεδομένα της έρευνας υποστηρίζουν ότι η όποια πρόταση ανασχεδιασμού της διδασκαλίας των ΓΓ οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα ποικίλα νήματα που διέπουν την εκπαιδευτική πραγματικότητα, και τα οποία σχετίζονται με το πώς κατανοείται η γραμματική, το κείμενο, ο σχολικός γραμματισμός, η διδασκαλία εν γένει, με το πώς κατανοούνται οι ποικίλοι μαθησιακοί και διδακτικοί πόροι (όπως το σχολικό βιβλίο, τα φύλλα εργασίας, οι ΨΤ) κτλ. Η διατριβή αναδεικνύει ότι η όποια αλλαγή στο είδος της γραμματικής μεταγλώσσας που αξιοποιείται στο σχολείο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικά και ουσιαστικά, εάν δεν συνοδευτεί από αλλαγές στην παιδαγωγική επικοινωνία και στην ίδια την εμπειρία της μάθησης. Χωρίς προβληματισμό για το είδος των εγγράμματων ταυτοτήτων που συγκροτούνται μέσω των διδακτικών πρακτικών, είναι δύσκολο να αμφισβητηθούν ηγεμονικοί λόγοι και να επεκταθούν τα «όρια του νοητού», από την αποπλαισιωμένη διδασκαλία της γραμματικής προς τη διδασκαλία «γνώσεων για τον λόγο»
Μηχανισμοί υποβοήθησης σε παιχνίδια σοβαρού σκοπού: ενισχύοντας την εκμάθηση του προγραμματισμού σε μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
Integrating serious games in education has shown significant potential in enhancing learning outcomes, particularly in fields requiring problem-solving and logical reasoning, such as programming. Serious games offer engaging and interactive learning experiences, utilizing gameplay elements to increase motivation and acquisition of knowledge. However, the effectiveness of these games depends heavily on the presence of well-designed support systems that guide learners through complex concepts while maintaining engagement. This thesis investigates the design, implementation, and effectiveness of support systems in serious games designed to teach programming to primary school students. The research approach combines empirical studies, theoretical frameworks, and game development to address critical challenges in support design. It explores the role of support systems in serious games for programming, addressing key challenges related to learner engagement, cognitive load, and adaptivity. It begins by introducing a taxonomy for classifying support mechanisms, offering a structured framework for categorizing and understanding different types of support. This taxonomy assists in standardizing terminology and identifying best practices in the design of educational support systems. Next, the thesis evaluates existing support systems in serious games, focusing on the widely used Minecraft: Adventurer from the Hour of Code initiative. Through empirical studies, it examines the efficiency of various support strategies and analyzes their impact on student performance and engagement. Findings highlight the importance of adaptive support mechanisms that serve individual learning needs. Building on these insights, the thesis explores the effectiveness of worked examples as an alternative to common text-based instructions in serious games. Empirical results indicate that worked examples significantly reduce cognitive load and enhance learning retention, especially for novice programmers. The research extends to adaptive support, investigating through an empirical study how dynamic adjustments based on learner performance can optimize educational outcomes. This investigation is further contextualized by a systematic literature review which provides an overview of existing adaptive support methodologies in serious games, identifying strengths and areas for improvement. In addition, this study examines collaborative support in serious games, implementing and evaluating multiplayer mechanics that allow peer-assisted learning. Results indicate that collaborative support enhances problem-solving skills and engagement, reinforcing the benefits of social learning in game-based environments. Finally, the research contributes to the field by synthesizing best practices, design methodologies, and programming techniques for serious game development. This research contributes to the advancement of serious game design for learning programming through systematic analysis and the development of support mechanisms. The findings provide actionable insights for educators, researchers, and developers seeking to enhance learning experiences through adaptive, collaborative, and engaging support systems. Ultimately, this thesis bridges educational practices with game-based learning by proposing effective and applicable support systems for learning programming through serious games for primary school students.Η ενσωμάτωση των παιχνιδιών σοβαρού σκοπού στην εκπαίδευση έχει δείξει σημαντικές δυνατότητες βελτίωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων, ιδίως σε τομείς που απαιτούν επίλυση προβλημάτων και λογική σκέψη, όπως ο προγραμματισμός. Τα παιχνίδια σοβαρού σκοπού προσφέρουν ελκυστικές και διαδραστικές μαθησιακές εμπειρίες, αξιοποιώντας την παιχνιδοποίηση για την αύξηση των κινήτρων και τη οικοδόμηση νέας γνώσης. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των παιχνιδιών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία σωστά σχεδιασμένων συστημάτων υποβοήθησης, που καθοδηγούν τους εκπαιδευόμενους σε σύνθετες έννοιες διατηρώντας παράλληλα το ενδιαφέρον τους. Η παρούσα διατριβή διερευνά τον σχεδιασμό, την υλοποίηση και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων υποβοήθησης σε παιχνίδια σοβαρού σκοπού για την εκμάθηση προγραμματισμού σε μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η ερευνητική προσέγγιση συνδυάζει εμπειρικές μελέτες, θεωρητικά πλαίσια και ανάπτυξη παιχνιδιών, για την αντιμετώπιση των σημαντικών προκλήσεων του σχεδιασμού συστημάτων υποβοήθησης. Εξετάζεται ο ρόλος αυτών των συστημάτων, αντιμετωπίζοντας βασικές προκλήσεις που αφορούν τη συμμετοχή των εκπαιδευόμενων, το γνωστικό φορτίο και την προσαρμοστικότητα. Αρχικά, παρουσιάζεται μια ταξινομία για την κατηγοριοποίηση των μηχανισμών υποβοήθησης, προσφέροντας ένα δομημένο πλαίσιο για την κατανόηση και διάκριση των διαφορετικών ειδών υποστήριξης. Η ταξινομία αυτή συμβάλει στην τυποποίηση της ορολογίας και στον εντοπισμό βέλτιστων πρακτικών στον σχεδιασμό εκπαιδευτικών συστημάτων υποστήριξης. Στη συνέχεια, η διατριβή αξιολογεί υφιστάμενα συστήματα υποβοήθησης σε παιχνίδια σοβαρού σκοπού, εστιάζοντας στο ευρέως χρησιμοποιούμενο Minecraft: Adventurer από την πλατφόρμα εκπαίδευσης Hour of Code. Μέσω εμπειρικών μελετών, εξετάζεται η αποτελεσματικότητα διαφόρων στρατηγικών υποστήριξης και αναλύεται ο αντίκτυπός τους στην επίδοση και τη συμμετοχή των μαθητών. Τα ευρήματα τονίζουν τη σημασία των προσαρμοστικών μηχανισμών υποβοήθησης που καλύπτουν εξατομικευμένες μαθησιακές ανάγκες. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η διατριβή διερευνά την αποτελεσματικότητα των επιλυμένων παραδειγμάτων ως εναλλακτική λύση στα ευρέως χρησιμοποιούμενα συστήματα κειμενικής υποβοήθησης. Τα εμπειρικά αποτελέσματα έδειξαν ότι τα επιλυμένα παραδείγματα μειώνουν σημαντικά το γνωστικό φορτίο και βελτιώνουν τη διατήρηση της γνώσης, ιδιαίτερα στους αρχάριους προγραμματιστές. Η έρευνα προχωρά περαιτέρω στην προσαρμοστική υποβοήθηση, διερευνώντας μέσω μιας εμπειρικής μελέτης πώς οι δυναμικές προσαρμογές βάσει της απόδοσης του εκπαιδευόμενου μπορούν να βελτιστοποιήσουν τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Αυτή η διερεύνηση πλαισιώνεται από μια συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση, η οποία παρέχει μια συνολική εικόνα των υπαρχουσών μεθόδων προσαρμοστικής υποστήριξης σε παιχνίδια σοβαρού σκοπού, επισημαίνοντας τις θετικές πρακτικές, καθώς και τους τομείς προς βελτίωση. Επιπλέον, εξετάζεται η συνεργατική υποστήριξη σε παιχνίδια σοβαρού σκοπού, μέσα από την υλοποίηση και αξιολόγηση μηχανισμών πολλών παικτών που επιτρέπουν τη μάθηση με τη βοήθεια συμπαικτών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συνεργατική υποστήριξη ενισχύει τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και αυξάνει τη συμμετοχή των εκπαιδευόμενων, προωθώντας τα οφέλη της κοινωνικής μάθησης σε περιβάλλοντα που βασίζονται σε παιχνίδια. Τέλος, η έρευνα συμβάλει στο επιστημονικό πεδίο, προτείνοντας καλές πρακτικές, μεθοδολογίες σχεδιασμού και τεχνικές για την ανάπτυξη παιχνιδιών σοβαρού σκοπού. Με τη συστηματική ανάλυση και την ανάπτυξη μηχανισμών υποβοήθησης, η εργασία αυτή προάγει τον σχεδιασμό παιχνιδιών σοβαρού σκοπού για την εκμάθηση προγραμματισμού. Τα ευρήματα παρέχουν εφαρμόσιμες γνώσεις σε εκπαιδευτικούς, ερευνητές και προγραμματιστές που στοχεύουν στη βελτίωση της μαθησιακής εμπειρίας μέσω προσαρμοστικών, συνεργατικών και αποτελεσματικών συστημάτων υποστήριξης. Η διατριβή γεφυρώνει εκπαιδευτικές πρακτικές σχετικά με τη βασιζόμενη σε παιχνίδια μάθηση, προτείνοντας αποτελεσματικά και εφαρμόσιμα συστήματα υποβοήθησης για την εκμάθηση προγραμματισμού μέσω παιχνιδιών σοβαρού σκοπού σε μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευση
Μελέτη σχέσης ραδιενεργού ρύπανσης με δορυφορικές παρατηρήσεις παραμέτρων θαλασσίου περιβάλλοντος και συγκριτική απεικόνιση σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών
The present study aims at the exploration on the relation of 137Cs, as the most important radioactive pollutant in the marine environment, with marine parameters observed from remote sensing satellites and environmental models. These parameters are Sea Surface Temperature (SST), Sea Surface Salinity (SSS) and Ocean Color (OC) that includes Chlorophyll-A concentration (CHL), Particulate Inorganic and Organic Carbon concentration (PIC, POC), Daily and Instantaneous Photosynthetically Available Radiation (PAR and iPAR), pH and nutrients (Phosphates – PO4 and Nitrates NO3). The above parameters are correlated directly or indirectly with 137Cs activity concentrations in sea water. These relations, algorithms and raw data are illustrated in a geographic information system (GIS) for the creation of an innovative tool (GIS platform), able to use remote sensing for the detection and forecast of 137Cs activity concentrations in the marine ecosystem. Therefore, this tool will be used for the radiological risk assessment, in terms of the radiation protection of marine ecosystem.Το θέμα της διδακτορικής διατριβής έχει στόχο τη διερεύνηση των σχέσεων του 137Cs από την ανάπτυξη της πυρηνικής τεχνολογίας, ως σημαντικού ραδιενεργού ρυπαντή του θαλασσίου οικοσυστήματος, με τις περιβαλλοντικές παραμέτρους του θαλασσίου περιβάλλοντος, που δύνανται να καταγραφούν με δορυφορικές παρατηρήσεις και περιβαλλοντικά μοντέλα. Συγκεκριμένα οι παράμετροι που καταγράφονται τηλεπισκοπικά είναι, η επιφανειακή θερμοκρασία της θάλασσας (SST), η επιφανειακή αλατότητα της θάλασσας (SSS) και οι γενικώς καλούμενοι Ωκεάνιο Χρώμα (Ocean Color), που περιλαμβάνει τη συγκέντρωση χλωροφύλλης α (CHL), τη συγκέντρωση σωματιδιακού ανόργανου και οργανικού άνθρακα (PIC, POC) , την ημερήσια και στιγμιαία φωτοσυνθετικά διαθέσιμη ακτινοβολία (PAR, iPAR), pH και θρεπτικά στοιχεία (Νιτρικά – NO3 και Φωσφορικά – PO4). Αυτές οι παράμετροι συσχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τις συγκεντρώσεις ενεργότητας του 137Cs στο θαλασσινό νερό. Οι συσχετίσεις αυτές περιγράφονται με σχετικούς αλγορίθμους και απεικονίζονται σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών (GIS) μαζί με τα αρχικά δεδομένα. Ο τελικός στόχος είναι η δημιουργία ενός καινοτόμου εργαλείου (GIS platform), που θα καταγράφει και θα προβλέπει με τη χρήση της τηλεπισκόπησης τη ραδιενεργό ρύπανση του θαλασσίου οικοσυστήματος και θα υπολογίζει την ραδιολογική επικινδυνότητα στο πλαίσιο της ακτινοπροστασίας περιβάλλοντος
Αξιολόγηση και ενίσχυση ακαδημαϊκής αριστείας: ένα μοντέλο βασισμένο στις ικανότητες για ποιοτική διδασκαλία
In contemporary educational contexts, the importance of academic excellence and the essential skills of teachers is becoming increasingly critical. The demand for continuous professional development has become paramount, as educators must constantly adapt to new technologies, teaching methods, and student needs. Consequently, understanding which competencies are critical for effective teaching and how they can be cultivated remains a major issue in modern educational systems. However, a key challenge facing academic institutions is the lack of a clear and comprehensive framework for defining and assessing teacher competencies in Higher Education (HE). Many studies have attempted to identify a competency model by examining both the conceptual framework exploring educational concepts as well as learning theories focusing on teaching staff roles and competencies in higher education. However, many of these studies remain purely theoretical, while others concentrate on narrow categories, failing to provide a comprehensive and practical competency framework tailored to academics. Without such a framework, educational institutions struggle to establish consistent and reliable methods for developing and assessing their teaching staff. At the same time, a gap remains in how specific teaching competencies can be effectively identified and measured. Traditional methods for evaluating teacher performance, such as student surveys and peer assessments, often rely on standardized, quantitative data, which may overlook nuanced insights embedded in open-ended student feedback. Furthermore, the rapid advancement in Machine Learning (ML) techniques and Sentiment Analysis (SA) offers new opportunities for exploring educational data in more sophisticated ways. However, there is a lack of research investigating how these methods can be utilized for assessing teacher competencies and how they compare to traditional techniques. Consequently, despite the acknowledged significance of teaching skills in achieving high-quality education, the absence of internationally recognized standards, along with the limited use of innovative data analysis techniques—including methods employing ML algorithms—restricts the meaningful evaluation and development of teaching practices. These gaps—both in defining a clear framework for teacher competencies and in measuring them—represent a key area that this research aims to address. By establishing a detailed framework for teacher competencies and exploring innovative data analysis techniques, this study will provide valuable insights into how student feedback can be leveraged to assess and improve teaching quality. This research aims to address these challenges by identifying, evaluating, and developing a framework of competencies tailored to higher education, with the ultimate goal of improving teaching quality. More specifically, the initial aim of this study is to do extensively assemble, analyze and synthesize previous research in order to investigate and identify teaching staff competencies derived from the roles and tasks attributed to university professors. Through an original in-depth review, an attempt is made to identify and classify the teaching staff competencies in higher education, revealing the gap between the perceived and actual importance of various competencies. Subsequently, by employing SA and ML methods, this study analyzes qualitative data from student feedback to gain deeper insights into their perceptions of teacher competencies. The findings of this research advocate for the integration of these innovative data analysis methods into teacher evaluation and development programs, offering essential tools for enhancing teaching quality. These findings are compared to the competency framework that emerged from our previous research, providing a unique opportunity to validate and expand our understanding of what defines effective teaching in higher education. Through our aims and objectives, this research seeks not only to define the competencies necessary for effective teaching but also to explore innovative techniques for measuring them using student feedback data. By bridging the gap in defining educator competencies and developing methods for their assessment, this research aims to offer valuable insights that will improve both teaching quality and student learning experiences in higher education. Finally, the results underscore the importance of continuously adapting teaching skills to meet the demands of technological and educational advancements, ensuring that teachers are well-equipped to address the contemporary challenges in higher education.Στα σύγχρονα εκπαιδευτικά πλαίσια, η σημασία της ακαδημαϊκής αριστείας και των βασικών δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών γίνεται ολοένα και πιο κρίσιμη. Η απαίτηση για συνεχή επαγγελματική εξέλιξη έχει καταστεί πρωταρχική, καθώς οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσαρμόζονται συνεχώς στις νέες τεχνολογίες, τις μεθόδους διδασκαλίας και τις ανάγκες των φοιτητών. Κατά συνέπεια, η κατανόηση των ικανοτήτων που είναι κρίσιμες για την αποτελεσματική διδασκαλία και του τρόπου με τον οποίο μπορούν να καλλιεργηθούν παραμένει μείζον ζήτημα στα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα. Ωστόσο, μια βασική πρόκληση που αντιμετωπίζουν τα ακαδημαϊκά ιδρύματα είναι η έλλειψη ενός σαφούς και ολοκληρωμένου πλαισίου για τον καθορισμό και την αξιολόγηση των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (ΑΕ). Πολλές μελέτες έχουν προσπαθήσει να προσδιορίσουν ένα μοντέλο ικανοτήτων των εκπαιδευτικών, εξετάζοντας τόσο το εννοιολογικό πλαίσιο που διερευνά τις εκπαιδευτικές έννοιες όσο και τις θεωρίες μάθησης που εστιάζουν στους ρόλους και τις ικανότητες του διδακτικού προσωπικού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Από αυτές τις μελέτες άλλες παραμένουν καθαρά θεωρητικές και άλλες επικεντρώνονται σε στενές κατηγορίες, αποτυγχάνοντας έτσι να παράσχουν ένα ολοκληρωμένο και πρακτικό πλαίσιο ικανοτήτων προσαρμοσμένο στους ακαδημαϊκούς. Η απουσία ενός τέτοιου πλαισίου αναγκάζει τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να αγωνίζονται να καθιερώσουν συνεπείς και αξιόπιστες μεθόδους για την ανάπτυξη και την αξιολόγηση του διδακτικού τους προσωπικού.Ταυτόχρονα, παραμένει ένα κενό στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να εντοπιστούν και να μετρηθούν αποτελεσματικά συγκεκριμένες εκπαιδευτικές ικανότητες. Οι παραδοσιακές μέθοδοι για την αξιολόγηση της απόδοσης των εκπαιδευτικών, όπως οι έρευνες φοιτητών και οι αξιολογήσεις από ομότιμους, βασίζονται συχνά σε τυποποιημένα, ποσοτικά δεδομένα, τα οποία ενδέχεται να παραβλέπουν διαφοροποιημένες ιδέες που ενσωματώνονται στα σχόλια ανοιχτού τύπου ερωτήσεων των φοιτητών. Από την άλλη, η ταχεία πρόοδος στις τεχνικές Μηχανικής Μάθησης (ΜΜ) και στην Ανάλυση Συναισθήματος (ΑΣ) προσφέρει νέες ευκαιρίες για την εξερεύνηση των εκπαιδευτικών δεδομένων με πιο εξελιγμένους τρόπους. Ωστόσο, υπάρχει έλλειψη έρευνας που να διερευνά πώς αυτές οι μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών και πώς συγκρίνονται με τις παραδοσιακές τεχνικές. Κατά συνέπεια, παρά την αναγνωρισμένη σημασία των διδακτικών δεξιοτήτων για την επίτευξη εκπαίδευσης υψηλής ποιότητας, η απουσία διεθνώς αναγνωρισμένων προτύπων, μαζί με την περιορισμένη χρήση καινοτόμων τεχνικών ανάλυσης δεδομένων - συμπεριλαμβανομένων μεθόδων που χρησιμοποιούν αλγόριθμους ML - περιορίζουν τη ουσιαστική αξιολόγηση και ανάπτυξη διδακτικών πρακτικών.Αυτά τα κενά -τόσο στον καθορισμό ενός σαφούς πλαισίου για τις ικανότητες των εκπαιδευτικών όσο και στη μέτρησή τους- αντιπροσωπεύουν έναν βασικό τομέα που στοχεύει να αντιμετωπίσει αυτή η έρευνα. Με τη δημιουργία ενός λεπτομερούς πλαισίου για τις ικανότητες των εκπαιδευτικών και τη διερεύνηση καινοτόμων τεχνικών ανάλυσης δεδομένων, αυτή η μελέτη παρέχει πολύτιμες γνώσεις για το πώς μπορεί να αξιοποιηθεί η ανατροφοδότηση των φοιτητών για την αξιολόγηση και τη βελτίωση της ποιότητας διδασκαλίας. Η παρούσα έρευνα στοχεύει να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις εντοπίζοντας, αξιολογώντας και αναπτύσσοντας ένα πλαίσιο ικανοτήτων προσαρμοσμένο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με απώτερο στόχο τη βελτίωση της ποιότητας της διδασκαλίας. Πιο συγκεκριμένα, ο αρχικός στόχος αυτής της μελέτης είναι η εκτενής συγκέντρωση, ανάλυση και σύνθεση προηγούμενων ερευνών με σκοπό τη διερεύνηση και τον προσδιορισμό των ικανοτήτων του διδακτικού προσωπικού που απορρέουν από τους ρόλους και τα καθήκοντα που αποδίδονται σε καθηγητές πανεπιστημίου. Μέσα από μια πρωτότυπη σε βάθος ανασκόπηση, επιχειρείται να εντοπιστούν και να ταξινομηθούν οι ικανότητες του διδακτικού προσωπικού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αποκαλύπτοντας το χάσμα μεταξύ της αντιληπτής και της πραγματικής σημασίας των διαφόρων ικανοτήτων. Στη συνέχεια, με τη χρήση μεθόδων ΑΣ και ΜΜ και την ανάλυση ποιοτικών δεδομένων από την ανατροφοδότηση των φοιτητών αποκτώνται βαθύτερες γνώσεις σχετικά με τις αντιλήψεις των εκπαιδευομένων για τις ικανότητες των εκπαιδευτικών τους. Τα ευρήματα αυτής της έρευνας συνηγορούν υπέρ της ενσωμάτωσης αυτών των καινοτόμων μεθόδων ανάλυσης δεδομένων σε προγράμματα αξιολόγησης και ανάπτυξης εκπαιδευτικών, προσφέροντας βασικά εργαλεία για τη βελτίωση της ποιότητας της διδασκαλίας. Αυτά τα ευρήματα συγκρίνονται με το πλαίσιο ικανοτήτων που προέκυψε από την αρχική έρευνά μας που στηρίχθηκε στην βιβλιογραφία, παρέχοντας μια μοναδική ευκαιρία να επικυρώσουμε και να διευρύνουμε την κατανόησή μας για το τι ορίζει την αποτελεσματική διδασκαλία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πιο συγκεκριμένα, η παρούσα έρευνα εστιάζοντας στον ορισμό, την αξιολόγηση και την ενίσχυση των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών συμβάλλει πολύπλευρα στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με τη σύνθεση θεωρητικών πλαισίων, καινοτόμων μεθοδολογιών και πρακτικών εφαρμογών, προάγει την κατανόηση για τις αποτελεσματικές διδακτικές πρακτικές και τον ρόλο τους στην προώθηση της συμμετοχής και της ικανοποίησης των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οι βασικές συνεισφορές αυτής της διατριβής περιγράφονται ως εξής: Ανάπτυξη πλαισίου ικανοτήτων εκπαιδευτικού: Σημαντική συμβολή αυτής της έρευνας είναι η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου ικανοτήτων εκπαιδευτικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπως δημοσιεύτηκε στην εργασία μας με τίτλο «Ανασκόπηση της έρευνας για τις ικανότητες των εκπαιδευτικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση» (Dervenis et al. ., 2022). Αυτό το πλαίσιο χρησιμεύει ως βασικό σημείο αναφοράς για τη διασφάλιση της ποιότητας στην πρόσληψη, την επαγγελματική ανάπτυξη και την αξιολόγηση του διδακτικού προσωπικού. Πέρα από την πρακτική του αξία, το πλαίσιο διευκολύνει τον ουσιαστικό διάλογο μεταξύ των ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένων των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, των εκπαιδευτικών, των ερευνητών και των διευθυντών εκπαίδευσης, ενισχύοντας μια συλλογική προσέγγιση για τη Διασφάλιση Ποιότητας (ΔΠ) και την εκπαιδευτική βελτίωση. Δίνοντας έμφαση στον εξέχοντα ρόλο αυτών των ικανοτήτων όχι μόνο στη διαδικασία διδασκαλίας-μάθησης αλλά και στα εργασιακά και στα ευρύτερα κοινωνικά περιβάλλοντα, το πλαίσιο υπογραμμίζει τον ουσιαστικό ρόλο τους στην αποτελεσματική απόκριση στις προκλήσεις και στην επίτευξη βέλτιστων αποτελεσμάτων. Καινοτόμος εφαρμογή της ΜΜ στην εκπαίδευση: Αυτή η διατριβή γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ των παραδοσιακών μεθόδων εκπαιδευτικής ανάλυσης και των αναδυόμενων τεχνικών ΜΜ, όπως δημοσιεύτηκε σε μία από τις μελέτες μας με τίτλο "Sentiment analysis of student feedback: A comparative studying employing lexicon and machine learning techniques" (Dervenis et al., 2024). Διεξάγοντας μια συγκριτική ανάλυση συμβατικών και MΜ προσεγγίσεων, αξιολογεί τα αντίστοιχα δυνατά σημεία και περιορισμούς στην κατανόηση των εκπαιδευτικών δεδομένων. Η έρευνα εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές για την ανάλυση δεδομένων κειμένου, ιδιαίτερα την ανατροφοδότηση των μαθητών, παρέχοντας αξιόπιστες γνώσεις σχετικά με τις ικανότητες των εκπαιδευτικών και τους παράγοντες που επηρεάζουν την ικανοποίηση των μαθητών. Ενσωμάτωση τεχνικών ΑΣ στην αξιολόγηση ικανοτήτων: Μια επιπλέον συμβολή αυτής της έρευνας είναι η εφαρμογή των τεχνικών ΑΣ στην αξιολόγηση των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών, που ανοίγει νέους δρόμους για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διδασκαλίας και τον εντοπισμό περιοχών προς βελτίωση, όπως δημοσιεύτηκε σε άλλη μελέτη με τίτλο «Assessing Teacher Competencies in Higher Education: A Sentiment Analysis of Student Feedback» (Dervenis et al., 2024). Η σύγκριση των τεχνικών που βασίζονται σε λεξικό και σε ΜΜ μέσα στο πλαίσιο της εκπαίδευσης προσφέρει μια ισχυρή βάση για μελλοντική έρευνα πάνω στις μεθόδους αξιολόγησης ικανοτήτων. Προώθηση του ρόλου της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαιδευτική ανάλυση: Αυτή η έρευνα υπογραμμίζει επίσης τις δυνατότητες των εργαλείων που υποστηρίζονται από τεχνητή νοημοσύνη, όπως τα chatbots, στην απλοποίηση και τη βελτίωση της ανάλυσης των σχολίων των μαθητών, όπως αναλύεται στο χειρόγραφό μας που βρίσκεται επί του παρόντος υπό αναθεώρηση προς δημοσίευση. Επιδεικνύοντας τη σκοπιμότητα χρήσης chatbot για ΑΣ και εξόρυξη γνώμης, η μελέτη υπογραμμίζει την ικανότητά τους να εξορθολογίζουν τις διαδικασίες συλλογής και ερμηνείας δεδομένων. Αυτή η συνεισφορά όχι μόνο απλοποιεί τη ροή αναλυτικών εργασιών, αλλά και μεγιστοποιεί το εύρος των πρακτικών πληροφοριών που είναι διαθέσιμες σε εκπαιδευτικούς και διαχειριστές. Πρακτική εφαρμογή: Τα ευρήματα αυτής της διατριβής έχουν άμεσες συνέπειες στην εκπαιδευτική πολιτική και πρακτική. Παρέχοντας μια δομημένη προσέγγιση για τον καθορισμό και την αξιολόγηση των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών, αυτή η έρευνα υποστηρίζει τη λήψη αποφάσεων βάσει στοιχείων σε θεσμικό και εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, οι μεθοδολογίες και οι ιδέες που παρουσιάζονται σε αυτή τη μελέτη προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για τη βελτίωση της ποιότητας της διδασκαλίας και, κατ' επέκταση, των μαθησιακών εμπειριών των εκπαιδευομένων. Συνοπτικά, αυτή η διατριβή συνεισφέρει ουσιαστικά στον τομέα της ΑΕ ορίζοντας ένα ισχυρό πλαίσιο των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών και αναπτύσσοντας μεθόδους για την αξιολόγησή τους, με τη χρησιμοποίηση καινοτόμων τεχνικών ανάλυσης δεδομένων και με τη διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας. Μέσω αυτών των συνεισφορών, η έρευνα όχι μόνο εμπλουτίζει την ακαδημαϊκή κατανόηση, αλλά διασφαλίζει επίσης ότι η ΑΕ παραμένει συμβατή με τις παγκόσμιες εκπαιδευτικές προόδους, ενισχύοντας πρακτικές που αντιμετωπίζουν τις εξελισσόμενες ανάγκες των μαθητών, των εκπαιδευτικών και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής και προσφέροντας λύσεις για τη βελτίωση τόσο των διδακτικών πρακτικών και της ποιότητας της διδασκαλίας όσο και των μαθησιακών αποτελεσμάτων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τέλος, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία της συνεχούς προσαρμογής των δεξιοτήτων διδασκαλίας, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των τεχνολογικών και εκπαιδευτικών προόδων, διασφαλίζοντας ότι οι εκπαιδευτικοί είναι καλά εξοπλισμένοι για να αντιμετωπίσουν τις σύγχρονες προκλήσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
Satisfaction with care and evaluation of palliative care in adolescents and young adults with cancer
Abstract Introduction: The care of adolescents and young adults (AYAs) with cancer is a challenge for nurses and health professionals as factors related to the disease and treatment affect it and the quality of life (QoL) of patients. Palliative care (PC) is the best practice for the care of AYAs with cancer. The satisfaction of cancer patients is largely determined by PC. Purpose: To assess PC needs as well as to investigate the satisfaction of cancer patients (16-24 years) with the overall care provided. Material and Method: In this cross-sectional study, 600 cancer patients participated (150patients per age group, namely, 16-24, 25-49, 50-74 & ≥75 years). The sampling was convenience and the sample collection lasted from June 2021 to June 2023. The measurement tool included the characteristics of the participants (demographic, clinical), the questionnaire "Assessment of PC in cancer patients" and the questionnaire "Assessment of the degree of satisfaction with care". Data analysis was performed with the statistical package SPSS v.23.0at a statistical significance level of 0,05.Results: Of the 600 patients, 43,2% were men & 56,8% were women. In the AYAs group (16-24 years old) the age of men (n=69) was 20,06±2,62 and of women (n=81) was 20,98±2,41years. The most common diagnoses were breast cancer (30,7%), reproductive (20,7%) and respiratory system cancer (16,7%). The most common treatment alone or in combination with another was surgery (96,7%), immunotherapy (28%) and chemotherapy (25,5%). The AYAs assessed their QoL at the time of the interview as good (53%) to very good (38,66%) (p=0,001),while they estimated that their health in the next year would be somewhat better (36%) and much better (49,33%) (p=0,001). The AYAs reported that the possibility of recovery was very or moderately important: in deciding on the treatment plan (97,33%), in their ability to participate in daily activities (96,66%) and in potential side effects (86,66%). AYAs and patients ≥75 years old reported higher mean pain intensity (5,28±2,47) and 5,45±2,40,respectively (p=0,001). Patients ≥75 years old reported “quite to very intense” pain-related discomfort compared to patients in other age groups (p=0,002), while they evaluated the oncology team’s efforts to manage pain more positively compared to older patients (p=0,023).Patients <49 years old reported that analgesic treatment was very effective (15.5%), while older patients reported that it was quite effective (30,33%) (p=0,023). The AYAs reported a high degree of discomfort related to the symptoms: nausea (28%), anxiety/nervousness (28%),diarrhea (16%), depression/sadness (12%), constipation (11,33%), and loss of appetite (10%).They reported that the evaluation of the effectiveness of the treatment they received was very or moderately good for nausea (47,33%), loss of appetite (61,33%, p=0,024), diarrhea (19,33%,p=0,001), constipation (16,66%), anxiety/nervousness (43,33%, p=0,028), and depression/sadness (17,33%, p=0,047). Patients reported that the oncology team should focus on their QoL a lot or too much (86%), while it focused sufficiently or very much (92%). AYAs report a lower level of knowledge of the term PC (p<0,001), less PC experience (p<0,001) and a less positive attitude towards PC (p<0,001). The AYAs reported that the discussion about pain management and physical symptoms has the highest frequency, regardless of age, with patients <49 years of age reporting a lower frequency of discussion compared to older patients(p=0,041 & p=0,005, respectively) and that they would definitely have liked to have met the PC team since diagnosis (50,66%). AYAs reported being more satisfied with the246interdisciplinary skills of doctors (p=0,043), the availability of doctors (p=0,024) and nurses(p=0,008), the technical skills of nurses (p=0,015), the information from nurses (p=0,009), the care of the body (p=0,027) and the overall satisfaction (p=0,021), compared to older patients. The factors that were shown to have a statistically significant effect on patients' satisfaction with care are gender (p=0,015, age, place of permanent residence (p<0,04), type of diagnosis(p<0,01) and type of treatment (p<0,04). The degree of general satisfaction of patients and satisfaction with psychosocial care differs statistically significantly depending on the assessment of patients' health for the next year of their life (p=0,001 & p=0,007, respectively).The self-reported assessment of QoL and self-assessment of health status were statistically significantly associated with satisfaction with care, with patients with lower QoL and affected health status reporting a lower degree of satisfaction (all p<0,003).Conclusions: The majority AYAs rated their self-reported QoL as good to excellent. Knowledge of the term PC, PC experience and positive attitude in the PC is not found in a significant part of the patients. It seems that the patients evaluate their satisfaction with the character of the doctors and nurses very positively while they reported high satisfaction with the doctors' knowledge of the disease, the way the nurses applied the nursing procedures and the nursing care they provided to them overall. Demographic and clinical factors influence the provision of PC and the satisfaction of cancer patients with care.Περίληψη Εισαγωγή: Η φροντίδα των εφήβων και νεαρών ενηλίκων (ΕΝΕ) με καρκίνο αποτελεί πρόκληση για τους νοσηλευτές και τους επαγγελματίες υγείας καθώς παράγοντες που αφορούν τη νόσο και τη θεραπεία επιδρούν σε αυτήν αλλά και στην ποιότητα ζωής (ΠΖ) των ασθενών. Η ανακουφιστική φροντίδα (ΑΦ) αποτελεί τη βέλτιστη πρακτική για τη φροντίδα των ΕΝΕ με καρκίνο. Η ικανοποίηση των ασθενών με καρκίνο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ΑΦ. Σκοπός: Η αξιολόγηση των αναγκών ΑΦ όπως επίσης η διερεύνηση της ικανοποίησης των ασθενών με καρκίνο (16-24 ετών) από τη συνολική παρεχόμενη φροντίδα. Υλικό και Μέθοδος: Στην παρούσα συγχρονική μελέτη συμμετείχαν 600 ασθενείς με καρκίνο (150 ασθενείς ανά ηλικιακή κατηγορία και συγκεκριμένα 16-24, 25-49, 50-74 & ≥75 ετών). Η δειγματοληψία ήταν ευκολίας και η συλλογή του δείγματος διήρκησε από τον Ιούνιο του 2021 έως τον Ιούνιο του 2023. Το εργαλείο μέτρησης περιλάμβανε τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων (δημογραφικά, κλινικά), το ερωτηματολόγιο «Αξιολόγησης της ΑΦ σε ασθενείς με καρκίνο» και το ερωτηματολόγιο «Αξιολόγησης του βαθμού ικανοποίησης από τη φροντίδα». Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με το στατιστικό πακέτο SPSSv.23.0 σε επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας 0.05. Αποτελέσματα: Από τους 600 ασθενείς, το 43,2% άνδρες & 56,8% γυναίκες. Στους ΕΝΕ (16-24 ετών) η ηλικία των ανδρών (n=69) ήταν 20,06±2,62 και των γυναικών (n=81) ήταν20,98±2,41 έτη. Οι πιο συχνές διαγνώσεις ήταν καρκίνος μαστού (30,7%), αναπαραγωγικού(20,7%) και αναπνευστικού συστήματος (16,7%). Η πιο συχνή θεραπεία μόνη της ή σε συνδυασμό με κάποια άλλη ήταν η χειρουργική επέμβαση (96,7%), η ανοσοθεραπεία (28%) και η χημειοθεραπεία (25,5%). Οι ΕΝΕ αξιολόγησαν την ΠΖ κατά το χρόνο της συνέντευξης καλή (53%) έως πολύ καλή (38,66%) (p=0,001), ενώ εκτίμησαν ότι η υγεία τους τον επόμενο χρόνο θα είναι κάπως καλύτερη (36%) και πολύ καλύτερη (49,33%) (p=0,001). Οι ΕΝΕ ανέφεραν ότι η πιθανότητα ίασης ήταν πολύ ή μέτρια σημαντική: στη λήψη απόφασης για το σχέδιο θεραπείας (97,33%), στην ικανότητα συμμετοχής τους σε καθημερινές δραστηριότητες (96,66%) και στις δυνητικές παρενέργειες (86,66%). Οι ΕΝΕ και οι ασθενείς ≥75 ετών δήλωσαν μεγαλύτερη μέση ένταση πόνου (5,28±2,47) και 5,45±2,40, αντίστοιχα (p=0,001). Οι ασθενείς ≥75 ετών δήλωναν «αρκετή έως πάρα πολύ έντονη» δυσφορία που σχετίζεται με πόνο σε σχέση με τους ασθενείς των άλλων ηλικιακών κατηγοριών (p=0,002), ενώ αξιολόγησαν θετικότερα τις προσπάθειες της ογκολογικής ομάδας για τη διαχείριση του πόνου συγκριτικά με τους μεγαλύτερους ασθενείς (p=0,023). Οι ασθενείς <49 ετών ανέφεραν ότι ήταν πολύ αποτελεσματική η αναλγητική αγωγή (15,5%), ενώ οι μεγαλύτεροι αρκετά αποτελεσματική (30,33%) (p=0,023). Οι ΕΝΕ ανέφεραν υψηλό βαθμό δυσφορίας που σχετίζεται με τα συμπτώματα: ναυτία (28%), άγχος/νευρικότητα (28%), διάρροια (16%), κατάθλιψη/λύπη (12%), δυσκοιλιότητα (11,33%) και απώλεια όρεξης (10%). Ανέφεραν ότι η αξιολόγηση ης αποτελεσματικότητας της θεραπείας που έλαβαν ήταν πολύ ή μέτρια καλή για τη ναυτία (47,33%), την απώλεια όρεξης (61,33%, p=0,024), τη διάρροια (19,33%, p=0,001), τη δυσκοιλιότητα (16,66%), το άγχος/νευρικότητα (43,33%, p=0,028) και την κατάθλιψη/λύπη (17,33%, p=0,047). Οι ασθενείς ανέφεραν ότι η ογκολογική ομάδα θα έπρεπε να εστιάζει στην ΠΖ τους πολύ ή πάρα πολύ (86%), ενώ επικεντρώθηκε επαρκώς ή πάρα πολύ (92%). Οι ΕΝΕ δηλώνουν μικρότερο ποσοστό γνώσης του όρου ΑΦ, μικρότερη εμπειρία ΑΦ (p=0,001) και μικρότερη θετική στάση προς την ΑΦ (p=0,001). Οι ΕΝΕ ανέφεραν ότι η συζήτηση για την 244 αντιμετώπιση του πόνου και τα σωματικά συμπτώματα έχουν την υψηλότερη συχνότητα, ανεξάρτητα ηλικίας, με τους ασθενείς <49 ετών να δηλώνουν μικρότερη συχνότητα συζήτησης συγκριτικά με τους μεγαλύτερους (p=0,041 & p=0,005, αντίστοιχα) και ότι σίγουρα θα ήθελαν να είχαν συναντήσει την ομάδα ΑΦ από τη διάγνωση (50,66%). Οι ΕΝΕ δήλωσαν ότι είναι περισσότερο ικανοποιημένοι από τις διεπιστημονικές δεξιότητες των γιατρών (p=0,043), τη διαθεσιμότητα των γιατρών (p=0,024) και των νοσηλευτών (p=0,008), τις τεχνικές δεξιότητεςτων νοσηλευτών (p=0,015), την πληροφόρηση από τους νοσηλευτές (p=0,009), τη φροντίδα του οργανισμού (p=0,027) και τη συνολική ικανοποίηση (p=0,021), σε σχέση με τους μεγαλύτερους ασθενείς. Οι παράγοντες που αναδείχθηκαν ότι επιδρούν στατιστικά σημαντικά στην ικανοποίηση των ασθενών από τη φροντίδα, είναι το φύλο (p=0,015, η ηλικία, ο τόπος μόνιμης διαμονής (p<0,04), ο τύπος διάγνωσης (p<0,01) και ο τύπος της θεραπείας (p<0,04). Ο βαθμός γενικής ικανοποίησης των ασθενών και η ικανοποίηση από τη ψυχοκοινωνική φροντίδα, διαφοροποιείται στατιστικά σημαντικά ανάλογα με την εκτίμηση της υγείας των ασθενών για τον επόμενο χρόνο της ζωής τους (p=0,001 & p=0,007, αντίστοιχα). Η αυτοαναφερόμενη αξιολόγηση της ΠΖ και η αυτοαξιολόγηση της κατάστασης υγείας συσχετίστηκε στατιστικά σημαντικά την ικανοποίηση από τη φροντίδα, με τους ασθενείς με χαμηλότερη ΠΖ και επηρεασμένη κατάσταση υγείας, να δηλώνουν μικρότερο βαθμό ικανοποίησης (όλα τα p<0,003). Συμπεράσματα: Η πλειοψηφία των ENE αξιολόγησε την αυτοαναφερόμενη ΠΖ από καλή έως εξαιρετική. Η γνώση του όρου ΑΦ, η εμπειρία ΑΦ και η θετική στάση στην ΑΦ δεν διαπιστώνεται σε σημαντικό μέρος των ασθενών. Φαίνεται ότι οι ασθενείς αξιολογούν πολύ θετικά την ικανοποίησή τους από το χαρακτήρα των γιατρών και των νοσηλευτών ενώ υψηλή ικανοποίηση ανέφεραν για τη γνώση των γιατρών για την ασθένεια, τον τρόπο που οινοσηλευτές εφάρμοζαν τις νοσηλευτικές πράξεις και τη νοσηλευτική φροντίδα που τους παρείχαν συνολικά. Δημογραφικοί και κλινικοί παράγοντες επιδρούν παροχή της ΑΦ και στην ικανοποίηση των ασθενών με καρκίνο από τη φροντίδα
The good teacher in modern school from the perspective of secondary education students
The subject of this doctoral thesis is to point out the good teacher from the perspective of secondary school students. Specifically, the aim of the research is to investigate students' views and expectations regarding the characteristics of a good teacher, focusing on both their work and personality traits. For the achievement of this goal, the topic is approached both theoretically and empirically. Initially, a theoretical approach of the topic is being made, attaching importance to the dimensions of a good teacher’s work, and particularly the educational, pedagogical and evaluative aspects, as well as their personality, making use of relevant Greek and international bibliography. Subsequently, the methodology of the research is being described. This current study, which meets the criteria of reliability and validity, was conducted during the period October 2023 to January 2024, in the Region of Epirus, with the participation of 1.017 Middle School and High School students, who completed a closed-ended questionnaire. The findings present special interest, as it is revealed that students perceive the term "good teacher", primarily with its pedagogical role, placing greater importance on the teachers’ pedagogical function, followed by their role as an instructor and evaluator. Moreover, it is ascertained, according to students’ opinions, that a good teacher must possess all the necessary qualifications -scientific, pedagogical and instructional- as well as a pleasant and polite personality characterized by fairness, objectivity, empathy, sincerity, approachability, flexibility, adaptability, consistency, humor, optimism, enthusiasm for their work and a self-critical attitude. Additionally, students are pointing out as a precondition of the teachers’ pedagogical effectiveness the teachers’ ability to organize with a pedagogically appropriate way the pedagogical communication with students, place importance on both the formation of the pedagogical climate in the classroom and the development of good relationships with students, focus on the pedagogical management of discipline, organize and plan the teaching and learning process with a correct and effective way, and evaluate the students’ performance by using pedagogically indicated criteria and methods. Furthermore, based on their educational experiences, students believe that their current teachers largely meet their expectations regarding the good teacher. In addition, correlations and differentiations in students' views were observed based on the gender, school type, grade level, urban or rural setting, students’ performance level, and parents’ educational level. Finally, the thesis concludes with our recommendations, based on the findings of our research.Αντικείμενο της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι να αναδείξει τον καλό εκπαιδευτικό από τη σκοπιά των μαθητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, στόχος της έρευνας είναι να διερευνηθούν οι απόψεις και οι προσδοκίες των μαθητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με τα χαρακτηριστικά του καλού εκπαιδευτικού, εστιάζοντας στις διαστάσεις του έργου του και την προσωπικότητά του. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, το θέμα προσεγγίζεται θεωρητικά και εμπειρικά. Αρχικά, γίνεται θεωρητική προσέγγιση του θέματος, δίνοντας βαρύτητα στις διαστάσεις του έργου του καλού εκπαιδευτικού και, ειδικότερα, στις διδακτικές, παιδαγωγικές και αξιολογικές διαστάσεις, καθώς και στην προσωπικότητά του, αξιοποιώντας τη σχετική ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία. Ακολούθως, περιγράφεται η μεθοδολογία διερεύνησης του θέματος. Η παρούσα έρευνα, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις αξιοπιστίας και εγκυρότητας, διεξήχθη κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2023 έως και τον Ιανουάριο του 2024, με τη συμμετοχή 1017 μαθητών από τα Γυμνάσια και τα Γενικά Λύκεια της Περιφέρειας Ηπείρου, συμπληρώνοντας ένα ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου. Τα ευρήματα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αναδεικνύεται ότι οι μαθητές αντιλαμβάνονται τον όρο «καλός εκπαιδευτικός», κυρίως, με την παιδαγωγική του ιδιότητα, προσδίδοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στον παιδαγωγικό ρόλο του καλού εκπαιδευτικού και, ακολούθως, στον ρόλο του διδασκάλου και του αξιολογητή. Επίσης, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με τις απόψεις των μαθητών, ο καλός εκπαιδευτικός επιβάλλεται να διαθέτει όλα τα απαιτούμενα εφόδια, επιστημονικά, παιδαγωγικά και διδακτικά, καθώς και μια ευχάριστη και ευγενική προσωπικότητα που χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από δικαιοσύνη, αντικειμενικότητα, ενσυναίσθηση, ειλικρίνεια, προσήνεια, ευελιξία και προσαρμοστικότητα, συνέπεια, χιούμορ, αισιοδοξία, ενθουσιασμό για τη δουλειά του και αυτοκριτική διάθεση. Παράλληλα, οι μαθητές αναδεικνύουν ως προϋπόθεση παιδαγωγικής αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού την ικανότητά του να οργανώνει με παιδαγωγικά ορθό τρόπο την παιδαγωγική επικοινωνία με τους μαθητές, να δίνει βαρύτητα τόσο στη διαμόρφωση θετικού παιδαγωγικού κλίματος στην τάξη όσο και την ανάπτυξη καλών σχέσεων με τους μαθητές, να εστιάζει στην παιδαγωγική διαχείριση της πειθαρχίας, να οργανώνει και να προγραμματίζει τη διδακτική και μαθησιακή διαδικασία με σωστό και με αποτελεσματικό τρόπο και να αξιολογεί την επίδοση των μαθητών με παιδαγωγικά ενδεδειγμένα κριτήρια και τρόπους. Επιπλέον, με βάση τις εκπαιδευτικές τους εμπειρίες, οι μαθητές κρίνουν ότι οι σημερινοί εκπαιδευτικοί τους ανταποκρίνονται σε αρκετά μεγάλο βαθμό στις προσδοκίες τους για τον καλό εκπαιδευτικό. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκαν συσχετίσεις και διαφοροποιήσεις των απόψεων των μαθητών, με βάση το φύλο, τον τύπο σχολείου, την τάξη, την αστικότητα, τον βαθμό επίδοσης των μαθητών και το επίπεδο σπουδών των γονέων. Τέλος, η διατριβή ολοκληρώνεται με τις προτάσεις μας, που πηγάζουν από τα ευρήματα της έρευνά μας
Study of mosquito control programs in the prefecture of Evros periods 2015 - 2018 and their contribution to cross-border public health
Mosquitoes on a global scale constitute the leading cause of deaths due to the transmission of numerous and severe diseases to humans. Resolving the issue of mosquito-borne diseases is a critical problem for Greek society as well. It affects the quality of life of citizens, the country's tourism economy, and the protection of public health. The competent services of each region are obligated to develop comprehensive mosquito control plans at the level of Regional Units. Concurrently, it is essential for municipalities to implement management projects primarily at an urban level, complementing the main efforts of the Region. This study focuses on collecting and processing data from the integrated mosquito control programs of the Eastern Macedonia and Thrace Region (P.A.M.Th) and primarily concerns their implementation in the region of the Evros Prefecture during the years 2015-2018. Evaluating the actions taken will aid in better understanding the emerging problems and provide impetus for future improvement in management. The measures implemented during this period proved inadequate. The Region mainly relied on the method of larviciding, while municipalities neglected fundamental measures such as eliminating breeding sites, environmental sanitation, and particularly citizen awareness. Despite the extensive use of larviciding, mosquito infestation remained at high levels in several areas, causing significant living difficulties for residents. Mosquitoes breeding in open water bodies may have resulted from flooding events and are associated with the sporadic transmission of diseases. Their management differs from those species reproducing in urban and suburban habitats. Aedes and Culex mosquitoes of this category are invasive species responsible for significant public health problems. The appearance, particularly in recent years, of the Asian Tiger mosquito (Aedes albopictus) in the Evros Prefecture is of significant concern. This species has substantial public health implications and can transmit extremely dangerous diseases. The knowledge of mosquito biology, combined with their rapid rates of development and reproduction, prevents their complete eradication. The period 2015-2018 was particularly challenging climatically, with high temperatures accompanied by intense rainfall leading to a significant increase in mosquito populations. The combination of climatic conditions with the topography of the area and migration flows, due to the borders, directly relates to the re-emergence of West Nile virus and malaria cases. Mosquitoes remain an evolving problem. Future programs must demonstrate adaptability over space and time, utilizing new technologies to ensure better outcomes. The cornerstone of future integrated control programs will be systematic entomological surveillance and epidemiological research. The resulting data will be essential for the proper planning, implementation, evaluation, and simultaneous assessment of potential risks at regional and local levels. Moreover, the creation of an information platform for the entire Greek territory, continuously updated with the aforementioned data, is an urgent need.Τα κουνούπια σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτελούν τη μεγαλύτερη αιτία θανάτων, εξαιτίας της μετάδοσης πολυάριθμων και σοβαρών ασθενειών για τον άνθρωπο. Η επίλυση του προβλήματος των μεταδιδόμενων ασθενειών από αυτά, συνιστά ένα κρίσιμο πρόβλημα και για την Ελληνική κοινωνία. Επιδρά στην ποιότητα ζωής των πολιτών, στην τουριστική οικονομία της χώρας και στην προστασία της Δημόσιας Υγείας. Οι αρμόδιες υπηρεσίες της κάθε Περιφέρειας οφείλουν να εκπονήσουν ολοκληρωμένα σχέδια καταπολέμησης κουνουπιών σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων. Παράλληλα, είναι απαραίτητο οι Δήμοι να πραγματοποιούν έργα διαχείρισης σε αστικό κυρίως επίπεδο, συνεπικουρώντας στο κυρίως έργο της Περιφέρειας. Η παρούσα εργασία ασχολείται με τη συλλογή και επεξεργασία στοιχείων από τα ολοκληρωμένα προγράμματα καταπολέμησης της Π.Α.Μ.Θ. και αφορά κυρίως την εφαρμογή τους στην περιοχή του Νομού Έβρου κατά την διάρκεια των ετών 2015 - 2018. Η αξιολόγηση των πεπραγμένων, θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση των προβλημάτων που προκύπτουν και θα δώσει το έναυσμα για τη βελτίωση τής αντιμετώπισης στο μέλλον. Τα μέτρα που εφαρμόστηκαν κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αποδείχτηκαν ανεπαρκή. Η Περιφέρεια στηρίχθηκε κυρίως στη μέθοδο της προνυμφοκτονίας και οι Δήμοι παρέλειψαν στοιχειώδη μέτρα, όπως την εξάλειψη εστιών αναπαραγωγής, την εξυγίανση του περιβάλλοντος και ειδικότερα την ευαισθητοποίηση των δημοτών τους. Παρόλη τη διευρυμένη εφαρμογή της προνυμφοκτονίας, ο βαθμός όχλησης από τα κουνούπια υπήρξε σε αρκετές περιοχές σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκαν στους κατοίκους έντονα προβλήματα διαβίωσης. Τα κουνούπια που παράγονται σε ανοικτές εστίες νερού, ενδεχομένως να έχουν δημιουργηθεί από πλημμυρικά φαινόμενα και συσχετίζονται με την μετάδοση περιστασιακών ασθενειών. Η διαχείρισή τους διαφέρει από τα είδη εκείνα, τα οποία αναπαράγονται στον αστικό και περιαστικό ιστό. Τα κουνούπια αυτής της κατηγορίας είναι τα χωροκατακτητικά είδη Aedes και Culex κατευθύνονται για την πρόκληση σημαντικών προβλημάτων στη Δημόσια υγεία. Η εμφάνιση ιδιαίτερα τα τελευταία έτη, του Ασιατικού κουνουπιού Τίγρης Aedes albopictus στον νομό Έβρου, παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον. Το συγκεκριμένο είδος έχει μεγάλη υγειονομική σημασία και μπορεί να μεταδώσει εξαιρετικά επικίνδυνες ασθένειες. Η γνώση της βιολογίας των κουνουπιών σε συνδυασμό με τους γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης και πολλαπλασιασμού, δεν επιτρέπουν την πλήρη εξάλειψή τους. Η χρονική περίοδος 2015 - 2018 υπήρξε κλιματολογικά ιδιαίτερα δύσκολη. Υψηλές θερμοκρασίες που συνοδεύτηκαν από έντονες βροχοπτώσεις, δημιούργησαν μεγάλη αύξηση των πληθυσμών των κουνουπιών. Ο συνδυασμός των κλιματολογικών συνθηκών με το ανάγλυφο της περιοχής και με τις μεταναστευτικές ροές, που παρουσιάστηκαν στο νομό λόγω των συνόρων, έχει άμεση σχέση με την επανεμφάνιση κρουσμάτων ιού του Δυτικού Νείλου αλλά και της Ελονοσίας. Τα κουνούπια αποτελούν ένα συνεχόμενα εξελισσόμενο πρόβλημα. Τα προγράμματα που θα εφαρμοστούν στο μέλλον, οφείλουν να δείχνουν την ανάλογη μεταβλητότητα στο χώρο και στο χρόνο, κάνοντας χρήση νέων τεχνολογιών και συμβάλλοντας έτσι στην εξασφάλιση καλύτερων αποτελεσμάτων. Ακρογωνιαίος λίθος των μελλοντικών ολοκληρωμένων προγραμμάτων καταπολέμησης, θα αποτελέσει η συστηματική εντομολογική επιτήρηση και επιδημιολογική έρευνα. Τα δεδομένα που θα προκύπτουν, θα είναι απαραίτητα για τον ορθό σχεδιασμό, την υλοποίηση, την αξιολόγηση και ταυτόχρονα την εκτίμηση του πιθανού κινδύνου σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η δημιουργία μιας πληροφοριακής πλατφόρμας για όλη την Ελληνική Επικράτεια, που θα ανανεώνεται συνεχώς με τα παραπάνω δεδομένα, συνιστά επιτακτική ανάγκη
Brain perfusion scan (SPECT) in first episode psychosis patients at the beginning of antipsychotic treatment and one year later and comparison of the findings
Abnormalities in cognition are a pronounced feature in primary psychotic disorders and may appear long before the manifestation of the first-episode psychosis (FEP). Although brain functional changes may precede structural alterations, brain perfusion patterns in FEP and most importantly their correlations with cognition remain poorly understood. In the present study, we assessed regional cerebral blood flow (rCBF) in 80 patients with a diagnosis of FEP. A subgroup of 53 of those patients was submitted to neuropsychological tests to assess neurocognitive functions. A special emphasis was placed on the assessment of basic executive functions. Cerebral perfusion patterns were measured by SPECT rCBF scintigraphy in cerebral lobes bilaterally and Brodmann Areas (BAs).Patients showed impairments in long-term verbal memory, processing speed/response latency and executive cognition. Pathological perfusion was prominent in the limbic system bilaterally, followed by the left temporal lobe. BAs with the largest hypoperfusion were the subgenual area (BA 25) and hippocampal areas (BA 28 and 36). The left temporal lobe was also hypoperfused and specifically the inferior temporal gyrus (BA 20), the left middle (BA 21) and superior (BA 22) temporal gyrus and the temporal pole (BA 38). Hypoperfusion was limited in the frontal areas regions, although specific BAs displayed pathological perfusion (i.e. BA 24). Cerebral lobe perfusion was not correlated with compromised cognitive abilities.The sample of 51 patients who were reassessed one year after the initiation of antipsychotic medication exhibited significantly more severe hypoperfusion in the left frontal lobe, while hypoperfusion in the other lobes remained unchanged. Regarding Brodmann areas, there were significantly decreased perfusion values in BA10, BA11, BA 24 and BA47 of the left hemisphere and in BA 10, BA 45 and BA 47 of the right hemisphere. With an exception in BA28, BA 36 and BA 37 of the right hemisphere, which exhibited significantly increased values of rCBF one year after the initiation of antipsychotic medication. There were no correlations found between clinical characteristics (PANSS, DUP), sex or type of antipsychotic medication and hypoperfusion in the lobes. Regarding patient’s neurocognitive performances, an improvement was noted in the following tasks: 1-back correct, SS correct, 2-back, TCFT Immediate, TCFT Delayed, TCFT Recognition, Words Immediate, Words Delayed, one year after treatment. On the other hand, worse performance was observed in Verbal Fluency test, one year after treatment.Τα ελλείμματα στις νοητικές λειτουργίες αποτελούν ένα εξέχον χαρακτηριστικό στις πρωτοπαθείς ψυχωτικές διαταραχές και μπορεί να είναι παρόντα αρκετά πριν την εκδήλωση του πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου (ΠΨΕ/FEP). Παρόλο που οι λειτουργικές μεταβολές του εγκεφάλου μπορεί να προηγούνται των δομικών, η κατανόηση των προτύπων της εγκεφαλικής αιμάτωσης σε ένα ΠΨΕ και, πιο σημαντικά, η συσχέτισή τους με τις νοητικές λειτουργίες παραμένει πτωχή. Στην παρούσα μελέτη, αξιολογήσαμε σε 80 ασθενείς, με τη διάγνωση ενός ΠΨE, την περιοχική εγκεφαλική αιματική ροή (rCBF). Σε υπο-ομάδα 53 εκ των ασθενών αυτών αξιολογήσαμε τις νευρογνωστικές λειτουργίες με τη χρήση νευροψυχολογικών δοκιμασιών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αξιολόγηση βασικών εκτελεστικών λειτουργιών. Τα πρότυπα της εγκεφαλικής αιμάτωσης αξιολογήθηκαν με σπινθηρογράφημα εγκεφάλου (SPECT rCBF) τόσο σε επίπεδο λοβών αμφοτερόπλευρα, όσο και σε επίπεδο περιοχών κατά Brodmann (ΒΑs). Οι ασθενείς παρουσίασαν ελλείμματα στη μακρόχρονη λεκτική μνήμη, την ταχύτητα επεξεργασίας/χρόνο απόκρισης και στην εκτελεστική λειτουργία. Έντονα παθολογική αιμάτωση παρουσίασε το μεταιχμιακό σύστημα αμφοτερόπλευρα και ακολούθως ο αριστερός κροταφικός λοβός. Οι περιοχές κατά Brodmann που παρουσίασαν την εντονότερη υποαιμάτωση ήταν η υπογονάτια περιοχή (ΒΑ25) και περιοχές του ιππόκαμπου (ΒΑ 28 και 36). Ο αριστερός κροταφικός λοβός παρουσίασε, επίσης, υποαιμάτωση και πιο συγκεκριμένα, η κάτω (ΒΑ 20), η αριστερή μέση (ΒΑ 21) και η άνω (ΒΑ 22) κροταφική έλικα, καθώς και ο κροταφικός πόλος (ΒΑ 38). Ανευρέθη περιορισμένη υποαιμάτωση στις μετωπιαίες περιοχές, αν και συγκεκριμένες περιοχές κατά Brodmann παρουσίασαν παθολογική αιμάτωση (π.χ. BA 24). Η εγκεφαλική αιμάτωση στους λοβούς δε συσχετίστηκε με τις θιγόμενες γνωστικές ικανότητες. Στο δείγμα των 51 ασθενών που εξετάστηκαν και ένα χρόνο μετά την έναρξη της αντιψυχωτικής θεραπείας παρατηρήσαμε σημαντικά πιο έντονη υποαιμάτωση στον αριστερό μετωπιαίο λοβό, ενώ η υποαιμάτωση στους άλλους λοβούς παρέμεινε αμετάβλητη. Σε επίπεδο περιοχών κατά Brodmann, παρουσιάστηκαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές αιμάτωσης στις περιοχές ΒΑ 10, BA 11, BA 24 και BA 47 στο αριστερό ημισφαίριο και στις BA 10, BA 45 και BA 47 στο δεξιό ημισφαίριο. Μόνη εξαίρεση, οι περιοχές BA 28, BA 36 και η BA 37 στο δεξιό ημισφαίριο, οι οποίες παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερες τιμές rCBF ένα χρόνο μετά την έναρξη αντιψυχωτικής αγωγής. Μετά τη θεραπεία, δεν ανευρέθησαν συσχετίσεις μεταξύ κλινικών χαρακτηριστικών (PANSS, DUP), του φύλου ή της αντιψυχωτικής αγωγής και της υποαιμάτωσης στους λοβούς του εγκεφάλου. Σε σχέση με τις νευροψυχολογικές επιδόσεις των ασθενών, πριν και μετά τη θεραπεία, καλύτερες επιδόσεις μετά τη θεραπεία είχαν οι ασθενείς στις δοκιμασίες 1-back correct, SS correct, 2-back, TCFT Immediate, TCFT Delayed, TCFT Recognition, Words Immediate, Words Delayed. Χειρότερη επίδοση μετά τη θεραπεία είχαν στη δοκιμασία λεκτικής ευχέρειας
End-of-life photovoltaic panels: investigation of alternative valorization pathways
The rapid spread of photovoltaic systems worldwide, in the context of decarbonization and green energy transition, also implies an imminent increase of their waste. The International Renewable Energy Agency (IRENA) estimates that photovoltaic waste may reach 78 million tons by 2050. As the first installations are already approaching the end of their life cycle (25-30 years), it is necessary to formulate appropriate management strategies. The aim of this thesis was to explore alternative ways of reusing photovoltaics after their end of life, complementary to the recovery methodologies that are being developed. Emphasis was placed on the study of crystalline silicon photovoltaics (1st generation), which constitute the vast majority of the systems installed to date, as well as thin-film photovoltaics (2nd generation). Four possible reutilization routes were investigated, based primarily on the exploitation of the properties of the semiconductors used in these systems, as well as on the development of composite materials.The first research approach concerns the modification of recovered crystalline silicon semiconductors for the preparation of a photocatalyst. The main method applied was metal-assisted chemical etching aiming to create nanostructures on the silicon surface. Subsequently, to improve its photocatalytic activity, doping with metals such as Cu, Ag, Pt was carried out, while a composite Si/Co3O4 photocatalyst was also developed. The catalysts were evaluated in photocatalytic applications of Methylene Blue decomposition, hexavalent chromium reduction and water splitting for hydrogen production. In the first experimental approach, the reduction in the concentration of the pigment did not exceed 34%, however, the contribution of the etching and doping processes was evident. Then, during the reduction of hexavalent chromium in the presence of citric acid, complete reduction of solutions with an initial concentration of 15-30 mg/L was achieved in times that depended on the experimental conditions. The observation that presented particular interest, however, was that the reduction can also be carried out in the absence of radiation, highlighting the multiple role of citric acid in the solution, in contrast to existing literature that attributes it purely to the action of silicon photocatalyst. Finally, regarding the photocatalytic splitting of water for hydrogen production, the Si/Co3O4 hybrid catalyst displayed the best results in terms of production repeatability (200> μmol in 6 hours of irradiation) and stability, as it was the only modification in which the hydrogen production capacity does not decrease rapidly in successive cycles.At the same time, the possibility of using photovoltaic panel waste as an additive in epoxy resin for the preparation of a composite material with dielectric properties was studied. Initially, the response of recovered 1st generation photovoltaic silicon to two different commercial resin systems (Araldite, Resoltech) was investigated. Then, using the resin that presented the most satisfactory behavior, composites were manufactured using the entire photovoltaic panel waste after milling. During the first experimental phase, the presence of the additive did not appear to significantly affect the flexural strengths of the resin, while it significantly reduced the shear strengths, indicating insufficient dispersion of the particles within the polymer matrix and accumulation of stresses around the silicon grains. The energy storage capacity of the polymeric matrices increased at 30°C by up to 12.5% for Araldite and up to 84.0% for Resoltech for a frequency range of 0.1 to 106 Hz. At low frequency, the storage capacity increased by up to 3.5 times compared to pure epoxy resin in Araldite samples and up to 3 times for Resoltech. However, Araldite exhibits this behavior only at higher temperatures (>80°C) while Resoltech exhibits at least a 1.5-fold increase over the entire temperature range examined (30-120°C). Moving on to the second experimental phase, mechanical milling was applied for further size reduction and adequate dispersion of the additive. This was confirmed by the mechanical strengths of the composites, which did not show significant changes compared to the matrix in this case. The presence of photovoltaic panel waste increased the energy storage capacity of the Resoltech polymeric matrix at 30°C by up to 25% in the case of the 2.5 wt.% CIGS additive for a frequency range of 0.1 to 106 Hz. At low frequency, the storage capacity for the samples with the 2nd generation photovoltaic additive (CIS, CIGS) recorded a significant increase after 50°C, quadrupling the initial value of the resin, while at temperatures >100°C they reached 45 (CIGS) and 40 (CIS) times increase.In addition, the stabilization-solidification of photovoltaic panel waste in Portland cement was investigated. Cement mortar was prepared by replacing part of the sand with photovoltaic panel waste in percentages of up to 20.0% w/w, while the extraction of heavy metals, the mechanical strengths and the durability of the resulting specimens were evaluated. In the case of 1st generation photovoltaics, the presence of silicon and aluminum led to cement mortar with reduced mechanical strengths, as these react to produce hydrogen in the presence of calcium hydroxide, causing gas encapsulation and swelling in the final product. On the contrary, for 2nd generation photovoltaics, the compressive strength values at 28 days obtained were the highest for sand replacement at a percentage of over 10% w/w and range from 48.7 to 58.5 MPa and 46.5 to 54.6 Mpa for CIGS and CIS samples respectively, compared to 32.1 MPa of the reference sample. Values corresponding to 51.7 to 74.1% and 44.9 to 70.1% increase respectively. The durability tests in successive wet-dry and freeze-thaw cycles showed that not only does the resistance of the samples to environmental phenomena increase with the presence of second-generation photovoltaics, but the samples with a high aggregate replacement of 20% w/w CIS and CIGS are the only ones that did not fail. In both cases, the concentrations of the metals tested by ICP-OES after the extraction tests were lower than 50 μg/L, judging their stabilization successful.Finally, the possibility of utilizing recovered silicon and 1st generation photovoltaics for the production of a geopolymerization activation solution with simultaneous hydrogen recovery through an alkaline reaction with NaOH was studied. Initially, the use of recovered silicon was examined, with an observed hydrogen production of 1.55 L/g, a yield of 89.2% of the theoretically expected. In the resulting solution, the product sodium metasilicate (Na₂SiO₃) was identified and used in the geopolymerization of fly ash with the final product developing a 7-day compressive strength of 19.5 MPa. Subsequently, the possibility of utilizing the entire photovoltaic after milling was studied. Different ratios of the reaction components were examined and based on the overall silica dissolution efficiency and the SiO2/(Na2O+K2O) molar ratio in the final activation solution, the optimal one was selected. Using the selected ratio, fly ash and brick waste geopolymers were manufactured which developed 7-day compressive strengths of 18.8 and 32.9 MPa respectively.In conclusion, it was shown that 2nd generation photovoltaic panel waste can be used, after just one mechanical pre-treatment, in the preparation of epoxy resin composites with increased energy storage capacity and in the production of cement mortars with increased strengths, while successfully stabilizing heavy metals such as cadmium contained in them. Recovered crystalline silicon can also be utilized for the production of composite dielectric material with increased storage capacity in a satisfactory range of temperatures and frequencies. 1st generation photovoltaic panel waste can be successfully stabilized in Portland cement, however only at low replacement rates (1%) due to the swelling phenomenon observed. After appropriate modifications, a photocatalyst can be prepared from recovered silicon, however, the intense chemical (etching with HF) or thermal (400֯֯C - Si/Co3O4) processes required make the environmental footprint significant in relation to the benefit of the application. Finally, both the recovered silicon and the entire 1st generation photovoltaic panel were successfully used to produce a geopolymerization activation solution with simultaneous hydrogen recovery, while geopolymers were manufactured utilizing another waste stream (fly ash, brick waste).Therefore, the results of this thesis can constitute an important research basis for the further investigation and optimization of the proposed utilization routes, as well as for the development of new innovative methods of repurposing end of life photovoltaic panels.Η ραγδαία διάδοση της χρήσης φωτοβολταϊκών συστημάτων παγκοσμίως, στο πλαίσιο της απανθρακοποίησης και πράσινης ενεργειακής μετάβασης, συνεπάγεται και επικείμενη ραγδαία αύξηση των αποβλήτων τους. Ο Διεθνής Οργανισμός Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA) εκτιμά ότι τα απόβλητα φωτοβολταϊκών ενδέχεται να φτάσουν τους 78 εκατομμύρια τόνους έως το 2050. Καθώς ήδη οι πρώτες εγκαταστάσεις πλησιάζουν το τέλος του κύκλου ζωής τους (25-30 έτη), είναι αναγκαία η διαμόρφωση κατάλληλων στρατηγικών διαχείρισης. Στόχος της παρούσας διατριβής ήταν να διερευνήσει εναλλακτικές οδούς επαναχρησιμοποίησης των φωτοβολταϊκών μετά το τέλος ζωής τους συμπληρωματικά στις μεθοδολογίες ανάκτησης που αναπτύσσονται. Δόθηκε έμφαση στη μελέτη φωτοβολταϊκών κρυσταλλικού πυριτίου (1ης γενιάς), που αποτελούν συντριπτική πλειονότητα στα έως τώρα εγκατεστημένα συστήματα, καθώς και σε φωτοβολταϊκά λεπτού υμενίου (2ης γενιάς). Διερευνήθηκαν τέσσερεις πιθανές οδοί επαναξιοποίησης που βασίστηκαν κατά κύριο λόγο στην εκμετάλλευση των ιδιοτήτων των ημιαγωγών που χρησιμοποιούνται σε αυτά τα συστήματα, καθώς και στην ανάπτυξη σύνθετων υλικών. Η πρώτη ερευνητική οδός αφορά την τροποποίηση ανακτημένων ημιαγωγών κρυσταλλικού πυριτίου για την παρασκευή φωτοκαταλύτη. Η κύρια μέθοδος που εφαρμόστηκε ήταν χημική χάραξη υποβοηθούμενη από μέταλλα με στόχο τη δημιουργία νανοδομών στην επιφάνεια του πυριτίου. Στη συνέχεια, για την βελτίωση της φωτοκαταλυτικής του ενεργότητας πραγματοποιήθηκε εμπλουτισμός (doping) με μέταλλα όπως Cu, Ag, Pt, ενώ παρασκευάστηκε και σύνθετος φωτοκαταλύτης Si/Co3O4. Οι καταλύτες αξιολογήθηκαν σε φωτοκαταλυτικές εφαρμογές διάσπασης χρωστικής (Μπλε του Μεθυλενίου), αναγωγής εξασθενούς χρωμίου και διάσπασης νερού για παραγωγή υδρογόνου. Κατά την πρώτη πειραματική προσέγγιση η μείωση στη συγκέντρωση της χρωστικής δεν ξεπέρασε το 34%, ωστόσο ήταν εμφανής η συνεισφορά των διεργασιών χάραξης και εμπλουτισμού. Στη συνέχεια, κατά την αναγωγή εξασθενούς χρωμίου παρουσία κιτρικού οξέος επιτεύχθηκε πλήρης αναγωγή διαλυμάτων αρχικής συγκέντρωσης 15-30 mg/L σε χρόνους που εξαρτήθηκαν από τις συνθήκες κάθε πειράματος. Το γεγονός ωστόσο που παρουσίασε ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν ότι η δράση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί και απουσία ακτινοβολίας τονίζοντας τον πολλαπλό ρόλο του κιτρικού οξέος στο διάλυμα, σε αντίθεση με υπάρχουσα βιβλιογραφία που το αποδίδει καθαρά στη δράση φωτοκαταλύτη πυριτίου. Τέλος, όσον αφορά τη φωτο καταλυτική διάσπαση νερού για παραγωγή υδρογόνου ο υβριδικός καταλύτης Si/Co3O4 έδωσε τα βέλτιστα αποτελέσματα ως προς την επαναληψιμότητα της παραγωγής (>200 μmol σε 6 ώρες ακτινοβόλησης) και ως προς την σταθερότητα, καθώς ήταν η μόνη τροποποίηση στην οποία η ικανότητα παραγωγής υδρογόνου δεν μειώνεται ραγδαία σε διαδοχικούς κύκλους. Παράλληλα, μελετήθηκε η δυνατότητα χρήσης αποβλήτου φωτοβολταϊκού πάνελ ως πρόσθετο σε εποξειδική ρητίνη για παρασκευή σύνθετου υλικού με διηλεκτρικές ιδιότητες. Αρχικά διερευνήθηκε η απόκριση ανακτημένου πυριτίου φωτοβολταϊκών 1ης γενιάς σε δυο διαφορετικά συστήματα εμπορικών ρητινών (Araldite, Resoltech). Έπειτα, χρησιμοποιώντας τη ρητίνη που παρουσίασε περισσότερο ικανοποιητική συμπεριφορά κατασκευάστηκαν σύνθετα χρησιμοποιώντας το σύνολο του αποβλήτου φωτοβολταϊκών πάνελ μετά από άλεση. Κατά την πρώτη πειραματική φάση, η παρουσία του πρόσθετου δεν φάνηκε να επηρεάζει σημαντικά τις αντοχές σε κάμψη της ρητίνης, ενώ μείωσε σημαντικά τις αντοχές σε διάτμηση υποδεικνύοντας μη επαρκή διασπορά των σωματιδίων εντός της πολυμερικής μήτρας και συσσώρευση τάσεων γύρω από τους κόκκους του πυριτίου. Η ικανότητα αποθήκευσης ενέργειας των πολυμερικών μητρών αυξήθηκε στους 30°C έως και 12.5% για την Araldite και έως 84.0% για την Resoltech για εύρος συχνοτήτων 0.1 έως 106 Hz. Σε χαμηλή συχνότητα, η ικανότητα αποθήκευσης αυξήθηκε έως και 3.5 φορές σε σχέση με την καθαρή εποξειδική ρητίνη σε δείγματα Araldite και έως 3 φορές για την Resoltech. Ωστόσο η Araldite παρουσιάζει αυτή τη συμπεριφορά μόνο σε υψηλότερες θερμοκρασίες (>80°C) ενώ η Resoltech παρουσιάζει τουλάχιστον 1.5 φορά αύξηση σε όλο το εύρος θερμοκρασιών που εξετάστηκαν (30-120°C). Προχωρώντας στη δεύτερη πειραματική φάση εφαρμόστηκε μηχανική άλεση για περαιτέρω μείωση μεγέθους και επαρκή διασπορά του πρόσθετου. Γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τις μηχανικές αντοχές των συνθέτων, που δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές σε σύγκριση με τη μήτρα σε αυτή την περίπτωση. Η παρουσία αποβλήτων φωτοβολταϊκών πάνελ 2ης γενιάς (ημιαγωγός τύπου CuIn(Ga)Se ή CI(G)S) αύξησε την ικανότητα αποθήκευσης ενέργειας της πολυμερικής μήτρας Resoltech στους 30°C έως και 25% στην περίπτωση του πρόσθετου 2.5% κ.β. από CIGS για εύρος συχνοτήτων 0.1 έως 106 Hz. Σε χαμηλή συχνότητα η ικανότητα αποθήκευσης για τα δείγματα με πρόσθετο από φωτοβολταϊκά 2ης γενιάς (CIS & CIGS) σημείωσε σημαντική αύξηση μετά τους 50°C τετραπλασιάζοντας την αρχική τιμή της ρητίνης ενώ σε θερμοκρασίες >100°C έφτασαν τις 45 (CIGS) και 40 (CIS) φορές αύξηση. Επιπλέον, διερευνήθηκε η σταθεροποίηση–στερεοποίηση αποβλήτων φωτοβολταϊκών πάνελ σε τσιμέντο Portland. Παρασκευάστηκε τσιμεντοκονία με αντικατάσταση μέρους της άμμου από απόβλητο φωτοβολταϊκών πάνελ σε ποσοστά έως και 20.0% κ.β., ενώ αξιολογήθηκαν η εκχύλιση βαρέων μετάλλων, οι μηχανικές αντοχές και η ανθεκτικότητα των προκύπτοντων δοκιμίων. Στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών 1ης γενιάς η ύπαρξη πυριτίου και αργιλίου οδήγησε σε τσιμεντοκονία με μειωμένες μηχανικές αντοχές, καθώς αυτά αντιδρούν προς παραγωγή υδρογόνου παρουσία του υδροξειδίου του ασβεστίου προκαλώντας ενθυλάκωση αερίου και διόγκωση στο τελικό προϊόν. Αντιθέτως, για τα φωτοβολταϊκά 2ης γενιάς οι τιμές αντοχής σε θλίψη στις 28 ημέρες που ελήφθησαν ήταν οι υψηλότερες για αντικατάσταση άμμου σε ποσοστό πάνω από 10% κ.β. και κυμαίνονται από 48.7 έως 58.5 MPa και 46.5 έως 54.6 Mpa για δείγματα CIGS και CIS αντίστοιχα, σε σύγκριση με 32.1 MPa του δοκιμίου αναφοράς. Τιμές που αντιστοιχούν σε 51.7 έως 74.1% και 44.9 έως 70.1% αύξηση αντίστοιχα. Οι δοκιμές ανθεκτικότητας σε διαδοχικούς κύκλους υγρού-ξηρού και ψύξης-απόψυξης έδειξαν πως όχι μόνο αυξάνεται η αντοχή των δοκιμίων σε περιβαλλοντικά φαινόμενα με την παρουσία φωτοβολταϊκών δεύτερης γενιάς αλλά τα δοκίμια με υψηλή αντικατάσταση αδρανούς 20% κ.β. CIS και CIGS είναι τα μόνα που δεν παρουσίασαν αστοχία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι συγκεντρώσεις των μετάλλων που ελέγχθηκαν με ICP-OES μετά τις δοκιμές εκχύλισης ήταν χαμηλότερες των 50 μg/L, κρίνοντας επιτυχή τη σταθεροποίησή τους. Τέλος, μελετήθηκε η δυνατότητα αξιοποίησης ανακτημένου πυριτίου και φωτοβολταϊκών 1ης γενιάς για την παραγωγή διαλύματος ενεργοποίησης γεωπολυμερισμού με ταυτόχρονη ανάκτηση υδρογόνου μέσω αλκαλικής αντίδρασης με NaOH. Αρχικά εξετάστηκε η χρήση ανακτημένου πυριτίου, με παρατηρούμενη παραγωγή υδρογόνου 1.55 L/g, απόδοση 89.2% της θεωρητικά αναμενόμενης. Στο διάλυμα που προέκυψε έγινε ταυτοποίηση του προϊόντος μεταπυριτικού νατρίου (Na₂SiO₃) και χρησιμοποιήθηκε στον γεωπολυμερισμό ιπτάμενης τέφρας με το τελικό προϊόν να αναπτύσσει θλιπτική αντοχή 7 ημερών 19.5MPa. Στη συνέχεια, μελετήθηκε η δυνατότητα αξιοποίησης του συνόλου του φωτοβολταϊκού μετά από άλεση. Εξετάστηκαν διαφορετικές αναλογίες των συστατικών της αντίδρασης και με γνώμονα τη συνολική απόδοση διαλυτοποίησης του πυριτίου και τον μοριακό λόγο SiO2/(Na2O+K2O) στο τελικό διάλυμα ενεργοποίησης επιλέχθηκε η βέλτιστη. Χρησιμοποιώντας την επιλεγμένη αναλογία κατασκευάστηκαν γεωπολυμερή ιπτάμενης τέφρας και αποβλήτου τούβλου τα οποία ανέπτυξαν αντοχή σε θλίψη 7 ημερών 18.8 και 32.9 ΜPa αντίστοιχα. Εν κατακλείδι, τα απόβλητα φωτοβολταϊκών πάνελ 2ης γενιάς φάνηκε πως μπορούν μετά από μόλις μια μηχανική προεπεξεργασία να χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή σύνθετων υλικών εποξειδικής ρητίνης με αυξημένη ικανότητα αποθήκευσης ενέργειας και στην παραγωγή τσιμεντοκονίας αυξημένων αντοχών, σταθεροποιώντας παράλληλα επιτυχώς βαρέα μέταλλα όπως κάδμιο που περιέχονται σε αυτά. Ανακτημένο κρυσταλλικό πυρίτιο μπορεί επίσης να αξιοποιηθεί για την παραγωγή σύνθετου διηλεκτρικού υλικού με αυξημένη αποθηκευτική ικανότητα σε ικανοποιητικό εύρος θερμοκρασιών και συχνοτήτων. Απόβλητα φωτοβολταϊκών πάνελ 1ης γενιάς μπορούν να σταθεροποιηθούν επιτυχώς σε τσιμέντο Portland, ωστόσο μόνο σε χαμηλά ποσοστά αντικατάστασης (1%) λόγω του φαινομένου διόγκωσης που παρατηρείται. Μετά από κατάλληλες τροποποιήσεις μπορεί να παρασκευαστεί φωτοκαταλύτης από ανακτημένο πυρίτιο, ωστόσο οι έντονες χημικές (χάραξη με HF) ή θερμικές (400 ֯C - Si/Co3O4) διεργασίες που απαιτούνται καθιστούν σημαντικό το περιβαλλοντικό αποτύπωμα σε σχέση με το όφελος της εφαρμογής. Τέλος, τόσο το ανακτημένο πυρίτιο όσο και το σύνολο του φωτοβολταϊκού πάνελ 1ης γενιάς χρησιμοποιήθηκαν επιτυχώς για την παραγωγή διαλύματος ενεργοποίησης γεωπολυμερισμού με ταυτόχρονη ανάκτηση υδρογόνου, ενώ κατασκευάστηκαν γεωπολυμερή αξιοποιώντας ταυτόχρονα ένα ακόμα ρεύμα αποβλήτων (ιπτάμενη τέφρα, απόβλητα τούβλων). Επομένως, τα αποτελέσματα της παρούσας διατριβής μπορούν να αποτελέσουν μια σημαντική ερευνητική βάση για την περαιτέρω διερεύνηση και βελτιστοποίηση των οδών αξιοποίησης που προτείνονται αλλά και για τη διαμόρφωση νέων καινοτόμων μεθόδων επαναχρησιμοποίησης φωτοβολταϊκών τέλους ζωής