Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Study of bone loss in patients with monoclonal gammopathy and its monitoring potential through the trabecular bone score (TBS)

    No full text
    Abstract: Background/Objectives: Monoclonal gammopathies, such as Monoclonal Gammopathy of Undetermined Significance (MGUS) and Smoldering Multiple Myeloma (SMM), are conditions marked by the overproduction of specific monoclonal proteins. Patients with these conditions are known to have a higher risk of fractures compared to the general population, yet there are no established guidelines for assessing or managing their skeletal health. The Trabecular Bone Score (TBS), which can be calculated from DXA images of the lumbar spine, provides additional insights into bone microarchitecture. Methods: This study aimed to determine whether TBS can serve as a supplementary tool in assessing bone loss in MGUS and SMM patients. Conducted from 2020 to 2023, the study involved 148 participants—74 diagnosed with a myeloma precursor state and 74 healthy controls—who underwent simultaneous DXA and TBS measurements. Results: The results indicated a weak positive correlation (R = 0.405) between DXA and TBS T-scores, suggesting that other factors may influence the measurements. When analyzed separately, the correlations remained weak for both MGUS (R = 0.250) and SMM (R = 0.485). Interestingly, discrepancies were noted in T-score classifications; for instance, a patient classified as normal via DXA could be deemed osteopenic or osteoporotic with TBS. Conclusions: Overall, the findings suggest that incorporating TBS along-side DXA can enhance the accuracy of bone density assessments, facilitating earlier diagnosis and treatment initiation for osteoporosis in asymptomatic patients with monoclonal gammopathies.Περίληψη: Σκοπός: Οι μονοκλωνικές γαμμαπάθειες, όπως η Μονοκλωνική Γαμμαπάθεια Απροσδιόριστης Σημασίας (MGUS) και το Ασυμπτωματικό Πολλαπλό Μυέλωμα (SMM), είναι καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από την υπερπαραγωγή συγκεκριμένων μονοκλωνικών πρωτεϊνών. Οι ασθενείς αυτοί όπως είναι γνωστό έχουν αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, ωστόσο δεν υπάρχουν καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες για την αξιολόγηση ή τη διαχείριση της σκελετικής τους υγείας. Το Trabecular Bone Score (TBS), το οποίο μπορεί να υπολογιστεί από τις εικόνες DXA της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, παρέχει επιπλέον πληροφορίες για τη μικροαρχιτεκτονική των οστών. Μέθοδοι: Η παρούσα μελέτη θέτει ως στόχο να προσδιορίσει εάν το TBS μπορεί να λειτουργήσει ως συμπληρωματικό εργαλείο στην αξιολόγηση της απώλειας οστικής μάζας σε ασθενείς με MGUS και SMM. Η μελέτη διεξήχθη από το 2020 έως το 2023 και περιλαμβάνει 148 συμμετέχοντες — 74 διαγνωσμένους με προσυμπτωματική κατάσταση μυελώματος και 74 υγιείς μάρτυρες — οι οποίοι υποβλήθηκαν σε ταυτόχρονη μέτρηση DXA και TBS. Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα έδειξαν μια ασθενή θετική συσχέτιση (R = 0,405) μεταξύ των T-score του DXA και του TBS, υποδηλώνοντας ότι άλλοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν τις μετρήσεις. Ακόμα και όταν αναλύθηκαν ξεχωριστά, οι συσχετίσεις παρέμειναν ασθενείς τόσο για το MGUS (R = 0,250) όσο και για το SMM (R = 0,485). Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφορές στις ταξινομήσεις T-score· για παράδειγμα, ένας ασθενής που κατατάσσεται ως φυσιολογικός μέσω της μεθόδου DXA μπορεί να χαρακτηριστεί ως οστεοπενικός ή οστεοπορωτικός με τη χρήση του TBS. Συμπεράσματα: Συνολικά, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η ενσωμάτωση του TBS όταν χρησιμοποιείται συνδυαστικά με τα δεδομένα της DXA, μπορούν να βελτιώνουν σημαντικά την ακρίβεια της αξιολόγησης της οστικής πυκνότητας, διευκολύνοντας την έγκαιρη διάγνωση και την έναρξη θεραπείας για την οστεοπόρωση σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με μονοκλωνικές γαμμαπάθειες

    Application of modern immunohistochemical techniques in the pathology laboratory

    No full text
    The associations between the ETS-related gene (ERG) and the phosphatase and tensinhomolog gene (PTEN) immunoexpression in prostate cancer and related lesions and highlight the clinical significance of these findings. We evaluated the immunohistochemical expression of ERG and PTEN in a series of 151 invasive prostate adenocarcinomas, including low-grade (Gleason grade pattern 3) and high- grade (Gleason grade patterns 4, 5) morphological patterns which corresponded to45.5% and 54.4% of the cases, respectively. Additionally, we evaluated the immunoexpression of the two markers both in foci of high-grade prostatic intraepithelial neoplasia (HGPIN), as a precursor lesion of cancer, and in foci of intraductal carcinoma of the prostate (IDCP). Finally, to ensure the malignant nature of the prostate glands examined, we employed p63 and alpha-methylacyl-CoAracemase (AMACR) expression. We found that PTEN loss was observed in 50.7%, and ERG positivity was detected in 41.8% of our cancerous samples. In HGPIN, PTEN loss appeared to be linked with a high-grade adjacent invasive carcinoma component which also displayed PTEN loss. As far as IDCP is concerned, ERG immunonegativity was correlated with adjacent high-grade invasive cancer, which was also ERG immunonegative. Our findings suggest that the clonal expansion of invasive cancer appears to be associated with distinct immunophenotypic cellular alterations of both early and late cancer-related histological lesions. Patients with PTEN loss in HGPIN in prostate biopsies should be closely monitored due to the increased likelihood of having an associated invasive high-grade carcinoma that may have not been sampled. Given the clinical significance that derives from PTEN expression in HGPIN lesions, we suggest the routine use of PTEN immunohistochemistry in prostate cancer biopsies in which HGPIN is the only finding.Οι συσχετίσεις μεταξύ του γονιδίου ERG (γονίδιο που σχετίζεται με το ETS) και του γονιδίου PTEN (γονίδιο φωσφατάσης και τενσίνης) και της ανοσοέκφρασης αυτών στον καρκίνο του προστάτη και στις σχετικές βλάβες, υπογραμμίζουν τη κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων. Εξετάσαμε την ανοσοϊστοχημική έκφραση των ERG και PTEN σε μια σειρά από 151 διηθητικά αδενοκαρκινώματα του προστάτη, τα οποία περιλάμβαναν χαμηλού βαθμού (πρότυπο Gleason 3) και υψηλού βαθμού (πρότυπα Gleason 4, 5) μορφολογικά χαρακτηριστικά, που αντιστοιχούν στο 45,5%και 54,4% των περιπτώσεων, αντίστοιχα. Επιπλέον, αξιολογήσαμε την ανοσοέκφραση των δύο αυτών δεικτών σε εστίες υψηλού βαθμού ενδοθηλιακής νεοπλασίας του προστάτη (HGPIN), ως πρόδρομη βλάβη του καρκίνου, καθώς και σε εστίες ενδοπορικού καρκινώματος του προστάτη (IDCP). Προκειμένου να τεκμηριώσουμε την κακοήθη φύση των δειγμάτων μας είχαμε μελετήσει την έκφρασητων p63 και αλφα-μεθυλοακυλο-CoA ρακεμάσης (AMACR). Διαπιστώσαμε ότι η απώλεια PTEN καταγράφηκε στο 50,7%, ενώ η θετικότητα ERG ανιχνεύθηκε στο 41,8% των καρκινικών δειγμάτων μας. Στην περίπτωση των HGPIN, η απώλεια PTEN συνδέθηκε με την παρουσία παρακείμενου καρκινώματος υψηλού βαθμού κακοήθειας, το οποίο εμφάνιζε επίσης απώλεια του PTEN. Όσον αφορά το IDCP, η αρνητική έκφραση της ERG σχετίστηκε με παρακείμενο καρκίνο υψηλού βαθμού κακοήθειας, ο οποίος ήταν επίσης αρνητικός για ERG. Τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι η κλωνική επέκταση του διηθητικού καρκινώματος φαίνεται να σχετίζεται με διακριτές ανοσοφαινοτυπικές κυτταρικές αλλοιώσεις τόσο στις πρώιμες όσο και στις όψιμες ιστολογικές βλάβες που συνδέονται με τον καρκίνο. Οι ασθενείς με απώλεια PTEN σε HGPIN σε βιοψίες του προστάτη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά λόγω της αυξημένης πιθανότητας ύπαρξης συσχετιζόμενου καρκινώματος υψηλού βαθμού κακοήθειας, το οποίο ενδέχεται να μην έχει ληφθεί κατά τη διάρκεια της βιοψίας. Δεδομένης της κλινικής σημασίας που προκύπτει από την έκφραση του PTEN σε βλάβες HGPIN, προτείνουμε τη ρουτίνα της ανοσοϊστοχημικής ανάλυσης PTEN σε βιοψίες προστάτη στις οποίες το HGPIN είναι το μοναδικό εύρημα

    Study on the impact of the educational framework of Second Chance Schools on the quality of life and the subjective sense of self (self-image) of individuals excluded from educational systems during their childhood and adolescence

    No full text
    Second Chance Schools (SCS) framework focus on reducing social and educational exclusion of underprivileged young people, while providing them with the best possible training and support. These schools are designed for adults that do not acquire a secondary school diploma, and they offer them an equivalent qualification through a two-year educational program. The purpose of this research is to examine the impact of the SCS educational framework on students' subjective perception of self (Self-Image), Mental Health and quality of life (well-being). The study focuses on individuals that were excluded from the educational systems during childhood and adolescence. Triangulation was chosen for this research, which means a mixed-methods research approach, that combines both quantitative and qualitative methods. The sample of the study was composed of students enrolled in the academic years 2020–2022 and 2021–2023 at seven SCS institutions, which were selected randomly from the total SCS in Central Macedonia. 251 students participated, in the quantitative section of the study, whereas the qualitative segment involved interviews with 21 students. Data collection spanned a three-year period (2020–2023) and coincided with the COVID-19 pandemic, covering one year of total lockdown, one year with and one year without any measures related with the confrontation of the pandemic. It was used an ad-hoc questionnaire to collect demographic data. The quantitative study assessed anxiety, depressive mood, well-being, self-esteem, and self-efficacy using the following self-reported questionnaires: Generalized Anxiety Disorder Scale (GAD-7), Patient Health Questionnaire (PHQ-8), WHO-5 Well-Being Index (WHO-5), Rosenberg Self-Esteem Scale (RSES), and Generalized Self-Efficacy Scale (GSES). The participants completed the questionnaires at two different time points—first at the beginning and second at the end of their education at SCS. A semi-structured Interview Guide was designed for the conduction of the qualitative part of the study. The data derived from the interviews were further analyzed and categorized using Thematic Content Analysis. Regarding the statistical process of the findings that emerged through the quantitative research, Factor Analysis was performed to group variables measuring psychological characteristics. The Wilcoxon Signed-Rank Test was used to compare psychological characteristics before and after the attention of the SCS framework, while the effect size was calculated by using Cohen's d. Additionally, to evaluate the impact of student attendance on Mental Health and Self-Image based on the pandemic period in which they studied at SCS, it was conducted a two-way Repeated Measures ANOVA. Finally, the method of the Generalized Estimating Equation (GEE) was applied to examine the correlation between the demographic characteristics of the trainees and their psychological attributes. As for the findings of the quantitative research, the five psychological factors measured by the study’s tools were grouped through Factor Analysis into two factors: Self-Image that was composed of self-esteem and self-efficacy and Mental Health that was composed of anxiety, depressive mood and well-being. As for self-esteem and self-efficacy, in general, were observed high levels among the students at the beginning of their attendance at SCS. Self-esteem did not improve throughout the educational process at SCS to any of the two study cycles that were examined. On the contrary, self-efficacy showed a statistically significant improvement (small effect size) in both study cycles (2020-2022: z=-4.115, p=0.000, d=-0.392 & 2021-2023: z=-3.158, p=0.002, d=-0.272). For Self-Image, a statistically significant improvement (small effect size) was also observed in both study cycles (2020-2022: z=-3.795, p=0.000, d=-0.322 & 2021-2023: z=-3.580, p=0.000, d=-0.309).The trainees had high levels of anxiety and depressive mood. Furthermore, a statistically significant improvement in anxiety (small effect size) was observed, but only for the second examined study cycle (2021-2023: z=-2.857, p=0.004, d=0.248). Regarding depressive mood, a statistically significant improvement was observed (negligible effect size) for the second study cycle (2021-2023: z=-2.279, p=0.023, d=0.190). Many of the students in the sample were classified at the categories of low well-being. Only for the second study cycle (2021-2023) was observed a statistically significant improvement in well-being (small effect size) at the end of the educational process compared to its beginning (2021-2023: z=-2.500, p=0.012, d=-0.259). Finally, for the Mental Health, a statistically significant improvement (small effect size) was detected, but only for the second study cycle examined (2021-2023: z=-3.108, p=0.02, d=-0.316). As for the impact of the pandemic COVID-19 it was found that Mental Health improved after the completion of the attendance (p=0.013), but only for the participants in the 2021-2023 study cycle, which means after the lifting of measures for the COVID-19 pandemic (p=0.007). Conversely, Self-Image improved for participants from both study cycles after the completion of their education (p=0.000), regardless of the presence of the measures. At an overall level, attendance at SCS had an impact on Mental Health and Self-Image of the trainees, although this impact was influenced by the pandemic COVID-19. Regarding the correlations between the demographic characteristics of the students and the factors of anxiety, depression, well-being, self-esteem, and self-efficacy emerged multiple findings. The findings highlighted the ways in which the demographic characteristics of each student influence the investigated factors. More specifically, it was found that factors such as gender, educational level, the profession of the student’s mother or father, the students’ employment and family status, whether or not Greek was their native language, the number of years of school attention during childhood, the reasons for dropping out of school, whether or not they are vulnerable social groups, may influence and correlate with the factors under investigation. As for the Qualitative Data Findings, through the analysis of the interviews, 127 codes emerged, which were classified into 19 sections. These sections were further grouped into six broader thematic categories: "Mental Health" – Included information that had relation to anxiety, depression, well-being, and Mental Health of the participants. "Self-Image" – Covered aspects that had relation to self-esteem, self-efficacy, and self-image of the participants. "Impact on Mental Health Due to Attendance at SCS" – Compiled students' assessments of the way in which their participation in Second Chance Schools (SCS) influenced the progression of their Mental Health. "Impact on Self-Image Due to Attendance at SCS" – Reflected the evaluations of the participants regarding how their education at SCS affected their self-image. "Second Chance Schools: Attitudes, Perceptions, and Emotions" – Addressed students' attitudes, perceptions, and emotional experiences from the framework of SCS. "Difficulties, Facilitators, and Living Conditions of Students" – Included the challenges students face in their lives or their specific living conditions, as well as potential factors that have facilitated their educational journey. Through the synthesis of the quantitative and the qualitative findings, it was explored the impact of Second Chance Education and was revealed the benefits for students in various aspects of Mental Health and Self-Image. However, on a broader scale, the study emphasized at the numerous factors that influence participation, motivation, and overall outcomes in lifelong learning, particularly for SCS students, who often face plethora of social and economic challenges.Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) έχουν ως σκοπό λειτουργίας τη μείωση του κοινωνικού και εκπαιδευτικού αποκλεισμού των μη προνομιούχων νέων και την καλύτερη δυνατή κατάρτιση και υποστήριξή τους. Απευθύνονται σε ενήλικα άτομα τα οποία δεν έχουν απολυτήριο Γυμνασίου, παρέχοντάς τους ισότιμο τίτλο, με συνολική διάρκεια φοίτησης 2 εκπαιδευτικά έτη. O σκοπός της παρούσης έρευνας είναι να μελετηθεί η επίδραση του εκπαιδευτικού πλαισίου των ΣΔΕ στην υποκειμενική αίσθηση για τον εαυτό (αυτό-εικόνα), στην ψυχική υγεία και στην ποιότητα ζωής (ευζωϊα) των φοιτούντων, που είναι άτομα τα οποία είχαν αποκλειστεί από τα εκπαιδευτικά συστήματα κατά την παιδική και εφηβική τους ηλικία. Για τη διεξαγωγή της μελέτης επιλέχθηκε η μίξη τόσο ποσοτικών όσο και ποιοτικών μεθόδων έρευνας (τριγωνοποίηση). Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν εκπαιδευόμενοι που φοιτούσαν κατά τα σχολικά έτη 2020-2022 και 2021-2023 σε επτά ΣΔΕ, τα οποία επελέγησαν με απλή τυχαία δειγματοληψία, μεταξύ του συνόλου των ΣΔΕ της Κεντρικής Μακεδονίας. Στο ποσοτικό τμήμα της έρευνας συμμετείχαν συνολικά 251 εκπαιδευόμενοι, ενώ στο ποιοτικό τμήμα πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με συνολικά 21 εκπαιδευόμενους. Η συγκέντρωση των δεδομένων κάλυψε ένα τριετές χρονικό διάστημα (2020-2023), και συνέπεσε χρονικά με την πανδημία COVID-19, περιλαμβάνοντας ένα χρόνο καθολικού lockdown, ένα χρόνο με μέτρα και ένα χρόνο χωρίς μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Τα δημογραφικά δεδομένα της έρευνας συνελέγησαν με τη χρήση ενός ad-hoc ερωτηματολογίου. Κατά το ποσοτικό τμήμα της έρευνας αξιολογήθηκαν το άγχος, η καταθλιπτική διάθεση, η ευζωία, η αυτοεκτίμηση και η αυτεπάρκεια με τη χρήση των ακόλουθων αυτοσυμπληρούμενων ερωτηματολογίων: Generalized Anxiety Disorder Scale (GAD-7), Patient Health Questionnaire (PHQ-8), WHO-5 Well-Being index (WHO-5), Rosenberg Self Esteem Scale (RSES) και Generalized Self Efficacy Scale (GSES). Τα ερωτηματολόγια χορηγήθηκαν ανά εκπαιδευόμενο σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές, τόσο κατά την έναρξη, όσο και κατά τη λήξη της εκπαίδευσης στα ΣΔΕ. Για την πραγματοποίηση των ημιδομημένων συνεντεύξεων του ποιοτικού τμήματος της έρευνας χρησιμοποιήθηκε Οδηγός Συνέντευξης που συντάχθηκε αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας. Τα δεδομένα από τις συνεντεύξεις αναλύθηκαν περαιτέρω και ταξινομήθηκαν με τη μέθοδο της Θεματικής Ανάλυσης Περιεχομένου. Κατά τη στατιστική επεξεργασία των ευρημάτων της ποσοτικής έρευνας πραγματοποιήθηκε Factor Analysis για την ομαδοποίηση των τιμών των μεταβλητών που αξιολογούν ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Για τη σύγκριση των τιμών των ψυχολογικών χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων μεταξύ έναρξης και λήξης της φοίτησης χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία Wilcoxon Singed Rank, ενώ το μέγεθος της επίδρασης αξιολογήθηκε με την τιμή Cohen-d. Επιπλέον, για την αξιολόγηση της επίδρασης της φοίτησης των συμμετεχόντων στην ψυχική τους κατάσταση και στην αυτό-εικόνα τους, αναλόγως της περιόδου της πανδημίας που η φοίτηση στο ΣΔΕ πραγματοποιήθηκε, χρησιμοποιήθηκε two-way Repeated Measures ANOVA. Τέλος, εφαρμόστηκε η μέθοδος Generalized Estimating Equation για να ελεγχθεί η συσχέτιση των δημογραφικών στοιχείων των συμμετεχόντων με τα ψυχολογικά τους χαρακτηριστικά. Αναφορικά με τα ευρήματα της ποσοτικής έρευνας, οι πέντε ψυχολογικοί παράγοντες που μετρήθηκαν από τα εργαλεία της μελέτης ομαδοποιήθηκαν με Ανάλυση Παραγόντων, σε δύο παράγοντες, την αυτό-εικόνα (που συντίθεται από την αυτοεκτίμηση και την αυτεπάρκεια) καθώς και την ψυχική υγεία (που συντίθεται από το άγχος, την καταθλιπτική διάθεση και την ευζωία). Για την αυτοεκτίμηση και την αυτεπάρκεια προέκυψαν γενικά υψηλά επίπεδα για τους εκπαιδευόμενους κατά την έναρξη της φοίτησης στα ΣΔΕ. Η αυτοεκτίμηση δε βελτιώθηκε μέσα από την εκπαιδευτική πορεία στα ΣΔΕ, για κανέναν από τους 2 κύκλους σπουδών οι οποίοι μελετήθηκαν. Αντίθετα, για την αυτεπάρκεια προέκυψε βελτίωση στατιστικά σημαντική (με μικρού μεγέθους επίδραση) και για τους 2 κύκλους σπουδών οι οποίοι μελετήθηκαν [2020-2022: z=-4.115, p=0.000, d=-0.392 & 2021-2023: z=-3.158, p=0.002, d =-0.272]. Για την αυτό-εικόνα προέκυψε, επίσης, βελτίωση στατιστικά σημαντική (με μικρού μεγέθους επίδραση) και για τους 2 κύκλους σπουδών οι οποίοι μελετήθηκαν [2020-2022: z=-3.795, p=0.000, d=-0.322 & 2021-2023: z=-3.580, p=0.000, d=-0.309]. Τόσο το άγχος, όσο και η καταθλιπτική διάθεση των εκπαιδευομένων διαπιστώθηκε ότι κινούνταν σε υψηλά επίπεδα. Διαπιστώθηκε, περαιτέρω, βελτίωση στατιστικά σημαντική του άγχους (με μικρού μεγέθους επίδραση) μόνο για το δεύτερο κύκλο σπουδών ο οποίος μελετήθηκε [2021-2023: z=-2.857, p=0.004, d=0.248], ενώ όσον αφορά την καταθλιπτική διάθεση παρατηρήθηκε βελτίωση στατιστικά σημαντική (με αμελητέα όμως επίδραση) για τον δεύτερο κύκλο σπουδών [2021-2023: p=0.023, z=-2.279, d=0.190]. Αρκετοί από τους εκπαιδευόμενους του δείγματος τοποθετήθηκαν στην χαμηλή ευζωία, ενώ μόνο για τον δεύτερο κύκλο σπουδών (2021-2023) παρατηρήθηκε βελτίωση της ευζωίας στατιστικά σημαντική (με μικρού μεγέθους επίδραση) στη λήξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε σύγκριση με την έναρξή της [2021-2023: z=-2.500, p=0.012, d=-0.259]. Τέλος, για την ψυχική υγεία προέκυψε βελτίωση στατιστικά σημαντική (με μικρού μεγέθους επίδραση) μόνο για τον δεύτερο κύκλο σπουδών ο οποίος μελετήθηκε [2021-2023: z=-3.108, p=0.02, d=-0.316]. Ως προς την επίδραση της COVID-19, διαπιστώθηκε ότι η ψυχική υγεία βελτιώθηκε μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης στα ΣΔΕ (p=0 .013), αλλά μόνο για τους συμμετέχοντες μετά την κατάργηση των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19 στον κύκλο σπουδών 2021-2023 (p=0.007). Αντίστροφα, η αυτό-εικόνα βελτιώθηκε για τους συμμετέχοντες που προέρχονταν και από τους δύο κύκλους σπουδών κατά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης (p= 0.000), ανεξαρτήτως της παρουσίας των μέτρων. Συνολικά, η φοίτηση στα ΣΔΕ είχε αντίκτυπο στην ψυχική υγεία και την αυτό-εικόνα των συμμετεχόντων, αν και ο εν λόγω αντίκτυπος επηρεάστηκε από την COVID-19. Αναφορικά με τις συσχετίσεις μεταξύ των δημογραφικών χαρακτηριστικών των εκπαιδευομένων και των παραγόντων του άγχους, της κατάθλιψης, της ευζωίας, της αυτοεκτίμησης και της αυτεπάρκειας προέκυψαν πολλαπλά ευρήματα και αναδείχτηκε ο τρόπος με τον οποίο τα επιμέρους δημογραφικά χαρακτηριστικά επηρεάζουν κάθε έναν από τους υπό διερεύνηση παράγοντες. Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι παράγοντες όπως το φύλο, το εκπαιδευτικό επίπεδο και το επάγγελμα της μητέρας ή του πατέρα των εκπαιδευομένων, η επαγγελματική και οικογενειακή κατάσταση των ίδιων των εκπαιδευομένων, το αν οι εκπαιδευόμενοι μιλούσαν ως μητρική γλώσσα την ελληνική ή όχι, τα χρόνια φοίτησης στο σχολικό πλαίσιο κατά την ανήλικη ζωή τους, οι λόγοι εγκατάλειψης του σχολικού πλαισίου και το αν ανήκουν ή όχι σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες μπορεί να επηρεάσουν και να συσχετίζονται με τους υπό διερεύνηση παράγοντες. Ως προς τα ποιοτικά δεδομένα, μέσα από την επεξεργασία των συνεντεύξεων αναδείχτηκαν 127 κωδικοί, οι οποίοι ταξινομήθηκαν σε 19 ενότητες, οι οποίες με τη σειρά τους κατηγοριοποιήθηκαν σε 6 ευρύτερες θεματικές ενότητες- κατηγορίες, τις ακόλουθες: «Ψυχική Υγεία» - συμπεριλήφθηκαν πληροφορίες που αφορούν το άγχος, την κατάθλιψη, την ευζωία και γενικότερα την ψυχική υγεία των συμμετεχόντων, «Αυτό-Εικόνα»-συμπεριλήφθηκαν πληροφορίες που αφορούν την αυτοεκτίμηση, αυτεπάρκεια και αυτό-εικόνα των συμμετεχόντων, «Επίδραση στην ψυχική υγεία λόγω της φοίτησης στα ΣΔΕ»-συγκεντρώθηκαν οι εκτιμήσεις των εκπαιδευομένων για τον τρόπο με τον οποίο η φοίτηση τους στα ΣΔΕ επηρέασε την εξέλιξη της ψυχικής υγείας τους, «Επίδραση στην αυτό-εικόνα λόγω της φοίτησης στα ΣΔΕ»- παρουσιάστηκαν οι εκτιμήσεις των συμμετεχόντων αναφορικά με την επίδραση της φοίτησης στην αυτό-εικόνα τους, «Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας. Στάσεις, αντιλήψεις, συναισθήματα»- αφορούσε τις στάσεις, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα των εκπαιδευομένων αναφορικά με τα ΣΔΕ και «Δυσκολίες, διευκολύνσεις και συνθήκες ζωής των εκπαιδευομένων»- περιλάμβανε τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευόμενοι στη ζωή τους ή στις ιδιαίτερες συνθήκες του βίου τους, αλλά και τους πιθανούς παράγοντες που διευκόλυναν την εκπαιδευτική τους πορεία. Μέσα από την παρούσα διατριβή και τη σύνθεση των ποσοτικών και ποιοτικών ευρημάτων διερευνήθηκε η επίδραση της Εκπαίδευσης Δεύτερης Ευκαιρίας, αποκαλύπτοντας τα οφέλη για τους εκπαιδευόμενους σε ποικίλους τομείς της ψυχικής υγείας και της αυτό-εικόνας. Σε ένα ευρύτερο πεδίο, όμως, τονίστηκαν οι πολύπλευρες πτυχές που επηρεάζουν τη συμμετοχή, το κίνητρο και το τελικό αποτέλεσμα στο πλαίσιο της δια βίου μάθησης και ιδιαίτερα στο κοινό των εκπαιδευομένων των ΣΔΕ, το οποίο αντιμετωπίζει πληθώρα κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων

    Fishery management of coastal lakes and lagoons of Northern Greece

    No full text
    This Doctoral Thesis focused on the Fisheries Management of the coastal lakes and lagoons of Northern Greece for a long period. The fishing capacity of these ecosystems in the selected area of this PhD was assessed by evaluating the annual total production and the variations in the composition of their fishery production. The analysis of fisheries data describes fisheries management and the environmental variations to which lagoon ecosystems have been exposed. The data analyzed include aggregated fisheries data on the total and individual production of the main catches of each lake on an annual basis, such as mullet, big-scale sand smelt (“atherina”), sea bream, sea bass, carp, eels, for a sufficient period of time (17-40 years depending on the lake). Analysis of fisheries data is important for the assessment of fish stocks and can define the strategy of a realistic management model that fisheries managers need to take effective decisions for the benefit of the environment and stakeholders. The fisheries data (productions-landings) of each lake/lagoon were analyzed and processed in order to assess the situation over time and draw conclusions. From the analysis of fishery producers, the great dynamics of the fishing capacity of these wetlands during the study and the direct impact of environmental changes on fisheries production were identified. Based on these data, the total percentage fishing composition (per species caught) of each coastal lake and lagoon was presented. Where the fisheries data were sufficient, the total fishing percentage (per species caught) was presented over five years (lustrum) and decades to identify changes in the fisheries production of each wetland during the forty years of study. Then, the total fishing production of each coastal lake was presented, with the upper and lower production values per year. Fisheries productions were attributed over decades and their possible upward or downward trends have been controlled. The changes in the fishery production of the dominant species of each wetland were also presented. Based on the methods of Trend Analysis, Moving Average and ARIMA models, the total fishery production for the succeeding years was estimated.Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή είχε ως αντικείμενο την Αλιευτική Διαχείριση των παράκτιων λιμνών και λιμνοθαλασσών της Βόρειας Ελλάδας για μια μεγάλη περίοδο. Η αλιευτική ικανότητα αυτών των οικοσυστημάτων στην επιλεγμένη περιοχή της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής εκτιμήθηκε με την αξιολόγηση της ετήσιας ολικής παραγωγής και των διακυμάνσεων στη σύνθεση της αλιευτικής παραγωγής τους. Η ανάλυση των αλιευτικών δεδομένων περιγράφει τη διαχείριση της αλιείας και τις περιβαλλοντικές διακυμάνσεις στις οποίες εκτέθηκαν τα οικοσυστήματα των λιμνοθαλασσών. Τα δεδομένα που αναλύθηκαν περιλαμβάνουν συγκεντρωτικά αλιευτικά δεδομένα για τη συνολική και ατομική παραγωγή των κυριότερων αλιευμάτων κάθε λίμνης σε ετήσια βάση, όπως κέφαλοι, αθερίνα, τσιπούρα, λαβράκι, κυπρίνος, χέλια, για ικανό χρονικό διάστημα (17-40 χρόνια ανάλογα με τη λίμνη). Η ανάλυση των αλιευτικών δεδομένων είναι σημαντική για την εκτίμηση των ιχθυοαποθεμάτων και μπορεί να καθορίσει τη στρατηγική ενός ρεαλιστικού προτύπου διαχείρισης που χρειάζονται οι διαχειριστές αλιείας για να λαμβάνουν αποτελεσματικές αποφάσεις προς όφελος του περιβάλλοντος και των ενδιαφερόμενων μερών. Αναλύθηκαν τα αλιευτικά δεδομένα (παραγωγές-εκφορτώσεις) κάθε λίμνης/λιμνοθάλασσας και έγινε η επεξεργασία τους ώστε να γίνουν εκτιμήσεις της κατάστασης στον χρόνο και να εξαχθούν συμπεράσματα. Από την ανάλυση των αλιευτικών παραγωγών εντοπίστηκε η μεγάλη δυναμική της αλιευτικής ικανότητας αυτών των υγροτόπων κατά την διάρκεια της μελέτης και η απευθείας επίδραση των περιβαλλοντικών αλλαγών στην αλιευτική παραγωγή. Με βάση αυτά τα στοιχεία έγινε παρουσίαση της συνολικής ποσοστιαίας αλιευτικής σύνθεσης (ανά αλιευόμενα είδη) της κάθε παράκτιας λίμνης και λιμνοθάλασσας. Όπου τα αλιευτικά δεδομένα ήταν επαρκή έγινε παρουσίαση της συνολικής ποσοστιαίας αλιευτικής σύνθεσης (ανά αλιευόμενα είδη) ανά πενταετίες και δεκαετίες για τον εντοπισμό των αλλαγών στις αλιευτικές παραγωγές κάθε υγροτόπου κατά την διάρκεια των σαράντα ετών. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε η συνολική αλιευτική παραγωγή της κάθε παράκτιας λίμνης, με τις ανώτερες και κατώτερες τιμές της παραγωγής ανά έτος. Οι αλιευτικές παραγωγές αποδίδονται ανά δεκαετίες και ελέγχθηκαν οι πιθανές ανοδικές ή καθοδικές τάσεις αυτών. Παρουσιάζονται, επίσης, οι μεταβολές της αλιευτικής παραγωγής των κυρίαρχων ειδών του κάθε υγροτόπου. Με βάση τις μεθόδους της ανάλυσης τάσεων (Trend Analysis), του κινητού μέσου όρου (Moving Average) και των μοντέλων ARIMA, εκτιμήθηκε η συνολική αλιευτική παραγωγή για τα επόμενα έτη

    The body code in ancient greek comedy: door knocking and ante portas scenes

    No full text
    The thesis focuses on identifying, documenting and analyzing the gestures and movements which are inscribed in the extant plays of Aristophanes and were potentially activated in the ancient comic performance. It particularly examines gestures and movements found in door-knocking scenes, ante portas scenes —whether or not they have a paratragic function— and variations of door-knocking scenes. The lack of a thorough study on the nature and function of gesture and movement in ancient comic performance, especially in door-knocking and ante portas scenes, was a key factor in choosing this topic. Initially, key theoretical approaches, ancient and modern, dealing with the definition and typology of gesture and movement and their relation to theatrical performance in general are summarized. Subsequently, the body language in Attic comedy of the 5th c. BC is examined in relation to costume, the approach-kinetic-choreographic code, the code of stage objects, and the special spatial conditions of the stage action in the ancient theater of Dionysus. The main part of the research focuses on the material and symbolic (architectural, theatrical, semiotic and semantic) roles of the ‘theater door’ as well as the kinetic-gestural actions, which likely took place next to, near or in front of a door during the stage presentation of Aristophanes’ plays in the classical era. The aim was to document all possible textual statements and allusions that refer to some corresponding activation of visual elements of the gestural-kinetic code in door-knocking and ante portas scenes and then to categorize them based on a) their semiotic composition (which parts of the body are activated, how, to what extent, with what intensity and duration and to what degree of interaction) and b) their thematic integration (which stage actions correspond to which gestures, which are the recurring gestural “themes” and how these “thematic gestures” have evolved).Applying various theoretical approaches to gesture in the ancient theatrical context with a focus on the historically determined corporeality in the typical scenes of door knocking and ante portas scenes, the thesis aims to comprehensively examine the scope and function of the potential physical movements and gestures of the actors in Ancient Comedy at the level of performance. Ultimately, its goal is to contribute to a broader theoretical frame that reflects on the function of the gestural-kinetic code in the theatrical act, particularly in comedy.Η διατριβή επικεντρώνεται στην προσπάθεια εντοπισμού, καταγραφής και σχολιασμού των χειρονομιών και των κινήσεων που εμπεριέχονται στα σωζόμενα θεατρικά κείμενα του Αριστοφάνη και ενεργοποιούνταν δυνάμει στην αρχαία κωμική παράσταση και, πιο συγκεκριμένα, στην προσπάθεια εντοπισμού, καταγραφής και σχολιασμού εκείνων των χειρονομιών και των κινήσεων που εμπεριέχονται στις σκηνές θυροκρουσίας και στις σκηνές ante portas, με ή χωρίς παρατραγική λειτουργία, καθώς και σε παραλλαγές αυτών των σκηνών. Η έλλειψη μιας επισταμένης συνθετικής μελέτης σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία της χειρονομίας και της κίνησης στην αρχαία κωμική παράσταση και ειδικά στις σκηνές θυροκρουσίας και ante portas αποτέλεσε βασικό παράγοντα επιλογής του συγκεκριμένου θέματος. Εισαγωγικά, συνοψίζονται βασικές θεωρητικές, αρχαίες και νεότερες, προσεγγίσεις που ασχολούνται με τον ορισμό και την τυπολογία της χειρονομίας και της κίνησης και τη συσχέτισή τους γενικά με τη θεατρική επιτέλεση. Ακολούθως, η γλώσσα του σώματος στην αττική κωμωδία του 5ου αι. π.Χ εξετάζεται σε συνάρτηση με τον ενδυματολογικό και τον προσεγγιστικό-κινησιακό-χορογραφικό κώδικα, με τον κώδικα των σκηνικών αντικειμένων, καθώς και με τις ειδικές χωρικές συνθήκες σκηνικής δράσης του αρχαίου θεάτρου του Διονύσου. Το κύριο μέρος της έρευνας εστιάζει στον υλικό και συμβολικό, αρχιτεκτονικό και θεατρικό, σημειωτικό και σημασιολογικό ρόλο της θεατρικής θύρας καθώς και των κινησιακών- χειρονομιακών δράσεων που ενδεχομένως λάμβαναν χώρα δίπλα, κοντά ή μπροστά από μια θύρα στη διάρκεια της σκηνικής παρουσίασης των έργων του Αριστοφάνη στην κλασική εποχή. Στόχος ήταν να καταγραφούν όλες οι δυνατές κειμενικές δηλώσεις και υποδηλώσεις που παραπέμπουν σε κάποια αντίστοιχη ενεργοποίηση οπτικών σημείων του χειρονομιακού-κινησιακού κώδικα σε σκηνές θυροκρουσίας και ante portas και ακολούθως αυτές να κατηγοριοποιηθούν με βάση τη α) σημειακή σύστασή τους (ποια σημεία του σώματος ενεργοποιούνται, με ποιον τρόπο, σε ποια έκταση, ένταση και διάρκεια, σε ποιο βαθμό διάδρασης) και β) τη θεματική ένταξή τους (σε ποιες σκηνικές δράσεις αντιστοιχούν ποιες χειρονομίες, ποιες χειρονομιακές «θεματικές» επανέρχονται, πώς εξελίσσονται αυτές οι θεματικές χειρονομίες). Εφαρμόζοντας διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις της χειρονομίας στο αρχαίο θεατρικό πλαίσιο με άξονα την ιστορικά προσδιορισμένη σωματικότητα στις τυπικές σκηνές της θυροκρουσίας και των σκηνών ante portas, η διατριβή επιχειρεί να καλύψει σφαιρικά το εύρος και τη λειτουργία των δυνάμει σωματικών κινήσεων και χειρονομιών των υποκριτών στην Αρχαία Κωμωδία σε επίπεδο παράστασης και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο προβληματισμού για τη λειτουργία του χειρονομιακού-κινησιακού κώδικα στη θεατρική πράξη και μάλιστα την κωμική

    Correlation of novel echocardiographic techniques (speckle tracking) and cardiac magnetic resonance imaging in transfusion-dependent β-Thalassemia patients

    No full text
    Introduction: Cardiovascular diseases are the prominent cause of mortality in β-thalassemia major (β-TM) patients. Echocardiography consists a key part of the regular cardiological examination of these patients for the diagnosis of cardiac complications. However, classical echocardiographic indices have failed in revealing early-stage myocardial dysfunction in this population. The only imaging technique that has been shown to have prognostic value in this specific patient population is cardiac magnetic resonance (CMR) imaging, and more specifically, the T2* parameter. Speckle tracking echocardiography (STE) has proven diagnostic and prognostic value in specific patient groups. However, the role of this particular imaging technique has not been sufficiently studied in β-TM patients. The aim of the present study is to implement STE in a β-TM patient group, to evaluate the correlation between CMR and STE, and finally to examine the diagnostic and prognostic role of STE in β-TM patients. Methods: A total of 110 patients with β-TM were initially evaluated, of which 96 were eventually enrolled in the study along with 50 healthy individuals. STE was implemented to assess the myocardial deformation of the left ventricle, left atrium, and right ventricle. Additionally, they underwent CMR imaging to evaluate myocardial iron load by measuring the T2* parameter. Patients were monitored until the end of the study, with primary endpoints defined as the occurrence of atrial fibrillation or atrial flutter, hospitalization for heart failure and all-cause mortality. Results: All conventional echocardiographic parameters, as well as the newer echocardiographic indices, differed significantly between patients and controls. In the patient group, 17.7% were found to have myocardial iron overload. These patients did not significantly differ in terms of conventional echocardiographic parameters compared to those without iron overload, but they exhibited impaired atrial myocardial strain values. A correlation was found between the T2* parameter and the LV-GLS, LASr, and LASct. According to the binary regression analysis, LAVI and LASct were able to predict the presence of myocardial iron overload with 83.3% accuracy. Diastolic dysfunction was identified in 23.96% of patients, while LASr values -25.5%, and LV-GLS >-20.6% were able to predict the occurrence of a cardiovascular event during the follow-up period. Conclusions: This study highlighted that STE can detect impaired myocardial deformation in β-TM patients with myocardial iron overload. Specifically, atrial myocardial deformation indices could be used to identify patients at high risk of myocardial iron overload, diastolic dysfunction, or a history of paroxysmal atrial fibrillation.Εισαγωγή: Οι καρδιακές παθήσεις αποτελούν τη συχνότερη αιτία θνητότητας στους ασθενείς με ομόζυγο β-θαλασσαιμία (ΟΒΘ). Η υπερηχοκαρδιογραφία αποτελεί βασικό τμήμα της τακτικής καρδιολογικής εξέτασης αυτών των ασθενών για τη διάγνωση των καρδιακών επιπλοκών. Ωστόσο, οι κλασικοί υπερηχοκαρδιογραφικοί δείκτες αδυνατούν να αποκαλύψουν σε πρώιμο στάδιο την αρχόμενη μυοκαρδιακή δυσλειτουργία σε αυτόν τον πληθυσμό. Η μόνη απεικονιστική τεχνική που έχει αποδειχθεί πως διαθέτει προγνωστική αξία στον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών είναι ο καρδιακός μαγνητικός συντονισμός (CMR) και πιο συγκεκριμένα η παράμετρος T2*. Η speckle tracking υπερηχοκαρδιογραφία (STE) έχει αποδεδειγμένη διαγνωστική και προγνωστική αξία σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών που έχει μελετηθεί. Ωστόσο, ο ρόλος της συγκεκριμένης απεικονιστική τεχνικής δεν έχει εξεταστεί επαρκώς σε ασθενείς με ΟΒΘ. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εφαρμογή της STE, η αναζήτηση συσχετίσεων μεταξύ STE και CMR και τέλος η αξιολόγηση της διαγνωστικής και προγνωστικής αξίας της STE στους ασθενείς με ΟΒΘ. Υλικό και μέθοδος: Ως υποψήφιοι για ένταξη αξιολογήθηκαν συνολικά 110 ασθενείς με ΟΒΘ, από τους οποίους τελικά οι 96, μαζί με 50 υγιή άτομα εντάχθηκαν στη μελέτη. Στους συμμετέχοντες εφαρμόστηκε η STE για τον υπολογισμό των δεικτών μυοκαρδιακής παραμόρφωσης της αριστερής κοιλίας, του αριστερού κόλπου και της δεξιάς κοιλίας. Επιπρόσθετα, υπεβλήθησαν σε CMR για την εκτίμηση του μυοκαρδιακού φορτίου σιδήρου, υπολογίζοντας την παράμετρο T2*. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν μέχρι το τέλος της μελέτης και ως πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία καθορίστηκαν η εκδήλωση κολπικής μαρμαρυγής ή κολπικού πτερυγισμού, η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια και ο θάνατος κάθε αιτιολογίας. Αποτελέσματα: Όλες οι κλασικές υπερηχοκαρδιογραφικές παράμετροι αλλά και οι νεότεροι υπερηχοκαρδιογραφικοί δείκτες διέφεραν σημαντικά μεταξύ ασθενών και μαρτύρων. Στην ομάδα ασθενών, το 17.7% βρέθηκε πως έπασχε από μυοκαρδιακή υπερφόρτιση σιδήρου. Οι συγκεκριμένοι ασθενείς δεν διέφεραν σημαντικά ως προς τις κλασικές υπερηχοκαρδιογραφικές παραμέτρους συγκριτικά με τους ασθενείς χωρίς υπερφόρτωση σιδήρου, αλλά βρέθηκε πως είχαν επηρεασμένες τιμές παραμόρφωσης του κολπικού μυοκαρδίου. Βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ της παραμέτρου T2* με τις παραμέτρους LV-GLS, LASr και LASct. Σύμφωνα με την ανάλυση δυαδικής παλινδρόμησης, τα LAVI και LASct μπόρεσαν να προβλέψουν στο 83.3% την ύπαρξη μυοκαρδιακής υπερφόρτισης σιδήρου. Διαστολική δυσλειτουργία βρέθηκε στο 23.96% των ασθενών, ενώ τιμές LASr -25.5% και LV-GLS >-20.6% μπόρεσαν να προβλέψουν την εκδήλωση καρδιολογικού συμβάματος κατά το χρονικό διάστημα παρακολούθησης. Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη ανέδειξε πως η STE μπορεί να αναδείξει τις επηρεασμένες μηχανικές ιδιότητες του μυοκαρδίου σε ΟΒΘ ασθενείς με μυοκαρδιακή υπερφόρτιση σιδήρου. Ειδικότερα, οι υπερηχοκαρδιογραφικοί δείκτες κολπικής μυοκαρδιακής παραμόρφωσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αναγνώριση ασθενών υψηλής πιθανότητας για ύπαρξη μυοκαρδιακής υπερφόρτισης σιδήρου, διαστολικής δυσλειτουργίας ή ιστορικού παροξυσμικής κολπικής μαρμαρυγής

    From reading pictures to critical [multi]literacy: intermodal approaches to literacy in early school age

    No full text
    The main aim of this thesis is the formation of a visual literacy program for primary school students, with perspectives of a critical approach to the image, aiming to cultivate critical literacy and in particular critical visual literacy, in a framework of intermodal approaches, which ultimately lead in critical [multi]literacy. In this context, an image analysis model was formulated for students, while the language course was approached through a succession of semiotic modes. The driving force behind this course was the sense of the need for a critical use of the image in the language course, as it now constitutes a dominant way of transmitting explicit and implicit messages, but also the awareness of the need to converge with the Curriculum, in order to demonstrate the present innovative work accepted as applicable by other teachers. To achieve our objective, action research was chosen as a powerful tool. Through action research, the ultimate goal of the whole project was to upgrade the language course and the culture of the classroom, from traditional-mechanistic to modern-reflective. In total, two action researches were carried out in the Language lesson, in the two first classes of Primary School. Eighteen (18) students in the 1st grade and seventeen (17) in the 2nd grade participated in the teaching meetings, while critical observers were always present, for feedback and improvement. For the triangulation of the research, both the opinions of the students and of critical friends were investigated, through questionnaires, interviews and reflection texts, while at the same time the perspective of the teacher was utilized through her participatory observation and her diary. In addition, the transcripts of the lectures and the produced student material contributed greatly to the research evaluation. Undoubtedly, the teacher's analysis of the images (fairy tales illustration and paintings) prior to the intervention-research was central to the planning of the language activities. The results demonstrate that the image is an important textual material for the development of language literacy. In addition, the proposed image analysis model for young students attracted their interest and led them to critical insights. On the other hand, it was shown that the succession of semiotic modes makes the language lesson attractive and "alive", mobilizing students for expanded participation, as different learning profiles are approached, in the context of differentiated teaching. Furthermore, the deeper meanings of the images were of particular interest, revealing values and stereotypes about human relationships. In this way, constructive discussions were stimulated in the classroom, which challenged the students. Under these conditions, they appeared to be willing and efficient in textual activities, even producing written texts, a process that usually causes discomfort to students of all ages.Βασική επιδίωξη της ανά χείρας διατριβής είναι η διαμόρφωση ενός προγράμματος οπτικού γραμματισμού (εφεξής ΟΓ) για την πρωτοσχολική ηλικία, με προοπτικές κριτικής προσέγγισης της εικόνας, αποσκοπώντας στην καλλιέργεια κριτικού γραμματισμού (εφεξής ΚΓ) και ειδικότερα κριτικού οπτικού γραμματισμού (εφεξής ΚΟΓ), σε ένα πλαίσιο διατροπικών προσεγγίσεων, που οδηγούν εν τέλει στον κριτικό [πολυ]γραμματισμό. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώθηκε ένα μοντέλο ανάλυσης εικόνων για μαθητές/ήτριες, ενώ το γλωσσικό μάθημα προσεγγίστηκε μέσα από τη διαδοχή σημειωτικών τρόπων. Κινητοποιός δύναμη της πορείας αυτής ήταν η αίσθηση της ανάγκης για κριτική αξιοποίηση της εικόνας στο γλωσσικό μάθημα, καθώς συνιστά, πλέον, έναν κυρίαρχο τρόπο μετάδοσης ρητών και υπόρρητων μηνυμάτων, αλλά και η συνειδητοποίηση της ανάγκης σύγκλισης με το Πρόγραμμα Σπουδών (εφεξής ΠΣ), ώστε να αποδειχθεί η παρούσα εργασία καινοτομική μεν, αποδεκτή δε, ως εφαρμόσιμη, από συναδέλφους εκπαιδευτικούς. Για την επίτευξη της στοχοθεσίας μας, επιλέχθηκε ως ισχυρό εργαλείο η έρευνα δράσης. Μέσω της έρευνας δράσης, απώτερος σκοπός του όλου εγχειρήματος ήταν η αναβάθμιση του γλωσσικού μαθήματος, ώστε από παραδοσιακό-μηχανιστικό να καταστεί σύγχρονο-αναστοχαστικό, αναβαθμίζοντας περαιτέρω την κουλτούρα της τάξης. Συνολικά, πραγματοποιήθηκαν δύο έρευνες δράσης στο μάθημα της Γλώσσας, στις δύο μικρές τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. Στις μαθησιακές συναντήσεις συμμετείχαν δεκαοχτώ (18) μαθητές/ήτριες στην Α΄ τάξη και δεκαεπτά (17) στη Β΄, ενώ παρευρίσκονταν πάντα κριτικοί φίλοι, προς ανατροφοδότηση και βελτίωση. Για την τριγωνοποίηση της έρευνας, διερευνήθηκαν τόσο οι απόψεις των μαθητών/τριών όσο και των κριτικών φίλων, μέσα από ερωτηματολόγια, συνεντεύξεις και κείμενα αναστοχασμού, ενώ παράλληλα αξιοποιήθηκε η οπτική της εκπαιδευτικού μέσα από τη συμμετοχική της παρατήρηση και το ημερολόγιό της. Επιπλέον, η απομαγνητοφώνηση των διδασκαλιών και το παραγόμενο μαθητικό υλικό συνέδραμε σε μεγάλο βαθμό στην αξιολόγηση της έρευνας. Σαφώς, η ανάλυση των εικόνων (εικονογράφηση παραμυθιών και πίνακες ζωγραφικής) από την εκπαιδευτικό πριν από την έρευνα-παρέμβαση ήταν κομβικής σημασίας για τον σχεδιασμό των γλωσσικών δράσεων. Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι η εικόνα αποτελεί σπουδαίο κειμενικό υλικό ανάπτυξης γλωσσικού γραμματισμού. Επιπλέον, το προτεινόμενο μοντέλο ανάλυσης εικόνων για μικρά παιδιά προσείλκυσε το ενδιαφέρον τους και τους οδήγησε σε κριτικές εμβαθύνσεις. Από την άλλη πλευρά, αποδείχθηκε ότι η διαδοχή σημειωτικών τρόπων καθιστά το γλωσσικό μάθημα ελκυστικό και ζωντανό, κινητοποιώντας για διευρυμένη συμμετοχή, καθώς προσεγγίζονται διαφορετικά μαθησιακά προφίλ, στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης διδασκαλίας. Περαιτέρω, τα βαθύτερα νοήματα των εικόνων παρουσίασαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αποκαλύπτοντας αξίες και στερεότυπα για τις ανθρώπινες σχέσεις. Με αυτόν τον τρόπο, υποκινήθηκαν εποικοδομητικές συζητήσεις στην τάξη, που προβλημάτισαν τα παιδιά. Υπό αυτές τις συνθήκες, φάνηκαν να είναι πρόθυμα και αποτελεσματικά στις κειμενικές δραστηριότητες, ακόμη και στην παραγωγή γραπτού λόγου, μια διαδικασία που συνήθως προκαλεί δυσφορία σε μαθητές και μαθήτριες κάθε ηλικίας

    The effect of preoperative information and education of patients undergoing total hip arthroplasty in hospital stay, stress and postoperative rehabilitation

    No full text
    Preoperative patient information and education is an essential aspect of modern surgical care, particularly for patients undergoing total hip arthroplasty (THA). This prospective, randomized trial aimed to assess the effects of structured preoperative education and information on clinical outcomes in patients undergoing THA. A total of 102 patients were randomized into two groups: the intervention group (n = 51) receiving standardized preoperative information and education, and the control group (n = 51) receiving standard preoperative care without a formal educational component. Postoperative outcomes, including functionality, mobility, length of hospital stay (LOS), patient satisfaction, health-related quality of life, anxiety, depression and fear for surgery, were compared between the 2 groups. Both groups were comparable in baseline characteristics, including age, sex, bone mass index (BMI), smoking status and alcohol consumption. The mean age was 66.3 years, mean BMI was 29.05 and 70.6% of participants were female. Patients in the intervention group had a shorter mean hospital stay (mean 4.9 days vs. 6.2 days, p=0.021). Mean preoperative modified Harris Hip Score (mHHS) was similar between the 2 groups (p = 0.866). However, 1 month postoperatively, mHHS was significantly higher in the intervention group compared to controls (74.06 versus 67.81, p = 0.046). The absolute change in EQ-5D-5L Index and EQ-5D-5L VAS score before and after THA was statistically significant (p = 0.021 and p = 0.042). Preoperative and postoperative depression was significantly lower in the intervention group, 1 day preoperatively, 1 day before discharge and 1 month postoperatively, as shown by the Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS) (p = 0.026, p = 0.027 and p = 0.018 respectively).This prospective, randomized trial demonstrated that preoperative education and information significantly improves clinical outcomes, duration of hospitalization, health-related quality of life and postoperative anxiety in patients undergoing THA. These findings underline the importance of incorporating structured educational programs into preoperative care protocols prior to THA for enhancing patient recovery and optimizing postoperative results.Η προεγχειρητική ενημέρωση και εκπαίδευση των ασθενών είναι μια ουσιαστική πτυχή της σύγχρονης χειρουργικής, ιδιαίτερα για ασθενείς που υποβάλλονται σε ολική αρθροπλαστική ισχίου. Ο στόχος αυτής της προοπτικής, τυχαιοποιημένης μελέτης είναι η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της δομημένης προεγχειρητικής εκπαίδευσης και πληροφόρησης σχετικά με τα κλινικά αποτελέσματα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ολική αρθροπλαστική ισχίου. Συνολικά 102 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες: η ομάδα παρέμβασης (n = 51) που έλαβε τυποποιημένες προεγχειρητικές πληροφορίες και εκπαίδευση και η ομάδα ελέγχου (n = 51) που έλαβαν τυπική προεγχειρητική φροντίδα χωρίς επίσημη ενημέρωση. Τα μετεγχειρητικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργικότητας, της κινητικότητας, της διάρκειας νοσηλείας, της ικανοποίησης των ασθενών, της ποιότητας ζωής, του άγχους, της κατάθλιψης και του φόβου για χειρουργική επέμβαση, συγκρίθηκαν μεταξύ των 2 ομάδων. Και οι δύο ομάδες ήταν συγκρίσιμες ως προς τα αρχικά χαρακτηριστικά, όπως η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος, το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ. Η μέση ηλικία ήταν 66,3 έτη, το μέσο BMI ήταν 29,05 και το 70,6% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες. Οι ασθενείς στην ομάδα παρέμβασης είχαν μικρότερη μέση διάρκεια νοσηλείας (μέση διάρκεια 4,9 ημέρες έναντι 6,2 ημερών, p=0,021). Η μέση προεγχειρητική βαθμολογία modified Harris Hip Score (mHHS) ήταν παρόμοια μεταξύ των 2 ομάδων (p = 0,866). Ωστόσο, 1 μήνα μετεγχειρητικά, το mHHS ήταν σημαντικά υψηλότερο στην ομάδα παρέμβασης σε σύγκριση με τους μάρτυρες (74,06 έναντι 67,81, p = 0,046). Η απόλυτη μεταβολή στο δείκτη EQ-5D-5L και στο EQ-5D-5L VAS score πριν και μετά την ολική αρθροπλαστική ισχίου ήταν στατιστικά σημαντική (p = 0,021 και p = 0,042). Η προεγχειρητική και μετεγχειρητική κατάθλιψη ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα παρέμβασης, 1 ημέρα προεγχειρητικά, 1 ημέρα πριν από την έξοδο και 1 μήνα μετεγχειρητικά, όπως φαίνεται από την Νοσοκομειακή Κλίμακα Άγχους και Κατάθλιψης (HADS) (p = 0,026, p = 0,027 και p = 0,018 αντίστοιχα). Αυτή η προοπτική, τυχαιοποιημένη μελέτη έδειξε ότι η προεγχειρητική εκπαίδευση και πληροφόρηση βελτιώνει σημαντικά τα κλινικά αποτελέσματα, τη διάρκεια νοσηλείας, την ποιότητα ζωής και το μετεγχειρητικό άγχος σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ολική αρθροπλαστική ισχίου. Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της ενσωμάτωσης δομημένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα πρωτόκολλα προεγχειρητικής φροντίδας πριν από την ολική αρθροπλαστική ισχίου για τη βελτίωση της αποκατάστασης των ασθενών και τη βελτιστοποίηση των μετεγχειρητικών αποτελεσμάτων

    Η επίδραση της διακοπής του καπνίσματος σε μεταβολικές παραμέτρους σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη

    No full text
    Smoking cessation is highly recommended as a critical intervention for reducing morbidity and mortality in individuals with diabetes, as smoking exacerbates insulin resistance, impairs glycemic control, and increases the risk of both microvascular and macrovascular complications, especially cardiovascular disease, in people with type 2 diabetes mellitus (T2DM). However, post-smoking-cessation weight gain (PSCWG) may attenuate some of the health benefits and discourage quitting attempts. This weight gain occurs due to the removal of nicotine’s regulatory effects on the central nervous system and its impact on appetite-regulating hormones and peptides. Nicotine increases energy expenditure, resting metabolic rate, and suppresses appetite through interactions with various peptides and hormones that regulate food intake and body weight, such as leptin, resistin, adiponectin, ghrelin, insulin, glucagon-like peptide 1 (GLP-1), and peptide YY (PYY), many of which play crucial roles in the pathophysiology of T2DM. While the cardiovascular benefits of smoking cessation are well-established, PSCWG can temporarily exacerbate diabetes and deteriorate glycemic control. Despite extensive research on PSCWG in the general population, few studies have specifically explored its effects in individuals with T2DM. Varenicline, a partial agonist of α4β2 nicotinic receptors, has similar effects to nicotine and is widely used as a pharmacological intervention for smoking cessation. However, its impact on body weight, appetite regulation, insulin sensitivity, and metabolism in this population remains insufficiently studied. The purpose of this study is to investigate the effects of smoking cessation, aided by varenicline, on a comprehensive set of metabolic parameters in individuals with T2DM and prediabetes. Fifty-three patients were enrolled, of whom 32 successfully quit smoking, following a three-month varenicline course, and were further assessed after an additional month without medication. During the 4 months of the study, participants underwent assessments at three key time points: baseline, 2.5 months into varenicline administration, and 4 months after the beginning of the study. Measurements included body weight, blood pressure, resting metabolic rate (RMR), glycated hemoglobin (HbA1c), fasting glucose, blood lipids, C-reactive protein (CRP), appetite-regulating hormones, and physical activity. At the end of the study, no significant changes were observed in body weight, blood pressure, RMR, or glycemic control. However, significant improvements in lipid profiles were noted: total cholesterol (CHOL) and low-density lipoprotein cholesterol (LDL-C) levels decreased significantly at 4-months of the study (from 168 to 156 mg/dL, p = 0.013 and from 96 to 83 mg/dL, p=0.013, respectively). High-density lipoprotein cholesterol (HDL-C) levels increased significantly at 2.5 months (from 44 to 45 mg/dL, p = 0.042), but this effect was not sustained at 4 months. Triglyceride (TG) levels showed a downward trend, but the reductions were not statistically significant. A significant increase in plasma leptin (from 11 to 13.8 ng/dL, p = 0.004) and GLP-1 levels (from 39.6 to 45.8 pM, p = 0.016) was observed at the 4-month follow-up. No significant changes were detected in resistin, adiponectin, ghrelin, insulin, PYY, or HOMA-IR throughout the study period. Correlations between changes in peptide levels and weight-related parameters aligned with findings already reported in the existing literature. Additionally, self-reported level of physical activity intensity improved by the end of the program, as the percentage of participants who reported moderate-intensity activity increased from 28% to 56%, while those reporting high-intensity activity increased from 19% to 22% respectively (p=0.039). In conclusion, our study showed that smoking cessation with varenicline in smokers with T2DM and prediabetes led to significant improvements in lipid profiles, significant increases in plasma leptin and GLP-1 levels, and enhanced physical activity, without significant weight gain or worsening glycemic control. These findings suggest that smoking cessation without adverse metabolic consequences is feasible for diabetic smokers, with additional benefits for lipid metabolism, GLP-1 regulation, and physical activity levels.Η διακοπή του καπνίσματος συνιστάται ως ιδιαίτερα κρίσιμη παρέμβαση για τη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ), καθώς το κάπνισμα επιδεινώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, έχει αρνητική επίδραση στον γλυκαιμικό έλεγχο και αυξάνει τον κίνδυνο μικροαγγειακών και μακροαγγειακών επιπλοκών, ιδιαίτερα της καρδιαγγειακής νόσου, σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2). Ωστόσο, η αύξηση του σωματικού βάρους (ΣΒ) μετά τη διακοπή του καπνίσματος μπορεί να μειώσει ορισμένα από τα οφέλη για την υγεία και να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους προσπαθούν να διακόψουν το κάπνισμα. Αυτή η αύξηση ΣΒ προκύπτει από την απουσία των ρυθμιστικών επιδράσεων της νικοτίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, καθώς και από την επίδρασή της στις ορμόνες που ελέγχουν την όρεξη. Η νικοτίνη αυξάνει την κατανάλωση ενέργειας και τον μεταβολικό ρυθμό ηρεμίας, ενώ παράλληλα καταστέλλει την όρεξη μέσω της αλληλεπίδρασής της με διάφορα πεπτίδια και ορμόνες που ρυθμίζουν την πρόσληψη τροφής και το σωματικό βάρος. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η λεπτίνη, η ρεζιστίνη, η αδιπονεκτίνη, η γκρελίνη, η ινσουλίνη, το πεπτίδιο που μοιάζει με γλυκαγόνη 1 (GLP-1) και το πεπτίδιο ΥΥ (PYY), τα οποία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην παθοφυσιολογία του ΣΔ2. Ενώ τα καρδιαγγειακά οφέλη της διακοπής του καπνίσματος είναι καλά τεκμηριωμένα, η αύξηση ΣΒ μετά τη διακοπή μπορεί παροδικά να επιδεινώσει τον ΣΔ, αποτελώντας παράγοντα κινδύνου για κακή γλυκαιμική ρύθμιση. Παρόλο που η αύξηση ΣΒ μετά τη διακοπή καπνίσμαντος έχει μελετηθεί εκτενώς στον γενικό πληθυσμό, υπάρχουν περιορισμένες μελέτες που εξετάζουν συγκεκριμένα τις επιπτώσεις της σε άτομα με ΣΔ2. Η βαρενικλίνη, που αποτελεί φαρμακευτική παρέμβαση για τη διακοπή του καπνίσματος, αποτελεί μερικό αγωνιστή των α4β2 νικοτινικών υποδοχέων και άρα έχει παρόμοιες ιδιότητες με τη νικοτίνη. Έχει δοκιμαστεί επιτυχώς και με ασφάλεια για τη διακοπή του καπνίσματος σε άτομα με ΣΔ, ωστόσο είναι λίγα τα δεδομένα σε σχέση με την επίδρασή της στο ΣΒ, την όρεξη, την ευαισθησία στην ινσουλίνη και το βασικό μεταβολισμό σε αυτούς τους ασθενείς. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διερευνήσει τις επιδράσεις της διακοπής του καπνίσματος, με τη βοήθεια της βαρενικλίνης, σε ένα σύνολο μεταβολικών παραμέτρων σε άτομα με ΣΔ2 και προδιαβήτη. Συνολικά, 53 ασθενείς εντάχθηκαν αρχικά στη μελέτη, εκ των οποίων 32 κατάφεραν να διακόψουν επιτυχώς το κάπνισμα μετά από τρεις μήνες θεραπείας με βαρενικλίνη και αξιολογήθηκαν ξανά έναν μήνα μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής. Κατά τη διάρκεια των 4 μηνών της μελέτης, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μετρήσεις σε τρία καθορισμένα χρονικά σημεία: στην αρχή της μελέτης, 2,5 μήνες μετά την έναρξη της χορήγησης βαρενικλίνης και 4 μήνες από την αρχική τους συμμετοχή στη μελέτη. Οι μετρήσεις περιλάμβαναν σωματομετρικά χαρακτηριστικά, αρτηριακή πίεση, μεταβολικό ρυθμό ηρεμίας (RMR), γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), γλυκόζη νηστείας, λιπίδια αίματος, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), ορμόνες που ρυθμίζουν την όρεξη, καθώς και επίπεδα σωματικής δραστηριότητας. Στο τέλος της μελέτης, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στο ΣΒ, την αρτηριακή πίεση, τον RMR ή τον γλυκαιμικό έλεγχο. Ωστόσο, σημειώθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στο λιπιδαιμικό προφίλ, καθώς τα επίπεδα της ολικής και της LDL χοληστερόλης μειώθηκαν σημαντικά στους 4 μήνες της μελέτης (από 168 σε 156 mg/dL, p = 0,013 και από 96 σε 83 mg/dL, αντίστοιχα). Τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης αυξήθηκαν σημαντικά στους 2,5 μήνες λήψης βαρενικλίνης (από 44 σε 45 mg/dL, p = 0,042), ενώ παρατηρήθηκε μείωση στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή του καπνίσματος, η οποία όμως δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Επιπλέον, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της λεπτίνης στο πλάσμα (από 11 σε 13,8 ng/dL, p = 0,004) και των επιπέδων GLP-1 (από 39,6 σε 45,8 pM, p = 0,016) κατά την περίοδο παρακολούθησης των 4 μηνών της μελέτης. Αντίθετα, δεν εντοπίστηκαν σημαντικές μεταβολές στα επίπεδα ρεζιστίνης, αδιπονεκτίνης, γκρελίνης, ινσουλίνης, PYY ή HOMA-IR κατά τη διάρκεια της μελέτης. Οι συσχετίσεις μεταξύ των μεταβολών στα επίπεδα των πεπτιδίων και των παραμέτρων που σχετίζονται με το βάρος συμφώνησαν με τα ευρήματα που έχουν ήδη αναφερθεί στη βιβλιογραφία. Επιπλέον, το αυτοαναφερόμενο επίπεδο έντασης σωματικής δραστηριότητας βελτιώθηκε στο τέλος του προγράμματος, καθώς το ποσοστό των συμμετεχόντων που ανέφεραν μέτρια ένταση δραστηριότητας αυξήθηκε από 28% σε 56%, ενώ αυτοί που ανέφεραν υψηλή ένταση δραστηριότητας αυξήθηκαν από 19% σε 22% αντίστοιχα (p=0,039). Συμπερασματικά, η μελέτη μας έδειξε ότι η διακοπή του καπνίσματος με τη χρήση βαρενικλίνης σε άτομα με ΣΔ2 και προδιαβήτη οδήγησε σε σημαντική βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ, αύξηση των επιπέδων λεπτίνης και GLP-1 στο πλάσμα, καθώς και βελτίωση της σωματικής δραστηριότητας, χωρίς σημαντική αύξηση του ΣΒ ή επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η διακοπή του καπνίσματος χωρίς δυσμενείς μεταβολικές συνέπειες είναι εφικτή για τους καπνιστές με ΣΔ2, προσφέροντας επιπλέον οφέλη για το λιπιδαιμικό προφίλ, τη ρύθμιση του GLP-1 και τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας

    Molecular alterations in paired epithelial ovarian tumors in patients treated with neoadjuvant chemotherapy

    No full text
    Background: Neoadjuvant chemotherapy (NACT) followed by interval debulking surgery (IDS) and adjuvant chemotherapy is a therapeutic choice for women with advanced ovarian cancer. Whether NACT affects the tumour’s molecular profile has not been determined. Methods: This was a retrospective study of patients with advanced epithelial ovarian cancer treated with NACT at oncology departments affiliated with the Hellenic Cooperative Oncology Group (HeCOG). Tumor molecular profiling was performed from formalin-fixed and paraffin-embedded (FFPE) tumor pre- and post-NACT tissues. Homologous recombination deficiency (HRD), tumor infiltrating lymphocytes (TIL), tumor molecular alterations and tumor mutational burden (TMB) via next-generation sequencing analysis were assessed. Results: Overall, tumors from thirty-six patients were assessed; molecular profiling was evaluable in 20 paired tumor samples. HRD positivity exhibited no significant change between pre- and post-NACT tumors. BRCA1/2 mutational status remained constant irrespective of the treatment administration. Pre-NACT tumors tended to exhibit a lower percentage of intratumoral TILs compared to post-NACT tumors (p=0.004). Differences in the mutation profile between pre- and post-treatment tissue were observed in 33.33% (6/18) of the cases. The mean tumor cell content (TCC) (p-value: 0.0840) and the mean genomic instability score GIS (p-value: 0.0636) decreased slightly numerically after therapy. A moderate inverse relationship was observed between pre-NACT TMB and chemotherapy response score ( p-value: 0.038), indicating this correlation is statistically significant. Conclusion: The study provides insights into how NACT affects the tumor environment and mutational landscape. While BRCA1/2 and HRD status remain stable, increases in iTILs and changes in mutational profiles are observed post-treatment. This is a factor that should be considered in making subsequent therapeutic decisions. Prospective studies are needed to investigate the clinical significance of these findingsΗ νεοεπικουρική χημειοθεραπεία (NACT) ακολουθούμενη από ενδιάμεση κυτταρομείωση (IDS) είναι μια θεραπευτική επιλογή για γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών υψηλής κακοήθειας. Το εάν η NACT επηρεάζει το μοριακό προφίλ του όγκου δεν έχει προσδιοριστεί. Μέθοδοι: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη ασθενών με προχωρημένο στάδιο επιθηλιακού καρκίνου των ωοθηκών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με NACT σε ογκολογικά τμήματα που συνεργάζονται με τον Ελληνικό Συνεργαζόμενη Ογκολογική Ομάδα (HeCOG). Η μοριακή ανάλυση διεξήχθη σε νεοπλασματικούς ιστούς προ και μετά τη χορήγηση NACT, μονιμοποιημένους με φορμαλίνη και ενσωματωμένους σε παραφίνη (FFPE). Η ανεπάρκεια ομόλογου ανασυνδυασμού (HRD), τα διηθητικά λεμφοκύτταρα όγκου (sTILs, iTILs), οι μοριακές αλλαγές των όγκων και το φορτίο μεταλλάξεων του όγκου (TMB) αξιολογήθηκαν μέσω ανάλυσης αλληλουχίας επόμενης γενιάς (NGS). Αποτελέσματα: Συνολικά, αξιολογήθηκαν δείγματα νεοπλασματικόυ ιστού από 36 ασθενείς. Το μοριακό προφίλ ήταν αξιολογήσιμο σε 20 ζεύγη δειγμάτων ιστών. Η έκφραση ανεπάρκειας ομόλογου ανασυνδυασμού HRD δεν εμφάνισε σημαντική αλλαγή μεταξύ των όγκων πριν και μετά το NACT. Οι μεταλλάξεις BRCA1/2 παρέμειναν σταθερές ανεξάρτητα από τη χορήγηση της νεοεπικουρικής θεραπείας. Οι όγκοι προ-NACT εμφάνισαν χαμηλότερο ποσοστό ενδοογκικών TILs σε σύγκριση με όγκους μετά τη NACT, εύρημα με στατιστική σημαντικότητα (p=0.004). Διαφορές στο προφίλ μεταλλάξεων μεταξύ ιστού πριν και μετά τη θεραπεία παρατηρήθηκαν στο 33,33% (6/18) των περιπτώσεων. Η μέση περιεκτικότητα σε καρκινικά κύτταρα (TCC) (p-value: 0,0840) και η μέση βαθμολογία γονιδιωματικής αστάθειας (p-value: 0,0636) μειώθηκαν ελαφρώς αριθμητικά μετά τη θεραπεία. Παρατηρήθηκε μια μέτρια αντίστροφη σχέση μεταξύ του TMB προ-NACT και της βαθμολογίας απόκρισης χημειοθεραπείας CRS (p-value: 0.038), υποδεικνύοντας ότι αυτή η συσχέτιση είναι στατιστικά σημαντική. Συμπέρασμα: Η μελέτη αυτή παρέχει πληροφορίες για το πώς η NACT επηρεάζει το περιβάλλον του όγκου και το προφίλ των μεταλλάξεων. Ενώ η έκφραση των μεταλλάξεων BRCA1/2 και της ανεπάρκειας του ομόλογου ανασυνδυασμού HRD παραμένει σταθερή, μετά τη θεραπεία παρατηρούνται αυξήσεις στα iTILs και αλλαγές στα προφίλ μεταλλάξεων, γεγονός που θα πρέπει να προσμετρήσουμε στη λήψη των θεραπευτικών αποφάσεων που θα ακολουθήσουν. Προοπτικές μελέτες απαιτούνται για να μελετήσουν το κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇