Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Η σχέση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης με την αξία της επιχείρησης
This dissertation investigates the multifaceted impact of Corporate Social Responsibility (CSR) on financial performance and corporate behavior. Specifically, it examines the effects of CSR on stock returns and systematic risk, as well as the existence of peer effects in CSR adoption among companies. The study utilizes a comprehensive dataset of 2,365 listed U.S. firms from 1992 to 2018, incorporating CSR data from the MSCI database and financial fundamentals from the CRSP/COMPUSTAT MERGED database. Custom CSR index variants were constructed using these scores. The first chapter analyzes the relationship between CSR and stock returns, revealing both positive and negative correlations depending on portfolio construction methodologies. The second chapter focuses on the association between CSR and systematic risk, demonstrating a statistically significant negative relationship at both the index and component levels, with the notable exception of the environmental component, which exhibits a positive correlation with systematic risk. The third chapter explores peer effects in CSR performance, investigating whether a firm's CSR initiatives are influenced by those of its peers and examining the complementary or substitutable nature of different Environmental, Social, and Governance (ESG) components among peer firms. Findings indicate a positive influence of peer CSR performance on a firm's own CSR initiatives, while also revealing both complementarity and substitutability among ESG components.Η παρούσα διατριβή διερευνά τις πολυδιάστατες επιδράσεις της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (ΕΚΕ) στην χρηματοοικονομική απόδοση και στην εταιρική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, εξετάζει τις επιπτώσεις της ΕΚΕ στις αποδόσεις μετοχών και στον συστηματικό κίνδυνο, καθώς και την ύπαρξη φαινομένων μίμησης (peer effects) στην υιοθέτηση πρακτικών ΕΚΕ μεταξύ επιχειρήσεων. Η μελέτη αξιοποιεί ένα εκτενές σύνολο δεδομένων που περιλαμβάνει 2.365 εισηγμένες εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών για την περίοδο 1992–2018, ενσωματώνοντας δεδομένα ΕΚΕ από τη βάση MSCI και χρηματοοικονομικά στοιχεία από τη συγχωνευμένη βάση δεδομένων CRSP/COMPUSTAT. Με βάση αυτά τα δεδομένα, κατασκευάστηκαν παραλλαγές δεικτών ΕΚΕ. Το πρώτο κεφάλαιο αναλύει τη σχέση μεταξύ ΕΚΕ και αποδόσεων μετοχών, αποκαλύπτοντας τόσο θετικές όσο και αρνητικές συσχετίσεις, ανάλογα με τις μεθοδολογίες κατασκευής των χαρτοφυλακίων. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στη σύνδεση μεταξύ ΕΚΕ και συστηματικού κινδύνου, καταδεικνύοντας μια στατιστικώς σημαντική αρνητική σχέση τόσο σε επίπεδο συνολικού δείκτη όσο και επιμέρους συνιστωσών, με αξιοσημείωτη εξαίρεση την περιβαλλοντική διάσταση, η οποία παρουσιάζει θετική συσχέτιση με τον συστηματικό κίνδυνο. Το τρίτο κεφάλαιο εξετάζει τις επιδράσεις των ομοτίμων (peer effects) στην απόδοση ΕΚΕ, διερευνώντας κατά πόσον οι πρωτοβουλίες ΕΚΕ μιας επιχείρησης επηρεάζονται από εκείνες των ομοειδών της, καθώς και τη συμπληρωματική ή υποκαταστατική φύση των διαφόρων συνιστωσών του πλαισίου ESG (Περιβαλλοντική, Κοινωνική και Διακυβέρνηση) μεταξύ ομοτίμων επιχειρήσεων. Τα ευρήματα υποδεικνύουν θετική επίδραση της ΕΚΕ των ομοτίμων στις πρωτοβουλίες μιας επιχείρησης, ενώ παράλληλα αποκαλύπτουν τόσο σχέσεις συμπληρωματικότητας όσο και υποκατάστασης μεταξύ των συνιστωσών ESG
Pharmacodynamic and pharmacokinetic modeling for the monoclonal antibody bevacizumab in patients with cancer and their correlation with clinical data
ABSTRACT Introduction This study focuses on patients with five different cancer types, breast, cervical, ovarian, lung and colon, who initially received various therapeutic regimens and subsequently continued with Βevacizumab as a maintenance monotherapy. Given the expanding use of Βevacizumab across diverse malignancies, the primary aim was to evaluate its pharmacokinetics and investigate its impact on clinical outcomes. Methods Conducted in collaboration with the University General Hospital of Patras “Panagia i Voitheia” and the Department of Pharmacy of the University of Patras, the study enrolled 89 patients who received Βevacizumab, either as monotherapy or in combination with other treatments. Serum samples were collected before and after drug administration for the measurement of Βevacizumab and VEGF levels via ELISA. Concentrations were compared across different treatment cycles and various cancer types, and a Cox proportional hazards analysis was employed to assess the relationship between Βevacizumab levels and disease progression. Results The mean peak concentration of Βevacizumab was 686.47 μg/ml, while the mean trough concentration reached 184.39 μg/ml. During treatment, a significant reduction in VEGF levels was observed, suggesting successful inhibition of angiogenesis. Patients receiving Βevacizumab monotherapy exhibited higher drug concentrations than those on combination regimens. In gynecological cancers, the most frequently reported adverse events were hypertension and paresthesia, while in other cancer types (e.g., lung), diarrhea and thrombosis were more common. Notably, prolonged control of VEGF was achieved without severe toxicities in most cases. Moreover, a distinct “critical point” was identified for each patient, beyond which therapeutic response declined, leading to relapse and emphasizing the importance of timely treatment modification. Conclusions Our findings confirm Βevacizumab’s efficacy in curbing VEGF levels and delaying disease progression across multiple cancer types. Notably, higher Βevacizumab doses appeared to boost therapeutic response but were linked to increased adverse effects—a pattern also reported in previous studies. This observation underscores the importance of rigorous drug-level monitoring, personalized dose adjustments, and vigilant patient follow-up. Identifying each patient’s specific threshold for diminishing returns can facilitate earlier therapeutic intervention and potentially improve clinical outcomes. Further large-scale research is needed to validate these results and deepen our understanding of Βevacizumab’s mechanisms of action. Keywords Βevacizumab, VEGF, pharmacokinetics, chemotherapy, viability, polymorphisms.ΠΕΡΙΛΗΨΗ Εισαγωγή Η παρούσα μελέτη επικεντρώθηκε στη διερεύνηση της χρήσης του Βevacizumab ως θεραπεία συντήρησης σε ασθενείς με πέντε διαφορετικά είδη καρκίνου, μαστού, τραχήλου μήτρας, ωοθηκών, πνεύμονα και παχέος εντέρου, οι οποίοι είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε διάφορα αρχικά θεραπευτικά σχήματα. Δεδομένης της ολοένα και ευρύτερης εφαρμογής του Βevacizumab σε πολλαπλά νεοπλάσματα, βασικός στόχος ήταν η αποτίμηση της φαρμακοκινητικής του και η αξιολόγηση της επίδρασής του στις κλινικές εκβάσεις των ασθενών. Μεθοδολογία Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Ιατρικής σε συνεργασία με το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ» και το Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών, συμπεριλαμβάνοντας 89 ασθενείς που έλαβαν Βevacizumab είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με άλλα θεραπευτικά σχήματα. Δειγματοληψίες αίματος έγιναν πριν και μετά από κάθε χορήγηση του φαρμάκου, ώστε να μετρηθούν τα επίπεδα του Βevacizumab και του VEGF με τη μέθοδο ELISA. Ακολούθησε σύγκριση των επιπέδων αυτών σε διάφορους κύκλους θεραπείας και μεταξύ διαφορετικών τύπων καρκίνου. Παράλληλα, εφαρμόστηκε ανάλυση Cox για τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στις συγκεντρώσεις του Βevacizumab και στην εξέλιξη της νόσου. Αποτελέσματα Η μέση μέγιστη (peak) συγκέντρωση του Βevacizumab προσέγγισε τα 686,47 μg/ml, ενώ η μέση ελάχιστη (trough) έφτασε τα 184,39 μg/ml. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρατηρήθηκε αισθητή μείωση στα επίπεδα του VEGF, καταδεικνύοντας αποτελεσματική αναστολή της αγγειογένεσης. Οι ασθενείς που έλαβαν Βevacizumab ως μονοθεραπεία εμφάνισαν γενικά υψηλότερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου συγκριτικά με εκείνους που ακολούθησαν συνδυαστικές θεραπείες. Στους γυναικολογικούς καρκίνους, συχνά αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως υπέρταση και αιμωδίες των άκρων, ενώ σε άλλους τύπους καρκίνου (π.χ. πνεύμονα) καταγράφηκαν περιστατικά διάρροιας και θρόμβωσης. Στη μεγάλη πλειονότητα, η θεραπεία ήταν σχετικά καλά ανεκτή, με παρατεταμένη μείωση του VEGF και ελαφρές ή μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες. Επιπλέον, για κάθε ασθενή φάνηκε να υπάρχει ένα «κρίσιμο σημείο» όπου η ανταπόκριση στη θεραπεία μειωνόταν και αυξανόταν ο κίνδυνος υποτροπής, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα έγκαιρης τροποποίησης της θεραπευτικής στρατηγικής. Συμπεράσματα Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι η αυξημένη δόση του Βevacizumab βελτίωσε την ανταπόκριση στη θεραπεία, ωστόσο συνδέθηκε και με περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου και η εξατομίκευση της δοσολογίας αναδεικνύονται κρίσιμες για τη βελτίωση του θεραπευτικού αποτελέσματος και τον περιορισμό των παρενεργειών, όπως υποδεικνύουν και προγενέστερες μελέτες. Επιπλέον, τα ευρήματα της μελέτης υπογραμμίζουν την αποτελεσματικότητα του Βevacizumab στη θεραπεία γυναικολογικών και άλλων καρκίνων, επιτυγχάνοντας σημαντική μείωση των επιπέδων του VEGF και επιβράδυνση της νόσου. Ωστόσο, η ανάδυση ανεπιθύμητων ενεργειών, ειδικότερα στα συνδυαστικά σχήματα, καταδεικνύει την ανάγκη στενής παρακολούθησης και προσαρμογής της θεραπείας στις ανάγκες κάθε ασθενούς. Τέλος, απαιτούνται μελέτες με μεγαλύτερα δείγματα προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα παρόντα ευρήματα και να διευρυνθεί η κατανόηση των μηχανισμών δράσης του Βevacizumab. Λέξεις κλειδιά: Βevacizumab, VEGF, φαρμακοκινητική, χημειοθεραπεία, επιβίωση, βιωσιμότητ
The functionality and communication of organisational systems: Machiavellianism and efficiency in modern business: case study of food and beverage production enterprises in the region of Thessaly
The communication of organisations, both with the internal and external environment, is one of the most important tools for the growth and development of both the organisation and its employees, over time. Particular importance is attached to the way in which information is received and transmitted. In the era of the 4th Industrial Revolution, e-government and digital transformation, special communication skills and competences are required from all managers, regardless of the hierarchical level to which they belong. Especially in the pandemic era, new and complex problems such as distance communication have emerged. Communication helps to deal with conflicts, frictions and disagreements and at the same time has an impact on increasing employee performance. Communication disseminates knowledge directly and effectively at all hierarchical levels, so that employees are involved in decision making. The thesis is structured in nine chapters. The first chapter deals with issues of management and the organization and operation of organizations as well as the basic principles of systems theory, while the second chapter analyzes the definitions and characteristics of business communication. The third chapter develops the theory of Machiavellianism and the connection between this theory and contemporary management. The next chapter carries out a bibliometric analysis, using the words ‘communication’ and ‘Machiavellianism’, which demonstrated the growing interest of the academic community in this subject. In the next chapter, data are presented concerning the food business sector on the one hand, and the particular characteristics of the Region of Thessaly, resulting from its geographical location, the environmental conditions and finally the remarkable variety of ecosystems. Chapter seven presents the research tools in the context of a multi-method approach which aims to exploit all the advantages of the methodological approaches and to reduce the problems that arise in a research. Chapters eight and nine present the research and research results, as well as generalisations, limitations of the research and suggestions for future research. The research concludes with twelve factors that can be used to improve business performance and motivate employees to identify with the goals of the organization in question. Finally, a detailed bibliography and appendices are presented where additional information on the topic under investigation is provided. The main research questions raised concerned the role of top and top management in the success of communication, strategies for achieving communication objectives and the way in which workplace problems are addressed through communication. 152 executives of companies based in the Region of Thessaly, whose main area of involvement is in human resources management and marketing management, responded to the questionnaire. Factor Analysis revealed twelve factors that contribute to better communication, namely support and recognition, open and digital communication, trust and information, information flow and benchmarking, effective communication, motivation and openness, positive updates and information and digital communication, transparency and conflict resolution, technology and information, barriers and support and finally communication in emergency situations. The survey shows that employees several times appear dissatisfied in the context of internal communication. This is due to the one-dimensional communication, the authoritarian type of communication that has prevailed and the lack of desire on the part of the founders and owners of companies to listen to employees. Employees were more satisfied with external communication and the response from customers, suppliers and local communities. According to the results of the survey, there is a positive correlation in the way companies and employees deal with problems and the communication process (due to the experience and knowledge of employees contributing to a better and more immediate response to internal problems and the optimisation of communication results and by using new technologies).Η επικοινωνία των οργανώσεων, τόσο με το εσωτερικό όσο και το εξωτερικό περιβάλλον, είναι από τα πλέον σημαντικά εργαλεία για την ανάπτυξη και την εξέλιξη τόσο του οργανισμού όσο και των εργαζομένων, διαχρονικά. Αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται και μεταδίδονται οι πληροφορίες. Στην εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και του ψηφιακού μετασχηματισμού απαιτούνται ιδιαίτερες επικοινωνιακές δεξιότητες και ικανότητες από όλους τα στελέχη ανεξάρτητα της ιεραρχικής βαθμίδας που ανήκουν. Ειδικά, την εποχή της πανδημίας αναδείχθηκαν και καινούρια-πολύπλοκα προβλήματα, όπως η εξ αποστάσεως επικοινωνία. Η επικοινωνία συμβάλλει στην αντιμετώπιση των συγκρούσεων, των προστριβών και των διαφωνιών και ταυτόχρονα επιδρά στην αύξηση της απόδοσης των εργαζομένων. Η επικοινωνία διαχέει τη γνώση άμεσα και αποτελεσματικά σε όλα τα ιεραρχικά επίπεδα, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να είναι συμμέτοχοι στη λήψη των αποφάσεων. Η ύλη διαρθρώνεται σε εννέα κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε θέματα του management και της οργάνωσης και λειτουργίας των οργανώσεων καθώς και στις βασικές αρχές της συστημικής θεωρίας, ενώ το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει τους ορισμούς και τα χαρακτηριστικά της επιχειρησιακής επικοινωνίας. Το τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσει τη θεωρία του μακιαβελισμού και τη σύνδεση αυτής της θεωρίας με το σύγχρονο management και την αποδοτικότητα στις επιχειρήσεις. Στο επόμενο κεφάλαιο πραγματοποιείται η βιβλιομετρική ανάλυση, με τη χρήση των λέξεων «επικοινωνία» και «μακιαβελλισμός», η οποία δείχνει το αυξανόμενο ενδιαφέρον της ακαδημαικής κοινότητας στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Στα επόμενα κεφάλαιο παρατίθενται στοιχεία που αφορούν αφενός στον κλάδο των επιχειρήσεων τροφίμων και αφετέρου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Περιφέρειας Θεσσαλίας, που προκύπτουν από τη γεωγραφική της θέση, τις περιβαλλοντικές συνθήκες και τέλος στην αξιόλογη ποικιλία οικοσυστημάτων. Στο έβδομο κεφάλαιο παρουσιάζονται η μεθοδολογία έρευνας και δειγματοληψίας.Στο όγδοο και στο ένατο κεφάλαιο παρουσιάζεται η έρευνα και τα ερευνητικά αποτελέσματα, καθώς και οι γενικεύσεις, οι περιορισμοί της έρευνας και οι προτάσεις για μελλοντικές έρευνες. Η έρευνα καταλήγει σε δώδεκα παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να βελτιωθεί η αποδοτικότητα των επιχειρήσεων και να παρακινηθούν οι εργαζόμενοι να ταυτιστούν με τους στόχους της εκάστοτε οργάνωσης. Τέλος, παρουσιάζεται αναλυτική βιβλιογραφία και παραρτήματα όπου αναφέρονται συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με το υπό διερεύνηση θέμα. Τα κυριότερα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν αφορούσαν στο ρόλο της ανώτερης και της ανώτατης διοίκησης στην επιτυχία της επικοινωνίας, στις στρατηγικές για την επίτευξη των επικοινωνιακών στόχων και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα εργασιακά προβλήματα μέσω της επικοινωνίας. Στο ερωτηματολόγιο απάντησαν 152 στελέχη επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και το κυριότερο αντικείμενο της ενασχόλησής τους είναι στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού και στη διεύθυνση marketing. Από την παραγοντική ανάλυση προέκυψαν δώδεκα παράγοντες και πιο συγκεκριμένα, η υποστήριξη και αναγνώριση, η ανοιχτή και ψηφιακή επικοινωνία, η εμπιστοσύνη και ενημέρωση, η ροή πληροφοριών και συγκριτική αξιολόγηση, η αποτελεσματική επικοινωνία, τα κίνητρα και ανοιχτότητα, οι θετικές ενημερώσεις, η ενημέρωση και ψηφιακή επικοινωνία, η διαφάνεια και επίλυση συγκρούσεων, η τεχνολογία και ενημέρωση, τα εμπόδια και η υποστήριξη και τέλος η επικοινωνία σε έκτακτες καταστάσεις. Από την έρευνα προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι αρκετές φορές εμφανίζονται δυσαρεστημένοι στο πλαίσιο της εσωτερικής επικοινωνίας. Αυτό οφείλεται στη μονοδιάστατη επικοινωνία, στο αυταρχικό είδος επικοινωνίας που έχει επικρατήσει και στην έλλειψη επιθυμίας από πλευράς ιδρυτών και ιδιοκτητών των επιχειρήσεων να ακούσουν τους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι ήταν πιο ικανοποιημένοι με την εξωτερική επικοινωνία και την ανταπόκριση που υπήρχε από τους πελάτες, τους προμηθευτές και τις τοπικές κοινωνίες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει ότι υπάρχει μια θετική συσχέτιση στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν τα προβλήματα και τη διαδικασία της επικοινωνίας (λόγω της εμπειρίας και των γνώσεων των υπαλλήλων που συμβάλλουν στην καλύτερη και πιο άμεση αντιμετώπιση των εσωτερικών προβλημάτων και τη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων της επικοινωνίας και με τη χρήση των νέων τεχνολογιών)
Assessment of school-family partnership in Greek preschool settings: development and validation of a new measure
This doctoral thesis investigates the partnership between home and preschool centers. It details the development of two assessment scales designed to evaluate this collaboration. Furthermore, the study explores the perceptions of parents and preschool educators regarding the partnership, examines the congruence between these views, and profiles the nature of the home-preschool center partnership. Finally, it investigates potential correlations between this partnership and the socioeconomic background of parents and educators, as well as the home learning environment. This study employed both theoretical and empirical approaches. The theoretical section introduces and critically analyzes the study's conceptual framework, specifically presenting the bioecological model of human development and the theory of overlapping spheres of influence. This section further discusses the significance and assessment of home-preschool center partnerships, the perceptions of parents and preschool educators regarding this collaboration, and the resulting partnership profile. Finally, it examines the relationship between this partnership and the socioeconomic background of both groups, as well as the home learning environment. The empirical section details the primary research objectives and the methodology used in this thesis. The study sample comprised 737 parents and 92 preschool educators from centers located in the municipalities of Kilkis and Thessaloniki. To address the research questions, parents completed a questionnaire that included demographic information, a scale assessing home-preschool center partnership, and a scale evaluating the home learning environment. Preschool educators completed a separate questionnaire containing demographic questions and a scale for assessing home-preschool center partnership. The results of this study demonstrate the reliability of the two newly developed scales for assessing home-preschool center partnership. Overall, both parents and preschool educators reported positive perceptions of this partnership. However, a significant finding is the partial misalignment between their perceptions, tempering the otherwise positive outlook. Furthermore, the study reveals a generally positive profile of home-preschool center partnership in the Greek context. Finally, correlations were identified between certain characteristics of parents and preschool educators, such as socioeconomic background, and their reported levels of home-preschool partnership. Moreover, the findings revealed a significant correlation between parents' reported levels of home-preschool center partnership and the home learning environment. While prior research underscores the importance of both factors in children's development, this study's identification of a link between them suggests the need to explore the potential impact of this association on preschool children's developmental outcomes. Future research in this area could inform the development of interventions aimed at strengthening both home-preschool center partnerships and home learning environments.Αντικείμενο της παρούσας διδακτορικής διατριβής αποτελεί η συνεργασία μεταξύ οικογένειας και παιδαγωγών προσχολικής ηλικίας. Πιο συγκεκριμένα, αναπτύχθηκαν δύο νέες κλίμακες αξιολόγησης της συνεργασίας οικογένειας-προσχολικών κέντρων. Παράλληλα, διερευνήθηκαν οι αντιλήψεις των γονέων και των παιδαγωγών σχετικά με τη συνεργασία οικογένειας-προσχολικών κέντρων και μελετήθηκε ο πιθανός βαθμός συμφωνίας ανάμεσα σε αυτές τις αντιλήψεις. Ακόμη, διερευνήθηκε το προφίλ της συνεργασίας οικογένειας-προσχολικών κέντρων, και ελέγχθηκε η πιθανή συσχέτιση μεταξύ της συνεργασίας οικογένειας-προσχολικών κέντρων με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των οικογενειών και των παιδαγωγών, καθώς και με το οικογενειακό μαθησιακό περιβάλλον. Η προσέγγιση του θέματος επιχειρήθηκε σε θεωρητικό και εμπειρικό επίπεδο. Στο θεωρητικό μέρος αναφέρεται και αναλύεται κριτικά το θεωρητικό πλαίσιο του θέματος. Παρουσιάζονται η οικοσυστημική θεωρία της ανθρώπινης ανάπτυξης και η θεωρία των επικαλυπτόμενων σφαιρών επιρροής. Γίνεται αναφορά στη σημασία της συνεργασίας οικογένειας-προσχολικών κέντρων, στη μέτρησή της, στη σημασία των αντιλήψεων των γονέων και των παιδαγωγών για τη μεταξύ τους συνεργασία και στο προφίλ αυτής της συνεργασίας. Συγχρόνως, στο θεωρητικό μέρος αναδεικνύεται ο τρόπος που η συνεργασία οικογένειας-προσχολικών κέντρων συσχετίζεται με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των οικογενειών και των παιδαγωγών, καθώς επίσης και με οικογενειακό μαθησιακό περιβάλλον. Στο ερευνητικό μέρος περιγράφονται οι βασικοί άξονες τους οποίους διερεύνησε η διατριβή και παρουσιάζεται η μεθοδολογία. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 737 οικογένειες και 92 παιδαγωγοί προσχολικής ηλικίας των νομών Κιλκίς και Θεσσαλονίκης. Για την εκτίμηση των υπό έρευνα παραγόντων χορηγήθηκε ένα ερωτηματολόγιο στις οικογένειες το οποίο αποτελείται από δημογραφικές ερωτήσεις, μία κλίμακα για τη συνεργασία οικογένειας-προσχολικών κέντρων και μία κλίμακα αξιολόγησης του οικογενειακού μαθησιακού περιβάλλοντος. Στους παιδαγωγούς χορηγήθηκε ένα ερωτηματολόγιο που περιλαμβάνει δημογραφικές ερωτήσεις και μία κλίμακα για τη συνεργασία οικογένειας-προσχολικών κέντρων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι δύο κλίμακες που αναπτύχθηκαν αποτελούν δύο αξιόπιστα εργαλεία για την αξιολόγηση της συνεργασίας οικογένειας-προσχολικών κέντρων. Η γενική εικόνα που προκύπτει από την έρευνα με βάση τις αντιλήψεις τόσο των γονέων όσο και των παιδαγωγών αναφορικά με τη μεταξύ τους συνεργασία είναι θετική. Δεν παραβλέπεται βέβαια ότι οι αντιλήψεις των γονέων και των παιδαγωγών για τη μεταξύ τους συνεργασία δεν συμφωνούν, γεγονός που σχετικοποιεί την παραπάνω θετική εικόνα. Σημαντικό εύρημα επίσης, αποτελεί η διαπίστωση ότι το προφίλ της συνεργασίας στην Ελλάδα είναι θετικό. Άλλο σημαντικό εύρημα είναι ότι ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των γονέων και των παιδαγωγών (κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο) συσχετίζονται με τη συνεργασία οικογένειας-προσχολικών κέντρων. Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι η συνεργασία οικογένειας-προσχολικών κέντρων με βάση τις αντιλήψεις των οικογενειών συσχετίζεται με το οικογενειακό μαθησιακό περιβάλλον. Προηγούμενες έρευνες υποστηρίζουν ότι η συνεργασία οικογένειας-προσχολικών κέντρων και το οικογενειακό μαθησιακό περιβάλλον επηρεάζουν την ανάπτυξη των παιδιών. Στην παρούσα έρευνα βρέθηκε ότι αυτά τα δύο στοιχεία συσχετίζονται. Συνεπώς είναι σημαντικό να διερευνηθεί εάν αυτή η συσχέτιση επιδρά στην ανάπτυξη των παιδιών προσχολικής ηλικίας. Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών θα μπορέσουν να αποτελέσουν τη βάση για την ανάπτυξη παρεμβάσεων που σκοπό θα έχουν τη βελτίωση αυτής της συνεργασίας και του οικογενειακού μαθησιακού περιβάλλοντος
Μέθοδοι βασισμένες σε δεδομένα για την ενσωμάτωση ευέλικτων φορτίων σε σχήματα διαχείρισης ζήτησης
The transition towards a sustainable and resilient energy system in the European Union (EU) has accelerated the integration of Distributed Energy Resources (DERs), including renewable energy sources (RES), energy storage systems, and electric vehicles (EVs). While this shift is essential for achieving the EU’s ambitious climate objectives, it also introduces significant challenges to maintaining grid stability and reliability. Demand-Side Management (DSM) emerges as a critical strategy for balancing supply and demand by leveraging flexible loads. This doctoral dissertation introduces data-driven methods to enhance the integration of flexible loads into DSM schemes, aligning with the goals of the EU Horizon 2020 GECKO project, which aims to foster responsible and transparent Artificial Intelligence (AI) applications in the green energy transition. The doctoral dissertation investigates three primary questions: (1) How can data from smart meters and Internet of Things (IoT) devices be effectively utilized to propose optimal load scheduling strategies in connected home environments? (2) How do different data-driven methods, including statistical and AI-based models, perform in forecasting aggregated load for quantifying flexibility? (3) What strategies can maximize residential flexibility through efficient aggregation schemes in DR programs and novel energy markets? A multi-faceted approach is adopted, beginning with a comprehensive review of Particle Swarm Optimization (PSO) methods tailored for residential energy management. The review introduces a novel classification framework for PSO applications, emphasizing critical optimization objectives such as minimizing energy costs, maintaining user comfort, and enhancing thermal efficiency. Building on these insights, the dissertation develops two innovative smart EV charging strategies using Deep Q-Network (DQN) models. The proposed strategies offer end-users a choice between a "cost savings" policy, which prioritizes reducing electricity bills, and a "user-oriented" policy that aligns with historical charging habits. The latter approach achieves notable results, with cost savings of up to 49.83% while maintaining an 86.22% consistency with historical charging patterns. To address the challenge of Very Short-Term Load Forecasting (VSTLF) at the appliance level, a Long Short-Term Memory (LSTM) model with Feed-Forward Error Correction (FFEC) is proposed. The model predicts 15-minute aggregated loads for EVs and air conditioning (A/C) units. Benchmarking against state-of-the-art (SoA) methods such as XGBoost, LightGBM and N-BEATS, the LSTM with FFEC demonstrates superior accuracy in EV load forecasting, contributing to improved load management and flexibility quantification. LightGBM and XGBoost slightly outperform LSTM with FFEC in A/C load forecasting, demonstrating the highest prediction accuracy among the investigated models. The research further proposes a "Fair Demand Response (DR)" framework to enhance residential participation in DSM programs. The fairness-driven selection strategy ensures a balanced inclusion of participants, promoting reliability in delivering flexibility services. This approach addresses the limitations of traditional performance-based selection methods, which often concentrate opportunities among a small group of participants. In advancing the concept of capacity reserve markets, the dissertation explores the participation of EV aggregators in a newly proposed energy reserves market product. A mathematical formulation of energy reserves maximization for EV aggregators is proposed, taking into consideration EV users’ preferences. A novel Six-Criteria selection approach is introduced, enabling System Operators (SOs) to efficiently preselect aggregators, thereby minimizing the administrative burden associated with evaluating and dispatching all available flexibility providers. This methodology not only optimizes operational efficiency but also contributes to a more stable and balanced energy system. Overall, this dissertation highlights the potential of data-driven and AI-enhanced demand-side management strategies to unlock residential flexibility and facilitate the broader adoption of smart grid solutions in the energy transition. By combining technical innovation with principles of fairness, inclusivity and energy markets efficiency, the proposed methods offer a robust foundation for future research and practical implementations in the evolving energy landscape.Η μετάβαση προς ένα βιώσιμο και στηβαρό ενεργειακό σύστημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχει επιταχύνει την ενσωμάτωση διανεμημένων ενεργειακών πόρων, όπως οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας και τα ηλεκτρικά οχήματα. Παρόλο που αυτή η μετάβαση είναι αναγκαία για την επίτευξη των φιλόδοξων κλιματικών στόχων της ΕΕ, εισάγει σημαντικές προκλήσεις ως προς τη διατήρηση της ευστάθειας και αξιοπιστίας του δικτύου. Η Διαχείριση Ζήτησης (Demand-Side Management – DSM) αναδεικνύεται σε κρίσιμη στρατηγική για την εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης, αξιοποιώντας ευέλικτα φορτία. Η παρούσα διδακτορική πραγματεύεται την ενσωμάτωση ευέλικτων οικιακών και εμπορικών φορτίων, όπως είναι τα ηλεκτρικά οχήματα και οι μονάδες κλιματισμού, σε σχήματα διαχείρισης ζήτησης για παροχή ευελιξίας. Στο πλαίσιο της έρευνας που εκπονήθηκε με τη στήριξη του Ευρωπαϊκού Marie-Curie έργου GECKO, η παρούσα διδακτορική διατριβή εστίασε στα παρακάτω τρία βασικά ερευνητικά ερωτήματα: (1) Πώς μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά δεδομένα από έξυπνους μετρητές και συσκευές του Διαδικτύου των Πραγμάτων (IoT), ώστε να προταθούν βέλτιστες στρατηγικές προγραμματισμού ευέλικτων φορτίων σε οικιακά περιβάλλοντα; (2) Πώς αποδίδουν διαφορετικές μεθόδοι βασισμένες σε δεδομένα (στατιστικά μοντέλα και μέθοδοι τεχνητής νοημοσύνης) στην πρόβλεψη μεμονωμένων αθροιστικών οικιακών φορτίων για την ποσοτικοποίηση της ευελιξίας τους; (3) Ποιες στρατηγικές μπορούν να μεγιστοποιήσουν την παροχή οικιακής ευελιξίας μέσω αποδοτικών σχημάτων σωρευτικής εκπροσώπησης φορτίων σε προγράμματα Απόκρισης Ζήτησης και σε νέες αγορές ενέργειας; Υιοθετείται μια πολυδιάστατη προσέγγιση, ξεκινώντας με μια εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση των μεθόδων βελτιστοποίησης σμήνους σωματιδίων (Particle Swarm Optimization - PSO) στην οικιακή ενεργειακή διαχείριση. Προτείνεται ένα νέο πλαίσιο ταξινόμησης, δίνοντας έμφαση σε κρίσιμους στόχους βελτιστοποίησης όπως η ελαχιστοποίηση του κόστους ενέργειας, η διατήρηση της χρονικής και θερμικής άνεσης των χρηστών καθώς και περιορισμοί που λαμβάνονται υπόψη κατά τη μοντελοποίηση. Εν συνεχεία, προτείνονται δύο καινοτόμες στρατηγικές έξυπνης φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων χρησιμοποιώντας μοντέλα βαθιών Q-δικτύων (Deep Q-Networks - DQN). Οι προτεινόμενες στρατηγικές προσφέρουν στους χρήστες την επιλογή μεταξύ μιας πολιτικής «εξοικονόμησης κόστους», που δίνει προτεραιότητα στη μείωση του λογαριασμού ρεύματος, και μιας «προσανατολισμένης στον χρήστη» πολιτικής, που λαμβάνει υπόψη και τις ιστορικές συνήθειες φόρτισης του εκάστοτε χρήστη καθώς και τη δυνατότητα ιδιοκατανάλωσής του. Η δεύτερη στρατηγική σημειώνει αξιόλογα αποτελέσματα, επιτυγχάνοντας εξοικονόμηση έως και 49,83% με ταυτόχρονη διατήρηση συνέπειας 86,22% με τις ιστορικές συνήθειες. Για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της πρόβλεψης φορτίου πολύ βραχυπρόθεσμου ορίζοντα σε επίπεδο οικιακών φορτίων, προτείνεται ένα μοντέλο Μακράς Βραχύχρονης Μνήμης (Long Short-Term Memory - LSTM) με μηχανισμό ανατροφοδότησης σφάλματος. Το μοντέλο προβλέπει αθροιστικά φορτία ηλεκτρικών οχημάτων και κλιματισμού ανά 15 λεπτά. Σε συγκριτική αξιολόγηση με προηγμένες μεθόδους όπως οι XGBoost, LightGBM και N-BEATS, το LSTM παρουσιάζει υψηλότερη ακρίβεια στην πρόβλεψη φορτίου ηλεκτρικών οχημάτων, συμβάλλοντας στη βελτίωση της διαχείρισης φορτίου και της ποσοτικοποίησης της ευελιξίας. Στην πρόβλεψη φορτίου κλιματισμού, τα LightGBM και XGBoost υπερέχουν οριακά του LSTM, επιτυγχάνοντας τη μεγαλύτερη ακρίβεια μεταξύ των εξεταζόμενων μοντέλων. Έμφαση δόθηκε και στον ρόλο των Φορέων Σωρευτικής Εκπροσώπησης Φορτίου Ηλεκτρικών Οχημάτων (Φ.Ο.Σ.Ε.Φ.Η.Ο.) στο πλαίσιο μιας νέας αγοράς ενεργειακών εφεδρειών (Energy Reserves Market) η οποία προτάθηκε στη βιβλιογραφία για να καλύψει θέματα αξιοπιστίας των υπαρχόντων αγορών εφεδρείας. Πιο συγκεκριμένα, προτάθηκε αλγοριθμική λύση βέλτιστης φόρτισης αθροιστικού φορτίου ηλεκτρικών οχημάτων σε προ-ημερήσιο επίπεδο, με χρήση μαθηματικού προγραμματισμού, αποσκοπώντας στη μεγιστοποίηση της παροχής ενεργειακών εφεδρειών της προαναφερθείσας νέας αγοράς. Επίσης, εντός της ίδιας ερευνητικής δουλειάς προτάθηκε και ένα πλαίσιο κατάλληλης επιλογής των ΦΟΣΕΦΗΟ, βάσει κριτηρίων, ελαχιστοποιώντας τον φόρτο της διαδικασίας που απαιτείται για τους διαχειριστές των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο της νέας αγοράς ενεργειακών εφεδρειών. Τέλος, αναπτύχθηκε και ένα «δίκαιο» αλγοριθμικό πλαίσιο επιλογής και ταξινόμησης οικιακών καταναλωτών για συμμετοχή σε προγράμματα Απόκρισης Ζήτησης, λαμβάνοντας υπόψη ιστορικά δεδομένα κατανάλωσης πραγματικών κατοικιών.Συνολικά, η διατριβή αναδεικνύει τη δυναμική των στρατηγικών διαχείρισης της ζήτησης που βασίζονται σε δεδομένα για την αξιοποίηση της οικιακής ευελιξίας και την ευρύτερη υιοθέτηση λύσεων έξυπνων δικτύων στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης
Development, implementation, and evaluation of a person-centered educational program aimed at changing self-concept and promoting the adoption of facilitative attitudes toward learning among primary school teachers
In today's environment of rapid social, cultural and technological changes, the teacher’s role is radically shifting changing, acquiring increased demands and complex tasks. The traditional image of the teacher as a mere transmitter of knowledge is receding, giving way to a more holistic approach, where the educator is called upon to function as an animator, a guide and facilitator of learning. This shift necessitates a revision of personal and professional attitudes, as the quality of teaching practice is directly related to self-awareness, self-perception and the ability to create a supportive learning environment. Carl Rogers' (1969) Person-Centred Approach, which has had a decisive influence on educational theory, advocates empathy, congruence and unconditional acceptance as key conditions for personal development. In the school environment, the person-centred stance of the teacher becomes crucial to fostering relationships that encourage the active involvement of students in both their cognitive and their emotional and social development. The way in which teachers perceive their selves, as well as the values and attitudes expressed, decisively shape the learning and psycho-emotional environment of the classroom. The teacher's self-concept is a dynamic and constantly evolving construct, which is formed through lived experiences and professional challenges. When positive and empowering, it enhances self-motivation, classroom management and the implementation of pedagogical practices that promote acceptance and respect for diversity. Conversely, a negative or unstable self-image may reinforce feelings of insecurity, accelerate professional burnout and lead to the adoption of authoritarian or controlling educational practices. In the above context, this thesis aimed to develop, implement and evaluate a person-centred educational programme focused on enhancing self-concept and the adoption of facilitative attitudes regarding learning by primary school teachers. Specifically, it focused on the personal and professional empowerment of participants through the cultivation of self-awareness, self-esteem and self-efficacy, the internalization of attitudes such as empathy, congruence and unconditional acceptance, which are core elements of the Person-Centred Approach, as well as facilitating the creation of a learning environment that promotes collaboration, active participation and self-regulation of students through the role of the 'facilitating' teacher. The participants of the study were 281 teachers working in primary schools throughout Greece, divided into an intervention group (n = 140, mean age = 44.3, T.A. = 10.24) and a control group (n = 141, mean age = 45.41, T.A. = 9.06). Members of the intervention group participated in a 12-meeting (31-hour) group intervention entitled "Listen to me, teacher", whose activities focused on Person-Centered Education theory, personal development, and communication skills development. All participants completed a written questionnaire in the first week of the implementation of the project. The Rosenberg Self-Esteem Scale (RSES) (Rosenberg, 1965) was used to measure self-esteem, and the Generalized Self-Efficacy Scale (GSE) by Schwarzer and Jerusalem (1995) was used to measure self-efficacy, and to measure improvement in facilitative stances towards learning, the Person-Centered Attitudes Questionnaire, based on the work of Motschnig and Figl (2008), was utilized. In addition, the Unconditional Positive Self-Regard (UPSR) questionnaire by Patterson and Joseph (2006) was used to measure the development of self-acceptance and the Interpersonal Reactivity Index (IRI) scale (Davis, 1980) as well as the Toronto Empathy Questionnaire (TEQ) (Spreng et al, 2009). Finally, to measure participants' experience of community and to confirm that the group incorporated the key facilitative conditions of the person-centred approach, the Feeling of Community questionnaire based on the theoretical work of Barrett-Lennard (2005) and adapted from Figl (2008) was used. Participants in both groups completed the same questionnaire at the end of the intervention and 3 months later at a follow-up measurement. Results showed statistically significant improvements in the intervention group in all variables under consideration. Teachers developed a more positive self-concept, increased their self-esteem, empathy and self-efficacy and, according to what they reported at the end of the project, changed the way they related to their learning and their students. Through this experience, they highlighted the importance of the programme for their professional and personal development. In contrast, members of the control group showed no statistical improvement in any of the variables under consideration. In conclusion, the research highlights the close relationship between self-awareness and the effectiveness of the educational role. It suggests the institutionalisation of similar programmes in teacher training, while pointing out that such interventions can have a multiplier benefit for both the teacher and the learning environment he or she creates. The research concludes with suggestions for further research, focusing on longer-term studies of the impact of similar interventions, their adaptation for teachers at other levels and their link to mental resilience and burnout prevention.Στο σημερινό περιβάλλον ραγδαίων κοινωνικών, πολιτισμικών και τεχνολογικών αλλαγών, ο ρόλος του εκπαιδευτικού μεταβάλλεται ριζικά, αποκτώντας αυξημένες απαιτήσεις και σύνθετα καθήκοντα. Η παραδοσιακή εικόνα του δασκάλου ως απλού μεταδότη γνώσεων υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε μια πιο ολιστική προσέγγιση, όπου ο εκπαιδευτικός καλείται να λειτουργεί ως εμψυχωτής, καθοδηγητής και διευκολυντής της μάθησης. Η μετατόπιση αυτή καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση της προσωπικής και επαγγελματικής του στάσης, καθώς η ποιότητα της διδακτικής πράξης σχετίζεται άμεσα με την αυτογνωσία, την αυτοαντίληψη και την ικανότητα διαμόρφωσης ενός υποστηρικτικού μαθησιακού περιβάλλοντος. Η Προσωποκεντρική Προσέγγιση του Carl Rogers (1969), η οποία επηρέασε καθοριστικά την εκπαιδευτική θεωρία, προτάσσει την ενσυναίσθηση, την αυθεντικότητα και την άνευ όρων αποδοχή ως βασικές συνθήκες προσωπικής ανάπτυξης. Στο σχολικό περιβάλλον, η προσωποκεντρική στάση του εκπαιδευτικού καθίσταται καθοριστική για την καλλιέργεια σχέσεων που ενθαρρύνουν την ενεργό εμπλοκή των μαθητών τόσο στη γνωστική όσο και στη συναισθηματική και κοινωνική τους ανάπτυξη. Ο τρόπος με τον οποίο ο εκπαιδευτικός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, καθώς και οι αξίες και οι στάσεις που εκφράζει, διαμορφώνουν καθοριστικά το μαθησιακό και ψυχοσυναισθηματικό κλίμα της τάξης. Η αυτοαντίληψη του εκπαιδευτικού αποτελεί μια δυναμική και διαρκώς εξελισσόμενη κατασκευή, η οποία διαμορφώνεται μέσα από βιωμένες εμπειρίες και επαγγελματικές προκλήσεις. Όταν είναι θετική και ενδυναμωτική, ενισχύει την αυτοπαρακίνηση, τη διαχείριση της τάξης και την εφαρμογή παιδαγωγικών πρακτικών που προάγουν την αποδοχή και τον σεβασμό της διαφορετικότητας. Αντίθετα, μια αρνητική ή ασταθής εικόνα εαυτού δύναται να ενισχύσει αισθήματα ανασφάλειας, να επιταχύνει την επαγγελματική εξουθένωση και να οδηγήσει στην υιοθέτηση αυταρχικών ή ελεγκτικών εκπαιδευτικών πρακτικών. Στο παραπάνω πλαίσιο, η παρούσα διατριβή είχε ως σκοπό την ανάπτυξη, εφαρμογή και αξιολόγηση ενός προσωποκεντρικού εκπαιδευτικού προγράμματος, το οποίο αποσκοπούσε στην ενίσχυση της αυτοαντίληψης και στην υιοθέτηση διευκολυντικών στάσεων για τη μάθηση από εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ειδικότερα, στόχευε στην προσωπική και επαγγελματική ενδυνάμωση των συμμετεχόντων μέσω της καλλιέργειας αυτογνωσίας, αυτοεκτίμησης και αυτοαποτελεσματικότητας, στην εσωτερίκευση στάσεων όπως η ενσυναίσθηση, η αυθεντικότητα και η άνευ όρων αποδοχή, που αποτελούν βασικά στοιχεία της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης, καθώς και στη διευκόλυνση της δημιουργίας μαθησιακού περιβάλλοντος που προάγει τη συνεργασία, την ενεργή συμμετοχή και την αυτορρύθμιση των μαθητών, μέσα από τον ρόλο του «διευκολυντικού» εκπαιδευτικού.Οι συμμετέχοντες της έρευνας ήταν 281 εκπαιδευτικοί που εργάζονται σε σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σε όλη την Ελλάδα, που χωρίστηκαν σε ομάδα παρέμβασης (n = 140, Μ.Ο. ηλικίας = 44,3, Τ.Α. = 10,24),) και ομάδα ελέγχου (n = 141, Μ.Ο. ηλικίας = 45,41, Τ.Α. = 9,06). Τα μέλη της ομάδας παρέμβασης συμμετείχαν σε μία ομαδική παρέμβαση 12 συναντήσεων (31 ωρών) με τίτλο «Άκουσέ με, δάσκαλε», οι δραστηριότητες της οποίας εστίαζαν στη θεωρία της Προσωποκεντρικής εκπαίδευσης, την προσωπική ανάπτυξη και την ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας. Όλοι οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ένα γραπτό ερωτηματολόγιο την πρώτη εβδομάδα της εφαρμογής του προγράμματος. Για τη μέτρηση της αυτοεκτίμησης χρησιμοποιήθηκε η Κλίμακα Αυτοεκτίμησης του Rosenberg (Rosenberg Self-Esteem Scale, RSES) (Rosenberg, 1965), για τη μέτρηση της Αυτοαποτελεσματικότητας χρησιμοποιήθηκε η Κλίμακα Γενικευμένης Αυτοαποτελεσματικότητας (Generalized Self-Efficacy Scale, GSE) των Schwarzer και Jerusalem (1995) και για τη μέτρηση της βελτίωσης των διευκολυντικών στάσεων για τη μάθηση αξιοποιήθηκε το Ερωτηματολόγιο Προσωποκεντρικών Στάσεων (Person-Centered Attitudes Questionnaire), το οποίο βασίζεται στο έργο των Motschnig και Figl (2008). Επίσης, για τη μέτρηση της ανάπτυξης της Αυτοαποδοχής χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο της Ανεπιφύλακτης Θετικής Αυτο-αναγνώρισης (Unconditional Positive Self-Regard- UPSR) των Patterson και Joseph (2006) και για τη μέτρηση της ενσυναίσθησης χρησιμοποιήθηκε η Κλίμακα Διαπροσωπικής Ανταπόκρισης (Interpersonal Reactivity Index- IRI) (Davis, 1980) και η κλίμακα Toronto Empathy Questionnaire (TEQ) (Spreng et al., 2009). Τέλος, για τη μέτρηση της εμπειρίας κοινότητας των συμμετεχόντων και την επιβεβαίωση ότι η ομάδα ενσωμάτωνε τις βασικές διευκολυντικές συνθήκες της προσωποκεντρικής προσέγγισης, χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο Αίσθημα Κοινότητας βασισμένο στο θεωρητικό έργο του Barrett-Lennard (2005) και προσαρμοσμένο από τη Figl (2008). Οι συμμετέχοντες και των δύο ομάδων συμπλήρωσαν το ίδιο ερωτηματολόγιο στο τέλος της παρέμβασης και 3 μήνες αργότερα σε μία επαναληπτική μέτρηση. Τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις στην ομάδα παρέμβασης σε όλες τις υπό εξέταση μεταβλητές. Οι εκπαιδευτικοί ανέπτυξαν θετικότερη αυτοαντίληψη, αύξησαν την αυτοεκτίμηση, την ενσυναίσθηση και την αυτοαποτελεσματικότητά τους και, σύμφωνα με όσα ανέφεραν στο τέλος του προγράμματος, άλλαξαν τον τρόπο που σχετίζονται με τη μάθηση και τους μαθητές τους. Μέσα από αυτή την εμπειρία, ανέδειξαν τη σημασία του προγράμματος για την επαγγελματική και προσωπική τους εξέλιξη. Αντίθετα, τα μέλη της ομάδας ελέγχου δεν παρουσίασαν στατιστική βελτίωση σε καμία από τις υπό εξέταση μεταβλητές.Συμπερασματικά, η έρευνα αναδεικνύει τη στενή σχέση ανάμεσα στην αυτογνωσία και την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού ρόλου. Προτείνει τη θεσμοθέτηση αντίστοιχων προγραμμάτων στις επιμορφώσεις εκπαιδευτικών, ενώ επισημαίνει ότι τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να έχουν πολλαπλασιαστικό όφελος τόσο για τον ίδιο τον διδάσκοντα όσο και για το μαθησιακό περιβάλλον που δημιουργεί. Η έρευνα καταλήγει με προτάσεις για περαιτέρω έρευνα, εστιάζοντας σε πιο μακροπρόθεσμες μελέτες της επίδρασης ανάλογων παρεμβάσεων, στην προσαρμογή τους για εκπαιδευτικούς άλλων βαθμίδων και στη σύνδεσή τους με την ψυχική ανθεκτικότητα και την πρόληψη επαγγελματικής εξουθένωσης
Study of the effect of paclitaxel-coated angioplasty balloons on urethral strictures in a rabbit model
This PhD research study focuses on the evaluation of urethral strictures and investigates the therapeutic application of paclitaxel through drug-eluting balloons. In the first chapter, the anatomy and physiology of the male urethra are presented, along with an analysis of the causes leading to the formation of strictures—such as trauma, infections, and iatrogenic interventions—and the related pathogenic mechanisms, including inflammatory response and excessive fibrosis. Current treatment options are described, such as dilation, urethrotomy, and urethroplasty, with reference to recurrence rates and complications. In the process of exploring new methods, the role of paclitaxel is examined—a pharmaceutical agent already used in oncology as well as in interventional cardiology and radiology—due to its ability to inhibit cellular proliferation and limit scar tissue formation. In the second chapter, an experimental study was conducted on 18 male New Zealand rabbits, which were divided into three groups: Group A (no treatment), Group B (balloon dilation with a high-pressure balloon), and Group C (balloon dilation with a high-pressure balloon and a high-pressure balloon coated with paclitaxel). After the stricture formation in the posterior urethra of the rabbit models, the respective interventions were applied, and the rabbits were sacrificed at predetermined time points. Histological and immunohistochemical analyses of the harvested urethral samples followed. The results showed that Group C, which received treatment by using paclitaxel-eluting balloons, exhibited significantly reduced inflammatory response and decreased fibrosis compared to the other groups. Paclitaxel penetrated effectively into the muscle layer of the urethra, exerting its expected cytostatic action and indicating the drug’s effectiveness in limiting scar tissue reconstruction. In conclusion, the study demonstrates that the transurethral application of paclitaxel via drug-eluting high-pressure balloons may represent an innovative, minimally invasive solution for managing recurrent urethral strictures, paving the way for future clinical applications.Η συγκεκριμένη διδακτορική διατριβή έχει ως αντικείμενο μελέτης τα στενώματα της ουρήθρας και διερευνά τη θεραπευτική εφαρμογή της πακλιταξέλης μέσω φαρμακευτικά εμπλουτισμένων μπαλονιών. Στο Γενικό Μέρος, παρουσιάζεται η ανατομία και η φυσιολογία της ανδρικής ουρήθρας, ενώ αναλύονται τα αίτια που οδηγούν στη δημιουργία στενωμάτων – όπως τραυματισμοί, φλεγμονές, ιατρογενείς επεμβάσεις – και οι μηχανισμοί που σχετίζονται με αυτά όπως η φλεγμονώδης αντίδραση και η υπέρμετρη ίνωση. Παρουσιάζονται οι υπάρχουσες θεραπευτικές επιλογές, όπως η διαστολή, η ουρηθροτομή και η ουρηθροπλαστική, με αναφορά στα ποσοστά υποτροπής και στις επιπλοκές. Στο πλαίσιο της αναζήτησης νέων μεθόδων, εξετάζεται ο ρόλος της πακλιταξέλης, μιας φαρμακευτικής ουσίας που χρησιμοποιείται ήδη στην ογκολογία αλλά και επεμβατικά στην καρδιολογία και την ακτινολογία, λόγω της ικανότητάς της να αναστέλλει τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και να περιορίζει τον σχηματισμό ουλώδους ιστού. Στο Ειδικό Μέρος της διατριβής, πραγματοποιήθηκε μια πειραματική μελέτη σε 18 αρσενικά κουνέλια Νέας Ζηλανδίας, τα οποία χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: ομάδα Α (χωρίς θεραπεία), ομάδα Β (με διαστολή με μπαλόνι υψηλής πίεσης) και ομάδα Γ (με διαστολή με μπαλόνι υψηλής πίεσης και με μπαλόνι εμπλουτισμένο με πακλιταξέλη). Μετά την πρόκληση στένωσης στην οπίσθια ουρήθρα των πειραματόζωων, εφαρμόστηκαν οι αντίστοιχες παρεμβάσεις και τα κουνέλια θυσιάστηκαν σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα. Ακολούθησε ιστολογική και ανοσοϊστοχημική ανάλυση των ουρηθρικών ιστοτεμαχίων.Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ότι η ομάδα Γ που έλαβε θεραπεία με πακλιταξέλη παρουσίασε σημαντικά μικρότερη φλεγμονώδη αντίδραση και μειωμένη ίνωση συγκριτικά με τις άλλες ομάδες. Η πακλιταξέλη διείσδυσε ικανοποιητικά στο μυϊκό στρώμα της ουρήθρας, ασκώντας την αναμενόμενη κυτταροστατική της δράση και υποδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στον περιορισμό της ουλώδους ανακατασκευής του ιστού. Συμπερασματικά, η μελέτη τεκμηριώνει ότι η διουρηθρική εφαρμογή πακλιταξέλης μέσω επικαλυμμένων μπαλονιών υψηλής πίεσης μπορεί να αποτελέσει μια καινοτόμο, ελάχιστα επεμβατική λύση για τη διαχείριση των υποτροπιαζόντων στενωμάτων της ουρήθρας, ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντικές κλινικές εφαρμογές
Automorphisms of free products
In this dissertation, we primarily study (outer) automorphisms of free products and the structure of subgroups of the group of outer automorphisms of free products. The tools employed are mainly geometric in nature, lying at the core of Geometric Group Theory, and have been developed for the study of outer automorphism groups of free groups (in analogy with the study of mapping class groups) and of free products. The first category of results concerns the Tits alternative. We prove that the outer automorphism group of a finitely generated free-by-finite group is translation discrete and satisfies the strong Tits alternative. The second category of results provides a sufficient condition for a subgroup of the outer automorphism group to contain a non-abelian free subgroup. Moreover, we show that two fully irreducible outer automorphisms , are either independent—meaning that sufficiently large powers of them generate a free subgroup of rank two—or they are strongly correlated, in the sense that some powers differ by an element of , which, in some power, stabilizes a point in the outer space . Finally, we provide conditions on the factors and their automorphism groups that ensure the existence of an (upper) bound for the orders of finite subgroups of , and we compute an explicit upper bound for the orders of torsion elements in .Στην παρούσα διατριβή μελετώνται ως επί το πλείστον (εξωτερικοί) αυτομορφισμοί ελευθέρων γινομένων και η δομή των υποομάδων της ομάδας εξωτερικών αυτομορφισμών ελευθέρων γινομένων. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται είναι κυρίως γεωμετρικά, βρίσκονται στον πυρήνα της Γεωμετρικής Θεωρίας Ομάδων, και έχουν αναπτυχθεί για την μελέτη ομάδων εξωτερικών αυτομορφισμών, ελευθέρων ομάδων (σε αναλογία με την μελέτη των mapping class groups) και ελευθέρων γινομένων. Η πρώτη κατηγορία αποτελεσμάτων αφορά στο εναλλακτικό του Tits. Αποδεικνύουμε ότι η ομάδα εξωτερικών αυτομορφισμών μιας πεπερασμένα παραγόμενης free-by-finite ομάδας έχει “διακριτά μήκη μετατόπισης” και ικανοποιεί το ισχυρό εναλλακτικό του Tits. H δεύτερη κατηγορία αποτελεσμάτων περιλαμβάνει μια ικανή συνθήκη προκειμένου μια υποομάδα της ομάδας εξωτερικών αυτομορφισμών να περιέχει μη αβελιανή ελεύθερη υποομάδα. Επιπλέον, αποδεικνύουμε ότι δύο πλήρως ανάγωγοι εξωτερικοί αυτομορφισμοί , είτε είναι "ανεξάρτητοι", δηλαδή κατάλληλα μεγάλες δυνάμεις τους παράγουν μια ελεύθερη υποομάδα τάξης , είτε είναι "ισχυρά συσχετισμένοι" με την έννοια ότι κάποιες δυνάμεις τους διαφέρουν κατά ένα στοιχείο της του οποίου κάποια δύναμη σταθεροποιεί ένα στοιχείο του εξωτερικού χώρου . Τέλος, δίνονται συνθήκες στους παράγοντες και στις ομάδες αυτομορφισμών τους οι οποίες εξασφαλίζουν την ύπαρξη (άνω) φράγματος για τις τάξεις των πεπερασμένων υποομάδων της και υπολογίζεται ένα άνω φράγμα για τις τάξεις των στοιχείων πεπερασμένης τάξης της
Multimodal data synthesis for processing, documentation and visualization of archaeological research in mixed reality environments
This doctoral dissertation focuses on the integration of multimodal data to support the processing, documentation, and presentation of archaeological research through advanced digital tools in Mixed Reality (MR) environments. The study aims to enhance documentation practices and the interpretation of archaeological findings in the field by leveraging mobile and augmented reality (AR) technologies. In this context, two applications were developed: one for mobile devices running the Android operating system and another for the HoloLens 2 augmented reality headset. These applications enable the visualization, navigation, and interaction with digitally represented archaeological data (3D models, annotations, photographs, geospatial information) directly within the physical excavation environment, enhancing spatial perception and understanding of archaeological stratigraphy. The applications were evaluated in an actual excavation site with the participation of archaeologists and researchers to assess their effectiveness, usability, and acceptance in practice. The results highlighted the potential of Mixed Reality to support in-situ scientific research, offering new capabilities for the documentation, interpretation, and dissemination of archaeological knowledge.Η παρούσα διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στη σύνθεση πολυτροπικών δεδομένων με σκοπό την υποστήριξη της επεξεργασίας, τεκμηρίωσης και προβολής της αρχαιολογικής έρευνας μέσω προηγμένων ψηφιακών εργαλείων σε περιβάλλοντα Μικτής Πραγματικότητας (Mixed Reality – MR). Η μελέτη αποσκοπεί στην ενίσχυση των πρακτικών τεκμηρίωσης και ερμηνείας των ευρημάτων στο πεδίο, αξιοποιώντας τεχνολογίες κινητών συσκευών και επαυξημένης πραγματικότητας (Augmented Reality – AR). Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύχθηκαν δύο εφαρμογές: μια εφαρμογή για κινητές συσκευές με λειτουργικό σύστημα Android και μια εφαρμογή για τα γυαλιά επαυξημένης πραγματικότητας HoloLens 2.Οι εφαρμογές επιτρέπουν την προβολή, πλοήγηση και αλληλεπίδραση με ψηφιακά αναπαριστώμενα αρχαιολογικά δεδομένα (3D μοντέλα, σημειώσεις, φωτογραφίες, γεωχωρικές πληροφορίες) άμεσα στον φυσικό χώρο της ανασκαφής, ενισχύοντας τη χωρική αντίληψη και την κατανόηση της ανασκαφικής στρωματογραφίας. Η αξιολόγηση των εφαρμογών πραγματοποιήθηκε σε πραγματικό ανασκαφικό πεδίο, με τη συμμετοχή αρχαιολόγων και ερευνητών, προκειμένου να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα, χρηστικότητα και αποδοχή των εργαλείων στην πράξη. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν τη δυναμική της Μικτής Πραγματικότητας στην υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας επί τόπου, προσφέροντας νέες δυνατότητες για την τεκμηρίωση, την ερμηνεία και τη διάχυση της αρχαιολογικής γνώσης
Acute post-infarction changes in functional geometry of left ventricular contraction
In conclusion, the findings of this experimental work may indicate that compensation of contractility losses across the long axis of the LV cavity by an increase in contractility across its short axis, may act as a protective mechanism against ventricular fibrillation during the very early phase of acute experimental myocardial infarction. Neither acute changes in left ventricular structure, nor changes in the hemodynamic variables examined were associated with the incidence of ventricular fibrillation. Thus, changes in functional geometry of LV contraction might be proved to be a useful index to predict an increased tendency to ventricular fibrillation during the acute phase of myocardial infarction.Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε η επέλευση πρώιμης κοιλιακής μαρμαρυγής σε πειραματικά προκαλούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου σε χοίρους. Στην ισχαιμική καρδιά, η πρόκληση κοιλιακής μαρμαρυγής εντός των πρώτων τριάντα λεπτών από την απολίνωση του προσθίου κατιόντα, έχει συσχετιστεί με μεταβολές στη λειτουργική γεωμετρία της αριστερής κοιλίας και χαρακτηρίζεται από μία πρώιμη μείωση στην κλασματική βράχυνση του βραχέος άξονα. Με δεδομένο το ότι ούτε οι μεταβολές των αιμοδυναμικών παραμέτρων, ούτε της δομικής αρχιτεκτονικής της αριστερής κοιλίας σχετίζονται με την εμφάνιση της αρρυθμίας αυτής, συμπεραίνουμε ότι η πρώιμη εμφάνιση μεταβολών στη συσπαστικότητα κατά το βραχύ άξονα της αριστερής κοιλίας μπορεί να αποτελέσει προγνωστικό δείκτη επέλευσης κοιλιακής μαρμαρυγής κατά την πορεία του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου