Cyprus University of Technology

Ktisis
Not a member yet
    18480 research outputs found

    Integration of ground and satellite radar data for precipitation monitoring and estimation

    No full text
    Η παρούσα διατριβή διερευνά τις προκλήσεις και τις λύσεις που σχετίζονται με τη χρήση των επίγειωνp μετεωρολογικών ραντάρ X-band στην Κύπρο για την ποσοτική εκτίμηση της βροχόπτωσης. Η μελέτη αντιμετωπίζει δύο κύριους περιορισμούς αυτών των ραντάρ, οι οποίοι αποτελούν, αφενός την εξασθένηση της δέσμης ακτινοβολίας, και αφετέρου, τις αβεβαιότητες βαθμονόμησης, χρησιμοποιώντας διαστημικές παρατηρήσεις από το Global Precipitation Measurement Mission (GPM). Στην πρώτη φάση, εφαρμόζεται μια προσέγγιση διόρθωσης της εξασθένησης με περιορισμούς, υποθέτοντας ότι η εξασθένηση κατά μήκος της δέσμης ακτινοβολίας ισούται με τη διαφορά μεταξύ του επίγειου ραντάρ και της ανακλαστικότητας του ραντάρ βροχόπτωσης διπλής συχνότητας (DPR) του GPM. Μελετώνται διάφοροι συνδυασμοί παραμέτρων, αναδεικνύοντας την ανάγκη για προσαρμογή που να είναι βασισμένη τόσο στο συγκεκριμένο γεγονός, όσο και στο συγκεκριμένο ραντάρ που είναι σε χρήση. Η δεύτερη φάση επικεντρώνεται στη βαθμονόμηση των επίγειων ραντάρ με τη χρήση της ανακλαστικότητας του GPM DPR Ku-band. Η σύγκριση εφαρμόζεται σε δείγματα αντιστοιχισμένων όγκων. Αξιολογούνται πολλαπλοί συνδυασμοί φιλτραρίσματος και κατωφλίου, με τους πιο συνεπείς από αυτούς να συνδυάζονται για την εξαγωγή περιόδων σταθερής βαθμονόμησης και τον προσδιορισμό της τελικής αντιστάθμισης της ανακλαστικότητας. Τέλος, εισάγεται ένα πλαίσιο μηχανικής μάθησης δύο-σταδίων, για τη μετατροπή της ανακλαστικότητας σε εκτιμήσεις της έντασης βροχόπτωσης. Το πρώτο στάδιο διορθώνει την ανακλαστικότητα του επίγειου ραντάρ, χρησιμοποιώντας την ανακλαστικότητα του GPM DPR Ku-band, ενώ το δεύτερο στάδιο εκτιμά την ένταση βροχόπτωσης, χρησιμοποιώντας επίγειες παρατηρήσεις από βροχομετρικούς σταθμούς. Η απόδοση του τελευταίου συγκρίνεται με τις παραδοσιακές μεθόδους εκτίμησης έντασης βροχόπτωσης με δεδομένα ραντάρ (Z-R). Η παρούσα έρευνα παρουσιάζει την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια επικύρωσης, διόρθωσης και προετοιμασίας του κυπριακού δικτύου ραντάρ για επιχειρησιακή χρήση. Τα ευρήματα καταδεικνύουν τη δυνατότητα ολοκληρωμένης χρήσης δορυφορικών δεδομένων, επίγειων παρατηρήσεων και τεχνικών μηχανικής μάθησης για τη βελτίωση της αξιοπιστίας της ποσοτικής εκτίμησης βροχόπτωσης με τη χρήση επίγειων ραντάρ στην Κύπρο.This work investigates the challenges and solutions associated with the use of ground-based X-band weather radars in Cyprus for quantitative precipitation estimation (QPE). The study addresses two primary limitations of these radars, i.e., attenuation and calibration uncertainties, by employing spaceborne observations from the Global Precipitation Measurement Mission (GPM). In the first phase, a constrained attenuation correction approach is applied, assuming the path integrated attenuation equals the difference between ground radar and GPM Dual-frequency Precipitation Radar (DPR) reflectivity. Various parameter combinations are tested, highlighting the need for event- and radar-specific adjustments. The second phase focuses on radar calibration using volume-matched GPM DPR Ku-band reflectivity. Multiple filtering and thresholding schemes are evaluated, with the most consistent schemes being combined to derive stable calibration periods and determine the final offset. Finally, a dual-stage machine learning framework is introduced to convert raw reflectivity into rainfall rate estimates. The first stage corrects the ground raw reflectivity using GPM DPR Ku-band volume-matched reflectivity, while the second stage estimates rainfall using ground truth from rain gauges. The performance of the latter is compared with traditional Z-R methods. This research presents the first comprehensive effort to validate, correct, and prepare the Cyprus radar network for operational use. The findings demonstrate the potential of integrating satellite data, ground-based observations, and machine learning techniques to enhance the reliability of ground-based radar QPE in Cyprus.Dr. Silas Michaelides Prof. Athanasios LoukasComplete

    Foreign Exchange Risk in the Eurozone

    No full text
    Η διδακτορική διατριβή μελετά την επίδραση του συναλλαγματικού κινδύνου σε εταιρείες στην Ευρωζώνη. Μέσα απο τον υπολογισμό γνωστών μοντέλων αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων και της εφαρμογής διαφόρων ελέγχων, αποδεικνύει την σημαντικότητα του συναλλαγματικού κινδύνου στον υπολογισμό των αποδόσεων των μετοχών αυτών των εταιρειών. Το πρώτο κεφάλαιο καταγράφει μία αρνητική και στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ της αδυναμίας των εταιρειών σε αλλαγές της συναλλαγματικής ισοτιμίας και των αποδόσεων των μετοχών. Αυτή η σχέση παραμένει ακόμη και άν ληφθούν υπόψη διάφορα χαρακτηριστικά των εταιρειών, όπως market beta, market capitalization, book-to-market ratio, momentum, και profitability. Επίσης, το πρώτο κεφάλαιο αναγνωρίζει δύο γνωστά asset pricing anomalies στην αγορά της Ευρωζώνης: profitability και momentum, αλλά δεν βρίσκει ενδείξεις για το size anomaly. Το δεύτερο κεφάλαιο υπολογίζει γνωστά asset pricing factors συγκεκριμένα για την Ευρωζώνη. Στη συνέχεια επεκτείνει τα μοντέλα αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων, προσθέτοντας ένα foreign exchange sensitivity factor για να αξιολογήσει άν ο συναλλαγματικός κίνδυνος είναι συστημικός. Αποδεικνύει την συστημική του επίδραση στις αποδόσεις των μετοχών εταιρειών της Ευρωζώνης. Τέλος, το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στις δραστηριότητες των εταιρειών της Ευρωζώνης σε άλλες αγορές (δηλ. εκτός Ευρωζώνης), με την χρήση των foreign sales και τον υπολογισμό του foreign asset turnover ratio (foreign sales relative to total assets). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, καταγράφεται μία θετική και στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ του ratio και των αποδόσεων των μετοχών, σε περιόδους υποτίμησης του ευρώ. Αυτή η θετική σχέση παραμένει ακόμη και άν ληφθούν υπόψη άλλα χαρακτηριστικά των εταιρειών.This dissertation studies the ramifications of foreign exchange risk for Eurozone-listed public corporations. Through the estimation of popular asset pricing models and the application of rigorous testing, it provides evidence on the significance of foreign exchange risk in the determination of stock returns for Eurozone corporations. Chapter 1 documents a negative and statistically significant relationship between a firm’s sensitivity to foreign exchange rate changes and its stock returns. This relationship persists even after controlling for various firm characteristics such as market beta, market capitalization, book-to-market ratio, momentum, and profitability. Chapter 1 also identifies two prominent asset pricing anomalies in the Eurozone: profitability and momentum but does not find evidence of size anomaly. Chapter 2 provides estimates of several well-known asset pricing factors that are Eurozone-specific. Subsequently, it extends the asset pricing models by introducing a foreign exchange sensitivity factor to evaluate whether foreign currency risk is systematic. It finds evidence of systematic pricing of foreign exchange risk in Eurozone stock returns. Chapter 3 focuses on Eurozone corporations’ foreign (outside the Eurozone) sales as incorporated in the foreign asset turnover ratio (foreign sales relative to total assets). It documents a positive and statistically significant relationship between this ratio and stock returns during periods of euro depreciation. The positive relationship holds even after controlling for various firm characteristics.Complete

    Ηγεσία στον σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμοο : μελέτη ηγετικών στύλ και ικανοτήτων με έμφαση στην απόδοση

    No full text
    Leadership constitutes a fundamental factor for the success of every organization, especially in the modern, constantly changing business environment. This postgraduate dissertation theoretically and empirically examines the phenomenon of leadership, focusing on different leadership styles, their characteristics, and the challenges modern leaders face, as well as their impact on organizational performance. The theoretical part analyzes the basic definitions of leadership, the main styles, and significant models and theories of leadership behavior. Particular emphasis is placed on various leadership styles, both traditional and modern, on key leadership competencies, and leadership roles within businesses. Furthermore, modern leadership approaches are examined, including the management of organizational change and the strategic effectiveness of their implementation. The empirical research is based mainly on a qualitative methodology and case study of two companies, with the participation of male and female supervisors. Through semi-structured interviews, the impact of leadership on employee performance, preferred leadership styles, and the differences in leadership behavior based on gender are explored. The goal of this research is to highlight the characteristics of effective leadership and to contribute to a deeper understanding of the role of leadership in contemporary organizational environments.Η ηγεσία αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα επιτυχίας για κάθε οργανισμό, ιδίως στο σύγχρονο, διαρκώς μεταβαλλόμενο επιχειρησιακό περιβάλλον. Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή εξετάζει θεωρητικά και εμπειρικά το φαινόμενο της ηγεσίας, εστιάζοντας στα διάφορα ηγετικά στυλ, τα χαρακτηριστικά και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι ηγέτες αλλά και την επίδρασή τους στην αποδοτικότητα των οργανισμών. Το θεωρητικό μέρος αναλύει τους βασικούς ορισμούς της ηγεσίας, τα κύρια στυλ, καθώς και σημαντικά μοντέλα και θεωρίες ηγετικής συμπεριφοράς. Ειδιαίτερη έμφαση δίνεται στα διάφορα ηγετικά στυλ, τόσο τα παραδοσιακά όσο και τα σύγχρονα, στις κρίσιμες ηγετικές ικανότητες και στους ηγετικούς ρόλους στο πλαίσιο των επιχειρήσεων. Επιπλέον, εξετάζονται οι σύγχρονες προκλήσεις της ηγεσίας, η διαχείριση οργανωσιακών αλλαγών και οι στρατηγικές αποτελεσματικής εφαρμογής τους. Η εμπειρική έρευνα βασίστηκε σε ποιοτική κυρίως μεθοδολογία και μελέτη περίπτωσης δύο εταιρειών, με συμμετοχή προϊσταμένων ανδρών και γυναικών. Μέσω ημιδομημένων ερωτηματολογίων, διερευνήθηκε η αποτελεσματικότητα διαφορετικών στυλ ηγεσίας, καθώς και οι διαφορές στη συμπεριφορά τους μέσα από τρεις παραμέτρους, το φύλο, την εμπειρία και το μέγεθος του οργανισμού . Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τη σημασία της ευελιξίας, της επικοινωνίας και της ενσυναίσθησης στην ηγετική πρακτική, ενώ τονίζουν πως η επιτυχής ηγεσία προϋποθέτει τόσο την προσαρμογή στο εκάστοτε περιβάλλον όσο και την καλλιέργεια ανθρωποκεντρικών δεξιοτήτων.Complete

    Το φαινόμενο της φαντασιακής αντίστασης στη μυθοπλασία : φιλοσοφικές προσεγγίσεις και σύγχρονες συζητήσεις

    No full text
    This master's thesis investigates the philosophical phenomenon of "imaginative resistance," referring to individuals' inability or unwillingness to emotionally and morally engage with fictional scenarios that starkly contradict their core values. The thesis examines the main philosophical approaches addressing this phenomenon, beginning with David Hume, who initially identified the intricate relationship between moral repulsion and aesthetic enjoyment. Kendall Walton formulated the issue as a paradoxical occurrence that sparked extensive debate and diverse interpretations. Tamar Szabo Gendler advances a version of wontian theory, positing that resistance arises from reluctance to adopt evaluative beliefs contrary to one's ethical principles. Conversely, cantian theories, as presented by Kendal Walton and Brian Weatherson, attribute resistance to the cognitive incapacity to accept morally divergent situations as true within fictional contexts. Additionally, eliminative theories, advanced by Cain Todd, dismiss imaginative resistance as a pseudo-problem. Finally, the thesis explores contemporary psychological and emotional perspectives by Elizabeth Camp and Thomas Szanto, emphasizing the empathetic and psychological dimensions of imaginative engagement. The thesis concludes by highlighting the significance of psychological and emotional analyses as expansions of philosophical views, stressing that imaginative resistance concerns not merely inability but primarily the individual's unwillingness to accept morally deviant fictions.Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή διερευνά το φιλοσοφικό φαινόμενο της «φαντασιακής αντίστασης», δηλαδή την αδυναμία ή την απροθυμία των ανθρώπων να εμπλακούν συναισθηματικά και ηθικά με μυθοπλαστικά σενάρια που αποκλίνουν έντονα από τις θεμελιώδεις αξίες τους. Η εργασία εστιάζει στην ανάλυση των κύριων φιλοσοφικών προσεγγίσεων που εξηγούν το φαινόμενο, ξεκινώντας από τον David Hume, ο οποίος πρώτος εντόπισε τη σχέση μεταξύ ηθικής αποστροφής και αισθητικής απόλαυσης. Ο Kendall Walton διατύπωσε το ζήτημα ως ένα παράδοξο φαινόμενο που έχει προκαλέσει ποικίλες ερμηνείες και αντιπαραθέσεις. Η Tamar Szabo Gendler αναπτύσσει τη θεωρία της μη-βούλησης, υποστηρίζοντας ότι η αντίσταση πηγάζει από την απροθυμία να υιοθετήσουμε αξιολογικά πεποιθήσεις αντίθετες με τις ηθικές μας αρχές. Αντίστοιχα, οι θεωρίες αδυναμίας, όπως αυτή του Kendal Walton και του Brian Weatherson, αποδίδουν την αντίσταση στη γνωσιακή αδυναμία να δεχτούμε ηθικά αντίθετες καταστάσεις ως πραγματικές στη μυθοπλασία. Επιπλέον, εξετάζονται οι εξαλειπτικές θεωρίες που υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα είναι ψευδοπρόβλημα, όπως υποστηρίζει ο Cain Todd. Τέλος, αναλύονται οι σύγχρονες ψυχολογικές και συναισθηματικές θεωρήσεις από τους Elizabeth Camp και Thomas Szanto οι οποίοι τονίζουν την ενσυναισθητική και ψυχολογική διάσταση της φαντασιακής εμπλοκής. Η εργασία καταλήγει στη σημασία των ψυχολογικών και συναισθηματικών προσεγγίσεων ως προεκτάσεων των φιλοσοφικών θέσεων, υπογραμμίζοντας ότι η φαντασιακή αντίσταση δεν αφορά απλώς την αδυναμία αλλά κυρίως την απροθυμία των ατόμων να εμπλακούν ηθικά αποκλίνουσες στάσεις ή πράξεις στη μυθοπλασία.Complete

    Τέχνη και πολιτική την περίοδο του Ευρωπαϊκού Μεσοπόλεμου στον γερμανόφωνο χώρο : εξπρεσιονισμός, Bauhaus, νέα αντικειμενικότητα, κριτικός ρεαλισμός

    No full text
    This thesis investigates the visual response and cultural mobilization of artists in Weimar Germany (1919–1933), during a period marked by profound social instability, political upheaval, and ideological polarization. The first three decades of the 20th century were full of creative momentum, as the role of artists and the arts themselves had changed so radically. For this reason, particular emphasis is placed on how visual artists transformed the traumatic experience of the First World War and the anxieties of the interwar period into a visual language imbued with political and social critique. The study explores key artistic movements and collectives such as Expressionism, New Objectivity (Neue Sachlichkeit), the Bauhaus, and organizations including the Novembergruppe, the Arbeitsrat für Kunst, Through critical analysis of works by artists such as Otto Dix, George Grosz, Käthe Kollwitz, Paul Klee, and Wassily Kandinsky, the thesis reveals how art functioned not merely as a reflection of crisis but as a tool for interpreting and intervening in reality. It argues that the visual culture of the Weimar Republic constitutes a crucial area of study for understanding the relationship between art and historical trauma, as well as the capacity of the image to shape cultural identity in times of radical transformation.Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τις μορφές εικαστικής αντίδρασης και πολιτισμικής κινητοποίησης στη Γερμανία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919–1933), σε μια εποχή βαθιάς κοινωνικής ρευστότητας, πολιτικής κρίσης και ιδεολογικών συγκρούσεων. Οι τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν γεμάτες δημιουργικό οίστρο, καθώς ο ρόλος των καλλιτεχνών και οι ίδιες οι τέχνες άλλαξαν ριζικά. Για αυτό τον λόγο, στην εργασία δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο οι εικαστικοί καλλιτέχνες της περιόδου μετουσίωσαν την τραυματική εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις ανησυχίες του Μεσοπολέμου σε οπτικό λόγο με έντονα πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Εξετάζονται σημαντικά καλλιτεχνικά ρεύματα και ομάδες όπως ο Εξπρεσιονισμός, η Νέα Αντικειμενικότητα (Neue Sachlichkeit), το Bauhaus, καθώς και ενώσεις όπως η Novembergruppe, η Arbeitsrat für Kunst. Μέσα από την κριτική ανάλυση των έργων δημιουργών όπως οι George Grosz, Käthe Kollwitz, Paul Klee, και Wassily Kandinsky, Otto Dix αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο η τέχνη λειτούργησε όχι μόνο ως αντανάκλαση της κρίσης αλλά και ως εργαλείο ερμηνείας και παρέμβασης στην πραγματικότητα. Η εργασία υποστηρίζει ότι το εικαστικό τοπίο της Βαϊμάρης συνιστά ένα κομβικό πεδίο μελέτης για την κατανόηση της σχέσης τέχνης και ιστορικού τραύματος, καθώς και την ικανότητα της εικόνας να διαμορφώνει πολιτισμικές ταυτότητες σε περιόδους ριζικών μετασχηματισμών.Complete

    Πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των λειτουργιών στον ξενοδοχειακό κλάδο

    No full text
    This thesis investigates the integration of artificial intelligence (AI) into the operations of luxury hotels, concentrating on its effect on efficiency, guest experience, and strategic management. The research strives to comprehend how AI influences key facets of hotel operations, the advantages and difficulties of its implementation, and the degree to which it can substitute or complement the human element in hospitality services. A qualitative methodology was utilized, grounded on ten semi-structured interviews with hospitality professionals from Cyprus, Greece, and to a lesser extent, Qatar. The findings demonstrate that AI contributes substantially to automating repetitive tasks, improving energy efficiency, forecasting demand, and delivering personalized guest experiences. Nevertheless, participants emphasized the significance of maintaining human interaction, especially in emotionally significant service moments. Several difficulties surfaced, including high implementation costs, inadequate staff training, and concerns over data privacy and security. The research concludes with six practical suggestions for the strategic and ethical implementation of AI in hospitality settings and proposes future research paths. These involve conducting comparative international studies, exploring the perspectives of guests, and examining the evolving professional identity of hospitality staff in AI-enhanced surroundings. AI is presented as a valuable and transformative tool, provided it is implemented carefully, with a clear strategic vision and respect for the human-centric nature of hospitality. The thesis underlines the need for a balanced, hybrid model of service delivery—where technology and human presence co-exist harmoniously to create efficient yet emotionally rich guest experiences.Η παρούσα διατριβή αναλύει την ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) στις λειτουργίες πολυτελών ξενοδοχείων, φανερώνοντας τη συνεισφορά της στην αποδοτικότητα, την εμπειρία πελάτη και τη συνολική επιχειρησιακή στρατηγική. Σκοπός της μελέτης είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η AI επιδρά σε κρίσιμες πτυχές της ξενοδοχειακής λειτουργίας, τα πλεονεκτήματα και τις προκλήσεις που δημιουργεί, καθώς και το κατά πόσο δύναται να αντικαταστήσει ή να συμπληρώσει τον ανθρώπινο παράγοντα. Η ερευνητική προσέγγιση ήταν ποιοτική και βασίστηκε σε ημιδομημένες συνεντεύξεις με δέκα επαγγελματίες του κλάδου, από την Κύπρο, την Ελλάδα και εν μέρει από το Κατάρ. Τα ευρήματα κατέδειξαν ότι η AI συμβάλλει στην αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων διαδικασιών, στην εξοικονόμηση ενέργειας, στην πρόβλεψη ζήτησης και στην εξατομικευμένη εξυπηρέτηση πελατών. Ωστόσο, οι ερωτηθέντες τόνισαν την ανάγκη για διατήρηση της ανθρώπινης επαφής, ειδικά σε υπηρεσίες υψηλής συναισθηματικής σημασίας. Αναδείχθηκαν επίσης προκλήσεις όπως το υψηλό κόστος εφαρμογής, η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης του προσωπικού και ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η εργασία καταλήγει σε έξι προτάσεις για τη στρατηγική και ηθική ενσωμάτωση της AI στα ξενοδοχεία, και προτείνει κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα που περιλαμβάνει συγκριτικές διεθνείς μελέτες και την εμπειρία των ίδιων των πελατών. Η AI εμφανίζεται ως πολύτιμο εργαλείο, αρκεί να εφαρμόζεται με σχέδιο, ευαισθησία και σεβασμό στην ανθρώπινη διάσταση της φιλοξενίας.Complete

    Η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση της Δημόσιας Υπηρεσίας της Κύπρου και πώς αυτή επηρεάζεται από τον ρόλο των Δημόσιων Υπαλλήλων

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την επίδραση της ψηφιοποίησης στη Δημόσια Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, με έμφαση στον ρόλο και τη συμπεριφορά των δημόσιων υπαλλήλων κατά τη διαδικασία μετάβασης στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Μέσω συστηματικής βιβλιογραφικής ανασκόπησης και εμπειρικής έρευνας με ημι-δομημένες συνεντεύξεις, αναλύονται οι παράγοντες που επηρεάζουν την αποδοχή και την αποτελεσματικότητα των ψηφιακών εργαλείων από τους πολίτες, αλλά και τις οργανωτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι υπάλληλοι. Η εργασία καταλήγει, ότι η επιτυχία της ψηφιοποίησης εξαρτάται όχι μόνο από την τεχνολογική υποδομή, αλλά κυρίως από την κατάλληλη εκπαίδευση, την ενεργό συμμετοχή και την ψυχολογική προσαρμογή των δημόσιων υπαλλήλων, αναδεικνύοντας τη σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας υπηρεσίας.Complete

    The Role of Speech and Language Therapists (SLTs) in International Stroke Teams: A Systematic Review

    No full text
    Current published guidelines suggest that speech and language therapists (SLTs) should be part of stroke teams, but their involvement and roles according to country income are unknown

    When Nudges Backfire: A Distinction Between Spillovers and Misfires

    No full text
    The concept of nudging (libertarian paternalism) has been eagerly adopted in the design of digital behavioural interventions, yet discussion on ad- verse effects of nudges has been limited. In an attempt to enhance resolution, this theoretical paper conceptually differentiates two types of adverse effects, namely, spillovers and misfires. We propose that contrary to behavioural spillovers that occur as a consequence of a targeted behaviour, the causality of misfires is pri- marily attributed to the nudge type. In doing so, we employ visual representations of the behavioural trajectories that demonstrate intended and unintended effects of nudges to support choice architects in blueprinting intervention processes. We differentiate between spillovers and misfires by summarizing key empirical re- search that seeks to explain the causes of each and the contextual nature that dis- tinguishes them. We conclude by drawing implications for the design of technol- ogy-mediated nudges as well as the role of its timing

    Mundane femininities: Ταυτότητα, θηλυκότητα και καθημερινότητα- Ερευνώμενα μέσω της τέχνης

    No full text
    Η παρούσα εργασία διερευνά την υπόσταση της ταυτότητας, θηλυκότητας και καθημερινότητας μέσω καλλιτεχνικής δημιουργίας. Συνδυάζοντας θεωρητική ανασκόπηση, αυτοεθνογραφία και παραγωγή έργων τέχνης, εξερευνώνται προσωπικές εμπειρίες και πολιτισμικές αναπαραστάσεις. Πέντε έργα, μεταξύ αυτών ταινία animation, εγκαταστάσεις και zine, αποτελούν πρακτικές μελέτες περίπτωσης που επικεντρώνονται στην (ανα)κατασκευή φύλου και την καθημερινή εμπειρία. Η εργασία αναδεικνύει την τέχνη ως μέσο επανασύνδεσης με τον εαυτό και το κοινωνικό πλαίσιο, αναπτύσσοντας έναν ανοιχτό διάλογο μεταξύ προσωπικού και συλλογικού βιώματος.This thesis explores the interrelation between identity, femininity, and everyday life through artistic practice. Combining theoretical research, autoethnography, and art production, it investigates personal experiences and cultural representations. Five projects, including an animation film, installations, and a zine, function as case studies focusing on the (re)construction of gender and the mundane experience. The study highlights art as a means of reconnecting with oneself and the broader sociocultural context, fostering an open dialogue between personal and collective experience.Θεοπίστη Στυλιανού-Λάμπερτ, Ανδρέας ΛαγόςComplete

    299

    full texts

    18,480

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Ktisis is based in Cyprus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇