University of Crete Library | e-Journals service
Not a member yet
    1777 research outputs found

    Academic Year 2011–2012

    No full text
    ---

    Sex-related differences in cooperation and communication with young infants / Διαφυλικές διαφορές στη συνεργασία και την επικοινωνία με τα βρέφη

    No full text
    We compared ‘emotional coordination’ and ‘non-matching’ in spontaneous dyadic interactions of infant girls and boys with their mothers in early infancy. Eleven infant-mother dyads from Crete, Greece, six with girls, and five with boys, were observed during natural interactions at home from the second to the sixth month of life. Micro-analysis was used to investigate ‘coordination’ and ‘nonmatching’ of facial expressions of emotion. ‘Emotional coordination’ was evaluated with four measures: matching of facial expressions, completion when one responded to the other with ‘pleasure’ or ‘interest’, synchrony by matching frequency of change or rhythm of emotional expressions, and attunement when shifts of emotional intensity of the two partners were in the same direction. ‘Emotional non-matching’ was coded when neither the infant nor the mother showed interest in interacting with the other. In emotional coordination or non-matching between mother and infant, who performed first was also recorded. We obtained evidence of sex differences which are summarized as follows.a) ‘Emotional coordination’ was stronger and more accurate with girls, while ‘emotional nonmatching’ was stronger and more frequent with boys. The combination of ‘emotional matching/completion’ was more likely to occur with girls, while the combinations of ‘emotional matching/non-matching’ along with intermittent emotional non-matching were more likely to occur in interactions of infant boys with their mothers.b) Infant girls responded with both ‘emotional matching’ and ‘non-matching’ of their mothers’ emotional expressions more frequently than boys.c) ‘Emotional consistency’ was stronger for pleasure, interest and neutral expressions of girls, while boys ‘emotional consistency’ was stronger for external interest and negative emotion compared to girls’. Mothers of boys showed more intense ‘emotional consistency’ than mothers of girls. d) The developmental trajectories of ‘emotional matching’ and ‘non-matching’ follow different patterns in interactions of girls and boys with their mothers across the age range of this study.In accord with the theory of innate intersubjectivity as an adaptation of human behaviours for social collaborations in action and experience, we assumed that girls and boys may differ in the way they adjust timing, form and energy of emotional expressions to obtain synchrony and ‘subjective coherence’ of their intentions and interests with their mothers. Such sex-related differences in communication may be understood to vitalize complementary roles in human communities that make both care of young minds and transmission of cultural knowledge and skills possible. Ο σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η σύγκριση του συγκινησιακού συντονισμού και του μη-ταιριάσματος στις αυθόρμητες δυαδικές αλληλεπιδράσεις των κοριτσιών και των αγοριών με τις μητέρες τους κατά την πρώιμη βρεφική ηλικία. Οι αυθόρμητες δυαδικές αλληλεπιδράσεις έντεκα δυάδων βρέφους-μητέρας από την Κρήτη, Ελλάδα (έξι δυάδες με κορίτσια και πέντε δυάδες με αγόρια), βιντεοσκοπήθηκαν στο σπίτι των βρεφών από το δεύτερο έως τον έκτο μήνα της ζωής τους. Μέσω της μικρο-ανάλυσης διερευνήσαμε το συντονισμό και το μη-ταίριασμα των συγκινησιακών εκφράσεων προσώπου. Ο συγκινησιακός συντονισμός αξιολογήθηκε με βάση τέσσερις μετρήσεις: το ταίριασμα των συγκινησιακών εκφράσεων προσώπου, τη συμπληρωματικότητα, όταν ο ένας σύντροφος αποκρινόταν στον άλλο με ευχαρίστηση ή ενδιαφέρον, το συγχρονισμό στο ταίριασμα της συχνότητας των αλλαγών ή του ρυθμού των συγκινησιακών εκφράσεων και τέλος, την εναρμόνιση, όταν οι αλλαγές στη συγκινησιακή έκφραση των δυο συντρόφων ήταν προς την ίδια κατεύθυνση. Το συγκινησιακό μη-ταίριασμα κωδικοποιήθηκε, όταν δεν υπήρχε ενδιαφέρον για επικοινωνία εκ μέρους του ενός ή και των δύο συντρόφων. Επίσης, η κατεύθυνση, δηλαδή, ποιος αποκρίνεται πρώτος, μικρο-αναλύθηκε στο συγκινησιακό ταίριασμα και στο μη-ταίριασμα. Η παρούσα μελέτη παρέχει ενδείξεις διαφοροποιήσεων που συνοψίζονται στα εξής σημεία:α) ο συγκινησιακός συντονισμός ήταν εντονότερος και πιο ακριβής στα κορίτσια, ενώ το συγκινησιακό μη-ταίριασμα ήταν εντονότερο και συχνότερο στα αγόρια. Ο συνδυασμός συγκινησιακού ταιριάσματος/συμπληρωματικότητας ήταν πιθανότερο να συμβεί στα κορίτσια, ενώ ο συνδυασμός συγκινησιακού ταιριάσματος/μη-ταιριάσματος και το διακοπτόμενο συγκινησιακό ταίριασμα ήταν πιο πιθανό να συμβούν στα αγόρια,β) τα κορίτσια αποκρίθηκαν με συγκινησιακό ταίριασμα και μη-ταίριασμα στις συγκινησιακές εκφράσεις των μητέρων τους πιο συχνά από τα αγόρια,γ) η συγκινησιακή σταθερότητα ήταν εντονότερη για τις εκφράσεις της ευχαρίστησης, του ενδιαφέροντος και του ουδέτερου συναισθήματος των κοριτσιών, ενώ το αντίστοιχο συνέβαινε για τις εκφράσεις του εξωτερικού ενδιαφέροντος και του αρνητικού συναισθήματος των αγοριών. Η συγκινησιακή σταθερότητα των μητέρων των αγοριών ήταν εντονότερη από εκείνη των μητέρων των κοριτσιών, και δ) οι αναπτυξιακές καμπύλες του συγκινησιακού ταιριάσματος και του συγκινησιακού μη-ταιριάσματος ακολουθούν διαφορετικά πρότυπα στις ελεύθερες αλληλεπιδράσεις των κοριτσιών και των αγοριών με τη μητέρα κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας.Μέσα στο πλαίσιο της θεωρίας της Έμφυτης Διυποκειμενικότητας θεωρούμε ότι τα κορίτσια και τα αγόρια πιθανό να διαφοροποιούνται στον τρόπο συντονισμού των χρονικών προτύπων και των προτύπων μορφής και έντασης των συγκινησιακών εκφράσεων προκειμένου να φτάσουν στο συγχρονισμό των προθέσεων και των ενδιαφερόντων προς τη μητέρα τους. Τέτοιου είδους διαφυλικές διαφορές στην επικοινωνία πιθανόν να συμβάλουν στην κατανόηση της σημασίας της συμπληρωματικότητας των ρόλων των δυο φύλων που κάνουν εφικτή τόσο τη φροντίδα του βρεφικού νου όσο και τη μετάδοση της πολιτισμικής γνώσης

    Ο Ρόλος της Έρευνας Δράσης στην Επαγγελματική Ανάπτυξη των Εκπαιδευτικών και την Προσωπική Ανάπτυξη των Μαθητών: Το Μοντέλο των Brown & Macatangay (2002)

    No full text
    La recherche action comme outil méthodologique des enquêtes qualificatives incite les enseignants à améliorer leurs pratiques didactiques et à réfléchir sur les stratégies choisies. La recherche action permet en même temps aux enseignants d’apprendre à identifier leurs besoins, ainsi que les besoins particuliers de leurs élèves en proposant des moyens thérapeutiques dans des cadres pathogènes et en aboutissant au changement éducatif sur plusieurs niveaux. Cet article vise à mettre l’accent sur le rôle majeur de la recherche action au développement professionnel des enseignants et sur le développement personnel des élèves en ayant comme appui le modèle de développement professionnel de Brown & Macatangay (2002)

    Επίδοση Μαθητών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης καθώς και Φοιτητών σε κατ’ Εκτίμηση Πολλαπλασιασμούς και Διαιρέσεις

    No full text
    This study focuses on the investigation of the performance of primary and secondary school students as well as pre-service primary school teachers at computational estimation. A test was given to 5th, 6th, 10th and 11th grade students and to students of the Department of Primary Education of the University of Crete. The results of the present study provide evidence that there is a slow development of the computational estimation ability. Up to the 10th grade no significant difference is remarked. 11th grade students have significantly better performance than 10th grade students and preservice primary school teachers have significantly better performance than 11th grade students. Participants of all age groups have better performance at multiplications than divisions and better performance at operations between integrals than operations between decimals. Besides, the correlation between the subareas of computational estimation becomes stronger at each older age group which provides evidence that computational estimation structure becomes more solid at each older age group

    Xάρης Αθανασιάδης: τα Aποσυρθέντα Βιβλία Έθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008

    No full text
    Xάρης Αθανασιάδης: τα Aποσυρθέντα ΒιβλίαΈθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008, εκδ. Αλεξάνδρει

    PROFESSOR CHRISTIAN DE MONTLIBERT HONORARY DOCTOR OF THE DEPARTMENT OF PHILOSOPHY AND SOCIAL STUDIES

    Get PDF
    ---

    La sociologie ou le dérangement permanent

    Get PDF
    (Περίληψη, Τ. Κακλαμάνη)ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να κατανοήσουμε τη σημερινή κατάσταση της κοινωνιολογίας στην Ευρώπη εάν παραβλέψουμε το γεγονός ότι πρόκειται για μια από εκείνες τις επιστήμες που κλήθηκαν να γίνουν χρηστικές μέσα από τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες επιβλήθηκαν στο πανεπιστήμιο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Ο.Ο.Σ.Α., και το Δ.Ν.Τ. Η κοινωνιολογία κατάλαβε πολύ νωρίς ότι η παραγωγή της επιστήμης δεν εξαρτάται μόνο από την κοινωνική οργάνωση, αλλά και από τους τρόπους θέασης, σκέψης και διαμόρφωσης των ερευνητών που την ασκούν. Κατά τη διάρκεια ενός αιώνα, οι κοινωνικές επιστήμες, παλεύοντας ενάντια σε κάθε μορφή εξάρτησης και πολλαπλασιάζοντας τα αντικείμενα των μελετών τους, κατάφεραν εντέλει –κάποιες φορές πολύ δύσκολα– να αναπτύξουν σημαντικά τους δικούς τους τρόπους γνώσης. Φτάνοντας σε μια πραγματική γνωστική επισώρευση, το ίδιο σημαντική με αυτή κάθε άλλης επιστημονικής πειθαρχίας. Οι κοινωνιολόγοι μπόρεσαν να ανακαλύψουν τα μέσα ώστε να δημιουργήσουν μια ελέγξιμη εννοιολόγηση. Παρά τις πιέσεις και τις εντάσεις, διαμορφώθηκε μια κριτική κοινωνιολογία των προϊδεάσεων και των αξιολογικών κρίσεων. Μια γνώση που δεν υπέκυψε σε πολιτικούς εξαναγκασμούς και δεν ξεπουλήθηκε σε οικονομικές εξουσίες. Καταλαβαίνει κανείς ότι μια κοινωνιολογία η οποία δεν σταματά να αντιμετωπίζει ορθολογικά τα κοινωνικά γεγονότα ενοχλεί πολύ τους «μάγους» και τους «προφήτες», που είναι ειδικοί στην κοινωνική παραπλάνηση και προτιμούν να εξηγούν τον κόσμο με βάση μια υπέρτατη αξία. Ενοχλεί, επίσης, όλους όσους σκέφτονται ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο κατά την επιθυμία τους, όπως και τους «ειδικούς» που δηλώνουν ότι γνωρίζουν πώς μπορούν να τον αλλάξουν. Η κοινωνιολογία ενοχλεί όμως κυρίως εκείνους που, προκειμένου να διατηρήσουν τις ανισότητες και τις αδικίες από τις οποίες αποκομίζουν οφέλη, θα ήθελαν αυτός ο κόσμος να παραμείνει όπως είναι.(Περίληψη, Τ. Κακλαμάνη)ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να κατανοήσουμε τη σημερινή κατάσταση της κοινωνιολογίας στην Ευρώπη εάν παραβλέψουμε το γεγονός ότι πρόκειται για μια από εκείνες τις επιστήμες που κλήθηκαν να γίνουν χρηστικές μέσα από τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες επιβλήθηκαν στο πανεπιστήμιο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Ο.Ο.Σ.Α., και το Δ.Ν.Τ. Η κοινωνιολογία κατάλαβε πολύ νωρίς ότι η παραγωγή της επιστήμης δεν εξαρτάται μόνο από την κοινωνική οργάνωση, αλλά και από τους τρόπους θέασης, σκέψης και διαμόρφωσης των ερευνητών που την ασκούν. Κατά τη διάρκεια ενός αιώνα, οι κοινωνικές επιστήμες, παλεύοντας ενάντια σε κάθε μορφή εξάρτησης και πολλαπλασιάζοντας τα αντικείμενα των μελετών τους, κατάφεραν εντέλει –κάποιες φορές πολύ δύσκολα– να αναπτύξουν σημαντικά τους δικούς τους τρόπους γνώσης. Φτάνοντας σε μια πραγματική γνωστική επισώρευση, το ίδιο σημαντική με αυτή κάθε άλλης επιστημονικής πειθαρχίας. Οι κοινωνιολόγοι μπόρεσαν να ανακαλύψουν τα μέσα ώστε να δημιουργήσουν μια ελέγξιμη εννοιολόγηση. Παρά τις πιέσεις και τις εντάσεις, διαμορφώθηκε μια κριτική κοινωνιολογία των προϊδεάσεων και των αξιολογικών κρίσεων. Μια γνώση που δεν υπέκυψε σε πολιτικούς εξαναγκασμούς και δεν ξεπουλήθηκε σε οικονομικές εξουσίες. Καταλαβαίνει κανείς ότι μια κοινωνιολογία η οποία δεν σταματά να αντιμετωπίζει ορθολογικά τα κοινωνικά γεγονότα ενοχλεί πολύ τους «μάγους» και τους «προφήτες», που είναι ειδικοί στην κοινωνική παραπλάνηση και προτιμούν να εξηγούν τον κόσμο με βάση μια υπέρτατη αξία. Ενοχλεί, επίσης, όλους όσους σκέφτονται ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο κατά την επιθυμία τους, όπως και τους «ειδικούς» που δηλώνουν ότι γνωρίζουν πώς μπορούν να τον αλλάξουν. Η κοινωνιολογία ενοχλεί όμως κυρίως εκείνους που, προκειμένου να διατηρήσουν τις ανισότητες και τις αδικίες από τις οποίες αποκομίζουν οφέλη, θα ήθελαν αυτός ο κόσμος να παραμείνει όπως είναι

    † Martin Litchfield West (23.9.1937 – 13.7.2015)

    Get PDF
    ---

    Patrick Louvier, Philippe Monbrun et Antoine Pierrot, (éd.), Afti inè i Kriti ! Identités, altérités et figures crétoises : Actes du colloque international et pluridisciplinaire (Université Paul-Valéry Montpellier, octobre 2013). [Scripta Receptoria, 4.]

    Get PDF
    Patrick Louvier, Philippe Monbrun et Antoine Pierrot, (éd.),Afti inè i Kriti ! Identités, altérités et figures crétoises : Actes ducolloque international et pluridisciplinaire (Université Paul-ValéryMontpellier, octobre 2013). [Scripta Receptoria, 4.] Bordeaux :Ausonius éditions, 2015, pp. 32

    G. Rizza (a.c.d.), «Identità culturale, etnicità, processi di trasformazione a Creta fra Dark Age e Arcaismo».

    No full text
    G. Rizza (a.c.d.), «Identità culturale, etnicità,processi di trasformazione a Creta fra Dark Age e Arcaismo».Per i cento anni dello scavo di Priniàs (1906-2006).Atti del Convegno di Studi (Atene, 9-12/11/2006),[Studi e Materiali di Archeologia Greca, 10],Palermo, 2011. ISBN: 978-88-89375-09-9G. Rizza (a.c.d.), «Identità culturale, etnicità,processi di trasformazione a Creta fra Dark Age e Arcaismo».Per i cento anni dello scavo di Priniàs (1906-2006).Atti del Convegno di Studi (Atene, 9-12/11/2006),[Studi e Materiali di Archeologia Greca, 10],Palermo, 2011. ISBN: 978-88-89375-09-

    782

    full texts

    1,777

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    University of Crete Library | e-Journals service
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇