University of Crete Library | e-Journals service
Not a member yet
1777 research outputs found
Sort by
Educational challenges in the reinforsement of social capital: policies of retraction of monodimentional consuming models
Στην έρευνά μας εξετάζεται πώς οι μαθητές αντιλαμβάνονται την οικονομική κρίση και τους προβληματισμούς για τον περιορισμό των καταναλωτικών αγαθών. Το δείγμα μας περιλαμβάνει μαθητές Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ελληνικών σχολείων διαφορετικών περιοχών, που είναι επιλεγμένα με βάση την κατανομή του πληθυσμού σχετικά με το εισόδημα. Πραγματοποιούμε ημι-δομημένες συνεντεύξεις, ώστε να προσδιοριστούν τα ζητήματα που θέτουν οι μαθητές σχετικά με την οικονομική κρίση και ειδικότερα με το ζήτημα της κατανάλωσης υλικών αγαθών. Τα πορίσματα της έρευνάς μας αξιοποιούνται συνδυαστικά, ώστε να εκφραστούν προτάσεις που σχηματοποιούν μια άλλη μορφή εκπαίδευσης ως εναλλακτική πρόταση στη διαμόρφωση αξιών, που θα μεταθέσουν το ζήτημα από την καταναλωτική κοινωνία σε μια ουμανιστική θεώρηση προσδιορισμού της ευτυχίας και της ικανοποίησης του ατόμου μέσω της γνώσης, της κοινωνικής προσφοράς και της δημιουργίας θετικών συναισθημάτων απέναντι στον συνάνθρωπο.The focal point of the present research is how students perceive the economic crisis. The sample consists of Primary Education students across the Greek region and has been selected on the basis of income distribution over population. Semi-constructed interviews have been carried out so that issues about the economic crisis and consuming of material goods, as they have been posed by the students, are defined. The research findings are jointly utilized so that suggestions are expressed resulting in the formation of another form of education as an alternative suggestion to the formation of values. They will consequently provide a shift from a consuming society to a humanistic perception of the individual’s fulfillment and happiness through knowledge, social offer and the creation of positive emotions towards the fellow being
Primary school teachers’ opinions about the institution of school advisor
Σκοπό της μελέτης αποτελεί η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τον θεσμό του σχολικού συμβούλου. Χρησιμοποιείται η περιγραφική ποσοτική ερευνητική μέθοδος και η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του ερωτηματολογίου ως ερευνητικό εργαλείο. Τα ερευνητικά ερωτήματα με τα οποία συνδέονται και οι θεματικές κατηγορίες του ερωτηματολογίου αφορούν τον ρόλο του σχολικού συμβούλου στο εκπαιδευτικό σύστημα, τη διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής του, τη συμμετοχή του στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, τη συνεργασία του με τον εκπαιδευτικό στην τάξη, τη συμβολή του στη επιμόρφωση του εκπαιδευτικού, καθώς και τη μελλοντική μορφή του θεσμού. Η έρευνα διεξήχθη στην Κεντρική Μακεδονία με δείγμα 203 δασκάλων, νηπιαγωγών και δασκάλων ειδικότητας. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει ότι ο θεσμός του σχολικού συμβούλου είναι αποδεκτός από τους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μολονότι υπάρχουν ορισμένα σημεία της λειτουργίας του για τα οποία διατυπώνονται ενστάσεις και η ανάγκη τροποποιήσεων.School advisor is one of the most important institutions in Greek educational system with variety of competences. Thesis propose is the primary education educators views survey about the school advisor institution. Get used descriptive quantitative survey method and data collection was performed by questionnaire as survey tool. Survey matters are connected with questionnaire connectional categories and relate to the school advisor role in education system, the selection procedure and criteria, the participation in educator evaluation, the cooperation with educator in classroom, the contribution about the educator training and also the institution future form. Survey conducted in Central Macedonia with 203 primary teachers, preschool teachers and specialized teachers. The survey results show that the school advisor institution is accepted by the primary education educators, nevertheless they deliver complaints and modifications need about some operation points
Therapeutic Writing as a Means to Increase the Metacognitive Knowledge of Students During the Production of Writing
Στόχος της παρούσας έρευνας είναι ο σχεδιασμός, η εφαρμογή και η αξιολόγηση εκπαιδευτικού προγράμματος παρέμβασης που συνδυάζει τη διδασκαλία στρατηγικών παραγωγής γραπτού λόγου με τις τεχνικές θεραπευτικής γραφής σε μαθητές με ή χωρίς μαθησιακές δυσκολίες, προκειμένου να διαπιστωθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ ποιότητας του γραπτού λόγου και μεταγνώσης των μαθητών. Στην έρευνα πήραν μέρος τέσσερα τμήματα Α΄ τάξης Γυμνασίου εκ των οποίων τα τρία αποτέλεσαν τις πειραματικές ομάδες και το τέταρτο την ομάδα ελέγχου. Στην πρώτη πειραματική ομάδα-Π1 εφαρμόστηκε κοινωνιο-γνωστικού χαρακτήρα πρόγραμμα παρέμβασης, στη δεύτερη πειραματική ομάδα-Π2 τεχνικές θεραπευτικής γραφής, στην τρίτη πειραματική ομάδα-Π3 συνδυασμός των δυο προηγούμενων προγραμμάτων και στην ομάδα ελέγχου-ΟΕ παραδοσιακή διδασκαλία, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν επιβεβαιώνουν τη σπουδαιότητα του συνδυασμού διδασκαλίας στρατηγικών παραγωγής γραπτού λόγου και τεχνικών θεραπευτικής γραφής, συμβάλλοντας στην ενίσχυση του «σκέφτομαι», «επικοινωνώ», «αισθάνομαι» (γνωστική, μεταγνωστική και συναισθηματική διάσταση) των μαθητών κατά τη διαδικασία κατασκευής νοήματος.The aim of this research is to design, implement and evaluate an interventional program that combines the teaching of writing strategies with the therapeutic-writing techniques of students with or without learning difficulties in order to ascertain the interaction between the quality of the students’ writing and metacognition. Four groups of 12-year-old high school students took part in the research project. Three experimental groups and one control group: the first experimental group, implemented socio-cognitive intervention, the second experimental group, implemented therapeutic writing techniques intervention, the third experimental group, implemented a combination interventional program (socio-cognitive models of writing and therapeutic writing techniques), in the control group, was applied the "traditional" teaching method of writing, as defined by the curriculum. The results confirmed the beneficial effects and the importance of combining the teaching writing strategies with therapeutic writing techniques, contributing to enhancing students’ thinking, communicating, feeling (cognitive, metacognitive and emotional dimension) in the process of constructing meaning
Christ Recrucified as a Novelistic Sequence to Alexis Zorbas
Υπάρχει η τάση ανάμεσα στους κριτικούς να επισημαίνουν ασυνέχεια μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μυθιστορήματος που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης στη δεκαετία του ’40, δηλαδή ανάμεσα στο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Η εργασία υποστηρίζει ότι τα δύο μυθιστορήματα μοιράζονται κοινά θέματα, όπως τα εξής: τη λειτουργία και τη σπουδαιότητα της τροφής· το θέμα των προσφύγων που έρχονται από την Ανατολή, το οποίο απαντά και σε άλλα έργα του Καζαντζάκη και που ο συγγραφέας το χειρίζεται από διαφορετική οπτική γωνία κάθε φορά και με διαφορετική έμφαση στα στοιχεία που το συγκροτούν· την υπαινικτική σύνδεση των προσφύγων και του ταξιδιού τους με τους Εβραίους, την Έξοδο από την Αίγυπτο και την πορεία προς τη Γη της Επαγγελίας· τον χωροχρονικό ορίζοντα του ετήσιου εορτασμού των Παθών, την αντίθεση ανάμεσα στην ακινησία και την αλλαγή κ.ά. Όσον αφορά τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στους χαρακτήρες, η εργασία πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στον Ζορμπά και τον παπα-Φώτη και ειδικά ανάμεσα στον αφηγητή και τον Σταυριδάκη στον Αλέξη Ζορμπά και τον Μανωλιό στον Χριστό. Ένα άλλο θέμα είναι η ευρέως διαδεδομένη, αν όχι καθολική, άποψη ότι τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη συνιστούν απλές εφαρμογές ιδεών που απαντούν στην Ασκητική. Σε αυτές συμπεριλαμβάνουν την προγραμματική θεωρία για τα «δυο ρέματα της ζωής»: α) τον ανήφορο, που οδηγεί προς τη σύνθεση, τη ζωή, την αθανασία και β) τον κατήφορο, που οδηγεί προς τη διάλυση, την ύλη, τον θάνατο. Στην ανακοίνωση υποστηρίζεται ότι, ναι μεν ο ανήφορος και ο κατήφορος παίζουν ρόλο και στα δυο μυθιστορήματα, αλλά η μυθοπλασιακή τους «αξία» διαφέρει, καθώς έχει υποστεί μείζονες νοηματικές αλλαγές και ριζικές ανατροπές.There is a tendency among critics to emphasize discontinuity between Kazantzakis’ first and second novel of the 1940s, respectively Life and Adventures of Alexis Zorbas and Christ Recrucified. This paper argues that the two novels share common themes, like the following ones: function and significance of food and eating; the topic of Greek refugees from the East, which occurs also in other works of Kazantzakis’ and each time is approached from a different viewpoint with a varying degree of emphasis on its constituent parts; the allusive association of the refugees and their journey with the Israelites, the exodus from Egypt and their journey towards the Promised Land; the spatiotemporal background event of the annual celebration of the passion of Christ; the antithesis between immobility and change, etc. As regards common elements in characters, the paper discusses links between Zorbas and Papa-Fotis and especially between the narrator and Stavridakis in Alexis Zorbas and Manolios in Christ Recrucified. Another issue examined is the widespread, if not unanimous, view that Kazantzakis’ novels constitute straightforward applications of ideas found in The Saviors of God, among them the programmatic concept of the “two streams of life”: (a) the ascent toward composition, toward life, toward immortality; (b) the descent toward decomposition, toward matter, toward death. This paper argues that, while ascent and descent play a role in both novels, their fictional “value” is hardly uniform but has undergone major conceptual adaptations and indeed radical inversions
Greek Undergraduate and Graduate Students’ Opinions about Plagiarism Causes
O πλαγιαρισμός, εκούσιος ή ακούσιος, συνιστά ένα σοβαρό ζήτημα ηθικής και δεοντολογίας στην επιστημονική και ακαδημαϊκή κοινότητα. Μολονότι είναι μία κοινή πρακτική, εντοπίζεται έρευνα για τα ελληνικά πανεπιστήμια. Η παρούσα εργασία στοχεύει στην εξέταση των απόψεων των φοιτητών ελληνικού πανεπιστημίου αναφορικά με τις αιτίες του πλαγιαρισμού. Το δείγμα αποτελείται συνολικά από 663 προπτυχιακούς (655 συμμετέχοντες) και μεταπτυχιακούς (8 συμμετέχοντες) φοιτητές δύο Τμημάτων (Τμ. 1 και Τμ. 2) ενός ελληνικού πανεπιστημίου. Για τη διερεύνηση των αντιλήψεων και εμπειριών των φοιτητών/τριών εφαρμόστηκαν δύο ερευνητικές μέθοδοι. Συγκεκριμένα, αναπτύχθηκε και χορηγήθηκε ένα ειδικά διαμορφωμένο ερωτηματολόγιο στους προπτυχιακούς φοιτητές, ενώ διεξήχθησαν ημιδομημένες συνεντεύξεις με 8 μεταπτυχιακούς φοιτητές. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, όλοι οι συμμετέχοντες υπέδειξαν κοινές κύριες αιτίες πλαγιαρισμού, ενώ εντοπίστηκαν διαφορές στις αντιλήψεις τους βάσει του Τμήματος από το οποίο προέρχονται. Γενικά, τα ευρήματα συμφωνούν με τη σχετική διεθνή βιβλιογραφία. Τέλος, προτείνεται η διεξαγωγή μελλοντικής έρευνας σχετικά με τις απόψεις των διδασκόντων για τον πλαγιαρισμό καθώς και την επίδραση στις αντιλήψεις των φοιτητών για τον πλαγιαρισμό μεταβλητών, όπως ο χρόνος διαβάσματος και η ακαδημαϊκή εμπειρία.Plagiarism, intentional or unintentional, is a serious ethical and integrity issue that weighs heavily on the scientific and academic community. Although it is a usual practice, there is very little research found involving Greek universities. The present study aims at examining Greek university students’ opinions regarding plagiarism causes. A total of 663 undergraduate (655 participants) and graduate (8 participants) students from two Departments (Dept.1 and Dept.2) of a Greek university, participated in this study. Two research methods were implemented for the examination of students’ perceptions and experiences with plagiarism. More specifically, a specially designed questionnaire was developed and administered to the undergraduate students whereas semi-structured interviews were conducted with the 8 graduate students. According to the study’s results, all participating students identified similar main causes of plagiarism, while their Department of origins functioned as a differential factor for their perceptions. Overall, our findings were in agreement with the ones reported in the relevant international literature. Lastly, we propose that future research focuses on teachers’ opinions on this matter as well as the effect of a variety of variables, such as reading time and academic year, on students’ perceptions about plagiarism
Citizenship and reciprocity in modern school: a philosophical approach
Η Πολιτειότητα, η οποία κοινολογείται στα περισσότερα Αναλυτικά Προγράμματα διεθνώς, αποτελεί όχι μόνον ένα δυσεπίτευκτο, αλλά και έναν όχι απολύτως ευκρινή σκοπό. Σε ό,τι αφορά στο σχολείο, αυτό πρέπει να λάβει υπόψη του και να αξιοποιήσει τις εμπειρίες των μαθητών για αυτονομία και ανεξάρτητη σκέψη και να μην τις θεωρήσει ως ένα αμελητέο μεταβατικό στάδιο προς την ενηλικίωση. Αυτονομία και ανεξαρτησία πρέπει να διακριθούν από τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό και να υπηρετήσουν το κοινωνικό σύνολο. Ταυτόχρονα, τίθεται το ερώτημα αν η απόλυτη ελευθερία, την οποία προπαγάνδισαν και εφάρμοσαν ορισμένα ‘πειραματικά’ σχολεία, όπως το Summerhill, μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις συμβίωσης και λειτουργίας του πολίτη σε μια κοινωνία, στην οποία το κράτος ασκεί μέσω των μηχανισμών του εξουσιαστικό έλεγχο. Ωστόσο, ο διάλογος μπορεί να συμβάλλει στην αναθεώρηση συγκεκριμένων και μεμονωμένων απόψεων και σταδιακά είναι δυνατόν να βοηθήσει στην αναθεώρηση συναφών απόψεων και δυνητικά στη μεταβολή του όλου τρόπου σκέψης του ατόμου. Το σχολείο καλείται να ασκήσει τους μαθητές, ώστε να σκέπτονται και να ενεργούν ως αυτόνομοι πολίτες. Έτσι, η πολιτειότητα, ως κρίσιμη ‘λειτουργική αρχή’, δεν είναι ένα αποτέλεσμα της στιγμής και δεν ολοκληρώνεται δια μιας, πράγμα που σημαίνει ότι και τα περιεχόμενα διδασκαλίας θα πρέπει να προσφέρουν ερεθίσματα για σχετικό διάλογο ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του μαθητή. Αποδεικνύεται ότι η πολιτειότητα δεν είναι αποτέλεσμα θεωρητικής κατάρτισης, αλλά συμπεριφοράς σε πραγματικές συνθήκες με γνώμονα την αμοιβαιότητα.The Citizenship, which is widely publicized in most of the curricula, is not only a difficult to achieve purpose, but also an unclear one. As far as school is concerned, this must be taken into account when making use of pupils\u27 experiences of autonomy and independent thinking and not disregard them as a negligible transition to adulthood. Autonomy and independence must be distinguished from individualism and competition and serve society as a whole. At the same time, the question arises whether the absolute freedom, propagated and practiced by some "experimental" schools, such as Summerhill, can create conditions for the cohabitation and functioning of the citizen in a society in which the state exercises its power of control through its mechanisms. However, dialogue can contribute to the revision of specific and individual views and can gradually help to revise relevant views and potentially change the individual\u27s way of thinking. The school is asked to train students to think and act as autonomous citizens. Thus, the citizenship as a critical "functional principle" is not a fleeting result and it is not completed at once, which means that the content of teaching should also provide stimuli for a relevant dialogue depending on the student\u27s stage of development. It turns out that citizenship is not a result of theoretical training, but of behavior in real life circumstances with reciprocity being the goal
The Contribution of Parents in the Improvement of Learning Outcomes
Η εργασία αυτή βιβλιογραφικής ανασκόπησης εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους οι γονείς συμβάλουν στη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων των μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Τα δεδομένα αντλούνται από σημαντικές αξιολογημένες έρευνες καθώς και μετα-αναλύσεις της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας. Ξεκινά με τους ορισμούς σχετικών εννοιών και τη συνοπτική περιγραφή δύο από τα επικρατέστερα μοντέλα που απεικονίζουν την επίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος στην εκπαίδευση των παιδιών. Στη συνέχεια, διεξάγεται η εξέταση της «εμπλοκής» των γονέων, με βάση το σχολείο και το σπίτι. Ταυτόχρονα, τα αποτελέσματα της διερεύνησης πάνω σε αυτούς τους άξονες, συζητιούνται και συγκρίνονται με τις κυριότερες παραμέτρους των δύο μοντέλων «εμπλοκής». Τέλος, γίνεται μια περαιτέρω συζήτηση για τις διαστάσεις τις οποίες πραγματοποιήθηκε η μελέτη του θέματος και η εργασία ολοκληρώνεται με τα συμπεράσματα που απαντούν στο ερευνητικό ερώτημα.The present study of bibliographic review aims to examine the ways that parents contribute to the improvement of students’ learning results in primary and secondary education, with the use of sources by approved and published researches as well as meta-analyses of the international scientific academic community. It begins with the definition of relevant concepts and the brief description of two of the most predominant models depicting the effect of the family environment to the children’s education. Subsequently, the examination of parental “involvement” is carried out, based on school and home. The results of this inquiry on those parameters are discussed and compared with the main parameters of the two models of “involvement”. Finally, a further discussion of the subject is being is made and the paper concludes with the findings in answer to the research questions
Outdoor Education - The Subjugation of Teaching in Greece in the Early 20th Century
Ο υπαίθριος θεσμός προϊόν του φιλανθρωπικού υγιεινισμού υπήρξε, ήδη από τη δεκαετία του 1920, αντικείμενο μελέτης και ευρύτερου ενδιαφέροντος ατόμων που προσπάθησαν να προωθήσουν τις αρχές της νέας παιδαγωγικής αλλά και του σχολείου εργασίας μέσα στο πλαίσιο συγκεκριμένων ιδρυμάτων. Οι ένθερμοι οπαδοί της υπαίθριας αγωγής κινούνταν ανάμεσα στον αντιφυματικό αγώνα, την κοινωνική δράση και την παιδαγωγική μεταρρύθμιση. Τα υπαίθρια ιδρύματα κάτω από την επίδραση των αρχών της Νέας Αγωγής, αποτελούν ένα πεδίο εφαρμογής της επιστήμης της ιατρικής αλλά και καινοτόμων παιδαγωγικών εφαρμογών και διδακτικών πρακτικών, όπου μαζί με τις αρχιτεκτονικές καινοτομίες εισάγουν νέες κατευθύνσεις για τον τρόπο οικοδόμησης των σχολικών χώρων και προώθησης μιας υπαίθριας διαβίωσης στη φύση μακριά από τον ανθυγιεινό κλίμα των μεγάλων αστικών κέντρων.The open-air institution of philanthropic hygiene has been the subject of a study of wider interest by people who have tried to promote the principles of new pedagogy and the school of work within specific institutions since the 1920s. Strong supporters of outdoor education moved between the anti-terrorist struggle, social action and pedagogical reform. Outdoor institutions under the influence of the New Age principles are a field of application of the science of medical and innovative pedagogical applications and teaching practices,where, along with architectural innovations, they are introducing new directions for how to build schools and promote an outdoor living in nature away from the unhealthy climate of large urban centers