TEI of Athens e-Publishing journals
Not a member yet
4175 research outputs found
Sort by
Association between exercise and quality of life in COPD patients: A Systematic Review
Εισαγωγή: Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής των ασθενών. Σκοπός: Ο σκοπός της συστηματικής ανασκόπησης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ άσκησης και ποιότητας ζωής ασθενών με ΧΑΠ, όπως αυτή αξιολογήθηκε με το Saint George‘s Respiratory Questionnaire (SGRQ), οι οποίοι ακολούθησαν πρόγραμμα αναπνευστικής αποκατάστασης σε οργανωμένα κέντρα αναπνευστικής αποκατάστασης νοσοκομειακών μονάδων. Υλικό και μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση των μελετών που δημοσιεύτηκαν μέχρι τον Ιούνιο του 2018, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, στη βάση δεδομένων PubMed με τις λέξεις-κλειδιά: «COPD», «Chronic Obstructive Pulmonary Disease», «physical activity», «exercise», «quality of life» και «QOL», καθώς και στην ΙΑΤΡΟΤΕΚ- online με τις λέξεις-κλειδιά: «Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια», «ΧΑΠ», «ποιότητα ζωής» και «άσκηση». Τα κριτήρια ένταξης των δημοσιευμένων μελετών στην συστηματική ανασκόπηση ήταν: η αξιολόγηση της ποιότητας ζωής να έχει γίνει με το SGRQ και το περιεχόμενο των μελετών να αφορά την αξιολόγηση της ποιότητας ζωής των ασθενών με ΧΑΠ που υποβάλλονται σε προγράμματα αναπνευστικής αποκατάστασης σε οργανωμένα κέντρα αναπνευστικής αποκατάστασης νοσοκομειακών μονάδων. Αποτελέσματα: Από τις δημοσιευμένες μελέτες, 9 πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης. Η άσκηση βρέθηκε ότι έχει θετική επίδραση στη ποιότητα της ζωής των ασθενών με ΧΑΠ, ωστόσο ο βαθμός βελτίωσης τόσο του συνολικού σκορ όσο και των σκορ των τριών υποενοτήτων του SGRQ δεν ήταν ίδιος σε όλες τις μελέτες, αλλά παρουσίαζε σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με το είδος της άσκησης και τους περιορισμούς της εκάστοτε μελέτης. Συμπεράσματα: Η ποιότητα ζωής των ασθενών με ΧΑΠ βελτιώθηκε μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων αναπνευστικής αποκατάστασης που πραγματοποιήθηκαν σε εξειδικευμένα κέντρα αναπνευστικής αποκατάστασης νοσοκομειακών μονάδων.Introduction: The Chronic Obstructive Pulmonary Disease (COPD) can affect patients' quality of life (QOL). Aim: The aim of this systematic review was to investigate the association between exercise and QOL of patients with COPD following a respiratory rehabilitation program in organized centers of respiratory rehabilitation of hospital units. Material and Methods: A systematic review of papers published up until June 2018 was conducted. Search was performed on PubMed with the key-words: “COPD”, “Chronic Obstructive Pulmonary Disease”, “physical activity”, “exercise”, “quality of life” and “QOL” as well as on IATROTEK-online with the key-words: “Chronic Obstructive Pulmonary Disease”, “COPD”, “quality of life” and “exercise”. The criteria for inclusion in this review were: the QOL assessment has been done with the Saint George's Respiratory Questionnaire (SGRQ) and the content of the studies concerns the evaluation of the QOL of COPD patients following respiratory rehabilitation programs in organized centers of respiratory rehabilitation of hospital units. Results: Only 9 of the scientific papers retrieved met the criteria for inclusion in this review. The exercise was found to affect the QOL of COPD patients positively. Although, the degree of improvement in both the overall score and the scores of the three subscales of the SGRQ was not the same in all studies but varied significantly depending on the type of exercise and the limitations of each study. Conclusions: The QOL of patients with COPD was improved after the integration of rehabilitation programs that were performed in specialized respiratory centers of hospital units
Sudden infant death syndrome. From knowledge to prevention
Εισαγωγή: Το σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου είναι μία από τις κυριότερες αιτίες βρεφικής θνησιμότητας. Ορίζεται ως ο ξαφνικός θάνατος ενός βρέφους ηλικίας κάτω του ενός έτους, ο οποίος παραμένει ανεξήγητος μετά από ενδελεχή έρευνα, συμπεριλαμβανομένης μιας πλήρους αυτοψίας, της σκηνής του θανάτου και της επανεξέτασης του κλινικού ιστορικού. Σκοπός: Η κατανόηση της παθοφυσιολογίας και των παραγόντων κινδύνου του συνδρόμου καθώς και η γνώση και εφαρμογή των στρατηγικών πρόληψης. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση μελετών στις βάσεις δεδομένων Pubmed, Centers for Disease Control and Prevention, NHS choices καθώς και της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής. Αποτελέσματα: Παράγοντες υψηλού κινδύνου θεωρούνται η προωρότητα, το χαμηλό βάρος γέννησης, η πρηνής θέση ύπνου, η έκθεση στο παθητικό κάπνισμα, η υπερθέρμανση, οι μαλακές επιφάνειες και τα χαλαρά κλινοσκεπάσματα καθώς και η χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ από τους γονείς. Μερικές συστάσεις για την μείωση της συχνότητας του συνδρόμου είναι η αύξηση του μητρικού θηλασμού, η ύπτια θέση κατά τον ύπνο, η αποφυγή χρήσης μαξιλαριών και μαλακών στρωμάτων, καθώς και έκθεσης των βρεφών στους βλαπτικούς παράγοντες του καπνού. Συμπεράσματα: Κρίνεται αναγκαία η συνέχιση των ερευνών και η εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας και γονέων.Introduction: The Sudden infant death syndrome is one of the main causes of infant mortality. SIDS is defined as the sudden death of an infant under 1 year of age, which remains unexplained after a thorough case investigation, including performance of a complete autopsy, examination of the death scene, and review of the clinical history. Aim: The understanding of the pathophysiology, risk factors of the syndrome and knowledge and implementation of prevention strategies. Methodology: Review of studies on database Pubmed, Centers for Disease Control and Prevention, NHS Choices and American Academy of Pediatrics. Results: High risk factors are the prematurity, low birth weight, prone sleep position, exposure to passive smoking, overheating, the soft surface, loose blankets and use of drugs and alcohol from parents. Some recommendations to reduce frequency of syndrome are the increase of the breastfeeding, the nonprone position during the sleep, avoiding use pillows and soft mattresses and exposure of infants to harmful factors of cigarettes. Conclusions: Continuing research and training of health professionals and parents is necessary
Βιβλιογραφική ανασκόπηση μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του νεογνικού πόνου
Εισαγωγή:Η δυσκολία ανακούφισης του νεογνικού πόνου και η ανεπαρκής πρόληψη, διάγνωση και ανακούφιση του νεογνικού πόνου που είναι ακόμα εδραιωμένες, εγείρουν την ανάγκη εύρεσης και εφαρμογής μεθόδων που δρουν αναλγητικά με μη επεμβατικό και μη φαρμακολογικό τρόπο.Σκοπός:Σκοπός της εργασίας ήταν να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα των μη φαρμακολογικών μεθόδων ανακούφισης των νεογνών που βιώνουν τον πόνο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους στις ΜΕΝΝ και να προταθούν οι καταλληλότερες.Μέθοδος:Πραγματοποιήθηκε κριτική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας στις ηλεκτρονικές βάσεις MEDLINE και HEALLINK και στη μηχανή αναζήτησης GOOGLE SCHOLAR. Στην ανασκόπηση περιλήφθηκαν μόνο πρωτογενείς κλινικές μελέτες με δείγμα νεογνών από 0 έως 30 ημερών και αποκλείσθηκαν οι βιβλιογραφικές ανασκοπήσεις. Αποτελέσματα:Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι ο μητρικός θηλασμός, ο μη διατροφικός θηλασμός, τα γλυκά διαλύματα και η μέθοδος kangaroo συμβάλλουν στην αναλγησία από τον νεογνικό πόνο και σε μερικές από αυτές τις μεθόδους με μεγάλη και σταθερή μείωση του πόνου. Όσον αφορά στις θεραπείες όπως η στάση του σώματος, η οικεία μουσική, το οικείο οσφρητικό ερέθισμα, ο βελονισμός, η υδροθεραπεία και η μάλαξη φαίνεται ότι επίσης συμβάλλουν στην ανακούφιση του νεογνικού πόνου. Επιπροσθέτως, αυτό το είδος των θεραπειών εφαρμόζονται άμεσα και με οικονομικό τρόπο εκτός από τον βελονισμό όπου απαιτείται ειδική τεχνογνωσία.Συμπεράσματα:Οι υπάρχουσες μη φαρμακολογικές μέθοδοι ανακούφισης παίζουν σπουδαίο ρόλο στην διαχείριση του νεογνικού πόνου. Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αποτελούν μια πρόταση για την αντιμετώπιση του μη λεκτικού νεογνικού πόνου, ο οποίος προκαλεί σοβαρές επιπλοκές στη μετέπειτα ζωή των νεογνών
Quality evaluation of physiotherapy services in the department of Physical Medicine of the general hospital of Volos “Achilopouleio”
Εισαγωγή: Η ικανοποίηση ασθενών αποτελεί σήμερα σημαντικό δείκτη αξιολόγησης της ποιότητας υπηρεσιών υγείας. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αποτυπωθεί ο βαθμός ικανοποίησης των εξωτερικών ασθενών του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου «Αχιλλοπούλειο» (ΓΝΒ), που προσήλθαν στο Τμήμα Φυσικής Ιατρικής για υπηρεσίες φυσικοθεραπείας. Υλικό και Μέθοδος: Ως εργαλείο έρευνας χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο PSQ των Monnin Perneger, το οποίο χορηγήθηκε σε 104 εξωτερικούς ασθενείς του Τμήματος Φυσικής Ιατρικής του ΓΝΒ. Ο μέσος όρος ηλικίας του δείγματος ήταν τα 53,7 έτη. Το 52,9% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες και το 47,1% άνδρες. Για την ανάλυση της έρευνας χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα SPSS 19.0. Αποτελέσματα: Το ποσοστό συμμετοχής των ασθενών στην έρευνα ήταν 90,43%. Η συνολική ικανοποίηση των ασθενών στις υπηρεσίες φυσικοθεραπείας διαμορφώθηκε στο 90,6%. Η ικανοποίηση των ασθενών από τη σχέση-επικοινωνία τους με τον φυσικοθεραπευτή διαμορφώθηκε στο 91,2%, η ικανοποίηση των ασθενών από τις διαδικασίες παροχής υπηρεσιών φυσικοθεραπείας διαμορφώθηκε στο 88,2%, η ικανοποίηση των ασθενών από το περιβάλλον του νοσοκομείου διαμορφώθηκε στο 89,5% και η συνολική αξιολόγηση της εμπειρίας των ασθενών στο τέλος της θεραπείας τους διαμορφώθηκε στο 95,3%. Συμπεράσματα: Η ικανοποίηση ασθενών ως δείκτης ποιότητας υπηρεσιών υγείας, του Τμήματος Φυσικής Ιατρικής του ΓΝΒ κυμάνθηκε σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Η σχέση-επικοινωνία του φυσικοθεραπευτή με τον ασθενή κατά τη διάρκεια της θεραπείας αποδείχθηκε ο σημαντικότερος παράγοντας ικανοποίησης.Introduction: Patient satisfaction is now an important indicator to assess the quality of health services. Purpose: The purpose of the present study was to estimate the patient satisfaction of the General Hospital of Volos 'Achilopouleio' (GHV) who visited the Department of Physical Medicine for physiotherapy services. Material and Methods: The PSQ questionnaire of Monnin Perneger PSQ (2002) was given to 104 outpatients of the Department of Physical Medicine of the GHV, who participated in this study. The average age of the sample was 53.7 years. 52.9% of the participants were women and 47.1% were men. The SPSS 19.0 statistical program was used to analyze the questionnaires. Results: 90.43% of the patients participated in this survey. Total patient satisfaction was 90.6%. The satisfaction of the patients from their relationship with the physiotherapist was 91.2%, the satisfaction of the patients from the physiotherapy services procedures was 88.2%, the satisfaction of the patients from the hospital environment was 89, 5% and the overall assessment of patient experience at the end of their treatment was 95.3%. Conclusions: Patient satisfaction as indicator quality of health service, of the Department of Physical Medicine of the GHV, ranged at quite high levels. The physiotherapist's relationship with the patient during therapy proved to be the most important factor of satisfaction
Physiotherapist T.Y.P.E.T, MSc (c) Health Management, Faculty of Social Sciences, Hellenic Open University, Greece
Η προκλητή ζήτηση υπηρεσιών υγείας αναφέρεται στην τάση των γιατρών να ορίζουν θεραπεία υψηλότερου κόστους και μεγαλύτερου όγκου υπηρεσιών υγείας από αυτή που θα επέλεγε ο ασθενής, αν είχε την γνώση που έχει ο γιατρός. Συνεπώς, αυτή προκαλείται λόγω της ασυμμετρίας της πληροφόρησης και της σχέσης εκπροσώπησης μεταξύ των γιατρών και των ασθενών τους, οδηγώντας σε σπατάλη πόρων και αύξηση του κόστους εξαιτίας της υπερκατανάλωσης των υπηρεσιών υγείας πέρα από κοινωνικά άριστο κατά Pareto σημείο (allocative efficiency ή αποδοτική κατανομή). Χαρακτηριστικά παραδείγματα στην Ελλάδα αποτελούν το μεγάλο ποσοστό των καισαρικών τομών και η αυξημένη φαρμακευτική δαπάνη, η οποία είναι διπλάσια από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης πάρθηκαν διάφορα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, αποτελώντας πεδίο πολιτικών εξοικονόμησης πόρων, με αντιπροσωπευτικά παραδείγματα το σύστημα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και ελέγχου, βάσει θεραπευτικών πρωτοκόλλων και της προώθησης των γενοσήμων για την αντιμετώπιση της υπερβάλλουσας συνταγογράφησης, καθώς και την εισαγωγή των Ομοειδών Διαγνωστικών Ομάδων των ασθενειών (Diagnostic Related Groups ή DRGs) ως μεθόδου αποζημίωσης στα νοσοκομεία. Παρόλο τα αρχικά θεαματικά νούμερα υποχώρησης των υγειονομικών δαπανών, τα αποτελέσματα ήταν αμφίσημα επιβάλλοντας τον επαναπροσδιορισμό και τον καθορισμό εκ νέου των στόχων και του μείγματος των πολιτικών της υγείας.The demand inducement for health services refers to the tendency of physicians to prescribe higher cost of treatment and higher quantity of health services than the patient would have chosen if he had the knowledge of the doctor. Therefore, this is due to information asymmetry and the agency relationship between doctors and their patients, leading to waste of resources and increased costs as a result of overconsumption of health services beyond the 'Pareto Optimum' (allocative efficiency). Typical examples in Greece are the large proportion of cesarean sections and the increased pharmaceutical expenditure, which is twice as high as the OECD average. During the years of the financial crisis, a variety of fiscal policy measures have been taken, emerged as a field of resource-saving policies, with representative examples the system of e-Prescribing medicines and control system based on therapeutic protocols, the promotion of generics in order to address over-prescription and the implementation of Diagnostic Related Groups (DRGs) as a method of reimbursement in hospitals. Despite the initial spectacular declining numbers of health expenditure, the results were ambiguous necessitating redefinition and new goal setting as well as the mixture of health policies
The biopsychosocial dimensions of chronic disease. The example of multiple sclerocis
Είναι παγκοίνως γνωστό ότι η πανδημία των χρόνιων ασθενειών διεθνώς και οι σημαντικές συνέπειες που αφορούν τον ασθενή, το οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον επιβάλλουν τη διερεύνηση τους. Οι βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές επιπτώσεις που βιώνουν οι ασθενείς επιφέρουν σημαντικό πλήγμα στην προσαρμογή τους στην ασθένεια. Η προσαρμογή είναι μια πολύπλοκη, πολυδιάστατη και ολιστική διαδικασία, θεμελιώδες στοιχείο της οποίας αποτελεί το ερμηνευτικό στυλ των ψυχοπιεστικών γεγονότων, και το οποίο –αισιόδοξο στυλ- επηρεάζει θετικά την υγεία και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Οι επιπτώσεις της Πολλαπλής Σκλήρυνσης (ΠΣ) είναι πάρα πολύ σοβαρές και οδυνηρές για τους ίδιους και τους οικείους τους, ειδικότερα για τα άτομα που θα αναλάβουν το ρόλο του άτυπου φροντιστή. Από την διεθνή βιβλιογραφία προτείνονται διάφορα προγράμματα ψυχοκοινωνικής παρέμβασης στους ασθενείς, στις οικογένειες τους, αλλά και στους δυο ως ολότητα όπως της αυτοδιαχείρισης, της κοινωνικής στήριξης και του πιλοτικού μοντέλου των. Το μοντέλο των Rintell Melito περιλαμβάνει την συλλογική εκπαίδευση των οικογενειών, που βρίσκονται χρονικά κοντά στη περίοδο της διάγνωσης της ΠΣ (λιγότερο από 12 μήνες), σε στρατηγικές που προωθούν την συνεργασία μέσα στην οικογένεια, ενσωματώνοντας στοιχεία από την θεωρία της παρέμβασης στην κρίση, της ψυχοεκπαιδευτικής φροντίδας και των προσεγγίσεων που εστιάζονται στην οικογένεια.It is well-known that the pandemic of chronic diseases internationally and the meaningful consequences for the patients, the family and the wider social context call for their investigation. The experienced biological, psychological, social, economic and occupational repercussions of the patients are a major blow to their adjustment to illness. Adjustment is a complex, multifaceted and holistic process, a fundamental element of which is the explanatory style of psycho-compassionate events, and that -optimistic style- affects positively patients’ health and quality of life. The effects of Multiple Sclerosis (MS) are very grievous and painful not only for patients but also for their relative, especially for those who will assume the role of caregiver. A variety of psychosocial intervention programs are proposed to patients, their families, but also to two as a whole such as self-management, social support and the pilot model of Rintell Melito. The Rintell Melito model includes the collaborative education of families, which are close to the diagnostic reriod of MS (less than 12 months), in strategies that advance collaboration within the family, incorporating evidence from the theory of crisis intervention, psycho-educational care, and family-centered approaches
Investigating user satisfaction with the services provided by the care program “Helping Elderly at Home” and assessing their self-evaluation health level: The case of the program “Helping Elderly at Home” in the municipality of Kilkis
Εισαγωγή: Η κοινωνικοοικονομική κρίση των τελευταίων ετών κατέστησε αδήριτη την ανάγκη ενίσχυσης των δομών παροχής υπηρεσιών φροντίδας ανοιχτού τύπου στα άτομα τρίτης ηλικίας. Στην Ελλάδα, η πιο διαδεδομένη μορφή παροχής φροντίδας κατ’ οίκον είναι τα προγράμματα «Βοήθεια στο σπίτι» (ΒσΣ) και «Κοινωνική Μέριμνα». Σκοπός: Η εκτίμηση της ικανοποίησης των ηλικιωμένων από το πρόγραμμα ΒσΣ σε ένα Δήμο της περιφέρειας και η εύρεση των προσδιοριστών αυτής. Υλικό και μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε μία συγχρονική μελέτη που διενεργήθηκε κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2017 και ο μελετώμενος πληθυσμός αποτελούνταν από 138 άτομα ηλικίας 65 έως 90 ετών. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν δύο ανώνυμα ερωτηματολόγια, τα οποία συμπληρώθηκαν εθελοντικά από τους συμμετέχοντες. Αποτελέσματα: Το επίπεδο συνολικής ικανοποίησης των συμμετεχόντων ήταν αρκετά υψηλό (4,05 σε κλίμακα μέτρησης 1-5) και το επίπεδο αυτοαξιολόγησης της υγείας τους ήταν κάτω του μέσου (44,9 σε κλίμακα μέτρησης 0-100). Σύμφωνα με την πολυμεταβλητή γραμμική παλινδρόμηση βρέθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ της βαθμολογίας συνολικής ικανοποίησης και της ηλικίας των συμμετεχόντων καθώς και της συχνότητας των επισκέψεων του προσωπικού ΒσΣ. Επιπλέον, ο χρόνος συμμετοχής στο πρόγραμμα ΒσΣ και η συχνότητα των επισκέψεων του προσωπικού σχετίζονταν θετικά με τη βαθμολογία ικανοποίησης από τη συμπεριφορά και τις ικανότητες του προσωπικού, τη βαθμολογία ικανοποίησης από την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των συμμετεχόντων και τη βαθμολογία ικανοποίησης από την αποτελεσματικότητα του προγράμματος. Συμπεράσματα: Η ενίσχυση του προγράμματος ΒσΣ, στο πλαίσιο εφαρμογής προληπτικών δράσεων και προαγωγής της υγείας, δύναται να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων και να λειτουργήσει ως καίριος αντισταθμιστικός παράγοντας στην ελληνική κοινωνικοοικονομική κρίση.Introduction: The recent socioeconomic crisis created an imperative need to empower the non-hospital structures that provide care services to the elderly. In Greece, the programs “Helping Elderly at Home” and “Social Care” are the most widespread kind of non-institutional care services. Aim: To investigate user satisfaction with the services provided by a provincial care program “Helping Elderly at Home” and its determinants. Material and Method: A cross-sectional study was conducted during March and April 2017 and the study population consisted of 138 elderly people from 65 to 90 years old. Data were collected by means of two anonymous questionnaires that were completed voluntarily by the participants. Results: The level of complete satisfaction was quite high (4,05 on a measuring scale 1-5). Among demographic factors found to be significantly correlated with overall satisfaction, participants of greater age and those who had more frequent visits by the personnel reported higher satisfaction. Furthermore, longer participation at the program and increased frequency of visits were correlated with higher satisfaction by the personnel, higher satisfaction by the participants’ socioeconomic condition and higher satisfaction by the program effectiveness. Conclusions: The empowerment of the program “Helping Elderly at Home”, in the context of applying preventive and health promotion actions, could improve the quality of life of the elderly, acting as a compensatory factor to the Greek socioeconomic crisis
Ψυχική υγεία και κοινωνικοοικονομική κρίση: το παράδειγμα της Ελλάδας
Ιστορικά, η οικονομική κρίση που πλήττει μια χώρα έχει ως συνέπεια την αύξηση των κοινωνικών της προβλημάτων. Η αρνητική επίδραση της οικονομικής κρίσης σε κομβικούς κοινωνικούς τομείς όπως είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία και η κοινωνική ειρήνη εν γένει, φέρνει ως συνέπεια τη μείωση της σωματικής και της ψυχικής υγείας καθώς επίσης και της ποιότητας ζωής των πολιτών. Από την άλλη, αυξάνει την νοσηρότητα και τη θνησιμότητα. Έρευνες σε πολλές χώρες του κόσμου που βίωσαν και βιώνουν τις συνέπειες της κοινωνικοοικονομικής κρίσεως αναδεικνύουν καθολικά τα αρνητικά αποτελέσματα που προκαλούν στις ανθρώπινες κοινωνίες. Η φτωχοποίηση, η ανεργία και το αίσθημα της ανασφάλειας βρίσκονται στον πυρήνα των συνεπειών, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό την υγεία και δη την ψυχική υγεία των πολιτών τους. Το 2010, λόγω των μεγάλων οικονομικών ελλειμμάτων και των χρεών της, η Ελλάδα ζητά επισήμως την οικονομική στήριξή της από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ). Αποτέλεσμα αυτού, οι μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές και περικοπές στα δημόσια έξοδα. Μειώσεις μισθών, απολύσεις, μειώσεις θέσεων εργασίας και χρηματοδοτήσεων, δημιουργούν άμεσα μια νέα πραγματικότητα. Η χώρα οδηγείται σε βαθιά κρίση ετών με συνέπειες παρόμοιες των χωρών που έχουν πληγεί διαχρονικά από κοινωνικοοικονομική κρίσ