TEI of Athens e-Publishing journals
Not a member yet
4175 research outputs found
Sort by
THE EMOTIONAL INTELLIGENCE AS A SEPARATE AND THE MEANING OF USE FOR THE MODERN MAN AND BUSINESS
Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι ερευνητές και επιχειρήσεις, στρέφουν την προσοχή τους στη συναισθηματική νοημοσύνη. Αυτό οφείλεται σε μία πλειάδα ερευνών, οι οποίες καταδεικνύουν ότι για την επαγγελματική, κοινωνική αλλά και προσωπική καταξίωση ενός ατόμου, δε διαδραματίζει τόσο σπουδαίο ρόλο η ευφυΐα του, όπως πιστεύονταν παλαιότερα, αλλά η ανεπτυγμένη ή μη, συναισθηματική νοημοσύνη που διαθέτει. Ως αποτέλεσμα, το νέο αυτό είδος νοημοσύνης, κερδίζει συνεχώς έδαφος σε σχέση με τις παραδοσιακές απόψεις, καθώς αρκετοί ερευνητές εργάζονται συστηματικά στη δημιουργία μεθόδων μέτρησης και ανάπτυξης της. Η παρούσα έρευνα, αναλύει σε βάθος τις έρευνες που έχουν εκπονηθεί έως τώρα, όπως είναι οι θεωρίες των Mayer et. al., (2000), BarOn, (2000), Goleman, (2000) και Cooper, (1996, 1997), επιχειρώντας να εκμαιεύσουμε από αυτές σημαντικές γνώσεις, οι οποίες θα μας οδηγήσουν σε ορθά συμπεράσματα. Ακόμη, δεν παραλείπουμε να αναφέρουμε και τις απόψεις των πολέμιων της συναισθηματικής νοημοσύνης, εμπλουτίζοντας περισσότερο την ανάλυση μαςIn recent years, more and more researchers and companies are turning their attention to emotional intelligence. This is due to a multitude of studies that show that the professional, social and personal achievement of a person does not play such an important role the intelligence that it has, as previously thoughted, but the developed or not, emotional intelligence that allocate. As a result, this new kind of intelligence, is gaining ground over traditional ways, because plenty of researchers are working systematically to create measurement methods and development. This research analyzes in depth investigations which have been carried out so far, such as theories of Mayer et. al., (2000), BarOn, (2000), Goleman, (2000) and Cooper, (1996, 1997), attempting to elicit from these important insights, which will lead us to an equitable conclusion. Also, we do not neglect to mention the opinions of the opponents of emotional intelligence, that enriching our analysi
FLOW CYTOMETRY AND ITS APPLICATIONS ΙN ENDOCRINOLOGY
Το άρθρο αυτό είναι μια ανασκόπηση των εφαρμογών της κυτταρομετρίας ροής στην ενδοκρινολογίαThis article is a review on the applications of flow cytometry in endocrinolog
Two-step Molecular Methodology (PCR-RFLP) for Differential Detection and Broad Identification of Agriculturally-important Fungi Applicable in Decentralized Units of Agricultural Development
Η προσβολή της καλλιέργειας της πατάτας από φυτοπαθογόνους μύκητες μπορεί να επιφέρει σημαντικές οικονομικές απώλειες, με πιθανή παράλληλη κοινωνική διάσταση, σε περίπτωση σοβαρών επιδημιών ή υποβάθμισης του παραγόμενου προϊόντος, ιδίως σε περιοχές όπου παραδοσιακά καλλιεργείται η πατάτα. Η αδυναμία έγκαιρης ταυτοποίησης του παθογόνου συμβάλλει στην αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων για προληπτική αντιμετώπιση ή γενικευμένη καταστολή της ασθένειας που πολλές φορές γίνεται με τη συχνή χρήση πολλαπλών συνδυασμών μυκητοκτόνων. Οι πρακτικές αυτές, εκτός του ότι εγκυμονούν σοβαρότατους κινδύνους για την υγεία του παραγωγού και του καταναλωτή λόγω της χρήσης τοξικών ουσιών για την καταστολή των ασθενειών που επιβαρύνουν τα προϊόντα, εγκυμονούν παράλληλα τεράστιους κινδύνους για το περιβάλλον, λόγω της εισόδου των ουσιών αυτών ή των προϊόντων διάσπασής τους στην τροφική αλυσίδα, αλλά και της δημιουργίας ανθεκτικότητας ευκαιριακών ανθρωποπαθογόνων μυκήτων σε ομάδες μυκητοκτόνων που χρησιμοποιούνται από κοινού για την καταστολή τους. Η ταχεία διαφοροδιάγνωση μπορεί να συμβάλλει στην μείωση των ανωτέρω κινδύνων με σημαντικάπεριβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη, ιδίως στην περίπτωση πρόληψης εισόδου και εξάπλωση νεοαναδυόμενων παθογόνων ή παθογόνων καραντίνας είτε μέσω της καταστολής σημαντικών επιδημιών εν τη γενέσει τους, είτε μέσω της διασφάλισης της εφαρμογής ορθής γεωπονικής πρακτικής, ιδιαίτερα ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών φυτοπροστασίας σε πραγματικό χρόνο. Η διαφοροδιάγνωση, ιδίως στο επίπεδο της διαγνωστικής ρουτίνας, διευκολύνεται όταν λαμβάνονται υπόψη οι τροπισμοί των παθογόνων. Η χρήση της αλυσιδωτής αντίδρασης της πολυμεράσης (PCR) για ενίσχυση αλληλουχιών πολλαπλών αντιγράφων και χαρακτηριστικών για τους μύκητες (εκκινητές ITS-1/ITS4 που στοχεύουν το πολυμορφικότερο τμήμα του μείζονος συμπλέγματος του ριβοσωμικού DNA) επιτρέπει τον διαφορικό εντοπισμό των μυκήτων έναντι άλλων παθογόνων της πατάτας. Η αδρή ταυτοποίηση με βάση το ηλεκτροφορητικό πρότυπο του προϊόντος PCR είναι εφικτή χάρη στον εγγενή πολυμορφισμό των επιλεγμένων αλληλουχιών, ενώ η ταυτοποίηση σε επίπεδο είδους, είναι επιτεύξιμη με βάση το περιοριστικό πρότυπο του προϊόντος αυτού με τις ενδονουκλεάσες MspI ή/και Hae IIIPotato diseases caused by fungal pathogens are agents of massive economic loss sometimes igniting social upheaval not only whenever occurring, by destroying/degrading the production, but also even without occurring, due to thediminishing of the commercial value brought about by precautions and measures taken to forestall fungal growth, such as spraying crops with antifungals compared tobiological practices. The prompt differential diagnosis of fungal pathogens by molecular methodologies may allow early diagnosis and response with correct geoponic practices, bringing about significant economic and environmental profit, especially when intercepting quarantine or emerging pathogens. Differential diagnosis may be facilitated in terms of routine performance if pathogen preferences are taken into account. The use of PCR to amplify multi-copy fungal sequences defined by the ITS-1/4 primer pair allows the selective detection of fungi over viruses, nematodes and bacteria while the inherent polymorphism of the target sequence allows a rough classification by the amplicon length and a more detailed one, down to species level, by restriction digestion profiling using the Msp I and the Hae III endonuclease
Μιμητικοί Μέθοδοι Προσδιορισμού Απορρόφησης της Ινσουλίνης Μετά από Υποδόρια Έγχυση σε Διαβητικούς Ασθενείς
Μεθοδολογικό πλαίσιο αποτίμησης της παιδαγωγικής αξίας του Second Life με την αρωγή του «μοντέλου της Κυβερνητικής»
Summer camps for children and adolescents with Diabetes Melitus type I: Benefits on the disease control
Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να τονιστεί ο ρόλος που μπορεί να παίξει η εκπαιδευτική κατασκήνωση στα παιδιά και στους έφηβους με τυπου I Σακχαρώδη Διαβήτη, όσον αφορά την εκπαίδευσή τους πάνω σε αυτόν, τη θετική αποδοχή της νόσου τους και τη ρύθμισή του. Μελετώνται, επίσης, οι μεταβολές της ποσότητας της χορηγούμενης ινσουλίνης ανάλογα με τις ανάγκες των παιδιών και το πώς αυτή αυξομειώνεται κατά το διάστημα παραμονής τους στην κατασκήνωση. Υλικά — Με'θοδοι: Το αρχείο καταγραφής των μετρήσεων των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα των παιδιών, των μονάδων της χορηγούμενης ινσουλίνης, καθώς και οι τιμές της Γλυκοζυλιωμένης Αιμοσφαιρίνης (HbAlc) πριν και μετά την κατασκήνωση. Ο αριθμός των παιδιών ήταν 38, αλλά ολοκληρωμένα στοιχεία υπάρχουν για τα 36. Οι ηλικίες κυμαίνονταν από 7-15 με μέσο όρο τα 12 έτη. Αποτελε'σματα: 1) Παρατηρήθηκε σημαντική πρόοδος στη γνώση και την αυτοεξυπηρέτηση των παιδιών, σύμφωνα με την παρατήρησή τους τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της κατασκήνωσης. 2) Η μέση τιμή της Γλυκο- ζυλιωμένης Αιμοσφαιρίνης πριν από την κατασκήνωση ήταν 8,06%, ενώ μετά από αυτήν 8,05%. Αποτέλεσμα όχι στατιστικά σημαντικό (ρ = 0,869). 3) Οι ανάγκες σε ινσουλίνη μειώθηκαν κατά μέσο όρο 24,52% κατά το δεκαπενθήμερο διάστημα της έρευνας (ρ = 0,00). 4) Σημειώθηκε μόνο ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας και κανένα κετοξέωσης. Συμπεράσματα: Η εκπαίδευση και η άσκηση αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη σωστή ρύθμιση και την κατάλληλη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών και εφήβων με τύπου I Σακχαρώδη Διαβήτη. Η κατασκήνωση αντιπροσωπεύει ένα χρήσιμο θεραπευτικό και εκπαιδευτικό υπόβαθρο, μέσα από το οποίο τα παιδιά μπορούν να γίνουν αυτόνομα και κυρίαρχα της ρύθμισής τους, αποδεχόμενα θετικά την κατάστασή τουςThe aim of this study was to focus on the effectiveness of summer camps in giving immediate and long-term improvements in knowledge, in positive acceptance of the disease as well as in metabolic control. Insulin needs were also examined, as well as how they change during the period of the summer camp. The file of the written measurements of the blood glucose level of the children and the insulin dose, during the summer camp, were the material of the study. There were 38 children in the camp. The age range of children attending the summer camp was 7-15 years (x 12 years). The information collected were statistically analysed using the Correlation and Compare Means function of the SPSS statistical programme. The results suggested a significant improvement in children’s knowledge level during the camp was noticed. The mean HbAlc level before the camp was 8.06% and 8.05% after it. The average dose of insulin was reduced 24.52% during the summer camp. On the other hand a significant improvement in children’s control was observed. Finally, only one hypoglycaemic episode occurred, following strenuous exercise and none acidotic episode was observed, during the camp. Education as well as training are quite basic factors for the right control of diabetic and the suitable phychosocial development of children and adults suffering from type I diabetic. Summer camps represent a useful therapeutical training ground in which children may become independent and master their metabolism while accepting their diabetic condition positivel
Knowledge and Views of Nursing Students on Alzheimer Disease
Η σταθερή αύξηση του αριθμού των ανθρώπων που ζουν και πεθαίνουν με άνοια, σε συνδυασμό με την πρόσφατη έμφαση στην ποιότητα της φροντίδας, ανέδειξε τη σημασία της κατάρτισης άνοιας για τους επαγγελματίες υγείας. Οι εμπειρίες των φοιτητών Νοσηλευτικής από το εξωτερικό περιγράφουν τη φροντί-δα ασθενών με άνοια ως αρκετά δύσκολη, καθώς πολλοί από αυτούς δηλώνουν ανεπαρκώς προετοιμασμένοι σε σχέση με τις γνώσεις και τις διαπροσωπικές ικα-νότητες που απαιτεί η φροντίδα των συγκεκριμένων ασθενών. Σκοπός: Η εκτίμηση του επιπέδου και η σύγκριση των γνώσεων των φοιτητών του πρώτου και του τέταρτου έτους του τμήματος Νοσηλευτικής του ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης, καθώς και η καταγραφή της συμπεριφοράς, των στάσεων και των απόψεών τους απέναντι στους ασθενείς με Alzheimer. Υλικό και Μέθοδος: Διεξήχθη συγχρονική μελέτη με δείγμα 120 φοιτητών, 28 ανδρών και 92 γυναικών, ηλικίας 18-27 ετών, με μέση ηλικία τα 21,1 έτη. Για τις ανάγκες της έρευνας κατασκευάστηκε ερωτηματολόγιο 21 ερωτήσεων, έπειτα από συγκερασμό και προσαρμογή τριών ερωτηματολογίων από τη διεθνή βιβλιογραφία (Carrie Hill’s Alzheimer quiz II, Alzheimer quiz και Riverside Mayo Clinic Staff Alzheimer quiz). Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε το χρονικό διάστημα Μαΐου-Ιουνίου του 2013. Οι μεταβλητές του δείγματος ήταν ονομαστικές και τακτικές, ενώ τα αποτελέσματα παρουσιάζονται σε απόλυτες (n, αριθμός παρατηρήσεων) και σχετικές (%, ποσοστά) συχνότητες. Για τη σύγκριση μεταξύ των κατηγορικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκε ο στατιστικός έλεγχος x2. Αποτελέσματα: Σε ποσοστό 85% των τελειόφοιτων φοιτητών σημειώθηκαν σωστές απαντήσεις για τη συμπτωματολογία της νόσου ενώ, αντίθετα, μόνο 57% των πρωτοετών απάντησαν σωστά (p0,05). Ένα μικρό ποσοστό των φοιτητών (n=21, 17,5%) είχε κάποιο μέλος του στενού οικογενειακού περιβάλλοντός του, το οποίο έπασχε ή πάσχει από τη νόσο Alzheimer (NA). Στον έλεγχο του επιπέδου γνώσεων σε σχέση με την προηγούμενη εμπειρία με τη νόσο, υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά (p0,05), με τη μεγάλη πλειοψηφία (88,8%) των φοιτητών χωρίς προσωπική εμπειρία φροντίδας να εντοπίζει ορθά την απώλεια γνωστικής ικανότητας ως σύμπτωμα της ΝΑ σε σχέση με ποσοστό 76,2% των φοιτητών με εμπειρία φροντίδας.The steady increase in the number of people living and dying with dementia, combined with recent emphasis on quality of care accentuate the importance of dementia training for health care professionals. Nursing students from abroad describe the care of patients with dementia as quite difficult and many of them indicate that they are inadequately prepared regarding the knowledge and interpersonal skills required to care for these patients. Aim: To compare the level of knowledge of first and fourth year students of the Department of Nursing of the Alexander Technological Educational Institute of Thessaloniki and to record their views and attitudes about patients with Alzheimer’s disease. Method: A cross-sectional study was conducted with a sample of 120 first and fourth year nursing students, 28 male and 92 female, aged 18-27 years, average 21.1 years. A 21 item questionnaire was constructed for the study by adapting and adjusting three validated international questionnaires (Carrie Hill’s Alzheimer quiz II, quiz Alzheimer, and Riverside Mayo Clinic Staff Alzheimer quiz). Data collection was performed during May and June, 2013. The variables of the study were nominal and ordinal and the results are presented in absolute (n, number of observations) and correlational (%, percentage) frequencies. The x2 test was used for the analysis of categorical variables. Results: Correct answers on the symptoms of the disease were given by 85% of the fourth year students, but only 57% of the first year students (p0.05). A small percentage of students (17.5%, n=21) reported having an immediate family member suffering from Alzheimer’s disease. A statistically significant difference (p0.05) was observed in the identification of the loss of cognitive ability as a symptom of Alzheimer’s disease between students with and those without personal care experience. Conclusions: Although Alzheimer’s disease is a contemporary global disease of alarming proportions, it does not appear to be of prominent importance in the learning interests of student nurses, who appear to lack knowledge and to be relatively biased against these patients. A substantial difference in knowledge was observed between first and fourth year students, but there is clear room for improvement