National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Οι πολυμερείς διαιτησίες
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο της πολυμερούς διαιτησίας στο πλαίσιο της διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, εστιάζοντας στις προκλήσεις που ανακύπτουν από τη συμμετοχή περισσότερων των δύο μερών ή από την ύπαρξη περισσότερων συμβατικών σχέσεων στην ίδια διαιτητική διαδικασία. Κεντρικό άξονα της ανάλυσης αποτελεί η διαιτητική συμφωνία και ιδιώς τα υποκειμενικά όρια της δεσμευτικότητάς της, καθώς και οι βάσεις επέκτασής της σε μη συμβαλλόμενα μέρη, όπως αυτές έχουν διαμορφωθε΄ί σε θεωρία και νομολογία. Ακολούθως, αναλύεται η έννοια της πολυμερούς διαιτησίας και οι επιμέρους διακρίσεις της, ενώ εξετάζονται τα ειδικά ζητήματα που ανακύπτουν κατά τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συμμετοχή τρίτων προσώπων στη διαιτητική διαδικασία και στη συνένωση διαιτησιών, υπό το πρίσμα τόσο του ελληνικού δικαίου όσο και των βασικών Κανονισμών θεσμικής διαιτησίας, μέσα από συγκριτική προσέγγιση. Η εργασία αναδεικνύει την ένταση μεταξύ της θεμελιώδους αρχής της συναίνεσης των μερών και των αναγκών αποτελεσματικής επίλυσης σύνθετων διαφορών και οικονομίας της διαιτητικής δίκης.This master's thesis examines the concept of multi-party arbitration within the framework of international commercial arbitration, focusing on the legal challenges arising from the participation of multiple parties or multiple contractual relationships in a single arbitral proceeding. The analysis is centered on the arbitration agreement, with particular emphasis on the scope of its binding effect and the bases upon which it is extended to non-signatories, based on the relevant doctrine and case law. The study further explores the definition and classifications of multi-party arbitration, as well as the procedural issues related to the constitution of the arbitral tribunal in such cases. Special attention is paid to the joinder and consolidation proceedings, as addressed under Greek law and through a comparative analysis of the main institutional arbitration rules. Through this analysis, the thesis highlights the inherent tension between the fundamental principle of party autonomy and consent and the objectives of procedural efficiency in complex disputes
Ο ρόλος των πολιτειακών δικαστηρίων κατά το στάδιο της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων.
Με την παρούσα εργασία επιχειρήθηκε να αναδειχθεί ο ρόλος που επέχουν τα πολιτειακά δικαστήρια κατά το στάδιο της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων. Μέσα από μία ανάλυση, η οποία ακολουθεί τη δομή των κύριων άρθρων της Σύμβασης της Νέας Υόρκης σκοπήθηκε να αναδειχθεί το πως το εν λόγω νομοθέτημα ερμηνεύεται και εφαρμόζεται στο πλαίσιο της αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων μέσα από εξέταση του ζητήματος τόσο από ερμηνευτικής όσο και από νομολογιακής σκοπιάς. Στο πρώτο μέρος της εργασίας γίνεται λόγος για την κανονιστική φυσιογνωμία της σύμβασης της Νέας Υόρκης, η οποία συνιστά μία απλή και λιτή σύμβαση με βασικό αντικείμενο την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και έχει ως θεμελιώδη σκοπό τη διευκόλυνση της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Η ΣΝΥ ερμηνεύεται και διαπνέεται εν συνόλω από την αρχή της εύνοιας περί την αναγνώριση, με την οποία προάγεται ενεργά και η βασική πρόθεση της ΣΝΥ, ήτοι η όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη και απρόσκοπτη αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, στο πλαίσιο της διευκόλυνσης της κυκλοφορίας τους. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας αναλύονται οι θετικές εκείνες προυποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την αναγνώριση και εκτέλεση μιας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Πρόκειται για τη ρύθμιση του άρθρου 4 της ΣΝΥ, το οποίο προβλέπει την τυπική και εύκολη διαδικασία της αναγνώρισης μιας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Εν συνεχεία το άρθρο 5 της ΣΝΥ καταπιάνεται με το πιο σύνθετο ζήτημα της διαπίστωσης κάποιου κωλύματος εν σχέσει με την αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Τα κωλύματα αυτά προβλέπονται και περιοριστικά απαριθμούνται στις δύο παραγράφους του άρθρου 5 της ΣΝΥ. Ως προς τα κωλύματα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 5 σημειώνεται πως πρόκειται για κωλύματα που μπορούν να προταθούν μόνο από το μέρος που δεν επιθυμεί την αναγνώριση, ενώ ως προς τα κωλύματα της παραγράφου 2 πρόκειται για κωλύματα που μπορεί να λάβει υπόψιν του αυτεπαγγέλτως και το πολιτειακό δικαστήριο, γεγονός που φαίνεται εν πρώτοις να του παρέχει μία κάποια περαιτέρω εξουσία. Για να τύχουν εφαρμογής τα εν λόγω κωλύματα θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψιν η ερμηνεία με βάση το σκοπό της Σύμβασης, η απαγορευση της αναδίκασης και η αρχή της εύνοιας περί την αναγνώριση. Υπό αυτό το πρίσμα και ύστερα από την εξέταση πληθώρας δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες αντιμετωπίζουν στην πράξη το αν τελικώς η προβολή ή διαπίστωση κάποιου εκ των κωλυμάτων του άρθρου 5 μπορεί να οδηγήσει τελικώς ή όχι στην αναγνώριση και εξέταση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, διαπιστώνεται ότι τα πολιτειακά δικαστήρια του εκάστοτε κράτους της αναγνώρισης είναι ιδιαιτέρως προσεκτικά και φειδωλά ως επί το πλείστον ως προς το ζήτημα της απόρριψης της αναγνώρισης μιας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Έτσι, συμπεραίνεται ότι καίτοι τα κωλύματα παρέχουν ένα είδος εξουσίας στο πολιτειακό δικαστήριο του κράτους της αναγνώρισης και συνιστούν χρήσιμα εργαλεία στα χέρια του εκάστοτε δικαστή, η εξουσία αυτή στην πράξη δεν είναι ούτε τόσο μεγάλη όσο ενδεχομένως φαίνεται, ούτε απεριόριστη. Και αυτό γιατί τα κωλύματα πρέπει να λειτουργούν ως έσχατος - κάτω από τις επιταγές της ίδιας της Σύμβασης - έλεγχος της διαιτητικής απόφασης αλλά και ως εχέγγυα προστασίας της εκάστοτε έννομης τάξης, χωρίς ωστόσο να τίθεται σε κίνδυνο ο σκοπός της Σύμβασης που δεν είναι άλλος από τη διευκόλυνση της διεθνούς κυκλοφορίας των διαιτητικών αποφάσεων.This thesis examines the role of national courts at the stage of recognition and enforcement of foreign arbitral awards. By following the structure of the principal provisions of the New York Convention, it seeks to demonstrate how this instrument is interpreted and applied in practice, through both doctrinal analysis and case-law examination. The first part of the thesis addresses the normative character of the New York Convention as a concise and functional international instrument whose primary objective is to facilitate the recognition and enforcement of foreign arbitral awards among Contracting States. The Convention is interpreted and governed by the pro-enforcement bias, which actively promotes its fundamental purpose, namely the widest possible and least obstructed recognition and enforcement of foreign arbitral awards, in furtherance of their free international circulation. The second part analyzes the positive conditions required for recognition and enforcement under Article IV of the Convention, which establishes a formal and streamlined procedural framework. It further examines the grounds for refusal set out exhaustively in Article V, distinguishing between those that may be invoked exclusively by the party opposing enforcement and those that may be examined ex officio by the enforcing court. These grounds, however, must be interpreted in light of the Convention’s object and purpose, the prohibition of review on the merits, and the pro-enforcement principle. On the basis of extensive judicial practice, the thesis demonstrates that national courts in the enforcing jurisdiction exercise these powers restrictively and with considerable restraint. It concludes that although the refusal grounds constitute important safeguards for the domestic legal order and confer a degree of discretion upon national courts, such discretion is neither extensive nor unlimited. Rather, these grounds operate as an exceptional control mechanism, consistent with the Convention’s overarching objective of facilitating the international recognition and circulation of arbitral awards
Le recours administratif préalable obligatoire comme mode alternatif de résolution des litiges en Grèce et en France
Η παρούσα εργασία αναδεικνύει την εγγενή δυνατότητα της ενδικοφανούς προσφυγής να αποτελέσει εναλλακτικό μέσο αποτελεσματικής έννομης προστασίας, συμβάλλοντας παράλληλα στην εξοικονόμηση πόρων και χρόνου στη διοικητική δίκη. Σκοπός της είναι να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο η ενδικοφανής προσφυγή δύναται να επιτελέσει τις δύο ως άνω λειτουργίες της αποκαθιστώντας παράλληλα την (κλονισμένη) εμπιστοσύνη του πολίτη απέναντι της. Μέσα από την συγκριτική ανάλυση του ελληνικού και του γαλλικού δικαίου, αναδεικνύονται τόσο οι συγκλίσεις όσο και οι αποκλίσεις των δύο εννόμων τάξεων, καθώς και οι επιμέρους ρυθμίσεις που μπορούν να αξιοποιηθούν ως πρότυπα αμοιβαίας βελτίωσης του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, ώστε η μελετώμενη προσφυγή να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής.The present paper highlights the inherent potential of the quasi-judicial administrative appeal to serve as an alternative means of effective legal protection, while at the same time contributing to the saving of resources and time in administrative litigation. Its purpose is to examine the manner in which the quasi-judicial administrative appeal may fulfill these two functions, while also restoring the (eroded) trust of citizens in it. Through a comparative analysis of Greek and French law, both the convergences and the divergences between the two legal systems are brought to light, as well as the specific regulatory solutions that may be utilized as models for the mutual improvement of the existing legislative framework, so that the appeal under study may respond to the needs of the contemporary era
Δικαίωμα για άδεια αναψυχής και αποδοχές άδειας σε περίπτωση ασθένειας του εργαζομένου
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται το δικαίωμα του εργαζομένου σε άδεια αναψυχής μετ' αποδοχών στην περίπτωση κατά την οποία αυτός ασθενεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και λαμβάνει αναρρωτική άδεια. Αρχικά, γίνεται αναφορά στο γενικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την άδεια αναψυχής και την ομαλή εκπλήρωσή της σε διεθνές, ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται αναλυτικά οι αντίστοιχες νομοθετικές διατάξεις καθώς και οι σχετικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε διεθνές, ενωσιακό και εθνικό επίπεδο και έχουν διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην ερμηνεία τους και στην οριοθέτηση της σχέσης μεταξύ άδειας αναψυχής και αναρρωτικής άδειας, που λαμβάνεται εξαιτίας βραχυχρόνιας ή μακροχρόνιας ασθένειας αλλά και εργατικού ατυχήματος. Ταυτόχρονα, αναλύεται η τύχη της άδειας αναψυχής στις ειδικότερες περιπτώσεις του θανάτου του εργαζομένου καθώς και της θέσης του σε καραντίνα. Τέλος, προσεγγίζονται ειδικότερα ζητήματα που αφορούν ατομικές συμβάσεις εργασίας και τους κανονισμούς εργασίας, ιδίως ως προς το κύρος συμφωνιών σχετικών με την άδεια αναψυχής και την αναρρωτική άδεια, καθώς και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας.This Master’s thesis examines the employee’s right to paid annual leave in cases where the employee falls ill during the reference period and is granted sick leave. Initially, it outlines the general legislative framework governing annual leave and its proper exercise at international, european, and national levels. It then provides an in-depth presentation of the relevant legislative provisions, as well as the pertinent case law issued at international, european, and national levels, which has played a decisive role in their interpretation and in delineating the relationship between annual leave and sick leave taken as a result of short-term or long-term illness, as well as occupational accidents. At the same time, the thesis analyses the fate of annual leave in specific situations, such as the death of the employee and the employee’s placement under quarantine. Finally, it addresses specific issues relating to individual employment contracts and workplace regulations, in particular the validity of agreements concerning annual leave and sick leave, as well as the termination of the employment contract during a period of sick leave
Η φορολογική μεταχείριση των μη κερδοσκοπικών νομικών προσώπων
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει συστηματικά τη φορολογική μεταχείριση των μη κερδοσκοπικών νομικών προσώπων (ΜΚΝΠ) στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, υπό το πρίσμα του ισχύοντος εθνικού και ενωσιακού δικαίου. Αναλύεται το κανονιστικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώνεται από τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το ευρύτερο κανονιστικό και διοικητικό πλαίσιο που διέπει τη φορολογική και θεσμική εποπτεία των μη κερδοσκοπικών νομικών προσώπων, καθώς και τη διοικητική πρακτική της φορολογικής διοίκησης και τη σχετική νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στις συνέπειες που προκύπτουν από τη διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα και στη φορολογική μεταχείριση των οικονομικών και χρηματοδοτικών ροών των ΜΚΝΠ. Κεντρικό νομικό ζήτημα που αναδεικνύεται από την ανάλυση είναι η οριοθέτηση μεταξύ μη κερδοσκοπικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας και η συνακόλουθη ένταση μεταξύ της αναγνώρισης του κοινωφελούς χαρακτήρα των ΜΚΝΠ και της απαίτησης για φορολογική ισότητα, ουδετερότητα και αποτελεσματική κρατική εποπτεία. Η εργασία καταδεικνύει ότι η υπαγωγή ή μη των ΜΚΝΠ σε φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον καταστατικό τους σκοπό, αλλά από ένα σύνθετο πλέγμα ουσιαστικών και τυπικών κριτηρίων, το οποίο επιτείνεται από τη νομοθετική πολυπλοκότητα και τη διοικητική ερμηνεία. Τέλος, λαμβάνονται υπόψη οι επικείμενες νομοθετικές παρεμβάσεις στον τομέα της φορολογίας κοινωφελών και μη κερδοσκοπικών νομικών προσώπων και αξιολογείται η δυνητική τους επίδραση στην ασφάλεια δικαίου και τη βιωσιμότητα του τομέα.This thesis systematically examines the tax treatment of non-profit legal entities (NPOs) within the framework of the Greek legal order, considering both domestic and European Union law. It analyses the regulatory framework as shaped by the Greek Income Tax Code, the Value Added Tax Code, and the broader regulatory and administrative framework governing the tax and institutional supervision of non-profit legal entities, as well as the administrative practice of the tax authorities and the relevant case law of Greek courts and the Court of Justice of the European Union, with particular emphasis on the implications arising from cross-border economic activity and the tax treatment of the financial and funding flows of NPOs. The central legal issue identified by the analysis is the delineation between non-profit and business-oriented activities and the resulting tension between the recognition of the public-benefit character of NPOs and the requirement for tax equality, neutrality, and effective state supervision. The thesis demonstrates that the applicability of income taxation, VAT, and other tax burdens is not determined solely by the statutory purpose of the entity, but by a complex set of substantive and formal criteria, which is further shaped by legislative complexity and administrative interpretation. Finally, the study takes into account forthcoming legislative interventions in the field of the taxation of public-benefit and non-profit legal entities and assesses their potential impact on legal certainty and the sustainability of the sector
Εξυγιαντικές συγχωνεύσεις υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού και του δικαίου της αφερεγγυότητας: η περίπτωση της Failing Firm Defense
Η μελέτη του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού συνιστά καίριο στοιχείο της διασφάλισης ενός υγιούς και δυναμικού οικονομικού περιβάλλοντος, εντός του οποίου οι επιχειρήσεις δύνανται να δραστηριοποιούνται υπό συνθήκες ισότητας και δίκαιου ανταγωνισμού. Η πρόληψη μονοπωλιακών πρακτικών, η αποτροπή της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, αλλά και η διασφάλιση της απόλυτης ελευθερίας εισόδου νέων ανταγωνιστών στην σχετική αγορά, αποτελούν τα βασικότερα σημεία, χάριν των οποίων, εξασφαλίζεται, υπό το πλαίσιο διατήρησης ενός επιχειρηματικού πλουραλισμού και μίας ανταγωνιστικής δυναμικής, η μείωση των τιμών, η βελτίωση της ποιότητας των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ παράλληλα ενισχύεται η έρευνα και ανάπτυξη, συμβάλλοντας στην τόνωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ανταγωνισμός προϋποθέτει την ύπαρξη περισσότερων του ενός υποκειμένων, τα οποία διεκδικούν την κατάκτηση μίας θέσης υπεροχής και την προσέλκυση της πλειοψηφίας των πελατών, ήτοι υποκειμένων που λειτουργούν εντός μίας ανταγωνιστικής οικονομίας ή οικονομίας της αγοράς (competitive ή market economy). Ως κεντρομόλος, λοιπόν, δύναμη των εκατέρωθεν αυτόνομων οικονομικών μονάδων στην αγορά, αποβλέποντας στην διευθέτηση των αντίθετων συμφερόντων με τον πιο αποδοτικό τρόπο, ο ελεύθερος ανταγωνισμός φαίνεται να αποσκοπεί στην διαμόρφωση, με όσο το δυνατόν λιγότερα στοιχεία κρατικής παρέμβασης, ενός συστήματος οικονομικής αποτελεσματικότητας και ελευθερίας. Επιδιώκοντας την επίτευξη μίας βελτιωμένης οικονομικής αποτελεσματικότητας και ευημερίας των υποκειμένων της εκατέρωθεν σχετικής αγοράς, ο ελεύθερος ανταγωνισμός εξετάζει και επιμέρους κρίσιμες παραμέτρους. Βασικότερες αυτών καθίστανται: η προστασία των προσωπικών δεδομένων εντός ψηφιακών πλατφορμών, η οποία αναδεικνύεται ως καίριος παράγοντας ποιότητας και ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, επιβάλλοντας μια αμφίδρομη και στενή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών προστασίας προσωπικών δεδομένων και αρχών ανταγωνισμού, η εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού στις εργασιακές σχέσεις, ρυθμίζοντας καίρια ζητήματα, όπως οι συμφωνίες καθορισμού μισθών, οι απαγορεύσεις πρόσληψης και οι συμφωνίες μη ανταγωνισμού, διασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας και των εργασιακών δικαιωμάτων, η ενσωμάτωση, στο δίκαιο του ανταγωνισμού, θεμελιωδών αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης και δημόσιας τάξης, επιδιώκοντας την ισορροπία μεταξύ οικονομικών ελευθεριών και κοινωνικής προστασίας, θέτοντας ως θεμέλιο την δίκαιη κατανομή ωφελειών στην αγορά, η ένταξη της βιωσιμότητας και εκατέρωθεν περιβαλλοντικών στόχων στις αρμοδιότητες των αρχών ανταγωνισμού, με έμφαση στην προώθηση ασφαλών συνεργασιών επιχειρήσεων που υποστηρίζουν την βιώσιμη ανάπτυξη, η προστασία και ευημερία του καταναλωτή (consumer welfare) ως κεντρικός παράγοντας, επί του οποίου επικεντρώνεται το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού, εξετάζοντας παράλληλα την συνολική ευημερία της αγοράς (total welfare) και τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής του μέσω της υιοθέτησης ενός «more economic approach», καθώς και, τέλος, η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης σε προκλήσεις ανταγωνισμού, όπως εν γένει αλγοριθμικές συμπεριφορές που αλλοιώνουν τον ανταγωνισμό, φέρνοντας νέες πολύπλοκες ρυθμιστικές και νομικές προκλήσεις, που καθιστούν αναγκαία μία πιο ευέλικτη και τεχνολογικά ενημερωμένη νομοθετική αναθεώρηση του δικαίου ανταγωνισμού. Το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού αποβλέποντας στην καίρια υποστήριξη για την διασφάλιση της βιωσιμότητας και της αδιάλειπτης λειτουργίας του ανταγωνιστικού μηχανισμούτης αγοράς, αλλά παράλληλα και στην προστασία και διατήρηση υγιών ανταγωνιστικών συνθηκών, καλείται, σε περιόδους κρίσεων, να αποτρέψει συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να περιορίσουν ουσιωδώς τον ανταγωνισμό, αναδεικνύοντας παράλληλα την ανάγκη επιβίωσης και οικονομικής τους ανάκαμψης. Σημείο τομής μεταξύ του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού και του δικαίου της αφερεγγυότητας, ως προς την δραστηριότητα των «προβληματικών» αυτών επιχειρήσεων, συνιστά, από την μία, η αποτροπή του κινδύνου αποχώρησής τους από την σχετική αγορά λόγω αφερεγγυότητας, είτε μέσω εξαγοράς ή συγχώνευσης με ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, και από την άλλη, η αντιστάθμιση τυχόν αντι- ανταγωνιστικών συνεπειών της εξυγιαντικής συγκέντρωσης, οι οποίες, όταν δεν συνοδεύονται από τις κατάλληλες αποδόσεις (efficiencies), και δεν πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια, δύνανται να επιφέρουν σοβαρές αλλοιώσεις των ανταγωνιστικών συνθηκών στην αγορά, υπονομεύοντας την λειτουργική αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού. Οι εξυγιαντικές συγκεντρώσεις, άλλως το επιχείρημα περί προστασίας της «προβληματικής» επιχείρησης (Failing Firm Defense), συνιστά μία κρίσιμη τομή μεταξύ του δικαίου της αφερεγγυότητας και του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, μία εξυγιαντική συγκέντρωση αγγίζει, από την μία πλευρά, τα όρια της αναδιοργάνωσης μίας επιχείρησης, η οποία έχει επέλθει σε καθεστώς αφερεγγυότητας, χωρίς να ολοκληρώνεται η διαδικασία εκκαθάρισης με διακοπή της λειτουργίας και ρευστοποίηση του συνόλου της περιουσίας της, και, από την άλλη πλευρά, του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, το κανονιστικό πλαίσιο του οποίου τυγχάνει ευνοϊκότερης μεταχείρισης, σε περιπτώσεις συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, με οικονομικά και τεχνολογικά μέσα προς επιβίωση και οικονομική ανάκαμψη, που φαίνεται να συνιστούν εναλλακτική λύση εξυγίανσης, έναντι εκείνης της παροχής κεφαλαίων. Καθίσταται εμφανές, λοιπόν, πως η περίπτωση των εξυγιαντικών συγκεντρώσεων συνιστά ένα σημείο σύζευξης και αλληλεπίδρασης των δύο νομικών κλάδων, ήτοι του δικαίου της αφερεγγυότητας και του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, αποτελώντας παράλληλα εξαίρεση από την υποκείμενη φιλοσοφία του ελέγχου των συγκεντρώσεων (Κανονισμός ΕΚ 139/20041). Η δυναμική αυτή καθιερώνει ένα μοτίβο σύγκλισης και ταυτόχρονα σύγκρουσης των δύο κλάδων δικαίου, καθώς έκαστος εξ αυτών εξυπηρετεί διαφορετικούς θεμελιώδεις σκοπούς, καθιστώντας κρίσιμη την διατήρηση μίας νομικής ισορροπίας. Η νομική πρακτική και νομολογία, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε εθνικό επίπεδο, προσπαθεί να θέσει αυστηρά όρια και προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εξυγιαντικών συγχωνεύσεων, ήτοι της διάσωσης της «προβληματικής» επιχείρησης. Βασικός στόχος του σημερινού πλαισίου ελέγχου συγκεντρώσεων, καθίσταται η έγκριση μόνο εκείνων των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων που αποδεδειγμένα συμβάλλουν στην διάσωση της επιχείρησης, εξασφαλίζοντας την διατήρηση της θέσης αυτών στην σχετική αγορά, την συνέχιση και τυχόν ενίσχυση του ανταγωνιστικού τους πλεονεκτήματος, καθώς και την διασφάλιση της συνεχούς παραγωγικότητας και των θέσεων απασχόλησης. Στο πλαίσιο της εν λόγω διπλωματικής εργασίας, θα εστιάσουμε στο σύνθετο πεδίο εφαρμογής των εξυγιαντικών συγκεντρώσεων – άλλως της Failing Firm Defense-, διερευνώντας την αλληλοεπικάλυψη και αλληλεπίδραση μεταξύ του δικαίου της αφερεγγυότητας και του δικαίουτου ελεύθερου ανταγωνισμού, εμπλουτιζόμενο με την παρουσίαση νομολογιακών κριτηρίων και υποθέσεων. Συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε τους θεμελιώδεις στόχους του νέου νομοθετικού πλαισίου του δικαίου της αφερεγγυότητας υπό τον Ν. 4738/2020, τις αρχές και προϋποθέσεις που διέπουν την προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, καθώς και το νομικό καθεστώς των εξυγιαντικών συγχωνεύσεων, αναλύοντας την θεωρία της Failing Firm Defense – άλλως, της διάσωσης της «προβληματικής» επιχείρησης – κατά το κοινοτικό και εθνικό δίκαιο, δίνοντας έμφαση στους εφαρμοστέους κανόνες, τις κατευθυντήριες γραμμές περί οριζόντιων συγκεντρώσεων2, και τα κρίσιμα ζητήματα που άπτονται της ανταγωνιστικότητας, της βιωσιμότητας, της καινοτομίας, της ψηφιοποίησης, και της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, από την πλευρά του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού. Σε τελικό στάδιο, επιχειρείται, επίσης, η συνολική αξιολόγηση της λειτουργίας και του νομικού ρόλου των εξυγιαντικών συγκεντρώσεων κατά τις περιόδους οικονομικής και υγειονομικής κρίσης, με ιδιαίτερη έμφαση στις προκλήσεις και ιδιαιτερότητες που επέφερε η πανδημία Covid-19 και η οικονομική κρίση του ελληνικού, και όχι μόνο, χρηματοπιστωτικού συστήματος, στην θεσμική εφαρμογή και άσκηση του ελέγχου συγκεντρώσεων.The study of competition law constitutes a key factor in ensuring a healthy and dynamic economic environment, within which undertakings may operate under conditions of equality and fair competition. The prevention of monopolistic practices, the deterrence of abuses of dominant position, as well as the assurance of absolute freedom of entry for new competitors into the relevant market, form the core principles that secure — within a framework of entrepreneurial pluralism and competitive dynamism — lower prices, improved quality of goods and services, and, simultaneously, the promotion of research and development, thereby contributing to the enhancement of business productivity. In this context, competition presupposes the existence of more than one undertaking, each striving to achieve a position of advantage and attract the majority of consumers — that is, entities operating within a competitive or market economy. As a centripetal force among autonomous market participants, aiming to reconcile opposing interests in the most efficient manner, free competition aspires to shape, with as little state intervention as possible, a system of economic efficiency and freedom. Pursuing improved economic efficiency and the overall welfare of market participants, free competition also encompasses several critical parameters. Among these, the most significant are: the protection of personal data within digital platforms, emerging as a key determinant of quality and competitive advantage, which necessitates close and reciprocal cooperation between data protection authorities and competition authorities; the application of competition law to labour relations, addressing crucial issues such as wage-fixing agreements, no-poach and non-compete provisions, thus ensuring the proper functioning of the labour market and safeguarding employment rights; the incorporation of fundamental principles of social justice and public policy into competition law, seeking to balance economic freedoms with social protection and ensuring the fair distribution of market benefits; the integration of sustainability objectives and environmental goals into the remit of competition authorities, emphasizing the encouragement of legitimate business collaborations supporting sustainable development; consumer welfare as a central pillar of competition law, analysed alongside total market welfare and the modernisation of policy through the adoption of a “more economic approach”; and, lastly, the role of artificial intelligence in competition challenges — such as algorithmic behaviours that distort competition — introducing new, complex regulatory and legal issues that call for a more flexible and technologically informed revision of competition legislation. Competition law, aiming at safeguarding the sustainability and continuous operation of the market’s competitive mechanism, as well as protecting and maintaining healthy competitive conditions, is called upon, particularly in times of crisis, to prevent mergers or acquisitions that could significantly restrict competition — while simultaneously highlighting the need for undertakings’ survival and economic recovery. The intersection between competition law and insolvency law, with respect to the treatment of such “distressed” undertakings, lies, on one hand, in preventing their market exit due to insolvency — either through acquisition or merger with competitors — and, on the other hand, in offsetting any anti-competitive effects of a rescue merger, which, when not accompanied by sufficient efficiencies and failing to meet specific criteria, may substantially distort market competition, undermining its functional effectiveness. Rescue mergers, otherwise known as the “Failing Firm Defense,” constitute a crucial convergence point between insolvency law and competition law. Specifically, a rescue merger touches, on the one hand, the realm of business reorganisation, where an undertaking has entered insolvency proceedings without triggering liquidation and cessation of operations; and, on the other hand, the field of competition law, whose regulatory framework adopts a more favourable approach in cases of concentrations involving undertakings possessing the financial and technological means for survival and recovery — presenting an alternative rescue mechanism compared with mere capital injection. It thus becomes evident that the case of rescue mergers represents an area of overlap and interaction between the two branches of law — insolvency law and competition law — and simultaneously an exception to the fundamental rationale of merger control (Regulation (EC) No. 139/2004). This dynamic establishes a paradigm of both convergence and friction between the two legal spheres, as each serves distinct fundamental objectives, rendering the preservation of a legal balance crucial. Legal practice and case-law, both at the EU and national level, have sought to set strict limits and conditions for the application of rescue mergers — that is, the preservation of a “failing” undertaking. The principal aim of the current merger control framework is to approve only those concentrations that demonstrably contribute to the survival of the undertaking, ensuring the maintenance of its position in the relevant market, the continuity and potential strengthening of its competitive advantage, as well as the preservation of productivity and employment levels. Within the framework of the present thesis, the focus will be on the complex field of rescue mergers — otherwise, the Failing Firm Defense — exploring the overlap and interaction between insolvency law and competition law, enriched with the presentation of case-law criteria and judgments. Specifically, it will examine the fundamental objectives of the new insolvency framework under Law 4738/2020, the principles and conditions governing pre-insolvency restructuring proceedings, and the legal regime governing rescue mergers, analysing the Failing Firm Defense — i.e. the rescue of the “failing” undertaking — under both EU and national law. Emphasis will be placed on the applicable rules, the Horizontal Merger Guidelines, and key issues related to competitiveness, sustainability, innovation, digital transformation, and public order and security from the standpoint of competition law. Finally, a comprehensive evaluation will be conducted regarding the function and legal role of rescue mergers during periods of economic and health crises, with particular focus on the challenges and peculiarities stemming from the Covid-19 pandemic and the financial crisis of the Greek — and broader — banking system, in their institutional effect on merger control enforcement and practice
Η δημόσια τάξη στα πλαίσια της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων- Ordre public as a bar to recognition and enforcement of foreign arbitral awards
Στην παρούσα εργασία εξετάζεται η δημόσια τάξη ως θεμελιώδες κώλυμα στην αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων όπως αυτή ορίζεται σύμφωνα με τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958 και τον πρόσφατο Νόμο 5016/2023. Η έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης, αν και οριοθετημένη, υπόκειται σε διαρκή εξέλιξη και αναπροσαρμογές με αποτέλεσμα η ερμηνεία της να μεταβάλλεται ανά τους καιρούς και τους τόπους. Πως είναι δυνατόν μία έννοια τόσο ρευστή, ελαστική και μεταβλητή όσο η διεθνής δημόσια τάξη να αποτελεί σταθερό εχέγγυο για τη συνοχή του κοινωνικού συνόλου και τη σταθερότητα των θεσμών;This paper examines public policy as a fundamental ground for the refusal of recognition and enforcement of foreign arbitral awards under the 1958 New York Convention and the recently enacted Greek Law 5016/2023. Although the concept of international public policy is delimited, it is subject to constant evolution and reinterpretation, resulting in variations in its meaning over time and across legal systems. How can a notion that is so fluid, flexible and mutable as international public policy function as a stable guarantee for the cohesion of the social order and the stability of institutional structures
Η ακυρότητα διαθήκης λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη υπό το πρίσμα της νομολογίας
Η μη αντίθεση στα χρηστά ήθη ως περιορισμός της ελευθερίας του διατιθέναι καθώς και ως ουσιαστική προϋπόθεση εγκυρότητας του περιεχομένου της διαθήκης αναδεικνύει τη σημασία της έννοιας των χρηστών ηθών στο πεδίο του κληρονομικού δικαίου και, κατ’ επέκταση, τη θέση της ηθικής ως δευτερογενούς πηγής του δικαίου στο δικαϊκό μας σύστημα. Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι βασικές κατηγορίες διατάξεων τελευταίας βούλησης με περιεχόμενο αντίθετο στα χρηστά ήθη και, συγκεκριμένα, η διάταξη υπέρ τρίτου προσώπου, με το οποίο ο διαθέτης διατηρούσε γενετήσιες σχέσεις, η οποία κρίνεται αναλόγως αν η εγκατάσταση συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης έναντι των προσώπων της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη ή αν η εγκατάσταση γίνεται αποκλειστικά ως ανταμοιβή για τις προϋπάρχουσες ερωτικές σχέσεις ή προς διατήρηση ή επανάληψη αυτών, η διάταξη δια της οποίας παραλείπεται μέλος της οικογένειας του διαθέτη και η οποία ενδέχεται να συνιστά εκδήλωση μίσους ή περιφρόνησης εκ μέρους του τελευταίου έναντι της οικογένειάς του, η διάταξη η οποία συνιστά προϊόν απόλυτης ψυχικής και συναισθηματικής εξάρτησης του διαθέτη και η διάταξη με την οποία δεσμεύεται υπέρμετρα η ελευθερία του τιμώμενου προσώπου, η οποία συνήθως περιέχει αιρέσεις ή ρήτρες έκπτωσης, όπως είναι η αίρεση σύναψης ή μη γάμου, η αίρεση απόκτησης τέκνου, η αίρεση μετοίκησης, η αίρεση επιλογής ορισμένου επαγγέλματος και η αίρεση λήψης πτυχίου. Μέσα από την επισκόπηση νομολογιακών παραδειγμάτων διατάξεων τελευταίας βούλησης, στις οποίες τίθεται ζήτημα εφαρμογής της γενικής ρήτρας των χρηστών ηθών, προβάλλεται η σημασία της έννοιας των χρηστών ηθών στο πεδίο του κληρονομικού δικαίου καθώς και στο πλαίσιο της έννομης τάξης στο σύνολό της, αφού μέσω της εν λόγω ρήτρας οι κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις περί ηθικής εντάσσονται στο δίκαιο ως όριο στην ιδιωτική αυτονομία, αντίστοιχο του νόμου, αναδεικνύοντας την άρρηκτη σχέση του δικαίου και της ηθικής.The non-contradiction with morality as a restriction of the freedom to dispose of property and as an essential prerequisite for the validity of the content of the will highlights the importance of the concept of good morals in the field of inheritance law and, by extension, the position of morality as a secondary source of law in our legal system. This paper examines the basic categories of last will and testament provisions with content contrary to morality and, in particular, the provision in favor of a third party with whom the testator had sexual relations, which is judged accordingly if the provision constitutes an unjustified manifestation of contempt towards the persons of the testator's legal family or if the provision is made exclusively as a reward for pre-existing sexual relationships or to maintain or to repeat them, the provision by which a member of the testator's family is omitted and which may constitute an expression of hatred or contempt on the part of the latter towards his family, a provision that constitutes a product of the testator's absolute mental and emotional dependence and a provision that excessively restricts the freedom of the honoured person, which usually contains conditions or forfeiture clauses, such as the condition of marriage or not, the condition of having children, the condition of moving, the condition of choosing a certain profession and the condition of obtaining a degree. Through a review of case law examples of last will and testament provisions, in which the issue of the application of the general clause of morality is raised, the importance of the concept of good morals in the field of inheritance law and in the context of the legal order as a whole is highlighted, since through this clause, prevailing social perceptions of morality are incorporated into law as a limit on private autonomy, corresponding to the law, highlighting the inseparable relationship between law and morality
Η άρνηση προμήθειας ως καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης: οι παραδοσιακές θέσεις και οι σύγχρονες εξελίξεις
Η εργασία αποσκοπεί στην συστηματική ανάλυση και κριτική αξιολόγηση της έννοιας της άρνησης προμήθειας ως μορφής καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, υπό το πρίσμα τόσο των παραδοσιακών νομολογιακών κριτηρίων όσο και των πρόσφατων εξελίξεων στη νομολογία και πρακτική του ενωσιακού δικαίου ανταγωνισμού.The thesis aims to provide a systematic analysis and critical assessment of the concept of refusal to supply as a form of abusive exploitation of a dominant position, in light of both the traditional judicial criteria and the recent developments in the case law and enforcement practice of EU competition law
Η προστασία των ναυτεργατών επί αφερεγγυότητας της ναυτιλιακής επιχείρησης
Η ανά χείρας διπλωματική εργασία να παρουσιάσει εκτενώς και να αξιολογήσει το πλαίσιο των κανόνων δικαίου που προστατεύει τους ναυτικούς από την αφερεγγυότητα της ναυτιλιακής επιχείρησης. Προς τούτο, η κατάστρωση της ύλης έχει κατατμηθεί σε πέντε μέρη, καθένα εκ των οποίων επιτελεί διαφορετικό σκοπό. Το πρώτο μέρος συνιστά την εισαγωγή στο πλαίσιο παροχής της ναυτικής εργασίας με ανάλυση των παραγόντων της εξίσωσης της αφερεγγυότητας, πλην των εργαζομένων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγείται η έννοια και οι επιμέρους κατηγορίες ναυτιλιακών επιχειρήσεων, το πλοίο ως μέσο άσκησης της δραστηριότητας της επιχείρησης, οι ιδιάζουσες συνθήκες και προαπαιτούμενα που οφείλουν να συντρέχουν για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, οι μορφές εμφάνισης του εργοδότη στη ναυτική εργασία, ενώ εξηγείται το πνεύμα σύγκρουσης-σύμπλευσης της ναυτιλιακής με την κοινή αφερεγγυότητα, το οποίο διαπνέει όλα τα υπόλοιπα κεφάλαια (leitmotiv). Στο δεύτερο μέρος επιχειρείται η κατά το δυνατόν συνοπτική παρουσίαση των αρχών που διέπουν την σύναψη, τη λειτουργία και τη λύση της σύμβασης ναυτολόγησης υπό το κράτος του νέου Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, αλλά και τα μέσα προστασίας/άμυνας του πληρώματος κατά της εν ευρεία εννοία νοούμενης αφερεγγυότητας του πλοιοκτήτη/εφοπλιστή. Στο τρίτο μέρος αναπτύσσεται, με -κατά το δυνατόν- πρακτικά παραδείγματα, η προβληματική της ανάπτυξης επιχειρηματικής πρωτοβουλίας στην ναυτιλιακή επιχείρηση που οδεύει από τη βιωσιμότητα προς την αφερεγγυότητα, ενώ εξετάζεται επιπλέον η κατάσχεση πλοίου ως ειδικός θεσμός ναυτιλιακής αφερεγγυότητας. Το τέταρτο μέρος είναι αφιερωμένο στην ανάλυση του θεσμού της πτώχευσης και των πρακτικών προεκτάσεών της στο πλήρωμα της πτωχεύσασας επιχείρησης. Εκτός αυτού, όμως, αναπτύσσονται επιμέρους αναφυόμενοι προβληματισμοί σε σχέση με την επελθούσα αφερεγγυότητα, συσχετιζόμενη με το διευρυμένο σύστημα ευθύνης για ναυτεργατικές απαιτήσεις που εγκαθιδρύεται με το αρ. 181 νΚΙΝΔ. Το πέμπτο και τελευταίο μέρος αποτελεί την προστιθέμενη αξία των προηγούμενων αναπτύξεων, καθώς πραγματεύεται την διασυνοριακή πτώχευση της ναυτιλιακής επιχείρησης και των προεκτάσεων αυτής στην υπόσταση των συμβάσεων ναυτολόγησης, αλλά και στην είσπραξη των ναυτικεργατικών απαιτήσεων που διέπονται από το ημέτερο δίκαιο.The present thesis aims to extensively present and evaluate the regulatory framework protecting seafarers from the insolvency of maritime enterprises. To this end, the structure of the material is divided into five parts, each serving a distinct purpose. The first part serves as an introduction to the maritime labor framework, analyzing the variables of the insolvency equation, excluding the seafarers. It explains the concept and subcategories of maritime enterprises, the vessel as a medium for conducting the maritime activity, and the specific conditions and prerequisites for the seafaring profession. Furthermore, it examines the various forms the employer takes in maritime labor and explores the spirit of conflict and alignment between maritime and general insolvency, which serves as a recurring theme (leitmotiv) throughout the subsequent chapters. The second part provides a concise presentation of the principles governing the conclusion, operation, and termination of the Seafarer’s Employment Agreement under the new Code of Private Maritime Law. It also examines the protective mechanisms and defenses available to the crew against the shipowner’s or operator’s default. The third part develops, through practical examples, the challenges of exercising business initiative in a maritime enterprise transitioning from viability to insolvency. Additionally, it examines the arrest of a ship as a specialized institution of maritime insolvency. The fourth part is dedicated to analyzing the institution of bankruptcy and its practical implications for the crew of the bankrupt enterprise. Furthermore, it addresses emerging concerns regarding insolvency in relation to the expanded liability system for maritime labor claims established by Article 181 of the new Code of Private Maritime Law. The fifth and final part constitutes the 'added value' of the preceding analysis, as it deals with cross-border insolvency of maritime enterprises. It explores its impact on the status of seafarers' employment agreements and the recovery of maritime labor claims governed by domestic law