National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Το FinTech στον κλάδο της φιλοξενίας: εφαρμογές, καλές πρακτικές και τάσεις
Η διπλωματική εργασία εξετάζει τη διείσδυση και τον ρόλο των χρηματοοικονομικών τεχνολογιών (FinTech) στον ευρύτερο κλάδο της φιλοξενίας, περιλαμβάνοντας ξενοδοχεία, εστίαση και ταξιδιωτικές πλατφόρμες. Στόχος είναι η χαρτογράφηση των βασικών εφαρμογών FinTech, η ανάλυση της επιχειρησιακής τους αξίας και η ανάδειξη των κύριων τάσεων και καλών πρακτικών υιοθέτησης. Η μεθοδολογία είναι ανασκοπική και βασίζεται στη συστηματική οργάνωση του πεδίου, με έμφαση σε πραγματικές λύσεις της αγοράς. Η χαρτογράφηση περιλαμβάνει κατηγορίες όπως online πληρωμές και checkout, φυσικές πληρωμές και unified commerce, embedded payments σε PMS, POS–payments πλατφόρμες για εστίαση, platform payments και payouts για marketplaces, open banking και account-to-account πληρωμές, BNPL και ευέλικτες πληρωμές ταξιδιού, καθώς και υποδομές risk/fraud και identity verification. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το FinTech στο hospitality έχει εξελιχθεί από απλό μηχανισμό συναλλαγής σε στρατηγικό παράγοντα που επηρεάζει conversion, εμπειρία πελάτη, λειτουργική αποδοτικότητα, ρευστότητα και διαχείριση κινδύνου. Η εργασία καταλήγει ότι οι επιχειρήσεις φιλοξενίας που υιοθετούν ολοκληρωμένη στρατηγική FinTech με έμφαση στην ενοποίηση συστημάτων, στην αυτοματοποίηση και στην ασφάλεια, μπορούν να επιτύχουν υψηλότερη επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε διεθνές περιβάλλον.This thesis explores the role and adoption of Financial Technology (FinTech) within the broader hospitality industry, including hotels, restaurants, and travel platforms. The objective is to map key FinTech applications, analyze their operational value, and identify major trends and best practices for adoption. The study follows a review-based approach and focuses on real-world market solutions. The mapping covers online payments and checkout optimization, in-person payments and unified commerce, embedded payments within property management systems (PMS), POS–payments platforms for restaurants, platform payments and payouts for marketplaces, open banking and account-to-account payments, buy-now-pay-later (BNPL) travel financing, as well as fraud/risk management and identity verification infrastructure. Findings indicate that FinTech in hospitality has evolved from a transactional tool into a strategic infrastructure shaping conversion rates, customer experience, operational efficiency, liquidity, and risk management. The thesis concludes that hospitality businesses adopting a structured FinTech strategy—emphasizing system integration, automation, and security—can achieve stronger resilience and sustainable competitive advantage in an increasingly digital and international market
Νευροεπιστήμες και εγκληματογένεση: από τη νεανική παραβατικότητα στην απεμπλοκή από το έγκλημα
Η σύγχρονη έρευνα στο σταυροδρόμι του δικαίου και των νευροεπιστημών προσφέρει νέα δεδομένα για την ανθρώπινη συμπεριφορά, υποστηρίζοντας συχνά ένα ντετερμινισμό, όπου ο εγκέφαλος καθορίζει τη συμπεριφορά και το περιβάλλον αλλάζει τον εγκέφαλο. Το κυρίαρχο βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο ερμηνεύει την παραβατικότητα ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Σε βιολογικό επίπεδο, η έρευνα εστιάζει σε δομικές και λειτουργικές ανωμαλίες του εγκεφάλου. Βλάβες στον μετωπιαίο λοβό και δυσλειτουργίες στην αμυγδαλή συνδέονται με αποκλίνουσα συμπεριφορά και επιθετικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εφηβεία, μια περίοδο έντονης νευροβιολογικής ανάπτυξης. Ο προμετωπιαίος φλοιός, υπεύθυνος για τον έλεγχο και τη λήψη αποφάσεων, ωριμάζει αργά (έως την τρίτη δεκαετία της ζωής), καθιστώντας τους νέους επιρρεπείς στην παρορμητικότητα και την παραβίαση κανόνων λόγω ανωριμότητας. Επιπλέον, γενετικοί παράγοντες (π.χ. γονίδια που ρυθμίζουν τη σεροτονίνη και την ντοπαμίνη) αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον αυξάνοντας τον κίνδυνο επιθετικότητας. Οι ψυχολογικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την επίδραση του πρώιμου τραύματος και της κακοποίησης, τα οποία αυξάνουν την ευαλωτότητα σε ψυχικές διαταραχές και αντικοινωνική συμπεριφορά. Οι ανήλικοι παραβάτες παρουσιάζουν συχνά ελλείμματα στον γνωστικό έλεγχο και υψηλά ποσοστά διαταραχών όπως η ΔΕΠΥ και η κατάθλιψη. Σε κοινωνικό επίπεδο, η επιρροή των συνομηλίκων, η ανεπαρκής γονική μέριμνα και το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κινδύνου. Η έκθεση σε τοξικό στρες και αντιξοότητες μπορεί να διαταράξει την ανάπτυξη του εγκεφάλου, ενισχύοντας δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές. Η απεμπλοκή (desistance) από το έγκλημα περιγράφεται ως μια διαδικασία που σχετίζεται με την ωρίμανση (βιολογική και ψυχοκοινωνική) και την ανάληψη ρόλων ενηλίκων. Σημαντικά σημεία καμπής, όπως ο γάμος και η εργασία, καθώς και η αλλαγή ταυτότητας, συμβάλλουν στη διακοπή της παραβατικότητας. Τέλος, η νευροηθική εξετάζει τις πολιτικές και ηθικές προεκτάσεις αυτών των ευρημάτων. Προτείνεται μια πιο θεραπευτική και ολιστική προσέγγιση στη δικαιοσύνη ανηλίκων, που λαμβάνει υπόψη τη νευροαναπτυξιακή ανωριμότητα και στοχεύει στην αντιμετώπιση των αιτιών της παραβατικότητας.Novel research at the intersection of law and neuroscience offers new insights into human behavior, often supporting a determinism, where the brain determines behavior and the environment changes the brain. The dominant biopsychosocial model interprets delinquency as the result of the interaction of biological, psychological, and social factors. At the biological level, research focuses on structural and functional abnormalities of the brain. Damage to the frontal lobe and dysfunction in the amygdala are associated with deviant behavior and aggression. Particular emphasis is placed on adolescence, a period of intense neurobiological development. The prefrontal cortex, responsible for control and decision-making, matures slowly (until the third decade of life), making young people prone to impulsivity and rule-breaking due to immaturity. In addition, genetic factors (e.g., genes that regulate serotonin and dopamine) interact with the environment to increase the risk of aggression. Psychological factors include the influence of early trauma and abuse, which increase vulnerability to mental disorders and antisocial behavior. Juvenile offenders often show deficits in cognitive control and high rates of disorders such as ADHD and depression. At the social level, peer influence, inadequate parenting, and low socioeconomic status are critical risk factors. Exposure to toxic stress and adversity can disrupt brain development, reinforcing maladaptive behaviors. Desistance from crime is described as a process related to maturation (biological and psychosocial) and the assumption of adult roles. Important turning points, such as marriage and employment, as well as identity change, contribute to the cessation of delinquency. Finally, neuroethics examines the political and ethical implications of these findings. A more therapeutic and holistic approach to juvenile justice is proposed, which takes into account neurodevelopmental immaturity and aims to address the causes of delinquency
Φυσικές Καταστροφές, Οικονομική Ανάπτυξη και Επιχειρηματική Προσαρμογή
Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει τη σύνθετη σχέση μεταξύ φυσικών καταστροφών, οικονομικής ανάπτυξης και επιχειρηματικής προσαρμογής, με στόχο να αναδείξει πώς τα κοινωνικά, οικονομικά και θεσμικά πλαίσια καθορίζουν την ένταση και τη διάρκεια των επιπτώσεων. Η ανάλυση βασίζεται σε θεωρητικές προσεγγίσεις, διεθνή παραδείγματα και την ελληνική εμπειρία, προκειμένου να σκιαγραφηθεί μια σφαιρική εικόνα του φαινομένου. Αρχικά, παρουσιάζεται το θεωρητικό υπόβαθρο των φυσικών καταστροφών, η έννοια της ευαλώτητας και της ανθεκτικότητας, καθώς και οι διεθνείς πολιτικές μείωσης κινδύνου. Στη συνέχεια, διερευνώνται οι οικονομικές συνέπειες τόσο σε μακροοικονομικό όσο και σε μικροοικονομικό επίπεδο, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι καταστροφές επηρεάζουν την παραγωγικότητα, την απασχόληση και την αναπτυξιακή πορεία ενός κράτους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επιχειρηματική διάσταση, όπου εξετάζονται οι στρατηγικές προσαρμογής, η σημασία της τεχνολογίας και της καινοτομίας, η ανάγκη ασφάλισης και οι διεθνείς πρακτικές που μπορούν να λειτουργήσουν ως παραδείγματα για την Ελλάδα. Επιπλέον, αναλύεται ο ρόλος του κράτους, του θεσμικού πλαισίου και της κοινωνίας, με στόχο την ενίσχυση της συλλογικής ανθεκτικότητας. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η ένταση των επιπτώσεων εξαρτάται όχι μόνο από το μέγεθος της καταστροφής, αλλά και από τον βαθμό ετοιμότητας, τον συντονισμό και τη συνεργασία θεσμών, επιχειρήσεων και τοπικών κοινωνιών. Συμπερασματικά, η καλλιέργεια κουλτούρας πρόληψης, η προώθηση συνεργασιών και η ενσωμάτωση της ανθεκτικότητας στον στρατηγικό σχεδιασμό αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεωνΤhis thesis examines the complex relationship between natural disasters, economic development, and business adaptation, aiming to highlight how social, economic, and institutional frameworks shape the intensity and duration of their impacts. The analysis is based on theoretical approaches, international case studies, and the Greek experience, in order to provide a comprehensive overview of the phenomenon. Initially, the study presents the theoretical background of natural disasters, the concepts of vulnerability and resilience, as well as international disaster risk reduction policies. Subsequently, the economic consequences are explored at both macroeconomic and microeconomic levels, emphasizing the ways in which disasters affect productivity, employment, and a country’s overall development trajectory. Particular emphasis is placed on the business dimension, examining adaptation strategies, the importance of technology and innovation, the need for insurance, and international practices that can serve as benchmarks for Greece. In addition, the role of the state, the institutional framework, and society is analyzed, with the aim of strengthening collective resilience. The findings indicate that the severity of impacts depends not only on the magnitude of the disaster, but also on the level of preparedness, coordination, and cooperation among institutions, businesses, and local communities. In conclusion, fostering a culture of prevention, promoting partnerships, and integrating resilience into strategic planning constitute key prerequisites for sustainable development and for addressing future challenges
Από την Παρεκκλίνουσα Συμπεριφορά στην Παραβατικότητα: Απόψεις Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αντιλαμβάνονται, ερμηνεύουν και διαχειρίζονται την παρεκκλίνουσα και παραβατική συμπεριφορά των μαθητών, με έμφαση στη μετάβαση από ήπιες μορφές απόκλισης σε πιο δομημένες και σοβαρές εκδηλώσεις παραβατικότητας. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι αντιλήψεις, οι εμπειρίες και οι πρακτικές των εκπαιδευτικών, καθώς και οι ανάγκες τους σε επίπεδο συνεργασίας και υποστήριξης, ώστε να ενισχυθεί ο προληπτικός και παιδαγωγικός ρόλος του σχολείου. Για τις ανάγκες της έρευνας υιοθετήθηκε ποιοτική προσέγγιση, καθώς επιτρέπει τη σε βάθος κατανόηση των νοημάτων που αποδίδουν οι εκπαιδευτικοί στις συμπεριφορές των μαθητών και στις καθημερινές προκλήσεις διαχείρισής τους. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων, οι οποίες απομαγνητοφωνήθηκαν και αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση. Το δείγμα αποτέλεσαν 22 εκπαιδευτικοί από σχολικές μονάδες διαφορετικών περιοχών της Ελλάδας (Κέρκυρα, Περιστέρι, Χολαργός), επιλεγμένοι με σκοπούμενη δειγματοληψία, ώστε να διαθέτουν άμεση εμπειρία από περιστατικά σχολικής συμπεριφοράς. Η ανάλυση ανέδειξε πέντε βασικές θεματικές κατηγορίες που αποτυπώνουν: (α) τους ορισμούς/αντιλήψεις των εκπαιδευτικών, (β) τις μορφές και την ένταση των συμπεριφορών, καθώς και τους παράγοντες που θεωρούν ότι τις προκαλούν ή τις ενισχύουν, (γ) τις πρακτικές πρόληψης και διαχείρισης, (δ) τη συνεργασία με οικογένεια και υποστηρικτικούς φορείς και (ε) τις ανάγκες επιμόρφωσης και δομικής στήριξης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι, παρότι αναγνωρίζονται κρίσιμες αρχές πρόληψης (σαφείς κανόνες, ασφαλές κλίμα, συνεργασία σχολείου–οικογένειας, δράσεις κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής), η εφαρμογή τους παραμένει συχνά αποσπασματική, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για συστηματικότερες πολιτικές, βιωματική επιμόρφωση και σταθερές δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στο σχολείο.This dissertation investigates how primary education teachers perceive, interpret, and manage students’ deviant and delinquent behaviour, with an emphasis on the transition from milder forms of deviation to more structured and serious manifestations of delinquency. The aim is to highlight teachers’ perceptions, experiences, and practices, as well as their needs in terms of collaboration and support, in order to strengthen the school’s preventive and pedagogical role. A qualitative approach was adopted, as it allows for an in-depth understanding of the meanings teachers attribute to students’ behaviour and to the everyday challenges of managing it. Data were collected through semi-structured interviews, which were transcribed and analysed using thematic analysis. The sample consisted of 22 teachers from school units in different regions of Greece (Corfu, Peristeri, Cholargos), selected through purposive sampling to ensure direct experience with incidents related to school behaviour. The analysis identified five main thematic categories reflecting: (a) teachers’ definitions/perceptions, (b) the forms and severity of behaviours, as well as the factors teachers believe cause or intensify them, (c) prevention and management practices, (d) collaboration with families and support services, and (e) needs for training and structural support. The findings indicate that although key prevention principles are recognised (clear rules, a safe school climate, school–family collaboration, and social-emotional learning initiatives), their implementation often remains fragmented, reinforcing the need for more systematic policies, experiential professional development, and stable structures of psychosocial support within schools
Φυλομετάβαση στην Ελλάδα: Εστίαση σε άτομα νεαρής ηλικίας και συγκριτική προσέγγιση με την νομοθεσία της Μάλτας - Βιβλιογραφική ανασκόπηση
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την διαδικασία της φυλομετάβασης, εστιάζοντας στις νομικές, ιατρικές και ψυχοκοινωνικές της διαστάσεις. Η μελέτη ξεκινά με την ανάδειξη πρωτοπόρων τρανς ατόμων που υπήρξαν από τα πρώτα που προχώρησαν σε ιατρικές επεμβάσεις, αρχικά χειρουργικές επεμβάσεις, αργότερα ορμονικές θεραπείες και των οποίων τα παραδείγματα διαμόρφωσαν την πρώιμη φροντίδα φύλου. Αυτοί οι πρωτοπόροι διαδραμάτισαν επίσης καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη νομικής αναγνώρισης φύλου, δείχνοντας πώς οι ατομικές δράσεις συνέβαλαν στη δημιουργία επίσημων νομικών πλαισίων. Η εργασία εξετάζει πώς αυτές οι εξελίξεις επηρέασαν τις ευρύτερες κοινωνικές προσεγγίσεις, οδηγώντας στην καθιέρωση οργανωμένων νομικών και ιατρικών διαδικασιών. Στο ελληνικό πλαίσιο, η μελέτη αναλύει την ανάδυση της ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητας και την ιστορία των συλλογικοτήτων, τις τρέχουσες νομικές διαδικασίες και τις ιατρικές δυνατότητες για την τρανς νεολαία. Επιπλέον, εξετάζει τη διαθεσιμότητα και το ρόλο των ΜΚΟ και άλλων δομών υποστήριξης, ενώ παρέχει σύγκριση με τη Μάλτα προκειμένου να εντοπιστούν βέλτιστες πρακτικές. Συνολικά, η μελέτη επιδιώκει να προσφέρει ένα «στιγμιότυπο» της τρέχουσας κατάστασης της φυλομετάβασης στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας τους διαθέσιμους πόρους, τα συστημικά κενά και πιθανές δυνατότητες βελτίωσης. Στοχεύει στην ευαισθητοποίηση γύρω από τις τρανς ταυτότητες, στην ενημέρωση των εθνικών εξελίξεων και στη χρήση της ως πλαίσιο αναφοράς για εφήβους, νεαρούς ενήλικες και ερευνητές.This thesis examines gender transition, focusing on its legal, medical, and psychosocial dimensions. The study begins by highlighting pioneering transgender individuals who were among the first to undergo medical interventions, initially surgical procedures and later hormone treatments, and whose examples shaped early gender-affirming care. These pioneers also played a key role in achieving legal gender recognition, demonstrating how individual actions contributed to the creation of formal legal frameworks. It explores how these developments influenced broader societal approaches, leading to the establishment of structured legal and medical pathways. In the Greek context, the thesis examines the emergence of LGBTQIA+ communities and the history of collectives, current legal procedures and medical possibilities for transgender youth. It also analyzes the availability and role of NGOs and other support structures, while providing a comparison with Malta to identify best practices, legislative frameworks, and systemic approaches that could inform improvements in Greece. Overall, the study aims to provide a “screenshot” of the current situation of gender transition in Greece, highlighting available resources, systemic gaps, and potential pathways for progress. It seeks to raise awareness about transgender identities, inform national developments, and serve as a reference for adolescents, young adults, and researchers
Οι λοιμώξεις σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα: μία βιβλιογραφική ανασκόπηση
Εισαγωγή: Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μία χρόνια, συστηματική και αυτοάνοση νόσος με εξάρσεις και υφέσεις στην πορεία της. Οι περισσότεροι ασθενείς θα παρουσιάσουν επιπλοκές και συννοσηρότητες, ενώ παράλληλα έχουν αυξημένο κίνδυνο νόσησης από διάφορες λοιμώξεις, λόγω της παθοφυσιολογίας της νόσου και λόγω της λήψης θεραπευτικής αγωγής. Διάφορες θεραπευτικές επιλογές έχουν ενοχοποιηθεί για την αύξηση των λοιμώξεων στους ασθενείς αυτούς και ιδιαίτερα οι νεότεροι βιολογικοί παράγοντες στοχευμένης δράσης. Σκοπός: Σκοπός της εργασίας είναι η βιβλιογραφική ανασκόπηση της επίπτωσης των λοιμώξεων στους ασθενείς που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα και η συσχέτισή της με το είδος της αγωγής που λαμβάνουν για τον έλεγχο της νόσου. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση με σύνθετο τρόπο όλων των μετα-αναλύσεων αγγλικής γλώσσας που δημοσιεύτηκαν τα έτη 2014-2024 στην βάση δεδομένων PubMed. Αποτελέσματα: Αξιοποιήθηκαν συνολικά 27 μετα-αναλύσεις, οι οποίες πληρούσαν τα κριτήρια που τέθηκαν. Στην συντριπτική πλειοψηφία των μελετών φαίνεται ότι η λήψη νεότερων βιολογικών παραγόντων αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων και σοβαρών λοιμώξεων, συγκριτικά με την λήψη συνθετικών DMARDs στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η αύξηση του κινδύνου αυτού σχετίζεται επιπλέον με την αυξημένη ηλικία του ασθενούς, το ιστορικό προηγούμενης λήψης μεθοτρεξάτης ή αποτυχημένης θεραπείας με κάποιον βιολογικό παράγοντα και την καθημερινή λήψη κορτικοστεροειδών ακόμη και χαμηλής δόσης. Το etanercept πιθανόν είναι ασφαλέστερο φάρμακο ως προς τον κίνδυνο εμφάνισης λοιμώξεων, συγκριτικά με τα υπόλοιπα τις κατηγορίας του. Η ταυτόχρονη λήψη δύο βιολογικών παραγόντων δεν αυξάνει στατιστικά σημαντικά τον κίνδυνο λοιμώξεων. Όσον αφορά την χρήση αναστολέων JAK κινασών συμπεραίνεται μία αύξηση του κινδύνου για λοιμώξεις και ιδιαίτερα έρπητα ζωστήρα, με την λήψη συγκεκριμένων δόσεων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή λανθάνουσα φυματίωση πριν την έναρξη θεραπευτικής αγωγής. Συμπεράσματα: Ο κίνδυνος λοιμώξεων σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αυξημένος και σχετίζεται με το είδος της ληφθείσας αγωγής. Για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων για το θέμα που μελετήσαμε, θα ήταν χρήσιμο να πραγματοποιηθούν στο μέλλον περισσότερες συγκριτικές μελέτες μεταξύ των διαφόρων χρησιμοποιούμενων φαρμακευτικών επιλογών και ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων βιολογικών παραγόντων. Για να κρίνουμε συνολικά την ασφάλεια των χρησιμοποιούμενων αντιρρευματικών φαρμάκων, είναι σκόπιμο να συνεκτιμήσουμε και άλλους παράγοντες όπως είναι η αποτελεσματικότητά τους ως προς την ενεργότητα της νόσου ή η εμφάνιση των κακοηθειών ως ανεπιθύμητη ενέργεια και όχι μόνο η πρόκληση λοιμώξεων.Introduction: Rheumatoid arthritis is a chronic, systemic and autoimmune disease with flares and remissions throughout its course. Most patients will present with complications and comorbidities and have an increased risk of contracting various infections due to the pathophysiology of the disease and due to the treatment regimen. Various therapeutic options have been implicated in the increase of infections in these patients, especially newer targeted biological DMARDs. Aim: The aim of this paper is to review the literature on the incidence of infections in patients suffering from rheumatoid arthritis and its correlation with the type of treatment they receive to control the disease. Material and method: A comprehensive review of all English-language meta-analyses published in the years 2014-2024 in the PubMed database was conducted. Results: A total of 27 meta-analyses were included, meeting the criteria set. Almost all studies support that taking biological DMARDs increases the risk of infections and serious infections, compared to taking synthetic DMARDs in patients with rheumatoid arthritis. Increased risk is also associated with increased patient's age, history of previous methotrexate use or failed treatment with a biological agent, and daily use of corticosteroids, even at low doses. Etanercept is probably a safer drug choice in terms of infection risk, compared to the rest of its class. Taking two biological agents simultaneously does not cause statistically significant increase of infection risk. Regarding the use of JAK kinase inhibitors, increased infection risk, especially for herpes zoster, is concluded with the use of specific doses. Caution is required in patients with chronic hepatitis B or latent tuberculosis before initiating treatment. Conclusions: Infection risk in patients with rheumatoid arthritis is increased and is associated with the type of treatment received. In order to draw safer conclusions on the subject we studied, it would be useful more comparative studies to be carried out in the future between the various pharmaceutical options used and especially between the newer biological agents. To judge the overall safety of the antirheumatic drugs used, it is advisable to consider other factors such as their effectiveness in terms of disease activity or the occurrence of malignancies as an adverse effect and not only the occurrence of infections
Προστατευτικοί παράγοντες και παράγοντες επικινδυνότητας για την εμφάνιση κυβερνοεκφοβισμού σε παιδιά και εφήβους
Ο κυβερνοεκφοβισμός αποτελεί ένα από τα πλέον ανησυχητικά φαινόμενα της σύγχρονης ψηφιακής εποχής, επηρεάζοντας σε σημαντικό βαθμό την ψυχολογική, κοινωνική και εκπαιδευτική ανάπτυξη παιδιών και εφήβων. Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση των παραγόντων επικινδυνότητας και προστασίας που σχετίζονται με την εμφάνιση και την πρόληψη του φαινομένου. Ειδικότερα, αναλύονται οι ατομικοί, οικογενειακοί, σχολικοί/κοινωνικοί και διαδικτυακοί παράγοντες που συμβάλλουν είτε στην ενίσχυση της πιθανότητας θυματοποίησης είτε στη δημιουργία μηχανισμών άμυνας. Η μελέτη καταδεικνύει ότι οι ατομικοί παράγοντες, όπως η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η υπερβολική χρήση του διαδικτύου, σε συνδυασμό με οικογενειακές δυσλειτουργίες και την απουσία σχολικών πολιτικών, αυξάνουν τον κίνδυνο εμπλοκής στον κυβερνοεκφοβισμό. Παράλληλα, οι συνομήλικοι διαδραματίζουν διττό ρόλο, λειτουργώντας είτε ως καταλύτες επικίνδυνων συμπεριφορών είτε ως πηγές στήριξης και προστασίας. Από την άλλη πλευρά, η γονική εμπλοκή, η εμπιστοσύνη στις οικογενειακές σχέσεις, η κουλτούρα σεβασμού στα σχολεία, τα εκπαιδευτικά προγράμματα πρόληψης και οι ασφαλείς διαδικτυακές πλατφόρμες αναδεικνύονται ως βασικοί προστατευτικοί παράγοντες. Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η αποτελεσματική πρόληψη απαιτεί μια πολυεπίπεδη και ολιστική προσέγγιση, όπου οικογένεια, σχολείο, συνομήλικοι και ψηφιακά περιβάλλοντα συνεργάζονται για τη δημιουργία ενός δικτύου προστασίας. Συνεπώς, τα ευρήματα της εργασίας μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο από γονείς και εκπαιδευτικούς όσο και από φορείς πολιτικής, προκειμένου να σχεδιαστούν στοχευμένες παρεμβάσεις που θα μειώσουν την έκταση και τις συνέπειες του φαινομένου.Cyberbullying is one of the most alarming phenomena of the digital age, significantly affecting the psychological, social, and educational development of children and adolescents. The aim of this study is to investigate the risk and protective factors associated with the occurrence and prevention of the phenomenon. In particular, it analyzes individual, family, school/social, and online factors that either increase the likelihood of victimization or foster mechanisms of resilience. The study demonstrates that individual factors, such as low self-esteem and excessive internet use, combined with family dysfunction and the absence of school policies, increase the risk of involvement in cyberbullying. At the same time, peers play a dual role, acting either as catalysts for risky behaviors or as sources of support and protection. On the other hand, parental involvement, trust in family relationships, a culture of respect in schools, prevention programs, and safe online platforms emerge as key protective factors. The analysis highlights that effective prevention requires a multi-level and holistic approach, where family, school, peers, and digital environments collaborate to create a comprehensive safety net. Therefore, the findings of this study can be utilized by parents, educators, and policymakers to design targeted interventions that reduce both the prevalence and the consequences of the phenomenon
Design and Implementation of a Serverless MapReduce Framework
Η ταχεία αύξηση του όγκου των δεδομένων έχει δημιουργήσει την ανάγκη για κλιμακώσιμες, οικονομικά αποδοτικές και ευέλικτες λύσεις επεξεργασίας. Τα παραδοσιακά MapReduce frameworks εξαρτώνται συνήθως από στατικές υποδομές, οι οποίες μπορεί να είναι δαπανηρές και σύνθετες στην εγκατάσταση. Το serverless computing προσφέρει on-demand εκτέλεση με αυτόματη και παραμετροποιήσιμη κλιμάκωση και παρέχει μια εναλλακτική τεχνική για την κατανεμημένη επεξεργασία δεδομένων. Σε αυτή τη διπλωματική εργασία, παρουσιάζεται ένα MapReduce framework βασισμένο στο μοντέλο Function as a Service (FaaS), το οποίο χρησιμοποιεί το Kubernetes για την ανάπτυξη, το Knative για τη διαχείριση των serverless workloads και cloud native υπηρεσίες για την αποθήκευση και τη διαχείριση δεδομένων. Το framework οργανώνεται σε πέντε μερικώς συζευγμένες υπηρεσίες και jobs, οι οποίες ενεργοποιούνται μέσω της πλατφόρμας Apache Kafka event streaming. Σε μια εργασία MapReduce, τα δεδομένα αρχικά διαχωρίζονται σε τμήματα με βάση τον αριθμό των Mapper jobs. Στη συνέχεια εκτελούνται τα Mapper και Reducer containers και, τέλος, εφόσον έχει ενεργοποιηθεί, ένα Finalizer component συγχωνεύει τα αποτελέσματα σε ένα ενιαίο τελικό αρχείο. Η ροή αυτή διαχειρίζεται από ένα κεντρικό component, τον Coordinator. Όλα τα components εκτελούνται ως ανεξάρτητοι Knative πόροι, οι οποίοι μπορούν να εκκινηθούν από μηδενικό αριθμό replicas. Τα metadata διαχειρίζονται μέσω μιας βάσης δεδομένων Redis, ενώ το AWS S3 αποθηκεύει τόσο τα ενδιάμεσα όσο και τα τελικά αποτελέσματα. Το framework είναι εύχρηστο και μπορεί να παραμετροποιηθεί μέσω μιας client-side βιβλιοθήκης Python. Οι χρήστες μπορούν να ορίσουν ρυθμίσεις σε αρχείο JSON, να επιλέξουν τον αριθμό των Mappers και Reducers και να ορίσουν δικές τους map και reduce συναρτήσεις. Με τον τρόπο αυτό, το framework προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του κάθε φόρτου εργασίας. Η πειραματική αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε σε περιβάλλον Kubernetes στο AWS μέσω EKS, καθώς και τοπικά με χρήση Minikube. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το framework κλιμακώνεται, επιτυγχάνει ανταγωνιστικούς χρόνους εκτέλεσης και παρέχει έναν απλό και ασφαλή τρόπο για την εκτέλεση MapReduce εργασιών. Το framework δείχνει ότι μια serverless υλοποίηση του MapReduce μπορεί να αποτελέσει μια πρακτική εναλλακτική στα παραδοσιακά συστήματα κατανεμημένης επεξεργασίας δεδομένων. Η χρήση event driven αρχιτεκτονικής, container orchestration και cloud native υπηρεσιών αποθήκευσης μειώνει την ανάγκη για αποκλειστική υποδομή, διατηρώντας παράλληλα υψηλή απόδοση και αξιοπιστία. Η χρήση πόρων, όπως CPU και μνήμη, παρακολουθήθηκε μέσω του Prometheus, παρέχοντας λεπτομερή εικόνα της αξιοποίησης των πόρων του συστήματος.The rapid growth of data has created a demand for scalable, cost-effective, and flexible processing solutions. Traditional MapReduce frameworks typically depend on dedicated infrastructure, which can be expensive and complex to set up. Serverless computing offers on-demand execution with automatic and configurable scaling. It provides an alternative technique for distributed data processing. In this thesis, a Function-as-a-Service (FaaS) MapReduce framework is presented that uses Kubernetes for deployment, Knative to manage serverless workloads, and cloud-native services for data storage and management. The framework is organized into five loosely coupled services and jobs, which are triggered through the Apache Kafka event streaming platform. In a MapReduce task, data are first divided into chunks based on the configured number of Mapper jobs. The Mapper and Reducer containers are then executed, and finally, if enabled, a Finalizer component merges the results into a single output file. This workflow is managed by a central component called the Coordinator. All components run as independent Knative resources, which can be instantiated from zero. Metadata are managed by a Redis key-value database, while AWS S3 stores both intermediate and final results. The framework is user-friendly and easily configurable via a client-side Python library. Users can specify settings in a JSON file, choose the number of Mappers and Reducers, and define custom map and reduce functions. This allows the framework to be adjusted to the workload’s requirements. Experimental evaluation was performed on Kubernetes using AWS EKS and locally with a Minikube cluster. Results show that the framework can scale, achieve competitive execution times, and provide a simple, secure method for running MapReduce tasks. The framework shows that a serverless MapReduce implementation can serve as a practical alternative to traditional distributed data processing. An event-driven architecture, container orchestration, and cloud-native storage services minimize the need for dedicated infrastructure while maintaining high performance and reliability. Resource usage, including CPU and memory, was monitored using Prometheus, providing detailed insights into hardware utilization
Geodynamic and Sedimentological Evolution of the Submarine Amorgos–Santorini Area: Insights into Volcanic–Tectonic Interactions
Η υποθαλάσσια περιοχή Σαντορίνης–Αμοργού στο νότιο Αιγαίο Πέλαγος αποτελείται από ένα σύστημα εφελκυστικών λεκανών και ηφαιστειακών κέντρων με κύριο προσανατολισμό ΒΑ–ΝΔ. Πρόκειται για μία από τις πλέον ηφαιστειακά και σεισμικά ενεργές περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, όπου η έντονη σύζευξη ηφαιστειακών και τεκτονικών διεργασιών αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην αναζωπύρωση της σεισμικής δραστηριότητας το 2025 στο ηφαιστειακό πεδίο του Κολούμπου. Παρά τη σημασία της, η αλληλεπίδραση μεταξύ ενεργού ρηγμάτωσης και ηφαιστειότητας τόξου στην περιοχή αυτή παραμένει ανεπαρκώς κατανοητή. Στην παρούσα εργασία διερευνάται η γεωδυναμική και ιζηματογενής εξέλιξη των λεκανών της Ανύδρου και της Αμοργού. Η περιοχή μελέτης καλύπτει έκταση περίπου 454 km² και εκτείνεται σε οριζόντια απόσταση περίπου 64 km από το Κολούμπο έως την Αμοργό. Για την επεξεργασία, ερμηνεία και δομική αποκατάσταση πρόσφατων δισδιάστατων δεδομένων ακουστικής ανάκλασης (sub-bottom/Parasound) χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό Kingdom Suite 2017 Advanced Edition. Τα βασικά στάδια περιλάμβαναν την εισαγωγή δεδομένων SEG-Y, την κατασκευή μοντέλων ταχύτητας, τη χαρτογράφηση ρηγμάτων και οριζόντων, καθώς και τη δημιουργία κανάβων ισοπαχών χαρτών και χαρτών σεισμικών ιδιοτήτων. Τα υψηλής ανάλυσης δεδομένα Parasound αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της ωκεανογραφικής αποστολής MSM135 του γερμανικού ερευνητικού σκάφους R/V Maria S. Merian κατά το διάστημα Μαρτίου–Απριλίου 2025. Η ερμηνεία των σεισμικών τομών αποκάλυψε εκτεταμένα συστήματα κανονικών ρηγμάτων που ελέγχουν την αρχιτεκτονική των λεκανών, ιζηματογενείς ακολουθίες με έντονες μεταβολές πάχους, καθώς και ενδείξεις μετανάστευσης ρευστών και αερίων κατά μήκος ζωνών ρηγμάτων. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η ΒΑ–ΝΔ εφελκυστική τεκτονική έχει καθορίσει την καθίζηση και τη στρωματογραφική εξέλιξη των λεκανών, ενώ παράλληλα κατευθύνει την άνοδο μάγματος και την υδροθερμική δραστηριότητα στο ηφαιστειακό σύστημα του Κολούμπου, αναδεικνύοντας τη στενή σύζευξη τεκτονισμού και ηφαιστειότητας. Η βελτιωμένη αυτή κατανόηση της ηφαιστειακό-τεκτονικής αλληλεπίδρασης συμβάλλει στη διερεύνηση της σύγχρονης παραμόρφωσης του φλοιού και στην αξιολόγηση των σεισμικών και ηφαιστειακών κινδύνων της περιοχής.The submarine Santorini-Amorgos area of the southern Aegean Sea comprises a system of NE–SW oriented extensional basins and volcanic centers. It is one of the most volcanically and seismically active regions in the eastern Mediterranean, with pronounced volcano–tectonic coupling exemplified by renewed seismic unrest in 2025 at the Kolumbo Volcanic Field. Yet the interplay between active rifting and arc volcanism in this zone remains poorly understood. To address this gap, I investigate the geodynamic and sedimentological evolution of the Anhydros and Amorgos basins. The study area spans approximately 454 km², extending over a horizontal distance of approximately 64 km from Kolumbo to Amorgos. I use Kingdom Suite 2017 Advanced Edition software to process, interpret, and structurally restore recent 2D acoustic wave reflection data (sub-bottom/Parasound). Key steps include SEG-Y data import, velocity model building, fault and horizon mapping, and generation of gridded isopach and seismic attribute maps. Supplementary those high-resolution Parasound profiles were acquired during cruise MSM135 of the German research vessel R/V Maria S. Merian, conducted in March–April 2025. The interpreted seismic images reveal major normal fault systems controlling basin architecture, stratigraphic sequences with significant thickness variations, and evidence of fluid/gas migration along fault zones. These results indicate that NE–SW extensional faulting has governed basin subsidence and stratigraphy while also guiding magma ascent and hydrothermal activity in the Kolumbo volcanic system, demonstrating a close interplay between tectonics and volcanism. This improved understanding of volcano–tectonic coupling provides insight into ongoing crustal deformation and informs regional seismic and volcanic hazard assessment
Ο ρόλος του Εκπαιδευτικού Παράλληλης Στήριξης στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: Επιφυλακτικότητα και αμφισβήτηση ή αποδοχή και συνεργασία;
Η παρούσα έρευνα συνιστά αποτέλεσμα ερευνητικής δραστηριότητας με αντικείμενο μελέτης τον ρόλο του εκπαιδευτικού Παράλληλης Στήριξης στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτελούν οι απόψεις των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης που εργάζονται στη Γενική Αγωγή και στην Παράλληλη Στήριξη, σε σχολεία της Κεντρικής Μακεδονίας. Για την υλοποίηση της έρευνας συμμετείχαν είκοσι δύο εκπαιδευτικοί και επιλέχθηκε από την ερευνήτρια η ποιοτική μέθοδος και η ημιδομημένη συνέντευξη. Ο λόγος των εκπαιδευτικών υπήρξε οδηγός και μέσω αυτού καταβλήθηκε προσπάθεια αποκωδικοποίησης των κοινωνικών αναπαραστάσεων από τα συγκεκριμένα άτομα για το πολύπλοκο και σύνθετο φαινόμενο. Οι εκπαιδευτικοί, τόσο της Γενικής Αγωγής όσο και της Παράλληλης Στήριξης, αναγνωρίζουν τη συμβολή του εκπαιδευτικού Παράλληλης Στήριξης ως ουσιαστική και αναγκαία για τη στήριξη όλων των μαθητών και τη βελτίωση του παιδαγωγικού κλίματος στη γενική τάξη. Ωστόσο, η αντίληψη του ρόλου του εκπαιδευτικού Παράλληλης Στήριξης παραμένει ρευστή, ανομοιογενής και εξαρτώμενη σε μεγάλο βαθμό από άτυπες πρακτικές, προσωπικές στάσεις και τη σχολική κουλτούρα κάθε μονάδας.The present study investigates the outcome of a research activity focusing on the examination of the role of the Parallel Support teacher in Primary Education. The focus of the research interest of the present master’s thesis is on the views of Primary Education teachers working in General Education and Parallel Support in schools in Central Macedonia. For the implementation of the research, twenty-two teachers participated, and the qualitative method along with semi-structured interviews was selected by the researcher. The teachers’ discourse served as a guiding tool, through which an effort was made to decode the social representations held by these individuals regarding this complex and multifaceted phenomenon. Teachers from both General Education and Parallel Support acknowledge the contribution of the Parallel Support teacher as substantial and necessary for the support of all students and for the improvement of the pedagogical climate within the general classroom. However, perceptions of the role of the Parallel Support teacher remain fluid, heterogeneous, and largely dependent on informal practices, personal attitudes, and the school culture of each educational unit