ePub@NKUA : Electronic Publishing platform for NKUA Journals
Not a member yet
    1979 research outputs found

    Διδακτική και Ιδεολογία (Σημειώσεις για μια έρευνα)

    Full text link
    Η εργασία αυτή υποβάλλει σε κριτική το ιδεολόγημα για τον κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερο χαρακτήρα της Διδακτικής το οποίο συγκροτεί μια σχολική παραλλαγή της ιδεολογίας του ουδέτερου κράτους και αναπαράγεται σήμερα σε προσεγγίσεις θεμάτων της ιστορίας της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Αυτή η κριτική συνδέεται με τη διατύπωση συγκεκριμένων γενικών προτάσεων για τη συγκρότηση διδακτικών πρακτικών που είναι αντίπαλες στις κυρίαρχες και θεμελιώνονται στη μελέτη του έργου του Antonio Gramsci

    Rock-crystal spool-shaped objects (Greek)

    No full text
    Πηνιόσχημα αντικείμενα από ορεία κρύσταλλο έχουν βρεθεί σε ιερά και τάφους της Αρχαϊκής κυρίως περιόδου στη Μικρά Ασία, τα νησιά του Αιγαίου, την Αιγαιακή Θράκη αλλά και στον δυτικό Εύξεινο Πόντο. Πρόκειται για ημιδιαφανή, μικρού μεγέθους αντικείμενα (ενδεικτικά, Υ. 1-2 εκ., Δ. 2-3 εκ.), αποτελούμενα από ένα κεντρικό κυλινδρικό στέλεχος με δύο δισκόμορφες απολήξεις διαφορετικής διαμέτρου η κάθε μία. Διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: συμπαγή και «ανοιχτά», δηλ. με διαμπερές κεντρικό κυλινδρικό στέλεχος. Η ερμηνεία τους εξακολουθεί να είναι προβληματική, καθώς καμία από τις ταυτίσεις που έως τώρα έχουν προταθεί (μεγεθυντικοί φακοί, υποστατά, μικρογραφικά δοχεία, εξαρτήματα κόμης, πεσσοί, ένθετα επίπλωσης, ενώτια) δεν έχει γίνει πλήρως αποδεκτή από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Η επισκόπηση του τόπου εύρεσης των εν λόγω πηνιόσχημων αντικειμένων και η μελέτη των αρχαιολογικών συμφραζομένων επιρρώνει την ερμηνεία τους ως κοσμημάτων, και συγκεκριμένα ως ενωτίων-βυσμάτων που διαπερνούν τον λοβό, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει τη σχέση τους με το γυναικείο φύλο και τις λατρευτικές πρακτικές προς τιμήν της θεάς Άρτεμης. Η συνεξέταση των κρυστάλλινων πηνίων με αντίστοιχα αντικείμενα κατασκευασμένα από άλλα υλικά, ενισχύει την ιωνική τους προέλευση, αναδεικνύοντας παράλληλα πτυχές ενός ευρύτατου θρησκευτικού δικτύου της αρχαϊκής περιόδου.Rock-crystal spool-shaped objects have been found in several sanctuaries and burials in Asia Minor, the Aegean islands, in Aegean Thrace and in the Western Black Sea, dating primarily to the Archaic period. These small objects are usually semi-transparent with an average height of 1 to 2 cm and a diameter of 2 or 3 cm. They consist of a central cylindrical component, framed by two disks of different diameter, and can be divided into two categories, depending on whether they have a solid or a pierced (“open”) cylindrical section. The interpretation of these crystal spools remains problematic, as none of the hypotheses set forth so far has been accepted by the academic community. In the past, they have been explained as magnifying lenses, miniature vessels, supports, hair-decoration, gaming pieces, furniture-elements, and earrings. A fresh study of the geographical dispersal of these crystal spools and their archaeological context supports their interpretation as ear-studs, while highlighting at the same time their association with the female sphere and cult practices in honor of Artemis. In addition, a joint examination of rock-crystal spools and those made of other materials enhances their Ionian origin and brings forth a wide-reaching religious network of the Archaic period

    Συντελεστές (1ο τεύχος)

    No full text

    Book Review "Κλεοπάτρα Παπαευαγγέλου-Γκενάκου. 2020. Εκ θεμελίων"

    No full text
    Book Review "Κλεοπάτρα Παπαευαγγέλου-Γκενάκου. 2020. Εκ θεμελίων. Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδος – Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας και Τεκμηρίωσης. Pp. 391. ISBN 978-960-7032-97-3

    Hyria on Naxos. Tracing the connectivity of an insular sanctuary with the Aegean and beyond

    Full text link
    Ύρια Νάξου. Συνδεσιμότητα ενός νησιωτικού ιερού με το Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχήTo ιερό των Υρίων, που ανασκάφηκε στη Νάξο μεταξύ των ετών 1986-1998, έχει από μακρού απασχολήσει την έρευνα κυρίως για τη σημασία του στην ιστορία και εξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής ναοδομίας. Πέραν όμως του αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού που έφεραν σε φως οι πολύχρονες ανασκαφές, μας διαφωτίζει για τη συνδεσιμότητα του ιερού με περιοχές του Αιγαίου και της Εγγύς Ανατολής στη διάρκεια πολλών αιώνων και αυξάνει τις γνώσεις μας για όψεις της ναξιακής κοινωνίας, ιδίως κατά τις πρώιμες φάσεις των ιστορικών χρόνων.Εκτεταμένη έρευνα σε πανελλήνια ιερά επιβεβαίωσε ότι οι γραπτές μαρτυρίες, φιλολογικές και επιγραφικές, σε συνδυασμό με εντυπωσιακά και πολυδάπανα αφιερώματα, αποτελούν θεμελιώδεις πηγές πληροφόρησης για την καταγωγή των αφιερωτών και για το δίκτυο των αλληλεπιδράσεων. Και τα δύο απουσιάζουν εντελώς από τα Ύρια καθώς και από τα περισσότερα ιερά των Κυκλάδων. Είμαστε, έτσι, υποχρεωμένοι να αρκεστούμε στα μικρά αντικείμενα/αναθήματα που βρέθηκαν σε αυτές τις θέσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ιερό των Υρίων υπερέχει των άλλων ιερών της Νάξου όσον αφορά το πλήθος των μικρών αναθηματικών προσφορών, είτε πρόκειται για ντόπιες μιμήσεις είτε για «εξωτικές» δημιουργίες, κεραμικές όσο και από πολυτιμότερα υλικά. Εξετάζεται το κατά πόσον τα μικρά εξωχώρια αναθήματα προσφέρονταν από αλλοδαπούς επισκέπτες, οι οποίοι, με τη σειρά τους, ενθάρρυναν τη συνδεσιμότητα της Νάξου με μακρινές περιοχές. Αν και ο τόπος κατασκευής της ανάθεσης σχεδόν ποτέ δεν μας διαφωτίζει για την πατρίδα του αναθέτη, αποτελεί όμως ισχυρή ένδειξη για έντονη διαπεριφερειακή δραστηριότητα, ειδικά κατά το τελευταίο τέταρτο του 8ου και μέχρι τον 6ο αιώνα π.Χ.Στην εργασία αυτή καταβάλλεται προσπάθεια να αναγνωρισθούν πολιτιστικές και εμπορικές σχέσεις με τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, όπως αυτές τεκμηριώνονται μέσω της ανάλυσης της κεραμικής και των μικρών κινητών ευρημάτων από το ιερό και να φανεί σε ποιο βαθμό η εικόνα που αναδύεται συμπληρώνει τις γνώσεις μας από παλαιότερες σχετικές μελέτες.The sanctuary of Hyria on Naxos, excavated between the years 1986–1998, has long attracted academic attention,mainly because of its importance for the history and evolution of ancient Greek temple-architecture. Apart from thearchitectural interest, however, the study of the archaeological material brought to light enlightens us about the connectivity of the sanctuary with areas of the Aegean and the Near East over the centuries and increases our knowledge on aspects of Naxian society, especially during the early phases of historical times. Extensive research on Panhellenic sanctuaries confirmed that written testimonies, literary and epigraphic, combinedwith impressive and costly dedications, are fundamental sources of information about the origin of the donors and the network of interactions. Unfortunately, both the above are completely missing from Hyria, as well as from most of the sanctuaries of the Cyclades. We are, therefore, obliged to settle for the imported pottery and the minor objects/offerings found in these sites. There is no doubt that the sanctuary of Hyria takes precedence over the other sanctuaries of Naxos in terms of the quantity of small dedications, be they local imitations or imported, in clay or in more valuable materials. This paper attempts to identify cultural and commercial relations of the islanders with the wider Aegean and the Eastern Mediterranean areas, as documented by the analysis of pottery and of the minor objects found in the sanctuary and to show to what extent the emerging image complements our knowledge from previous relevant studies

    Η παραγωγή του κοινωνικού χώρου ως διαδικασία συγκρότησης θεωριών για την εκπαίδευση

    Full text link
    Η εργασία αυτή αρχικά παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία των θεωρητικών εργασιών των Henri Lefevre, Fredrick Jameson και David Harvey που υποστήριξαν ότι ο χώρος είναι προϊόν της εξουσίας και της πολιτικής. Στη συνέχεια, αναδεικνύει την αναγκαιότητα η Κριτική Παιδαγωγική να περιλαμβάνει κατευθύνσεις οι οποίες συνδέονται με την κατανόηση του χώρου ως κοινωνικά παραγόμενου και βοηθούν τους μαθητές να αναγνωρίσουν τους τρόπους με τους οποίους οι χωρικές διευθετήσεις χρησιμοποιούνται στην κυριαρχία και την καταπίεση

    Two early icons from Egypt in the Benaki Museum

    Full text link
    H μελέτη δύο πρώιμων εικόνων αιγυπτιακής προέλευσης από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη προσφέρει νέα, ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωγραφική φορητών εικόνων στις επαρχίες και τις παρυφές της βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε μία κρίσιμη περίοδο μεγάλων αλλαγών για το Βυζάντιο και την ανατολική Μεσόγειο. Η αποσπασματικά διατηρημένη εικόνα του Χριστού, έργο του 7ου αιώνα, είχε πιθανότατα αναθηματικό προορισμό. Φέρει δίγλωσση αφιερωτική επιγραφή, ελληνική και κοπτική, η οποία με την εμφατική αναφορά στον Χριστό Εμμανουήλ προέβαλλε πιθανώς τις μιαφυσιτικές θεολογικές αντιλήψεις του παραγγελιοδότη. Ο συνδυασμός της εγκαυστικής τεχνικής με την επιβεβαιωμένη αιγυπτιακή προέλευση της εικόνας, την συνδέει με μια ομάδα ανάλογων έργων που φυλάσσονται στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, αναδεικνύοντας έτσι την ανάγκη επανεξέτασης της καλλιτεχνικής προέλευσης των σιναϊτικών έργων, ίσως από την Αίγυπτο. Η άγνωστη αμφίγραπτη εικόνα με τον απόστολο Παύλο και τον άγιο απά Στέφανο, καλλιτεχνικά μέτρια αλλά εικονογραφικά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, προσθέτει ένα ακόμη παράδειγμα στην ευάριθμη ομάδα εικόνων που έχουν σωθεί από τους μεταβατικούς χρόνους (8ος–9ος αι.). Οι ελληνικές επιγραφές της εικόνας, οι στενές εικονογραφικές της συνάφειες με την περίφημη σταυροθήκη Fieschi Morgan, καθώς και οι ομοιότητες με το πλήθος των φορητών σταυρών-λειψανοθηκών που πλημμύρισαν τον βυζαντινό χώρο από τον 9ο αιώνα και μετά, αναδεικνύουν όχι μόνο τις κοινές ρίζες της κοπτικής και της βυζαντινής τέχνης, αλλά και την παράλληλη πορεία που σε πολλές περιπτώσεις ακολούθησαν, ακόμη και μετά την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου. Παρά ταύτα, μετά την οριστική απόσπαση της Αιγύπτου από την πολιτική σφαίρα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η κοπτική ζωγραφική αυτονομήθηκε, και η αυτονόμηση αυτή προσέδωσε στην κοπτική τέχνη μεγαλύτερη ελευθερία στην εικονογραφική απόδοση των αγίων.The two icons discussed in the article provide interesting evidence about the painting of icons in the provinces or borderlands of the Byzantine world in a period of momentous change for both the empire and the Eastern Mediterranean.  They belong to the Benaki Museum collection and come from Egypt. The fragmentary seventh-century icon of Christ with the Coptic votive inscription must have been intended as a votive offering and the emphasis on Christ Emmanuel probably proclaims the Miaphysite tendencies of the patron. Its encaustic technique and confirmed Egyptian provenance link it with a group of works of the seventh century preserved at St Catherine’s Monastery in Sinai and once again raises the question of the provenance of those icons. The artistically modest yet iconographically surprising two-sided icon adds one more example to the small number of painted panels to have survived from the eighth and ninth centuries. The Greek inscriptions, the iconographic link with the Fieschi Morgan stavrotheke as well as its similarities with the reliquary-crosses that flooded Byzantium from the ninth century onwards bear witness to both the common origins of the Coptic art of Egypt under Arab rule and the art of Byzantium and some instances of parallel development. Nevertheless Coptic painting acquired a life of its own after the region broke away from the political sphere of Byzantium and this new independence gave Coptic painting greater flexibility in handling and adapting the iconography of the saints

    Αναπτύσσοντας κριτικές μετασχηματιστικές στρατηγικές σε πρόγραμμα μετεκπαίδευσης μελλοντικών και εν ενεργεία εκπαιδευτικών

    Full text link
    Στόχος της εργασίας είναι να αναλυθούν οι αντιλήψεις σπουδαστριών/τών που συμμετείχαν σε πρόγραμμα παιδαγωγικής μετεκπαίδευσης όσον αφορά στο αν μπορούν όλες/οι οι μαθήτριες/τές να πετύχουν ισότιμα υψηλά εκπαιδευτικά αποτελέσματα και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τη διαδικασία αυτή. Οι σπουδάστριες/τές συμμετείχαν σε ερευνητικό πρόγραμμα για την ενίσχυση διαλεκτικών και βιωματικών στρατηγικών για τη διασφάλιση ισότιμα υψηλών εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων σε όλα τα παιδιά, που συμβάλλει στην ανεμπόδιστη ανάπτυξη των μαθητριών/τών και στην ενδυνάμωση της κοινωνικο-πολιτισμικής τους ταυτότητας. Ο ερευνητικός σχεδιασμός της εργασίας αναφέρεται στην κριτική έρευνα-δράση, ενώ υλοποιείται ποιοτική ανάλυση περιεχομένων των δεδομένων της έρευνας. Από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι ενώ οι αρχικές αντιλήψεις των συμμετεχουσών/όντων ανέδειξαν τη θεώρηση ότι η επιτυχία (ή αποτυχία) των μαθητριών/τών να διασφαλίσουν υψηλά ποιοτικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα αφορά σε ατομικό επίπεδο τα παιδιά (π.χ. περισσότερη μελέτη), μετά τη λήξη του προγράμματος οι αντιλήψεις αυτές μετατοπίστηκαν ουσιωδώς, υποστηρίζοντας ότι σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή έχουν τα στοιχεία της εκπαιδευτικής διαδικασίας (π.χ. αναλυτικό πρόγραμμα). Η μετατόπιση των αντιλήψεων που παρατηρείται συμβάλλει στην προοδευτική αποδόμηση του αφηγήματος της «ατομικής ευθύνης» των μαθητριών/τών να διασφαλίσουν ισότιμα υψηλά εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Συμπερασματικά, υποστηρίζεται ότι είναι σημαντικό να οικοδομούνται στοιχεία που ενισχύουν τις κριτικές παιδαγωγικές στρατηγικές στην αρχική εκπαίδευση μελλοντικών ή/και μετεκπαίδευση εν ενεργεία εκπαιδευτικών

    Ancient habitation around the lagoons of the Messolonghi area. The evolution of the landscape through mythological and historical references and geo-archaeological data (Greek)

    No full text
    Το Μεσολόγγι, ως σύγχρονος αστικός οικισμός, αποτελεί το κέντρο μίας ευδιάκριτης γεω-μορφολογικής ενότητας, που κυριαρχείται από υγρότοπους και ποτάμιες αποθέσεις. Πρόκειται για νεότερη πόλη με ένδοξη ιστορία στα χρόνια της Επανάστασης, γενικότερα ταυτισμένη με την ηρωική Έξοδο, και αξιόλογη οικονομική και πνευματική ακμή στα προεπαναστατικά και μετεπαναστατικά χρόνια. Στην αρχαιότητα δεν υπάρχουν στοιχεία κατοίκησης του χώρου της πόλης, που, ως έχει σήμερα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε προσχώσεις και επιχωματώσεις. Αντίθετα, στην ευρύτερη περιοχή που την περιβάλλει και σε καίριες θέσεις περιμετρικά του εκτεταμένου συμπλέγματος λιμνοθαλασσών αναπτύχθηκε ένας σημαντικός αριθμός αρχαίων κέντρων, που αξιοποίησαν τον πλούτο της φύσης και τα προσφερόμενα πλεονεκτήματα.        Στο άρθρο συντίθεται συνολικά η γεωμορφολογική και ιστορική εξέλιξη της περιοχής κατά την αρχαιότητα, μέσα από τα γεωλογικά και αρχαιολογικά δεδομένα, σήμερα πλέον αισθητά εμπλουτισμένα από τη νεότερη έρευνα. Παράλληλα εξετάζεται το πλούσιο μυθολογικό της υπόβαθρο, πηγή έμπνευσης για απεικονίσεις των μύθων της στην τοπική νομισματοκοπία και σε διάφορες μορφές εικαστικής τέχνης.  As a modern urban settlement, Messolonghi is located in the centre of a distinct geo-morphological unit, dominated by wetlands and river deposits. It is a recently established city with a glorious history in the years of the Greek War of Independence, generally identified with the heroic Exodus, and a remarkable economic and intellectual flourishing both in pre-revolutionary and post-revolutionary years. There is no evidence of habitation in the area of the city in antiquity, since, as it stands today, is largely due to silting and filling. On the contrary, a significant number of ancient centers had developed in the surrounding area and in key locations around the extensive lagoon complex, exploiting the natural wealth and advantages offered.The article summarises the geomorphological and historical development of the region in ancient times, through geological and archaeological data, now significantly enriched by recent research. At the same time, its mythological background, a source of inspiration for depictions of its myths in local coinage and in various forms of visual art, is discussed

    Three copper alloy spoons from the Peloponnese (14th – 16th centuries)

    Full text link
    Ανάγκες κατανάλωσης υδαρών φαγητών και μάλιστα από ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες (βρέφη, άρρωστοι, ηλικιωμένοι), συνέβαλαν στη διαχρονική χρήση κουταλιών. Κατά τον Μεσαίωνα η λήψη τροφής μέσω των δακτύλων ήταν ο πιο συνηθισμένος τρόπος. Ωστόσο τα κουτάλια, πέρα από την πρακτική τους χρησιμότητα, όταν ήταν μεταλλικά, αντιμετωπίζονταν ως επενδυτικά αγαθά και σύμβολα κοινωνικής ιεραρχίας. Ένα κουτάλι από το φραγκικό κάστρο Χλεμούτσι με παράσταση δικέφαλου αετού στην απόληξή του και άλλα δύο από τον ναό του Αγίου Πέτρου στην Καστάνια της Μεσσηνιακής Μάνης, αντιστοιχούν σε τύπους γνωστούς από την ύστερη Αρχαιότητα, οι οποίοι διαδίδονται στη δυτική Ευρώπη κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και πιθανόν παρεισφρέουν στον ελλαδικό χώρο μέσα από τις λατινοκρατούμενες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου.The need for consumption of liquid foods, especially by vulnerable groups (infants, the sick, the elderly), has contributed to the long-term use of spoons. In the Middle Ages, eating with the use of one’s fingers was the most common way. However, spoons, in addition to their practical use, when made of metal, were treated as investment goods and symbols of social rank. A copper alloy spoon from the Frankish castle of Chlemoutsi with a double-headed eagle at the tip of its handle, and two more samples from the church of Hagios Petros of Kastania in Western Mani correspond to types known in the late Antiquity, which vary in typology and are found in a wide geographical range in the late Middle Ages

    180

    full texts

    1,979

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    ePub@NKUA : Electronic Publishing platform for NKUA Journals
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇