Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Recording and analysis of the determining factors electricity demand in Greece
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για κάθε εθνική πολιτική, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των διεθνών οικονομικών και περιβαλλοντικών εξελίξεων. Στη διεθνή βιβλιογραφία, βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες της ζήτησης περιλαμβάνουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, την τιμή της ενέργειας, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), τον πληθωρισμό και την ανεργία.
Η παρούσα διατριβή εξετάζει σε βάθος τους παράγοντες που επηρέασαν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1992–2023, με παράλληλη πρόβλεψη για τα επόμενα τέσσερα έτη. Η ανάλυση εστιάζει στην ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, την τιμή ανά MWh, το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό. Η εκτίμηση του υποδείγματος έγινε με μοντελοποίηση των δεδομένων μας, παρέχοντας χρήσιμα συμπεράσματα για τη διαμόρφωση ενεργειακής πολιτικής.Electricity demand constitutes a critical issue for national policy-making, especially in light of ongoing international economic and environmental developments. According to the international literature, key determinants of electricity demand include electricity consumption, energy prices, Gross Domestic Product (GDP), inflation, and unemployment.
This dissertation thoroughly examines the factors that influenced electricity demand in Greece during the period 1992–2023, while also providing forecasts for the following four years. The analysis focuses on annual electricity consumption, the price per MWh, GDP, and inflation. The estimation of the model was carried out through data modeling, offering valuable insights for the formulation of energy policy.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Εφηρμοσμένων Οικονομικών και Διοίκηση
From war to peace: Aspects of the post-civil war power structure
Η παρούσα μελέτη διερευνά τη διαμόρφωση και εξέλιξη του μετεμφυλιακού πλέγματος εξουσίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1949–1952. Η έννοια του πλέγματος εξουσίας χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα δυναμικό και σύνθετο σύστημα σχέσεων εξουσίας, όπου οι δρώντες – θεσμικοί και άτυποι – αλληλεπιδρούν, διαμορφώνοντας το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι μίας χώρας . Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αλληλεπίδραση στρατού, μοναρχίας, πολιτικών κομμάτων και ξένων αποστολών, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο οι μεταξύ τους συγκρούσεις, συμμαχίες και μετατοπίσεις ισχύος καθόρισαν το μετεμφυλιακό σκηνικό. Η ρευστότητα του πολιτικού τοπίου που ακολούθησε το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου το 1949, είχε ως αποτέλεσμα τους έντονους ανταγωνισμούς ισχύος ανάμεσα στους πόλους εξουσίας που είχαν επικρατήσει κατά την πολεμική δεκαετία του 1940. Η μελέτη αποπειράται να αναλύσει αυτήν την προσπάθεια κυριαρχίας των ισχυρότερων πόλων εξουσίας κατά τη διαδικασία ανασυγκρότησης της μετεμφυλιακής Ελλάδας.This study examines the formation and evolution of the post-civil war power structure in Greece during the period 1949–1952. The concept of power structure is employed to describe a dynamic and complex system of authority relations, in which both formal and informal actors interact, shaping the political, social, and economic landscape of the country. Particular attention is given to the interplay between the military, the monarchy, political parties, and foreign missions, as well as to the ways in which their conflicts, alliances, and shifts in influence defined the post-war environment. The fluidity of the political landscape following the end of the Civil War in 1949 resulted in intense struggles for power among the power centers that had emerged during the turbulent decade of the 1940s. This study seeks to analyze these efforts by the dominant power centers to assert control during the process of reconstructing post-civil war Greece.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
"The rise and establishment of the socialist movement (1848-1914): the problem of violence and parliamentary strategies in the thinking of K. Marx, F. Engels, Vl. Lenin, R. Luxemburg, and K. Kautsky"
Η εργασία εξετάζει τη θεμελιώδη διαλεκτική σχέση μεταξύ επαναστατικής βίας και κοινοβουλευτικού δρόμου στο διεθνές Σοσιαλιστικό Κίνημα κατά την περίοδο 1848-1914, μέσα από τη σκέψη των Karl Marx, Friedrich Engels, Karl Kautsky, Vladimir Lenin και Rosa Luxemburg.
Μετά την αποτυχία των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848, η οικονομική ανάπτυξη της περιόδου 1850-1870 και η παράλληλη διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος δημιούργησαν νέες πολιτικές συνθήκες. Στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες με ισχυρή αστική δημοκρατία, το Σοσιαλιστικό Κίνημα εγκατέλειψε σταδιακά τη στρατηγική της επαναστατικής βίας χάριν του κοινοβουλευτικού αγώνα, θεωρώντας αυτόν προσφορότερο μέσο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Οι Marx και Engels διατήρησαν μια ευέλικτη προσέγγιση, αναγνωρίζοντας τόσο το αναπόφευκτο της καταφυγής στην επαναστατική βία για την κοινωνικό μετασχηματισμό σε περιόδους κρίσεων, όσο και την αναγκαιότητα του κοινοβουλευτικού αγώνα ως μέσο πολιτικής ωρίμανσης του προλεταριάτου, ιδίως σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, όταν η επαναστατική διαδικασία βρίσκετε σε ύφεση.
Ο Karl Kautsky, αρχικά υπερασπιστής της επαναστατικής φύσης της Σοσιαλδημοκρατίας, εξελίχθηκε προοδευτικά από επαναστάτη σε μεταρρυθμιστή. Τελικά το 1914 κατέληξε στο «Σοσιαλσοβινισμό», υποστηρίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις εν όψει του Α΄ Π.Π. Αντίθετα, ο Vladimir Lenin διατήρησε και εμβάθυνε την επαναστατική παράδοση του μαρξισμού, αναπτύσσοντας τη θεωρία της «επαναστατικής κατάστασης» και την αναγκαιότητα συνδυασμού νόμιμων και παράνομων μορφών αγώνα. Η Rosa Luxemburg αναγνώρισε τη μαζική απεργία ως μορφή της επανάστασης και συνέδεσε την επαναστατική θεωρία με τη δημοκρατική πρακτική στον τρόπο εφαρμογής της «δικτατορίας του προλεταριάτου».
Τελικά, η κρίση του 1914 αποκάλυψε δραματικά τις εσωτερικές αντιφάσεις του Σοσιαλιστικού Κινήματος της περιόδου αυτής. Τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα που είχαν αφοσιωθεί στον κοινοβουλευτικό αγώνα στάθηκαν ανίκανα να αναχαιτίσουν τη φρενίτιδα του εθνικισμού που κατέκλυζε τις χώρες τους και τάχθηκαν με τις αστικές κυβερνήσεις τους, οδηγώντας όμως τη Β΄ Διεθνή σε διάλυση. Η μελέτη καταδεικνύει την αναγκαιότητα μιας διαλεκτικής προσέγγισης που συνδυάζει την επαναστατική βία και τις μεταρρυθμιστικές στρατηγικές, ανάλογα με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες, διατηρώντας την επικαιρότητά της για το σύγχρονο Σοσιαλιστικό Κίνημα.This paper examines the fundamental dialectic between revolutionary violence and the parliamentary path in the international Socialist Movement during the period 1848-1914, through the thinking of Karl Marx, Friedrich Engels, Karl Kautsky, Vladimir Lenin, and Rosa Luxemburg.
After the failure of the European revolutions of 1848, the economic development of the period 1850-1870 and the parallel expansion of suffrage created new political conditions. In industrially developed countries with strong bourgeois democracy, the Socialist Movement gradually abandoned the strategy of revolutionary violence in favor of parliamentary struggle, considering it a more suitable means for social transformation.
Marx and Engels maintained a flexible approach, recognizing both the inevitability of resorting to revolutionary violence for social transformation in periods of crisis, and the necessity of parliamentary struggle as a means of political maturation of the proletariat, especially in periods of capitalist development, when the revolutionary process is in decline.
Karl Kautsky, initially a defender of the revolutionary nature of Social Democracy, progressively evolved from revolutionary to reformist. Finally in 1914 he ended up in "Social Chauvinism," supporting war credits in view of World War I. In contrast, Vladimir Lenin maintained and deepened the revolutionary tradition of Marxism, developing the theory of "revolutionary situation" and the necessity of combining legal and illegal forms of struggle. Rosa Luxemburg recognized the mass strike as a form of revolution and connected revolutionary theory with democratic practice in the implementation of the "dictatorship of the proletariat."
Finally, the crisis of 1914 dramatically revealed the internal contradictions of the Socialist Movement of this period. The Social Democratic Parties that had devoted themselves to parliamentary struggle proved incapable of stemming the frenzy of nationalism that flooded their countries and sided with their bourgeois governments, leading however to the dissolution of the Second International. The study demonstrates the necessity of a dialectical approach that combines revolutionary violence and reformist strategies, depending on the respective historical conditions, maintaining its relevance for the contemporary Socialist Movement.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Darknet and organised crime : the current state and its challenges
Από τα παλαιότερα χρόνια, το οργανωμένο έγκλημα αποτελούσε σημαντικό
κίνδυνο για τις κοινωνίες και ήταν ικανό να αποσταθεροποιήσει κράτη και θεσμούς,
θέτοντας τις αρχές επιβολής του νόμου σε διαρκή εγρήγορση προκειμένου να το
αντιμετωπίσουν. Η δομή, οργάνωση και ιεραρχία του οργανωμένου εγκλήματος το
καθιστούσαν παραδοσιακά ιδιαίτερα πολύπλοκο τόσο ως προς την αντιμετώπιση του
από τις διωκτικές αρχές όσο και ως προς την μελέτη και ανάλυση του από την
επιστημονική κοινότητα. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι η προσαρμοστικότητα,
γεγονός που του επιτρέπει να παραμένει διαχρονικά ενεργό και επίκαιρο. Σήμερα, το
οργανωμένο έγκλημα ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις, εκμεταλλευόμενο τις
δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή εποχή προκειμένου να δραστηριοποιηθεί και να
εξυπηρετήσει τον βασικό του σκοπό: την επίτευξη κέρδους. Ανάμεσα στα σύγχρονα
τεχνολογικά εργαλεία που αξιοποιεί το οργανωμένο έγκλημα, συγκαταλέγεται το
dαrknet, μία «σκοτεινή» περιοχή του διαδικτύου, όπου μπορεί να οργανώνεται, να
επικοινωνεί και να διακινεί τις υπηρεσίες του με τη μέγιστη δυνατή ανωνυμία. Χάριν στο
dαrknet, το οργανωμένο έγκλημα, πλέον δραστηριοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα,
γεγονός που καθιστά την διασυνοριακή δικαστική και αστυνομική συνεργασία, πιο
επιτακτική από ποτέ.Since αncient times, orgαnized crime hαs posed α significαnt threαt to societies αnd
hαs been cαpαble of destαbilizing stαtes αnd institutions, plαcing lαw enforcement
αuthorities on constαnt αlert in order to combαt it. The structure, orgαnizαtion αnd
hierαrchy of orgαnized crime hαve trαditionαlly mαde it pαrticulαrly complex both in terms
of its treαtment by lαw enforcement αuthorities αnd in terms of its study αnd αnαlysis by
the scientific community. Its mαin chαrαcteristic is αdαptαbility, which αllows it to remαin
vibrαnt αnd relevαnt over time. Todαy, orgαnized crime follows technologicαl
developments, tαking αdvαntαge of the possibilities offered by the digitαl αge in order to
operαte αnd serve its mαin purpose: mαking α profit. Among the modern technologicαl
tools utilized by orgαnized crime is the dαrknet, α "dαrk" αreα of the internet where it cαn
orgαnize, communicαte αnd distribute its services with the greαtest possible αnonymity.
Thαnks to the dαrknet, the orgαnized network now operαtes on α globαl scαle, which
mαkes cross-border judiciαl αnd police cooperαtion more imperαtive thαn ever.ΠΜΣ Εγληματολογί
Time and imagination in the philosophical work of Cornelius Castoriadis
Η παρούσα εργασία εξετάζει τις έννοιες του χρόνου και της φαντασίας στο φιλοσοφικό έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη, εστιάζοντας στον μαγματικό χαρακτήρα της πραγματικότητας όπως αυτός εκδηλώνεται στο άτομο, την κοινωνία και τον κόσμο. Η προσέγγιση που υιοθετείται αποσκοπεί στη φιλοσοφική αποσαφήνιση των εννοιών αυτών, αποσπώντας τες από τις άμεσες πολιτικές αναφορές του καστοριαδικού έργου, προκειμένου να αναδειχθεί η οντολογική και κοσμολογική τους διάσταση.
Αρχικά, η εργασία επιχειρεί μια σταδιακή εισαγωγή στη σκέψη του Καστοριάδη, με αφετηρία την ανθρώπινη ψυχή ως πηγή δημιουργίας μορφών και συγκρότησης του κόσμου, καθώς και τη θεμελιώδη σχέση της με τον Άλλον. Στη συνέχεια, αναλύεται ο κύκλος της Δημιουργίας ως βασική λειτουργία του Είναι, από την οποία αναδύονται οι θεσμοί, οι κοινωνικές νόρμες και οι συλλογικές σημασίες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύλληψη της κοινωνίας ως κοσμικού συνόλου, στη δημιουργική της βάση, αλλά και στη σχέση της με το Χάος και την Άβυσσο ως τόπους γένεσης και καταστροφής του κόσμου. Η ανάλυση αυτή οδηγεί στη διερεύνηση της έννοιας του μάγματος και της λειτουργίας των μαγματικών μορφών, οι οποίες καθιστούν δυνατή την κατανόηση του προτάγματος της αυτονομίας.
Στο κεντρικό μέρος της εργασίας εξετάζεται ο καστοριαδικός χρόνος, η πολλαπλότητα και η ετερογένεια των χρονικοτήτων, καθώς και η έννοια του άχρονου ή υπερχρονικού χρόνου. Η ανάλυση αυτή λειτουργεί ως βάση για τη διερεύνηση της φαντασίας ως θεμελίου του κόσμου και του ιδιοκόσμου, ως οργανωτικού παράγοντα της κοινωνικής ζωής και ως πεδίου ετερότητας και διαφοράς. Τέλος, η εργασία προσεγγίζει την έννοια του παρόντος και τον ψευδο-χαρακτήρα του κοινωνικού, προτείνοντας συμπεράσματα και ανοίγοντας προοπτικές για περαιτέρω φιλοσοφική έρευνα.The present study examines the concepts of time and imagination in the philosophical work of Cornelius Castoriadis, focusing on the magmatic character of reality as it is manifested in the individual, society, and the world. The adopted approach aims at the philosophical clarification of these concepts, detaching them from the immediate political references of Castoriadis’ work, in order to highlight their ontological and cosmological dimension.
Initially, the study attempts a gradual introduction to Castoriadis’ thought, starting from the human psyche as the source of the creation of forms and the constitution of the world, as well as its fundamental relationship with the Other. Subsequently, the cycle of Creation is analyzed as the primary function of Being, from which institutions, social norms, and collective significations emerge. Particular emphasis is placed on the conception of society as a cosmic totality, on its creative foundation, and on its relation to Chaos and the Abyss as sites of the generation and destruction of the world. This analysis leads to an exploration of the concept of magma and the function of magmatic forms, which make possible the understanding of the project of autonomy.
In the central part of the study, Castoriadian time is examined, along with the multiplicity and heterogeneity of temporalities, as well as the notion of atemporal or hypertemporal time. This analysis serves as the basis for the investigation of imagination as the foundation of the world and the idiosmos, as an organizing factor of social life, and as a field of otherness and difference. Finally, the study approaches the concept of the present and the pseudo-character of the social, proposing conclusions and opening perspectives for further philosophical research.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Δάσος και δασοπονία θεμέλιο και υποδομή της ελληνικής οικονομίας
Το παρόν κείμενο αποτελεί το τρίτο μέρος του άρθρο
Operational communication, culture, and performance: an empirical study in the Police Force
Η παρούσα διπλωματική εργασία, με τίτλο «Επιχειρησιακή Επικοινωνία, Κουλτούρα και Απόδοση: Μια εμπειρική μελέτη στις αστυνομικές υπηρεσίες», διερευνά την κρίσιμη σχέση μεταξύ της επιχειρησιακής επικοινωνίας, της οργανωσιακής κουλτούρας και της αποδοτικότητας των αστυνομικών δράσεων στο πλαίσιο της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.). Η αποτελεσματική επιβολή του νόμου αποτελεί θεμέλιο για την κοινωνική ασφάλεια , ωστόσο η πολυπλοκότητα των σύγχρονων εγκληματικών προκλήσεων απαιτεί υψηλό βαθμό συνεργασίας. Συχνά, η συνεργασία αυτή παρεμποδίζεται από παράγοντες όπως τα διαφορετικά πρωτόκολλα, η ανεπαρκής διυπηρεσιακή συνεργασία και οι οργανωσιακές δομές που δυσχεραίνουν τον συντονισμό.
Σκοπός της μελέτης είναι η εξέταση της επίδρασης της εσωτερικής και διυπηρεσιακής επικοινωνίας, ως μορφής επιχειρησιακής επικοινωνίας, στην αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των αστυνομικών υπηρεσιών στην Ελλάδα. Το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα εστιάζει στο βαθμό που η επιχειρησιακή επικοινωνία επηρεάζει την αποδοτικότητα των αστυνομικών δράσεων και στον ρόλο που διαδραματίζει η οργανωσιακή κουλτούρα στη διαμόρφωση αυτής της σχέσης. Επιμέρους στόχοι περιλαμβάνουν τη διερεύνηση του κατά πόσο η κουλτούρα ενθαρρύνει την ανοιχτή επικοινωνία και πώς η ποιότητα της επικοινωνίας επηρεάζει την εμπιστοσύνη, τη συνεργασία και τη δέσμευση του προσωπικού στους στρατηγικούς στόχους.
Για τη διερεύνηση των ερωτημάτων υιοθετήθηκε ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση. Ως ερευνητικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε ένα δομημένο ερωτηματολόγιο, βασισμένο σε πενταβάθμια κλίμακα Likert. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 299 συμμετέχοντες (αστυνομικό και πολιτικό προσωπικό) από διάφορες υπηρεσιακές μονάδες της ΕΛ.ΑΣ. , οι οποίοι συμμετείχαν εθελοντικά, κατόπιν σχετικής εγκρίσεως από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε το διάστημα Ιουλίου-Οκτωβρίου 2025. Η ανάλυση των δεδομένων περιλάμβανε περιγραφική στατιστική, ελέγχους t-test και ANOVA για τη διερεύνηση δημογραφικών διαφορών, καθώς και ανάλυση συσχέτισης Pearson και γραμμική παλινδρόμηση για την εξέταση των σχέσεων μεταξύ των βασικών μεταβλητών. Κατόπιν ακολουθεί μία ανάλυση δεδομένων με μη παραμετρικούς ελέγχους Mann-Whitney U τεστ και έλεγχος Kruskal-Wallis H.
Τα κύρια αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν την ισχυρή αλληλεξάρτηση των υπό μελέτη εννοιών. Η στατιστική ανάλυση επιβεβαίωσε ισχυρές, θετικές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ της Ποιότητας Επικοινωνίας και της Οργανωσιακής Κουλτούρας, της Ποιότητας Επικοινωνίας και της Αποδοτικότητας και της Οργανωσιακής Κουλτούρας και της Αποδοτικότητας. Η ανάλυση παλινδρόμησης έδειξε ότι η Οργανωσιακή Κουλτούρα και η Ποιότητα Επικοινωνίας αποτελούν σημαντικούς προγνωστικούς δείκτες της Αποδοτικότητας επιβεβαιώνοντας τις θεωρητικές προσδοκίες: η αποτελεσματική επικοινωνία αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της κουλτούρας και της απόδοσης. Η οργανωσιακή κουλτούρα δρα ως ρυθμιστικός παράγοντας που είτε διευκολύνει είτε παρεμποδίζει την επικοινωνία. Μια θετική κουλτούρα ενισχύει την επικοινωνία, η οποία με τη σειρά της βελτιώνει άμεσα την απόδοση, δημιουργώντας έναν ενισχυτικό κύκλο εσωτερικής συνοχής και λειτουργικότητας. Η έρευνα καταδεικνύει ότι, παρά τα θετικά βήματα, η ΕΛ.ΑΣ. διατηρεί στοιχεία μιας αυστηρά ιεραρχικής κουλτούρας που περιορίζει την αμφίδρομη επικοινωνία (feedback) και δυσχεραίνει τον διυπηρεσιακό συντονισμό, επηρεάζοντας αρνητικά τη συνολική αποδοτικότητα.
Βάσει των ευρημάτων, διατυπώνονται συγκεκριμένες προτάσεις προς την Ελληνική Αστυνομία, και τέλος προτείνονται, κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα, όπως η ποιοτική εμβάθυνση στις αντιλήψεις του προσωπικού, η μελέτη της ψηφιακής επικοινωνίας και η εφαρμογή πειραματικών μοντέλων αλλαγής κουλτούρας εντός του Σώματος.Τhis thesis empirically investigates the relationship between operational communication, organizational culture, and efficiency within the police services in Greece. The main purpose of the study is to examine the degree to which internal and inter-departmental communication affect the effectiveness of police actions, as well as the regulatory role that organizational culture plays in this relationship.
To conduct the research, a quantitative methodological approach was adopted. Data were collected via a structured questionnaire from a sample of 299 police officers and civilian staff of the Hellenic Police (EL.AS.) from staff and operational units. Statistical analysis included Pearson correlation analysis and linear regression.
The results revealed strong, positive, and statistically significant correlations between Communication Quality and Efficiency Organizational Culture and Efficiency, and Culture with Communication. Regression analysis confirmed that communication and culture are strong predictors of efficiency, explaining 43% of its variance. Concurrently, the findings highlight weaknesses in two-way (vertical) communication, particularly regarding the lack of feedback, and serious deficits in inter-departmental coordination, despite it being recognized as a critical factor.
In conclusion, communication functions as a fundamental mediator between culture and performance. The study finds that the persistence of elements of a strictly hierarchical culture within the Hellenic Police limits open communication and cooperation, negatively affecting overall efficiency. An enhancement of two-way communication channels and the cultivation of a more open and collaborative organizational culture are proposed to improve the organization's effectiveness.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Διοικητική Επιστήμη και Δημόσιο Μάνατζμεν
IAPR: the fight against tax evasion and the excess surplus
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη δημιουργία, τον θεσμικό σχεδιασμό και την εξέλιξη των λειτουργιών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), της ελληνικής Φορολογικής Αρχής, δίνοντας έμφαση σε λειτουργίες που σχετίζονται με την περιστολή της φοροδιαφυγής και τη συμβολή της στην υλοποίηση των δημοσιονομικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα ερευνητική προσέγγιση χρησιμοποιεί ως αναλυτικά εφαλτήρια: (α) τη θεσμική μετεξέλιξη του φορέα από Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών σε Ανεξάρτητη Αρχή, (β) την οργανωτική δομή και ιδίως τους μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας της Αρχής και (γ) την εφαρμογή σύγχρονων αρχών διοίκησης (διαχείριση επιδόσεων, στοχοθεσία κ.λπ.). Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στον ψηφιακό μετασχηματισμό της Αρχής, στην υλοποίηση σύγχρονων μέσων, όπως η ψηφιακή πλατφόρμα για τη διαβίβαση δεδομένων εσόδων και εξόδων των επιχειρήσεων, myDATA, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, η διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών και οι έλεγχοι βάσει ανάλυσης κινδύνου. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η οργανωτική εξέλιξη του φορέα, η λειτουργική ανεξαρτησία και οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν ακολούθως, με αιχμή τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Αρχής, συνέβαλαν στη βελτίωση της συμμόρφωσης, στην υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων (πλεονασμάτων) και στην αύξηση της διαφάνειας. Επιφυλάξεις σχετικά με τους κινδύνους ακεραιότητας, τη λογοδοσία καθώς και τον δίκαιο και βιώσιμο χαρακτήρα των υπερβάσεων των δημοσιονομικών στόχων.This dissertation investigates the establishment, institutional design and functionalevolution of the Independent Authority for Public Revenue (IAPR/AADE), the Greek Tax Authority, focusing on issues related to combating tax evasion and its contribution to fiscal outcomes. Within this framework, the study employs as analytical cornerstones: (a) the institutional transition from the General Secretariat for Public Revenue to IAPR, (b) the bureaucratic organization and the Authority’s audit mechanisms and (c) the accumulation of New Public Management principles. Particular attention is given on the Authority’s digital transformation, and on contemporary enforcement tools such as the myDATA platform, electronic invoicing, electronic cash registers, and risk-based audits. The findings suggest that IAPR’s reforms have contributed to improved compliance, the reduction of the VAT gap, and greater transparency, although concerns persist regarding integrity risks, accountability, and the fair and sustainable character of fiscal surpluses.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Διοικητική Επιστήμη και Δημόσιο Μάνατζμεν