Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Institutions and subject: forms of religious consciousness within the educational system
Διατριβή (διδακτορική) - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα ΚοινωνιολογίαςΒιβλιογραφία: σ. 728-741Η συγκεκριμένη διατριβή, εστιάζει στη διερεύνηση των νοημάτων στη βάση των οποίων σχηματοποιούνται οι μορφές θρησκευτικής συνείδησης των κοινωνικών υποκειμένων που «επαγγελματικά» ασχολούνται και «λειτουργούν» την εγχάραξη και την αναπαραγωγή της κυρίαρχης θρησκευτικής ιδεολογίας στον ελλαδικό χώρο: των θεολόγων εκπαιδευτικών. Στο πρώτο μέρος της διατριβής παρατίθενται κριτικά, στην ιστορικότητά τους, επιστημονικές προσεγγίσεις που αφορούν στο «υποκείμενο» και την «υποκειμενικότητα», ως αναλυτικές κατηγορίες. Προσεγγίζονται επίσης η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, ως διαδικασία δια βίου, η οποία αποκρυπτογραφεί τους τρόπους που ο άνθρωπος μετασχηματίζεται από βιολογικός οργανισμός σε κοινωνικό υποκείμενο,. Οι κοινωνικοί θεσμοί και η ιδεολογία – η οποία τους διατρέχει και θεμελιώνει τα νοήματα που οι ίδιοι κυρώνουν και αναπαράγουν – προσεγγίζονται ως διαμεσολαβητές της σύνθεσης του Εαυτού. Στη συνέχεια, μετά την παράθεση σχετικών επιστημονικών θεωρήσεων, σχετικά με την ανάδυση της συνείδησης του Εαυτού και τη συγκρότηση της ταυτότητάς του, η εργασία εστιάζει στις δυο βασικές μορφές συνείδησης του ανθρώπου, την «πρακτική-ταυτιστική» και τη «διαλεκτική» συνείδηση. Δεδομένου ότι η ταυτότητα του ανθρώπου ορίζεται από τον τρόπο που τα πράγματα έχουν νόημα για τον ίδιο, παρατίθενται ιστορικά τα κυρίαρχα δυτικά νοηματοδοτικά πλαίσια επικεντρώνοντας στη θρησκευτική αντίληψη. Στο βαθμό που η θρησκευτική έκφανση της συνείδησης αποτυπώνει τα θρησκευτικά νοήματα και τις ιδέες που συνιστούν την πρώτη ύλη του περιεχομένου της και δεδομένου ότι αντικείμενο της εργασίας είναι οι μορφές θρησκευτικής συνείδησης των θεολόγων που εργάζονται ως δημόσιοι εκπαιδευτικοί λειτουργοί και επαγγελματικά διαμεσολαβούν δια της μαθησιακής διαδικασίας, την εγχάραξη και την αναπαραγωγή των νοημάτων και των ιδεών της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, προσεγγίζονται ειδικότερα τα νοήματα και οι ιδέες αυτές, έτσι όπως προτείνονται και κυρώνονται από την ορθόδοξη χριστιανική θεολογία. Ακολούθως, η εργασία εστιάζει στη σχέση της θρησκείας με την εξουσία, το Κράτος και τους κοινωνικούς θεσμούς και ειδικότερα τον τρόπο που το ελληνικό κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα διαμεσολαβεί και υπηρετεί την εγχάραξη και την αναπαραγωγή της ιδεολογίας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία συνιστά το κυρίαρχο θρήσκευμα στον ελλαδικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι ο κλάδος των εκπαιδευτικών λειτουργών που θεωρούνται ως εξειδικευμένοι «επαγγελματίες» του θρησκευτικού δογματικού λόγου, είναι οι Θεολόγοι, οι οποίοι έχουν σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή, παρατίθεται ιστορικά και κριτικά, ο τρόπος που διαμορφώθηκε θεσμικά μέσα στο χρόνο το πρόγραμμα σπουδών και εξειδίκευσής τους στις θεολογικές σχολές, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Στο δεύτερο μέρος της διατριβής, μετά την παρουσίαση των ερευνητικών ερωτημάτων και των υποθέσεών μας και την εξήγηση της ερευνητικής μας μεθόδου σε όλα της τα στάδια, παρουσιάζονται η ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων της έρευνας ανά κατηγορία και τα συμπερασμάτα. Η κυρίαρχη μορφή θρησκευτικής συνείδησης που αναδεικνύεται, ως τάση, δεν αντιστοιχεί με ομοιόμορφο και απαράλλαχτο τρόπο σε όλα τα υποκείμενα της έρευνας. Αυτό που αναμφίβολα διαπιστώθηκε είναι ότι οι μορφές θρησκευτικής συνείδησης που κυριαρχούν και αντιστοιχούν στην κυρίαρχη τάση, εμφανίζονται με όρους ταύτισης κυρίως, ενώ τοποθετούνται κοντά στον πόλο της αποδοχής της Ορθοδοξίας. Η επικρατέστερη μορφή θρησκευτικής συνείδησης, διαπιστώθηκε ότι δεν παραπέμπει τόσο στην επίγνωση της αποδοχής της πίστης όσο σε μια παγιωμένη και νομιμοποιημένη κοινωνικά στάση απέναντι στην ορθοδοξία ως κυρίαρχο θρήσκευμα και την Εκκλησία. Οι αμφισβητήσεις που τέθηκαν, εκτείνονται κυρίως σε σημεία της Ορθόδοξης χριστιανικής ιδεολογίας, ως προς το τελετουργικό και λατρευτικό μέρος της πίστης και όχι σε βασικούς της άξονες που σχετίζονται με τις δογματικές της διατυπώσεις. Δεν διαπιστώθηκε σε καμία περίπτωση αμφισβήτηση επί της ουσίας και καθολική απόρριψη της ορθόδοξης χριστιανικής ιδεολογίας και παράδοσης. Τέλος, κάθε ξεχωριστή και ιδιαίτερη μορφή θρησκευτικής συνείδησης που αναδύεται από την ανάλυση των δεδομένων της ερευνητικής αυτής εργασίας, δεν είναι παρά μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη μορφή εξορθολογισμού και ιδιωτικοποίησης των νοημάτων και των ιδεών της ορθόδοξης χριστιανικής ιδεολογίας και παράδοσης και σε τελευταία ανάλυση του νοήματος της πίστης σε αυτά, με διακύβευμα την εξισορρόπηση και τη ρύθμιση κάθε γνωστικής και μη ασυμφωνίας με τα κυρίαρχα ιδεολογικά σχήματα του σύγχρονου τρόπου ζωής, τα οποία απάδουν σε πολλές περιπτώσεις από τα προτάγματα του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος και τους κανόνες της εκκλησιαστικής παράδοσης. Κυρίως, όμως, διαφαίνεται ότι το κεντρικό διακύβευμα είναι η εξισορρόπηση της σύγκρουσης ή και της αναμέτρησης ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική, ανάμεσα στην πίστη και την έλλογη σκέψη, από την οποία προκύπτει κάθε μορφής ασυμφωνία ανάμεσα στις ιδέες που είναι εγχαραγμένες και μεταγράφονται, ως δεδομένα και αυτονόητα σχήματα σκέψης, αντίληψης και πράξης μέσα στη συνείδηση κάθε υποκειμένου της έρευνας και στα κυρίαρχα ιδεολογικά σχήματα που προσλαμβάνει, ως ερέθισμα προς επεξεργασία, από τη σχέση του με τους άλλους και τον κόσμο που το περιβάλλει. Κάθε μορφή θρησκευτικής συνείδησης, άλλωστε, δεν είναι παρά η αποτύπωση της δυναμικής της έκβασης της παραπάνω σύγκρουσης ή και αναμέτρησης, σε μια δεδομένη ιστορική και χρονική στιγμή και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για στεγανές, απαράλλαχτες και σταθερές στο χρόνο μορφές.This specific thesis focuses on the analysis of meanings on the basis of which are being shaped the forms of religious consciousness of social subjects that are 'professionally' involved and function engraving and reproduction of the dominant religious ideology in Greece: theologians teachers. Scientific approaches about the "subject" and "subjectivity", as analytical categories are historically and critically presented, in the first part of the thesis. The socialization process, which decrypts the ways through which man transformed by biological organism into a social subject, is approached, as a lifelong process. Social institutions and ideology - which runs through them and establish the meanings they ratify and reproduce – are approached as mediators of the composition of the Self. Then, after quoting relevant scientific considerations on the emergence of the consciousness of the Self and the establishment of its identity, this thesis focuses on two basic forms of human consciousness, the “practice” and “dialectic” one. Given that human identity is defined by the way things have meaning for every human being, the historically dominant west meaning contexts are also quoted, focusing on religious perception. To the extent that the religious consciousness reflects religious meanings and ideas that constitute the raw material of its content and given that the thesis focuses on the forms of religious consciousness of theologians that are “professionally” mediate the engraving and the reproduction of meanings and ideas of the Orthodox Eastern Church through the learning process, these specific meanings and ideas, as proposed and ratified by the Orthodox Christian Theology, are also being approached. Subsequently, the thesis focuses on the relationship between religion and power, State and Social Institutions and in particular, the way the Greek educational system mediates and serves the engraving and the reproduction of the ideology of the Eastern Orthodox Church, which is the dominant religion in Greece. On the other hand, since the theologians are officially considered the qualified "professionals" of the religious dogmatic discourse in Greece, the way that the curriculum of their specialization has been formed since the establishment of the Greek State, in the Theological Faculty they have graduated, is historically and critically quoted, as well.\r\nAn analysis of the qualitative data and the conclusions of the survey are presented in the second part of the thesis, after the presentation of the research process in all its stages. The dominant form of religious consciousness that is emerging as a trend, does not correspond in a unifying and unchangeable way to all the research subjects. What it is undoubtedly found, as regards the dominant forms of religious consciousness of the survey, appears to be placed close to the pole of accepting and identify with Orthodoxy. It was found no reference to conscious acceptance of faith but an established and socially legitimate attitude towards orthodoxy, in terms of identification. Some doubts raised mainly about spanning parts of the Orthodox Christian ideology, as in the ritual and worship of the faith and in no case about its dogmatic formulations. There was not found in any way substantive challenges or any rejection of Orthodox Christian ideology and tradition. Finally, each unique and particular form of religious consciousness that emerges from the analysis of these research data, is nothing but a special and particular form of rationalization and privatization of the meanings and ideas of Orthodox Christian ideology and ultimately, a special and particular form of rationalization and privatization of the meaning of faith in them, in order to balance and regulate every cognitive and non -cognitive dissonance, in front of the dominant ideological patterns of modern life, which in many cases abstain from the Orthodox Christian Doctrine and the rules of its tradition. However, it mainly seems that the main challenge is to balance the conflict or the confrontation between logic and emotion, between faith and rational thinking, from which derives any form of dissonance between the ideas that are engraved and transcribed as determined and obvious schemes of thought, perception and practice, within the consciousness of each subject of this research work on one side and on the other, the dominant ideological schemes received, as a stimulus to be processed, from its relationship with others and the world that surrounds him. Any form of religious consciousness, moreover, is merely the depiction of the dynamics of the outcome of this conflict or confrontation, in a given historical moment and is, in no case, watertight, stable and unchanged over time forms
Ανάπτυξη μεθοδολογιών αξιολόγησης επιπτώσεων για συνεργατικούς χώρους εργασίας σε αγροτικές και περιφερειακές περιοχές
Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στην παροχή μιας μεθοδολογίας εκτίμησης των επιπτώσεων για την κατανόηση των πιθανών επιπτώσεων των χώρων συνεργατικής εργασίας (CWS) στους χρήστες τους και στις ευρύτερες κοινότητες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ορισμό της αστικότητας και της αγροτικότητας που παρέχει η Eurostat, η έρευνα αυτή αναδεικνύει τις διαφορές μεταξύ των CWS που βρίσκονται σε αστικές περιοχές και εκείνων που βρίσκονται σε πιο περιφερειακές και αγροτικές περιοχές. Το πλαίσιο εκτίμησης επιπτώσεων βασίζεται σε δύο κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης επιπτώσεων: τη θεωρία της αλλαγής και την πολυδιάστατη προσέγγιση. Προτείνει διάφορους δείκτες εισροών, εκροών και αποτελεσμάτων που αποσκοπούν στο να λάβουν υπόψη τους πόρους που είναι διαθέσιμοι για τα CWS (εισροές) και στη συνέχεια να καταγράψουν τις αλλαγές και τα αποτελέσματα των CWS (εκροές). Επιπλέον, η παρούσα έρευνα παρουσιάζει τη γεωγραφία των CWS στην Ευρώπη παρέχοντας το ποσό και την κατανομή των CWS σε 23 ευρωπαϊκές χώρες. Επιπλέον, η έρευνα εξετάζει την προτεινόμενη μεθοδολογία εκτίμησης των επιπτώσεων χρησιμοποιώντας μέρος των δεικτών για τη μέτρηση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων του CWS στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το πρώτο επικεντρώνεται στο ρόλο των CWS στην παροχή ευκαιριών δικτύωσης και στην προώθηση της κοινωνικής ενσωμάτωσης μεταξύ των φορέων και των κοινοτήτων γύρω τους, καθώς και στην ενίσχυση της τοπικής πολιτιστικής αξίας των εδαφών τους. Η δεύτερη διάσταση επικεντρώνεται στο ρόλο των CWS στην αναζωογόνηση ανεκμετάλλευτων ή εγκαταλελειμμένων κτιρίων και στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, καθώς και στην εξέταση των προτύπων κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας των CWS. Η μεθοδολογία εφαρμόζει μια οικονομετρική προσέγγιση χρησιμοποιώντας διατομεακά δεδομένα που συλλέχθηκαν μέσω μιας έρευνας που διεξήχθη από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 2023 και απευθυνόταν σε διαχειριστές CWS, υπολογίζοντας συνολικά 273 ερωτηθέντες από 34 ευρωπαϊκές χώρες. Η οικονομετρική ανάλυση εφαρμόζει δυαδικά και διατεταγμένα πολυωνυμικά μοντέλα εκτίμησης probit 10, καθώς και πολλαπλά λογαριθμοι γραμμικά μοντέλα εκτίμησης. Όλα τα μοντέλα παλινδρόμησης χρησιμοποιούν το ίδιο σύνολο ανεξάρτητων μεταβλητών, συμπεριλαμβανομένων της τοποθεσίας των CWS, του μεγέθους των CWS, της ποιότητας της επαγγελματικής υποδομής, της στρατηγικής οικονομικής υποστήριξης, του καθεστώτος ιδιοκτησίας, του εργατικού δυναμικού και της κοινωνικής επιμέλειας του χώρου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα CWS που βρίσκονται σε πόλεις είναι πιο πιθανό να αποτελούν μέρος διεθνών δικτύων CWS, να αλληλεπιδρούν με μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και NGO και να φιλοξενούν καλλιτέχνες, προσφέροντάς τους ιδίως χώρο για τις καλλιτεχνικές εκθέσεις και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις τους. Ενώ τα CWS που βρίσκονται εκτός πόλεων έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να συμμετέχουν σε περιφερειακά και εθνικά δίκτυα CWS για να ανταποκριθούν εν μέρει στην έλλειψη πόρων και οικονομικών ευκαιριών που χαρακτηρίζει τις αγροτικές και περιφερειακές περιοχές. Οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να εξετάζουν την προοπτική των χρηστών και των ευρύτερων κοινοτήτων και όχι μόνο να επικεντρώνονται στους διαχειριστές των CWS. Επιπλέον, θα πρέπει να προσπαθήσει να συλλέξει περισσότερες απαντήσεις από CWS που βρίσκονται σε ενδιάμεσες και αγροτικές περιοχές, ώστε να παράσχει μια πιο διαφοροποιημένη ανάλυση των γεωγραφικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένων τριών επιπέδων (πόλεις, κωμοπόλεις και προάστια και αγροτικές περιοχές), αντί της διχοτομημένης ανάλυσης που παρέχεται στην παρούσα έρευνα. Επιπλέον, το θα μπορούσε να προσπαθήσει να συλλέξει δεδομένα πάνελ με το ίδιο σύνολο ερωτηθέντων για να καταγράψει καλύτερα τις επιπτώσεις των CWS στους χρήστες τους και στις ευρύτερες κοινότητες.This research aims at providing an impact assessment methodology to understand the potential impacts of Collaborative Workspaces (CWS) on their users and wider communities. Particularly, following the definition of urbanity and rurality provided by Eurostat, this research highlights the differences between CWS located in urban areas and the ones located in more peripheral and rural areas. The impact assessment framework is based on two common impact assessment methodologies: the Theory of Change and the Multidimensional Approach. It proposes several input, output, and outcome indicators meant to take account of the resources available to CWS (input) and subsequently capture the changes and effects of CWS (output-outcome). Additionally, this research presents the geography of CWS in Europe by providing the amount and distribution of CWS in 23 European countries. Furthermore, the research examines the proposed impact assessment methodology by using part of the indicators to measure the social and environmental impacts of CWS in the European context. The former focuses on the role of CWS in enabling networking opportunities and promoting social inclusivity among the actors and the communities around them, as well as enhancing the local cultural value of their territories. The latter dimension focuses on the role of CWS in revitalising underused or abandoned buildings and in producing renewable energy, as well as examining CWS’ electricity consumption patterns. The methodology applies an econometric approach using cross-sectional data collected through a survey carried out from March to August 2023 directed to managers of CWS, counting a total of 273 respondents from 34 European countries. The econometric analysis applies binary and ordered multinomial probit estimation models, as well as multiple log-linear estimation models. All regression models use the same set of independent variables, including CWS’ location, CWS’ size, quality of professional infrastructure, financial support strategy, ownership status, labour force, and social curation of the space. Results suggest that CWS located in cities are more likely to be part of international networks of CWS, to interact with medium and large firms and NGOs, and to host artists, particularly by offering them space for their artistic exhibitions and cultural events. Whereas CWS located outside cities have a greater probability of participating in regional and national networks of CWS to partially respond to the lack of resources and economic opportunities that characterise rural and peripheral areas. Future research should consider the perspective of users and wider communities rather than just focusing on CWS’ managers. Additionally, it should attempt to collect more answers from CWS located in intermediate and rural areas so as to provide a more nuanced analysis of the geographical differences, including three levels (cities, towns and suburbs, and rural areas), rather than the dichotomised analysis provided in this research. Moreover, it could try to collect panel data with the same set of respondents to better capture the impacts of CWS on their users and wider communities
The role of the Democratic Army of Greece in education during the Civil War Period 1946-1949
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ρόλο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στον τομέα της εκπαίδευσης κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Στόχος της εργασίας είναι η μελέτη της εκπαιδευτικής παρέμβασης του ΔΣΕ, καθώς και των τρόπων και μέσων υλοποίησής της και παράλληλα η διερεύνηση του χαρακτήρα της εξουσίας που επεδίωκε να εδραιώσει μέσω της εκπαιδευτικής του πολιτικής. Ταυτόχρονα, διερευνάται ο βαθμός και ο τρόπος επίδρασης της στρατηγικής του ΚΚΕ στην υπό μελέτη περίοδο στη μορφή και το περιεχόμενο της εκπαιδευτικής παρέμβασης του ΔΣΕ. Η μελέτη στηρίζεται κυρίως σε πρωτογενείς πηγές και εντάσσεται στο ιστορικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Αρχικά παρουσιάζεται η κατάσταση και το ιδεολογικό περιεχόμενο της αστικής εκπαίδευσης ως αντιθετικό πρότυπο και στην συνέχεια αναλύεται η προσπάθεια του ΔΣΕ να αντιμετωπίσει τις μορφωτικές ανάγκες και να διαμορφώσει ένα σχέδιο που αφορά στο περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά της λαϊκής παιδείας, όπως τα αντιλαμβάνεται ο ΔΣΕ. Η εργασία καταλήγει σε συμπεράσματα σχετικά με τον ιδεολογικό προσανατολισμό της λαϊκής εκπαίδευσης και τον βαθμό εναρμόνισής της με τις θεωρητικές επεξεργασίες του ΚΚΕ επιχειρώντας να συμβάλει στην κατανόηση της πολιτικής διάστασης της εκπαίδευσης σε συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης και του χαρακτήρα και της μορφής εξουσίας που επιδίωκε να εδραιώσει ο ΔΣΕ, επισημαίνοντας παράλληλα τις κατευθύνσεις που θα μπορούσε να ακολουθήσει μελλοντικά η έρευνα.This thesis examines the role of the Democratic Army of Greece in the field of education during the civil war. Its aim is to study the educational intervention of the Democratic Army, the methods and means of its implementation, and to explore the nature of the authority it sought to establish through its educational policy. At the same time, it investigates the extent and manner in which the strategy of the Communist Party of Greece influenced the form and content of the Democratic Army’s educational intervention during the period under study. The research is mainly based on primary sources and is set within the historical, economic, and social context of the era. It begins by presenting the state and ideological content of bourgeois education as a contrasting model, and then analyzes the Democratic Army’s effort to address educational needs and to formulate a plan concerning the content and characteristics of popular education as it conceives it. The thesis concludes with findings on the ideological orientation of popular education and its alignment with the theoretical frameworks of the Communist Party of Greece, aiming to contribute to the understanding of the political dimension of education under conditions of armed conflict, as well as the nature and form of authority the Democratic Army sought to establish, while also it highlights pathways for further research in this field.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
Εξώφυλλο και περιεχόμενα τεύχους "Σύγχρονα Θέματα : περιοδικό επιστημονικής έρευνας", χρόνος Γ' τευχών 13 έως 18.
Moral harassment (mobbing) as a convert form of violence in the Greek Public Administration
«Είμαι εγκλωβισμένος σε αυτή τη θέση…», «με το που μπαίνω στο γραφείο, αρχίζει αυτή η φρικτή ημικρανία…», «δεν αντέχω άλλο να με μειώνουν, να μη μπορώ να πω δυο λόγια για τη δουλειά…», «μα, μου φωνάζει και μιλάει απαίσια, προσβλητικά…», «η μόνη λύση είναι να φύγω με αναρρωτική άδεια, τουλάχιστον μέχρι να δω τι θα κάνω» κ.ο.κ. Τόσες –και άλλες τόσες– είναι οι στιγμές της εργασιακής ρουτίνας, που, δυστυχώς, έχουν ενταθεί και συνθέτουν αυτό που από τη δεκαετία του ’80 αποκαλείται «ηθική παρενόχληση». Τι είναι, όμως, η ηθική παρενόχληση; Τι δεν είναι; Είναι το ίδιο φαινόμενο όταν περιγράφεται ως mobbing, harassment, work harassment ή ακόμα και bullying; Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός· και αυτό αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, μία από τις βασικές δυσκολίες μελέτης του φαινομένου. Από την άλλη, ποιος είναι το θύμα της; Ο υπάλληλος; Μήπως ο προϊστάμενος; Ποιος την ασκεί και γιατί; Και τελικά, πώς διακρίνουμε την ηθική παρενόχληση; Συμβαίνει μόνο στον ιδιωτικό τομέα ή και στον δημόσιο; Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει από τα παραπάνω είναι: ποιος είναι ο ρόλος του κράτους στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση του φαινομένου; Η νομοθεσία και οι πολιτικές πρόληψης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες, καθώς η πολιτισμική ταυτότητα και η κοινωνική ευαισθητοποίηση κάθε κράτους-μέλους διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση κοινής αντίληψης για το τι συνιστά, εν τοις πράγμασι, ηθική παρενόχληση. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των μελετών που εξετάζουν το φαινόμενο της ηθικής παρενόχλησης είναι περιορισμένος και εστιάζει κυρίως στον τομέα της υγείας, ιδίως στη νοσηλευτική. Ελάχιστες είναι οι μελέτες που αφορούν τη δημόσια διοίκηση, τη στιγμή που μόλις το 2019, με τον ν. 4604/2019, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη η έννοια της «βίας στην εργασία», η οποία, με τον ν. 4808/2021, διευρύνθηκε και τελικά αποτυπώθηκε ως «βία και παρενόχληση στον εργασιακό χώρο». Δεδομένης της ανησυχητικής έκτασης που λαμβάνει η ηθική παρενόχληση ως συγκεκαλυμμένη μορφή βίας στη δημόσια διοίκηση –ιδίως μετά την παρατεταμένη οικονομική ύφεση– διεξήχθη δειγματοληπτική έρευνα με τη συμμετοχή 324 υπαλλήλων φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Στόχος της είναι να αποτυπωθούν οι διαστάσεις του φαινομένου στην ελληνική εργασιακή πραγματικότητα, να αξιολογηθούν οι υφιστάμενες πολιτικές και η αποτελεσματικότητά τους, να εντοπιστούν πιθανά κενά στη νομοθεσία, και, εν τέλει, να συμβάλει στην ενημέρωση και την προστασία κάθε εργαζομένου –δυνητικού θύματος– από την ηθική παρενόχληση, την τοξικότητά της και τις καταστροφικές της συνέπειες.“I feel trapped in this position…”, “the moment I walk into the office, the terrible migraine begins…”, “I can’t take being belittled anymore, not even being able to say a few words about my work…”, “they yell at me and speak awfully, offensively…”, “the only solution is to take sick leave, at least until I figure out what to do”, etc. These and many similar experiences form part of everyday working life, which, unfortunately, have intensified over time and reflect what has been referred to since the 1980s as moral harassment. But what exactly is moral harassment? What is it not? Is it the same phenomenon when described as mobbing, harassment, work harassment, or even bullying? It is a fact that there is no universally accepted definition, which undeniably constitutes one of the core difficulties in studying the phenomenon. On the other hand, who is the victim? The employee? Perhaps the supervisor? Who perpetrates it, and why? And ultimately, how can moral harassment be identified? Does it occur only in the private sector, or also in the public one? The central question arising from the above is the following: what is the role of the state in identifying and addressing the phenomenon? Legislation and preventive policies at the European Union level progress at different speeds, as the cultural identity and social awareness of each member state play a crucial role in shaping a common understanding of what moral harassment truly is in practice. In Greece, the number of studies examining moral harassment is limited and mainly focuses on the health sector, particularly on nursing. Very few studies concern the public administration, despite the fact that it was only in 2019, through Law 4604/2019, that the notion of "violence at work" was introduced into the Greek legal system. This concept was later incorporated into the broader framework of Law 4808/2021 and was ultimately defined as "violence and harassment in the workplace". Given the alarming scale of moral harassment as a covert form of violence within public administration — especially in the aftermath of the prolonged financial crisis — a sample-based survey was conducted involving 324 civil servants from central government bodies. The aim was to highlight the dimensions of the phenomenon within the Greek working environment, assess existing policies and their effectiveness, identify possible legislative gaps, and, ultimately, to contribute to the awareness and protection of every employee — any potential victim — from moral harassment, its toxicity, and its destructive consequences
The Democratic Defence organization within the anti-dictatorship struggle
Η εργασία που ακολουθεί εστιάζει στον αντιδικτατορικό αγώνα της περιόδου 1967 – 1974. Με την επιβολή της δικτατορίας ξεκίνησε και η δράση οργανώσεων, όπου μια από τις πρώτες ήταν η Δημοκρατική Άμυνα. Αποτέλεσε την μετεξέλιξη μιας ομάδας με κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό αρχικά προσανατολισμό, τον όμιλο Παπαναστασίου. Αυτό την καθιστά ξεχωριστή, διότι όπως θα δειχθεί στην συνέχεια μετατράπηκε σε μια μαχητική οργάνωση, δίνοντας δυναμικό παρόν, καθ’ όλη την 7ετία και ήταν παρούσα και στην αποκατάσταση – μετάβαση στην δημοκρατική τάξη και νομιμότητα δηλαδή στις αρχές της μεταπολίτευσης.
Η ιδιότητα του συντάκτη ως φοιτητή – μεταπτυχιακού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αποτέλεσε έναν ακόμα λόγο για την προσπάθεια ανάδειξης και δράσης της συγκεκριμένης οργάνωσης, καθότι ηγετικά στελέχη αυτής, υπήρξαν επιφανή μέλη της Παντειακής ακαδημαϊκής κοινότητας (τότε Π.Α.Σ.Π.Ε.) όπως ο Σάκης Καράγιωργας, ο Βασίλης Φίλιας, ο Κώστας Σημίτης κ. α. που βίωσαν με υψηλό ηθικό και μόνο αντίτιμο (καταδίκες, εξορίες, φυλακίσεις) την συμμετοχή τους σε αυτήν. Ο Σάκης Καράγιωργας θα αποτελέσει μια ξεχωριστή ενότητα στην παρούσα εργασία, λόγω της εν γένει στάσης του κατά την δράση, την δίκη αλλά και την παρουσία του τόσο σε ακαδημαϊκό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο.
Φυσικά την Δημοκρατική Άμυνα στελέχωσαν και στήριξαν με παρόμοιο αντίτιμο πολλά ακόμα μέλη της ελληνικής κοινωνίας από όλα σχεδόν τα στρώματα. Η Δημοκρατική Άμυνα κατάφερε να συσπειρώσει την κοινή προσπάθεια κατά της δικτατορίας, και τα μέλη της αποτέλεσαν ενωτικό στοιχείο σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις αυτού του επταετούς αγώνα.
Μέσα από την περιγραφή των συνθηκών πριν και κατά την κατάλυση της δημοκρατίας, θα ανακύψει η αναφορά στην Δημοκρατική Άμυνα η ίδρυσή της, η δράση της, οι συλλήψεις και οι δίκες των μελών της, στις οποίες θα γίνει εκτενής αναφορά. Οι αποφάσεις των Εκτάκτων Στρατοδικείων, θα αποτελέσουν ένα βασικό τεκμήριο ως αποδεικτικό της αντιμετώπισης της οργάνωσης από το αυταρχικό εξουσιαστικό μόρφωμα της δικτατορίας. Ίσως έτσι να καταδειχθεί ότι η συνοχή που πολλές φορές διαμορφώνεται ανάμεσα σε διανόηση και κοινωνία είναι αφενός ισχυρή και αφετέρου μπορεί να αποτελέσει βασικό και άρρηκτο πυλώνα κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής εξέλιξης και κατ’ επέκταση ανάχωμα σε κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί στην κατάργηση των απαράγραπτων ανθρωπίνων ηθικών αξιών.The present study focuses on the anti-dictatorial struggle during the period 1967–1974. With the imposition of the dictatorship, resistance organizations began to emerge, among the first of which was Democratic Defense. It constituted the evolution of a group with an initial social, economic, and political orientation, the Papanastasiou Group. This rendered it distinctive, since, as will be demonstrated, it developed into a militant organization, playing a dynamic role throughout the seven-year dictatorship and remaining present during the restoration and transition to democratic order and legality, namely in the early stages of the Metapolitefsi.
The author’s status as a postgraduate student at Panteion University provided an additional motive for highlighting and examining the activity of this particular organization, given that its leading figures were prominent members of the Panteion academic community (P.A.S.P.E. at the time), such as Sakis Karagiorgas, Vassilis Filias, Kostas Simitis, among others, who experienced with high moral —and paid solely through convictions, exiles, and imprisonments—the cost of their participation. Sakis Karagiorgas constitutes a distinct unit of this study due to his overall stance during the organization’s activity, the trial, and his presence both in the academic sphere and in the political arena.
Naturally, Democratic Defense was also staffed and supported, under similar costs, by numerous other members of Greek society, drawn from almost all social strata. The organization managed to consolidate collective resistance against the dictatorship, with its members forming a unifying element across nearly all expressions of this seven-year struggle.
Through the description of the circumstances before and during the overthrow of democracy, attention will be given to Democratic Defense: its founding, its activities, the arrests and trials of its members, with detailed reference to the latter. The rulings of the Extraordinary Military Tribunals will serve as primary evidence of how the organization was confronted by the authoritarian power structure of the dictatorship. This may demonstrate that the cohesion often forged between intellectuals and society is both robust and indispensable, and that it may constitute a fundamental and unbreakable pillar of social, economic, and political development, thereby acting as a bulwark against any attempt aimed at abolishing the inalienable moral values of humanity.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
Η κρίση χρέους και οι τράπεζες: Η περίπτωση της Ελλάδας
Βιβλιογραφία: 125-130Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της φύσης της κρίσης στο σύγχρονο ελληνικό μακροοικονομικό περιβάλλον, η παρουσίαση της δομής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, της συμμετοχής του στην οικονομία και η καταγραφή των προβλημάτων που έχει προκαλέσει σε αυτό η κρίση χρέους της χώρας. Θα αναζητηθούν τα «μονοπάτια» μετάδοσης της κρίσης από το κράτος στο τραπεζικό σύστημα, με παράλληλη θεωρητική προσέγγιση της σχέσης αίτιου-αιτιατού μεταξύ των δημοσιονομικών προβλημάτων και αυτών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η μελέτη αυτή φιλοδοξεί να συμβάλλει στην κατανόηση της τρέχουσας κατάστασης τόσο ως προς τις επιμέρους επιπτώσεις των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας στον τραπεζικό τομέα αλλά όσο και ως προς τη φύση και την έντασης της αμφίδρομης σχέσης τους. Η εξαγωγή συμπερασμάτων θα ήταν επίσης χρήσιμη για την πρόληψη και αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον αλλά και τη διαχείριση της τρέχουσας συγκυρίας στο παρόν, δεδομένου ότι η κρίση είναι σε πλήρη εξέλιξη και κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει με ασφάλεια την πορεία της και τις τελικές της επιπτώσεις