Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Disease and death prediction algorithm: legal and ethical dilemmas in the age of Artificial Intelligence
Αν είχατε την δυνατότητα μέσω μιας εφαρμογής να πατήσετε το κουμπί ενός προηγμένου τεχνολογικά συστήματος, το οποίο κατόπιν επεξεργασίας συγκεκριμένων ηλεκτρονικών δεδομένων, σε μερικά μόλις δευτερόλεπτα θα μπορούσε να εκτιμήσει την κατάσταση της υγεία σας, να προβλέψει μελλοντικά την εξέλιξη μιας ενδεχόμενης ασθένειας ή και ακόμη να προσδιορίσει την ημέρα και ώρα θανάτου σας, θα το κάνατε; Πώς σας ακούγεται ένα ανθρώπινο δημιούργημα-μία μηχανή, να έχει την δυνατότητα μέσω ενός αλγόριθμου, να προσδιορίζει την ασθένεια σε τέτοιο βαθμό ώστε να προβλέπει το πότε θα πεθάνει ο δημιουργός της;
Πλέον στην εποχή μας, η πρόσβαση σε κάθε είδους πληροφορία είναι απλή και πολύ εύκολη, ενώ το δικαίωμα της γνώσης σε αυτή αναφαίρετο. Η παρούσα διπλωματική μελετά τη διερεύνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) και της προσφυγής της σε εκείνον τον αλγόριθμο που σχετίζεται με την προβλεπτική ιατρική και την πρόβλεψη ασθένειας και θανάτου στον άνθρωπο. Ειδικότερα εξετάζεται αν η συγκεκριμένη πληροφόρηση έχει όρια προσεγγίζοντας την ηθικά, καθώς προκύπτουν διλήμματα αφού ο ασθενής αντιμετωπίζεται ως ψηφιακό στατιστικό δεδομένο εγείροντας θέματα που ερίζουν με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ιδιωτικότητα γνωρίζοντας ότι τα ιατρικά δεδομένα είναι από την φύση τους εξαιρετικά ευαίσθητα και χρήζουν ιδιαίτερης διαχείρισης, την αυτονομία και το δικαίωμα στην ενημέρωση του αποτελέσματος πρόβλεψης ασθένειας και θανάτου, και την αξιοπιστία του αλγόριθμου ως προς το εξαγόμενο προϊόν, λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από μία ενδεχόμενη λανθασμένη διάγνωση. Επιπλέον, αναλύονται ηθικά διλήμματα που αφορούν στις ανισότητες ως προς την πρόσβαση σε θεραπεία και τις διακρίσεις που αναδύονται από την συλλογή των δεδομένων υγείας καθώς ο αλγόριθμος μπορεί να λειτουργεί με προκατάληψη ως προς την ηλικία, το φύλο, την γενετική ή εθνοτική προέλευση, ακόμη και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο του ατόμου. Ηθικό ζήτημα αποτελεί και ο ρόλος του ιατρού καθώς ένας τέτοιος αλγόριθμος είναι ικανός να διαταράξει την ισορροπία μεταξύ τεχνολογίας και ανθρώπινης κρίσης, προκαλώντας ενδεχομένως τριγμούς στην ιατρική δεοντολογία. Στην παρούσα θα εξετασθούν και τα νομικά ζητήματα που παρουσιάζονται, αρχής γενομένης από τα Συνταγματικά όπου η στάθμιση της ζωής του ανθρώπου με έναν αλγόριθμο προκαλεί συγκεκριμένα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτό της ζωής, της υγείας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ενώ εξίσου νομικό ζήτημα αποτελούν τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα υγείας του ανθρώπου, διότι απαιτούν προστασία και επιβάλλουν ρητή συγκατάθεση και αυστηρά μέτρα ασφάλειας καθώς υπόκεινται σε αυστηρή αξιολόγηση, με τον αλγόριθμο τους να χαρακτηρίζεται υψηλού κινδύνου σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό κανονισμό της ΤΝ και τον ΓΚΠΔ. Τέλος νομικά διλήμματα είναι αναμφίβολα σε γενικότερο πλαίσιο η διαφάνεια με την οποία λειτουργεί ένας αλγόριθμος με τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποιεί, η κατάχρηση του αποτελέσματος και ενδεχόμενη χρήση αυτού από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, καθώς και η ευθύνη από τυχόν λανθασμένη γνωμάτευσή του.
Στόχος μου είναι να θίξω ενδελεχώς τα παραπάνω ζητήματα και να προσφέρω στον αναγνώστη της παρούσης διπλωματικής μία όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα σχετικά με τον αντίκτυπο του αλγόριθμου πρόβλεψης ασθένειας και θανάτου προσεγγίζοντας ηθικά και νομικά, ώστε να καταλήξω σε ένα ασφαλές συμπέρασμα για το αν ο συγκεκριμένος μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για την υγεία και την ποιότητα της ζωής του ανθρώπου και δεν προκαλεί σοβαρούς κινδύνους σύγκρουσης θεμελιωδών δικαιωμάτων, απανθρωποίησης και ψυχικής βλάβης.“Disease and Death Prediction Algorithm:
Legal and Ethical Dilemmas in the Age of Artificial Intelligence”
Abstract
If you were able through an app to press the button of an advanced technological system, which after processing specific electronic data, in just a few seconds could assess your state of health, predict the future development of a possible disease or even determine the day and time of your death, would you do so? How does it sound to you that a human creation-a machine, has the ability, through an algorithm, to determine the disease to such an extent that it predicts when its creator will die?
Nowadays, access to all kinds of information is simple and very easy, while the right of knowledge to it is inalienable. This thesis consists of an investigation of Artificial Intelligence (AI) and its recourse to that algorithm related to predictive medicine and the prediction of human death. In particular, it will be examined whether this information has limits approaching morality, as dilemmas arise since the patient is treated as a digital statistical data raising issues that conflict with human dignity, privacy knowing that medical data are by nature extremely sensitive and need special management, autonomy and the right to update the outcome of disease and death prediction, and the reliability of the algorithm as to the exported product, taking into account the problems that may arise from a possible misdiagnosis. Ethical dilemmas related to inequalities in access to treatment and discrimination arising from the collection of health data are also analyzed as the algorithm can operate with bias in terms of age, gender, genetic or ethnic origin, and even socio-economic background of the individual. A further ethical issue is the role of the doctor, as such an algorithm is capable of disturbing the balance between technology and human judgment, potentially causing frustrations in medical ethics. The present paper will also examine the legal issues that are presented, starting with the Constitutional ones, where the balancing of the human life with an algorithm causes specific fundamental rights such as that of life, health and human dignity, while the sensitive personal health data of the human being are also a legal issue.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Δίκαιο, Τεχνολογία και Οικονομί
Digital transformation in education, culture, and sports: challenges and opportunities in Greece and the European Union in the post-Covid-19 era
Η παρούσα ερευνητική εργασία εξετάζει τις εξελίξεις της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, τη Νέα Οικονομία που αυτή δημιουργεί και τον Κώδικα Ψηφιακής Διακυβέρνησης που θεσμοθετείται. Ερευνά τον ρόλο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (e-Governance) στη δημόσια διοίκηση της Ελλάδας, εστιάζοντας στο πώς αυτή μετασχηματίζει το υπάρχον πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και πώς καθοδηγεί και διαμορφώνει νέες διοικητικές διαδικασίες, κυρίως στον τομέα των δημόσιων υπηρεσιών. Παράλληλα, μελετά τους παράγοντες που επηρεάζουν την αναπτυξιακή πορεία της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των υποδομών της χώρας.
Στο Κεφάλαιο 1 προσεγγίζεται η έννοια της διοικητικής μεταρρύθμισης και η εξέλιξη της δημόσιας διοίκησης, με έμφαση στις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν διαχρονικά. Στη συνέχεια αναλύονται τα ειδικά προβλήματα και οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, με σκοπό την αξιολόγηση της συμβολής της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στην αντιμετώπισή τους. Επιπλέον, γίνεται αναφορά σε δύο τομείς της κεντρικής διοίκησης (το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και το Υπουργείο Παιδείας) και στις εφαρμογές ηλεκτρονικής διακυβέρνησης που έχουν υλοποιήσει, οι οποίες από την αρχική τους εφαρμογή αντανακλούν σταθερά τον εκσυγχρονισμό των λειτουργιών του κράτους με θετικά αποτελέσματα. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με αναφορά στη χρήση των Ανοιχτών Δεδομένων (Open Data) στη δημόσια διοίκηση και στη συζήτηση των ωφελειών που προκύπτουν από την ενίσχυση της διαφάνειας, της συμμετοχής των πολιτών και της αποδοτικότητας των υπηρεσιών. Η πολιτική των Ανοιχτών Δεδομένων, η οποία προβλέπει τη χρήση, επεξεργασία και επαναδιάθεση δεδομένων χωρίς περιορισμούς πνευματικών δικαιωμάτων ή άλλων περιορισμών, θεωρείται ότι διευκολύνει τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών και βελτιώνει τη συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα και την κοινωνική ευημερία.
Στο Κεφάλαιο 2, η εργασία συνεχίζει με τη συζήτηση της πανδημίας ως ενός παγκόσμιου φαινομένου, το οποίο χαρακτηρίζεται από ευρεία εξάπλωση μολυσματικών ασθενειών που πλήττουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού και συνοδεύονται από σοβαρές συνέπειες για τη δημόσια υγεία. Ωστόσο, ιστορικά οι πανδημίες έχουν λειτουργήσει επίσης ως ισχυροί μηχανισμοί ριζικών αλλαγών σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, προκαλώντας βαθιές μεταβολές στις κοινωνικές δομές, στην οικονομική οργάνωση, στη διεθνή διακυβέρνηση και στην πολιτική σταθερότητα. Από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, οι πανδημίες συχνά προκάλεσαν ή επιτάχυναν μετασχηματισμούς που ίσως θα είχαν καθυστερήσει ή δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί ποτέ υπό διαφορετικές συνθήκες.
Στο Κεφάλαιο 3, παρουσιάζεται η κατάσταση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης πριν από την πανδημία COVID-19. Η δομή αυτή εμφάνιζε αρκετές αδυναμίες και προβλήματα σχετικά με την αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες. Ανισότητες, γραφειοκρατία, περιορισμένες ψηφιακές υποδομές και η ανάγκη εκσυγχρονισμού ήταν μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά που καθόριζαν τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα πριν από την πανδημία, καθιστώντας την ανάγκη για ψηφιοποίηση ολοένα και πιο επιτακτική. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την παρουσίαση δεδομένων σχετικά με την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση (Multilevel Governance), η οποία αναφέρεται στην ενσωμάτωση πολλών επιπέδων διοίκησης, όπως η κεντρική κυβέρνηση, οι τοπικές αρχές και λοιποί δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς που εμπλέκονται στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και παροχής υπηρεσιών.
Στο Κεφάλαιο 4, παρουσιάζονται δεδομένα σχετικά με την Έκθεση Πισσαρίδη και τη «Ψηφιακή Βίβλο», καθώς συνδέονται με την προσπάθεια του κράτους για αναπροσαρμογή του αναπτυξιακού και διοικητικού μοντέλου του, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Οι βασικές προτάσεις της Έκθεσης συνοψίζονται στη σημασία της ψηφιοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών και του εκσυγχρονισμού της πληροφοριακής υποδομής, της αναβάθμισης των ψηφιακών δεξιοτήτων των πολιτών και της ενίσχυσης της εκπαίδευσης. Επίσης, τονίζεται η ανάγκη να καταστούν οι δημόσιοι οργανισμοί πιο ευέλικτοι και διαφανείς μέσω ψηφιακών εργαλείων και ενίσχυσης της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, καθώς και η ανάγκη ενίσχυσης της ψηφιακής επιχειρηματικότητας και της νομοθεσίας που θα διευκολύνει την ανάπτυξη της καινοτομίας.
Στο Κεφάλαιο 5, παρουσιάζονται τρεις συγκεκριμένες ψηφιακές υπηρεσίες, όπως η εφαρμογή MySchool, οι Ψηφιακές Υπηρεσίες του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου (ΠΣΔ) και το Σύστημα Ψηφιακής Φροντίδας (Digital Tutoring System), ως παραδείγματα εκσυγχρονισμού και ψηφιοποίησης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Οι υπηρεσίες αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της ψηφιακής εκπαίδευσης, η οποία στοχεύει στη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, την παροχή καλύτερων υπηρεσιών σε μαθητές και εκπαιδευτικούς και την αύξηση της πρόσβασης σε σύγχρονες τεχνολογίες και ψηφιακά εργαλεία.
Στο Κεφάλαιο 6, παρουσιάζονται παραδείγματα δράσεων ψηφιακού μετασχηματισμού στον χώρο του Πολιτισμού και του Αθλητισμού. Το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο και το Εθνικό Αρχείο Μνημείων αποτελούν δύο σημαντικά εργαλεία για τη διαχείριση και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Εντάσσονται στην προσπάθεια της χώρας να καταγράψει, να διαχειριστεί και να προστατεύσει μνημεία και αρχαιολογικά ευρήματα, συνδυάζοντας την παραδοσιακή αρχαιολογία με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα όπως η ψηφιοποίηση και τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS). Το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο εισάγει την έννοια της γεωχωρικής καταγραφής μνημείων, ενώ το Εθνικό Αρχείο Μνημείων συγκεντρώνει, οργανώνει και διαθέτει πληροφορίες για την προστασία, συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων. Η προώθηση της Πολιτιστικής και Επιστημονικής Κληρονομιάς της Ακαδημίας Αθηνών συμβάλλει στη διάχυση επιστημονικών και πολιτιστικών πόρων, ενισχύοντας την πρόσβαση στην έρευνα και την εκπαίδευση.
Στο Κεφάλαιο 7, αναλύεται η κατάσταση στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες που επλήγησαν σοβαρά από την πανδημία COVID-19, δείχνοντας πώς αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε άμεσες και ουσιαστικές αλλαγές για να διασφαλίσουν τη συνεχή παροχή υπηρεσιών στους πολίτες. Η ελληνική δημόσια διοίκηση έκανε σημαντικά βήματα στην ψηφιοποίηση και την υλοποίηση νέων στρατηγικών για την υγεία και κοινωνική υποστήριξη. Παράλληλα, παρουσιάζονται οι βέλτιστες πρακτικές της Δανίας και της Ιρλανδίας στον τομέα της ψηφιοποίησης υπηρεσιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα για άλλες χώρες.
Στο Κεφάλαιο 8, εξετάζεται η έννοια της διαλειτουργικότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η βιώσιμη ψηφιοποίηση, οι οποίες αποτελούν δύο καθοριστικούς πυλώνες για την επιτυχία της ψηφιακής ολοκλήρωσης και την επίτευξη των ευρωπαϊκών στρατηγικών στόχων στη ψηφιακή διακυβέρνηση. Στην εποχή της ψηφιακής μετάβασης υπάρχει ανάγκη για συνεκτικές και συνεργατικές υποδομές που θα επιτρέπουν σε κυβερνήσεις και δημόσιες υπηρεσίες να επικοινωνούν και να ανταλλάσσουν δεδομένα με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
Στο Κεφάλαιο 9, το ερευνητικό μέρος της εργασίας, εξετάζεται η ενσωμάτωση και η διείσδυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στη δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα, ειδικότερα στους τομείς του Πολιτισμού και του Αθλητισμού. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν το επίπεδο ανάπτυξης της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης αλλά και τους τομείς που απαιτούν βελτιώσεις όσον αφορά τη διαλειτουργικότητα, τις τεχνολογικές υποδομές, την κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού και τη διαμόρφωση κουλτούρας εργασίας. Παρά την πρόοδο, ζητήματα όπως η ελλιπής νομοθεσία, η ατελής κωδικοποίηση και οι δυσλειτουργίες εξακολουθούν να εμποδίζουν την προώθηση και την πλήρη αξιοποίηση κρίσιμων έργων ΤΠΕ.This research project investigates the developments of the 4th Industrial Revolution, the New Economy it creates, and the Digital Governance Code that is being established. It examines the role of e-Governance in the Greek public administration, focusing on how it transforms the existing reform framework and how it leads and directs new administrative processes, primarily in public services. At the same time, it studies the factors that influence the development trajectory of e-Governance and the digital transformation of the country's infrastructure.
Chapter 1 explores the concept of administrative reform and the evolution of public administration, with an emphasis on the major reforms. It then analyzes the specific problems and inherent weaknesses of the Greek public administration, aiming to assess the contribution of e-Governance and information and communication technologies in addressing these issues. Furthermore, the dissertation refers to two sectors of central administration (the Ministry of Culture and Sports and the Ministry of Education) and their e-Governance applications, which have consistently reflected, since their inception, the modernization of the State’s functions with a positive outcome. Chapter 1 concludes with a reference to the use of Open Data in public administration and a discussion of the benefits that arise from enhancing transparency, citizen participation, and service efficiency. The Open Data policy, which involves the use, processing, and redistribution of data without restrictions from copyright or other limitations, is believed to facilitate the creation of new business opportunities and improve collaboration between the public and private sectors, thereby strengthening sustainability and social welfare.
In Chapter 2, the work continues with a discussion of the pandemic as a global phenomenon characterized by the widespread spread of infectious diseases, which affects large numbers of people and is accompanied by serious health consequences. However, pandemics have historically also served as powerful tools for radical upheavals at the social, political, and economic levels, as humanity has experienced profound changes in societal structures, economic organization, global governance, and political stability. From antiquity to the modern era, pandemics have caused or accelerated transformations that might have been delayed or never occurred without them.
In Chapter 3, an overview is provided of the situation in the Greek public administration prior to the COVID-19 pandemic. This structure exhibited several shortcomings and disadvantages regarding the efficiency, effectiveness, and quality of the services provided to citizens. Inequalities, bureaucracy, limited digital infrastructure, and the need for modernization were some of the main characteristics that defined the operation of the public administration in Greece before the pandemic, with the need for modernization and digitization becoming increasingly urgent. The chapter concludes by presenting data on Multilevel Governance, which refers to the integration of multiple levels of administration, such as central government, local authorities, and other public and private entities involved in decision-making processes and service delivery.
In Chapter 3, an overview is provided of the situation in the Greek public administration prior to the COVID-19 pandemic. This structure exhibited several shortcomings and disadvantages regarding the efficiency, effectiveness, and quality of the services provided to citizens. Inequalities, bureaucracy, limited digital infrastructure, and the need for modernization were some of the main characteristics that defined the operation of the public administration in Greece before the pandemic, with the need for modernization and digitization becoming increasingly urgent. The chapter concludes by presenting data on Multilevel Governance, which refers to the integration of multiple levels of administration, such as central government, local authorities, and other public and private entities involved in decision-making processes and service delivery.
In Chapter 4, data is presented regarding the Pissarides Report and the Digital Bible, as they are connected to the state's effort to readjust its developmental and administrative model, utilizing the opportunities provided by digital technology for the development and modernization of the country. The main proposals of the Report are summarized in the importance of digitizing public services and modernizing IT infrastructure, upgrading citizens' digital skills, and enhancing education. It also emphasizes the need for public bodies to become more flexible and transparent through the application of digital tools and the strengthening of e-Governance, as well as the necessity for the country to boost digital entrepreneurship and legislation that will facilitate innovation development.
In Chapter 5, three specific digital services are presented, such as the MySchool Application, the Digital Services of the Greek School Network (PSS), and the Digital Tutoring System, as examples of modernization and digitization of the Greek education system. These services are integrated into the broader framework of digital education, which aims to enhance the educational process, provide better services to students and teachers, and increase access to modern technologies and digital tools.
In Chapter 6, examples of digital transformation actions in Culture and Sports are presented. The Archaeological Land Registry and the National Monument Archive are two important tools for the management and protection of cultural heritage in Greece. They are part of the country's effort to catalog, manage, and protect historical and archaeological monuments, combining traditional archaeology with modern technological means such as digitization and Geographic Information Systems (GIS). The Archaeological Land Registry introduces the concept of geospatial recording of monuments and provides a tool for better organization of archaeological data, making it more accessible and serving the needs of researchers, cultural institutions, and the general public. The National Monument Archive is another critical tool for the protection and management of monuments in Greece. It gathers, organizes, and provides information about monuments and archaeological sites in the country to ensure their protection, conservation, and restoration. The promotion of the Cultural and Scientific Heritage of the Academy of Athens is an important goal for the preservation and advancement of the country's cultural and scientific heritage, aiming at the protection, recognition, digitization, and wider dissemination of the scientific and cultural resources held by the Academy of Athens, to enhance access to scientific research, education, and the cultivation of cultural heritage.
The chapter concludes with a critical assessment of the progress of digital transformation in the Ministry of Education and other sectors of Greek education, linking this with the evaluation of strategies, actions, and technological solutions adopted by the Ministry in recent years. While the digital transformation has made significant strides, it has also presented challenges and limitations that require review.
In Chapter 7, the situation in Greece, as well as other countries severely affected by the COVID-19 pandemic, is analyzed, showing how they had to make immediate and significant changes to ensure the continued provision of services to their citizens. The Greek public administration made significant progress in digitization and the implementation of new strategies for the health and social support of citizens. At the same time, the best practices of Denmark and Ireland in the field of service digitization are analyzed, which have proven to be particularly effective and can serve as examples for other countries.
In the next and final chapter of the theoretical part, Chapter 8, the concept of interoperability in the European Union and sustainable digitization are approached, as these are two crucial pillars for the success of digital integration and the achievement of European strategic goals in digital governance. In the digital transition era, there is a pressing need for the creation of cohesive and collaborative infrastructures that will enable governments and public services to communicate and exchange data securely and effectively.
In Chapter 8, the concept of interoperability in the European Union and sustainable digitization are approached, as these are two crucial pillars for the success of digital integration and the achievement of European strategic goals in digital governance. In the digital transition era, there is a pressing need for the creation of cohesive and collaborative infrastructures that will enable governments and public services to communicate and exchange data securely and effectively.
In Chapter 9, the research section, the integration and penetration of e-government in the Greek public administration, specifically in the fields of Culture and Sports, are examined. The results of these studies highlight the level of development of e-government and the areas that require improvements from central administration in terms of interoperability, technological infrastructures, human resource training, and investment in employment culture. Finally, conclusions are drawn regarding the qualitative characteristics of e-government in Greece and the challenges for its future improvement and development. While e-government in Greece has made significant progress by providing successful electronic platforms where citizens and businesses can access services remotely and without physical presence, receiving satisfactory services, issues such as poor legislation, inadequate codification, and dysfunctionalities hinder the promotion and use of important I.C.T. project
Aspects of police cooperation within the EU framework for preventing and combating migrant smuggling and human trafficking
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το εύρος των πτυχών της αστυνομικής συνεργασίας σε ένα δυναμικά εξελισσόμενο πολιτικό, θεσμικό, στρατηγικό και επιχειρησιακό πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πρόληψη και καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων. Υπό το πρίσμα αυτό, μέσω της ακαδημαϊκής έρευνας και κριτικής προσέγγισης των συναφών νομικών κειμένων και εγγράφων πολιτικής και στρατηγικής, θα αξιολογηθεί η προσαρμοστικότητα της Ένωσης στις εξελισσόμενες προκλήσεις, η ανθεκτικότητα του ισχύον θεσμικού πλαισίου, η αποτελεσματικότητα της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των αρμόδιων ευρωπαϊκών Οργανισμών, καθώς και το φάσμα διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα, εξετάζεται ο βαθμός στον οποίο οι νέες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες στον τομέα αυτό επιτρέπουν την αποτελεσματική και συντονισμένη αντιμετώπιση των αναδυόμενων απειλών, με έμφαση στην ενισχυμένη αστυνομική συνεργασία σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Ειδικότερα, η έρευνα ξεκινά πρωτίστως με την παρουσίαση της πολιτικής, νομοθετικής και στρατηγικής κατεύθυνσης της ΕΕ, η οποία τέθηκε από το 2002, μέσω της ανάλυσης ειδικότερων πτυχών του θεσμικού πλαισίου που εισήγαγε το «Πακέτο Διευκόλυνσης» (2002), η Ευρωπαϊκή Ατζέντα για τη Μετανάστευση (2015), το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών (2015-2020) και τα Συμπεράσματα Συμβουλίου (2016), πρωτοβουλίες που απηχούν τις δεσμεύσεις της Ένωσης για την προώθηση συντονισμένης δράσης σε επίπεδο ΕΕ και διεθνώς κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών και εμπορίας ανθρώπων. Εν συνεχεία, η έρευνα εστιάζει στις σύγχρονες ευρωπαϊκές στρατηγικές και στο θεσμικό πλαίσιο που εισάγει το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο (2020-2024) και η Στρατηγική της Ένωσης Ασφάλειας 2020-2025. Τέλος, αναλύονται τα σύγχρονα νομοθετικά και επιχειρησιακά εργαλεία στον εν λόγω τομέα, καθώς και η πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2023) για τη διαμόρφωση μιας παγκόσμιας συμμαχίας για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων.
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε στη διπλωματική εργασία συνδυάζει την ποιοτική ανάλυση και την ακαδημαϊκή ερευνητική προσέγγιση βασισμένη τόσο σε κείμενα πολιτικής, όσο και σε υφιστάμενες στρατηγικές κατευθύνσεις, όσο και στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, αλλά και στις τρέχουσες προτάσεις αναθεώρησής του. Υπό το πρίσμα αυτό, επιδιώχθηκε η συστηματική διερεύνηση των πτυχών της αστυνομικής συνεργασίας στο νομοθετικό και στρατηγικό πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και η αξιολόγηση της πρακτικής εφαρμογής των μέτρων που εισάγονται, μέσα από ειδικότερα στοχευμένα παραδείγματα και ποιοτικά δεδομένα.
Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, υπάρχει περιθώριο βελτίωσης που άπτεται του καλύτερου συντονισμού, της συνεργασίας των αρμόδιων Αρχών επιβολής του νόμου και της διαλειτουργικότητας των υφιστάμενων συστημάτων τους. Στα συμπεράσματα της παρούσας διπλωματικής εργασίας τίθεται η συνθήκη επίτευξης μιας κοινής πολιτικής της ΕΕ στον τομέα της καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων, οι συνιστώσες της οποίας αποτελούνται από την αντίληψη και διασύνδεση της εθνικής με την ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα, την ενισχυμένη αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών, την επιμέρους αποτελεσματική επιχειρησιακή συνεργασία και του βέλτιστου συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων Αρχών στις προληπτικές και κατασταλτικές τους δράσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις εν λόγω πολιτικές και δράσεις, μέσα από ένα ισχυρό ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο προστασίας, η οποία περιλαμβάνει μία βιώσιμη λύση για τις συνεχιζόμενες μεταναστευτικές ροές που άπτεται, μεταξύ άλλων και της αναγκαιότητας δημιουργίας νόμιμων οδών μετανάστευσης, αποτελούν καίρια σημεία της επιτυχούς ενωσιακής μεταναστευτικής πολιτικής, της προστασίας της εσωτερικής ασφάλειας της ΕΕ και της επιτυχούς αστυνομικής συνεργασίας. Τέλος, ξεχωριστή θέση στο πλέγμα προτάσεων έχει η ενίσχυση της εξωτερικής διάστασης της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ, ως βασικό δομικό στοιχείο για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων, μέσα από δράσεις διεθνών επαφών, συνεργασίας, εξωστρέφειας και συναντίληψης του διεθνούς δικαιοκρατικού πεδίου.This thesis examines the various aspects of police cooperation within a dynamically evolving political, institutional, strategic, and operational framework of the European Union to prevent and combat migrant smuggling and human trafficking. From this perspective, through academic research and a critical analysis of relevant legal texts and policy and strategic documents, the adaptability of the Union to emerging challenges, the resilience of the existing institutional framework, the effectiveness of cooperation among Member States and relevant European agencies, and the extent to which human rights are safeguarded will be evaluated. At the same time, the research explores the degree to which new European initiatives in this field enable an effective and coordinated response to emerging threats, emphasizing enhanced police cooperation at both the European and international levels.
Specifically, the research begins with an overview of the EU’s political, legislative, and strategic direction set in 2002, analyzing key aspects of the institutional framework introduced by the “Facilitation Package” (2002), the European Agenda on Migration (2015), the EU Action Plan against Migrant Smuggling (2015-2020), and the Council Conclusions (2016). These initiatives reflect the Union’s commitments to promoting coordinated action at the EU and international levels against migrant smuggling and human trafficking. The research then focuses on contemporary European strategies and the institutional framework introduced by the new Pact on Migration and Asylum (2020-2024) and the EU Security Strategy (2020-2025). Finally, it analyzes modern legislative and operational tools in this domain, as well as the recent initiative of the European Commission (2023) to establish a global alliance to combat migrant smuggling and human trafficking.
The methodology adopted in this thesis combines qualitative analysis and an academic research approach based on policy documents, existing strategic guidelines, the current institutional framework, and ongoing proposals for its revision. In this context, the research systematically explores aspects of police cooperation within the legislative and strategic landscape of the European Union for combating migrant smuggling and human trafficking. Additionally, it assesses the practical implementation of the measures introduced, using targeted examples and qualitative data.
The research findings indicate that, despite significant progress, there is room for improvement in terms of better coordination, cooperation among law enforcement authorities, and the interoperability of existing systems. The conclusions of this thesis highlight the need for a common EU policy in the fight against migrant smuggling and human trafficking. This policy should integrate national, European, and international realities, enhance solidarity among Member States, ensure effective operational cooperation, and optimize coordination among relevant authorities in both preventive and enforcement actions.
It is worth noting that ensuring human rights protection within these policies and actions—through a robust European institutional framework—includes sustainable solutions for ongoing migration flows, emphasizing the necessity of legal migration pathways. These elements are crucial to the success of the EU migration policy, the protection of the Union’s internal security, and the effectiveness of police cooperation. Lastly, a key aspect of the proposed policy framework is strengthening the external dimension of the EU’s migration policy. This is essential for effectively addressing migrant smuggling and human trafficking through international engagement, cooperation, outreach, and a shared understanding of the global rule-of-law landscape.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο και Πολιτικ
Energy security and the war in Ukraine
Η προσπάθεια της Ρωσίας να κρατήσει υπό τον έλεγχο και την κυριαρχία της την Ουκρανία στα χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, μη σεβόμενη την αυτονομία της, συχνά δημιουργούσε προστριβές μεταξύ τους, με αποτέλεσμα και οι υπόλοιπες χώρες –κυρίως οι ΗΠΑ– να επεμβαίνουν στις σχέσεις των δύο αυτών χωρών ενάντια στην προσπάθεια επιβολής δύναμης της Ρωσίας. Η Ρωσία, ωστόσο, ούσα η κύρια προμηθεύτρια ενέργειας σε πολλά κράτη της Ευρώπης και στην ευρύτερη περιοχή, αντιδρώντας στην κίνηση των Αμερικανών και όσων συνεργάζονταν μαζί τους, πολλές φορές περιόριζε ή και διέκοπτε την παροχή ενέργειας σε αυτές και αυτό οδηγούσε σε μια γενικότερη ανασφάλεια για τη διασφάλισή της, είτε άμεσα (έλλειμμα ζητούμενης ποσότητας) είτε έμμεσα (δυνατότητα απόκτησης της ή έλλειμμα προσιτότητας προς αυτήν). Η υπερβολική εξάρτηση που υπήρχε στο ζήτημα της ενέργειας από ένα μόνο κράτος, πολύ συχνά έθετε σε κίνδυνο τη δυνατότητα προμήθειάς του και ήδη πολύ πριν από τον πόλεμο είχαν αρχίσει να συζητώνται ο τρόπος με τον οποίο θα προχωρήσει η συγκεκριμένη απαγκίστρωση.
Ο πόλεμος που ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 2022, έπειτα από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, επίσπευσε τις προαναφερόμενες προσπάθειες, καθώς η Ρωσία απάντησε γι’ άλλη μια φορά στην τιμωρητική διάθεση των ανεπτυγμένων χωρών με το όπλο της ενέργειας που είχε στα χέρια της. Οι επιπτώσεις που προκλήθηκαν σε τομείς από το περιβάλλον μέχρι τη σίτιση και την οικονομία ήταν τρομακτικές, βάζοντας ολόκληρο τον κόσμο σε ταλαιπωρία. Παράλληλα, ωστόσο, δημιούργησε μια νέα κατάσταση στο παγκόσμιο σύστημα, η οποία οδήγησε στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, ώστε, από τη μια, να αμβλυνθούν γρήγορα οι αρνητικές συνέπειες και ο κόσμος να επανέλθει σε μια κανονικότητα, από την άλλη, να μην δημιουργηθεί ξανά ένα παρόμοιο πρόβλημα ή τουλάχιστον ένα τέτοιας έκτασης πρόβλημα, σε κάποια ανάλογη περίπτωση.
Έτσι, λοιπόν, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι το εν λόγω πρόβλημα δημιουργείται εξαιτίας της ενεργειακής ανασφάλειας που προϋπήρχε της εισβολής, ολόκληρος ο κόσμος, αλλά κυρίως τα ανεπτυγμένα κράτη, στράφηκαν προς τη μόνιμη διασφάλισή της. Τα σχέδια και οι στρατηγικές που είχαν γίνει τα τελευταία χρόνια, μετά τον πόλεμο τίθενται προς υλοποίηση, και, το ζήτημα της ενέργειας και ό,τι εξαρτάται από αυτό, παίρνει άλλη τροπή. Το σημαντικό που θα πρέπει να απαντηθεί, επομένως, το επόμενο διάστημα, είναι αν η πορεία διαγράφεται θετική και το μέλλον, τόσο το κοντινό όσο και το απώτερο, χαρακτηρίζεται ευοίωνο. Αν οι όποιες αδυναμίες χωρούν διορθωτικές κινήσεις ή πρέπει να γίνει ριζικός επανασχεδιασμός και επαναπροσδιορισμός των μέχρι σήμερα κινήσεων και δράσεων. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση των νέων τάσεων που προέκυψαν και άρχισαν να εδραιώνονται στην παγκόσμια ενέργεια μετά τη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας τον Φεβρουάριο του 2022.Russia's attempt to keep Ukraine under its control and sovereignty in the years after the dissolution of the Soviet Union, without respecting its autonomy, often created friction between them, with the result that other countries – mainly the USA – intervened in the relations between these two countries against Russia's attempt to impose force. Russia, however, being the main supplier of energy to many countries in Europe and the wider region, reacting to the actions of the Americans and those who collaborated with them, often limited or even interrupted the supply of energy to them, and this led to a general insecurity for its security, either directly (shortage of the required quantity) or indirectly (possibility of obtaining it or lack of accessibility to it). The excessive dependence on a single state for energy often jeopardized its supply, and discussions had already begun long before the war on how this unhooking would proceed.
The war that broke out in February 2022, following Russia’s invasion of Ukraine, accelerated the aforementioned efforts, as Russia once again responded to the punitive mood of developed countries with the energy weapon it had in its hands. The consequences that were caused in sectors from the environment to food and the economy were terrifying, putting the entire world in distress. At the same time, however, it created a new situation in the global system, which led to the search for alternative solutions, so that, on the one hand, the negative consequences could be quickly mitigated and the world could return to normality, and on the other hand, a similar problem, or at least a problem of such magnitude, could not arise again in a similar case.
Thus, taking it as a given that the problem in question was created due to the energy insecurity that existed before the invasion, the entire world, but mainly the developed countries, turned towards its permanent security. The plans and strategies that had been made in recent years, after the war, are being put into practice, and the issue of energy and everything that depends on it, is taking a different turn. The important thing that must be answered, therefore, in the coming period, is whether the course is positive and the future, both near and far, is characterized as auspicious. If any weaknesses can be corrected or should there be a radical redesign and redefinition of the movements and actions to date. The purpose of this paper is to investigate the new trends that emerged and began to consolidate in global energy after the Russia-Ukraine conflict in February 2022.ΠΜΣ Στρατηγικές Σπουδές Ασφάλεια
Renewable energy sources, energy communities and the role of the consumer
Η παρούσα εργασία διερευνά τον κρίσιμο ρόλο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ενεργειακών κοινοτήτων στην ενεργειακή μετάβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθώς η ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική, σε συνδυασμό με την ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια και οικονομική ανθεκτικότητα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προσφέρουν μια βιώσιμη εναλλακτική λύση για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Ως εκ τούτου, οι ενεργειακές κοινότητες αναδύονται ως μετασχηματιστική δύναμη στον τομέα της ενέργειας, δίνοντας τη δυνατότητα στους τοπικούς συμμετέχοντες να παράγουν, να καταναλώνουν και να διαμοιράζουν την ενέργεια από ΑΠΕ. Αυτό το συνεργατικό μοντέλο προωθεί την αποκέντρωση, τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα των ενεργειακών συστημάτων. Η ΕΕ έχει θεσπίσει νομοθετικά πλαίσια με στόχο την υποστήριξη της αυτοπαραγωγής και τη μεταστροφή των καταναλωτών από παθητικούς χρήστες σε ενεργούς συντελεστές στην αγορά ενέργειας. Η παρούσα εργασία αναδεικνύει τη σημασία αυτών των νομικών μέσων και τον ρόλο των ενεργειακών κοινοτήτων που επιτρέπουν στους καταναλωτές να συμμετέχουν δημοκρατικά στη λήψη αποφάσεων, στη διακυβέρνηση και στις πρωτοβουλίες για τη βιώσιμη ενέργεια. Με την εξέταση των ρυθμιστικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η διατριβή τονίζει πώς οι ενδυναμωμένοι καταναλωτές και οι συνεργατικές ενεργειακές πρωτοβουλίες μπορούν να οδηγήσουν σε ένα ανθεκτικό, βιώσιμο και ασφαλές ενεργειακό μέλλον για την ΕΕ σε περιφερειακό, εθνικό και τοπικό επίπεδο.This paper explores the crucial role of renewable energy sources and energy communities in the energy transition of the European Union. As the need to tackle climate change becomes more and more urgent, combined with the need for energy security and economic resilience, renewable energy sources offer an alternative to fossil fuel decarbonisation. Energy communities are emerging as a transformative force in the energy sector, enabling local participants to produce, consume and share energy from renewables. This collaborative model promotes decentralisation, sustainability and resilience of energy systems. The EU has put in place legislative frameworks to support self-generation and to shift consumers from passive users to active players in the energy market. This paper highlights the
importance of these legal instruments and the role of energy communities in enabling consumers to participate democratically in decision-making, governance and sustainable energy initiatives. By examining the regulatory, social and environmental implications, the thesis highlights how empowered consumers and collaborative energy initiatives can lead to a resilient, sustainable and secure energy future for the EU at regional, national and local levels.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Δίκαιο και Πολιτική για το Περιβάλλον και την Ενέργει
National Resistance in political discourse (1974-1984): uses, abuses and silences
Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, ΠΜΣ, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, 2025Βιβλιογραφία: σ. 184-199Η δεκαετία του 1940 αποτελεί μια ιστορική περίοδο πρόσφορη για διαρκή αναστοχασμό καθώς είναι μεστή σε γεγονότα. Τα γεγονότα αυτά (Αλβανικό μέτωπο, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος) αναδεικνύουν και τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της περιόδου που άφησαν ανεξίτηλο κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα στην μεταπολεμική περίοδο. Η ελεγχόμενη, καχεκτική , δυσχερής μετεμφυλιακή δημοκρατία πρόταξε τον κοινοβουλευτισμό , αλλά με όρους ψυχροπολεμικούς και με γνώμονα το αιτούμενο της εθνικής ασφάλειας. Η δημιουργία μιας ελληνικής εκδοχής αντικομμουνιστικού κράτους και η παράλληλη προσπάθεια εκσυγχρονισμού δεν κατάφερε να συμβιβάσει τις αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας οδηγώντας στην δικτατορία των συνταγματαρχών. Στην συνθήκη της Μεταπολίτευσης και συγκεκριμένα την περίοδο 1974-1984 (αλλά και νωρίτερα) η πολεμική και πολιτική δεκαετία του ΄40 και συγκεκριμένα η περίοδος της Αντίστασης επανέρχεται όχι μόνο ως αιτούμενο στην επιστημονική έρευνα, αλλά και ως όρος αναφοράς στον πολιτικό λόγο. Αναφορικά με την Αντίσταση, εφόσον εσπευσμένα αναγνωρίστηκε ως εθνική χωρίς το ΕΑΜ ακριβώς στην λήξη του εμφυλίου , αποσιωπήθηκε. Η αποσιώπηση αυτή απομονώνει και περιθωριοποιεί το ΕΑΜ το οποίο και θεωρείται συλλήβδην κομμουνιστογενές. Ακολουθώντας το χρονολογικό και ιστορικό νήμα της αναγνώρισης της Αντίστασης και την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από τους φορείς του πολιτικού λόγου χρησιμοποιώντας την λογοϊστορική κριτική ανάλυση λόγου παρακολουθούμε πως εξελίσσεται η αφήγηση για την δεκαετία του ΄40 , πώς η αντίσταση χρησιμοποιείται και γιατί και πώς τελικά «αποεαμοποείται» και αποπολιτικοποιείται παρά την συμπεριληπτική της αναγνώριση μεταπολιτευτικά. Μια σειρά από πολιτικές πρακτικές δημιούργησαν τις κατάλληλες εκείνες συνθήκες για να δημιουργηθεί μια αφήγηση για την εθνική αντίσταση αντίστοιχη της αναγνώρισής της. Η ιστορία της αναγνώρισης της εθνικής αντίστασης τεκμηριώνει εκ προοιμίου και την αφήγηση για την αντίσταση. Στην Μεταπολίτευση η στόχευση αλλάζει και με χρονόσημο το 1982 και την αναγνώριση της εθνικής, καθολικής αντίστασης προκρίνεται η προβολή της ενότητας , της συμφιλίωσης και της σταδιακής λήθης ή απομειούμενης μνήμης. Ο νέος «μυθότοπος» της αντίστασης στην νέα συνθήκη της Μεταπολίτευσης εγγράφεται στο συλλογικό φαντασιακό Το σχήμα κατ αναλογίαν ήταν αυτό που εμπέδωσε την αντίσταση στο πολιτικό φαντασιακό. Η χρήση της αναλογίας επιτρέπει την δημιουργία συνεχώς νέων μορφών, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να υπερισχύσουν και να αντικαταστήσουν τις παλαιότερες από τις οποίες προέκυψαν. Αυτό συνέβη και με την έννοια της αντίστασης και τις αναφορές στο ΕΑΜ ως ιστορική αναλογία. Προβλήθηκαν τα ενωτικά χαρακτηριστικά του ΕΑΜ και έτσι σταδιακά εμπεδώθηκε ως πολυσυλλεκτικό και αποκόπηκε από την κομμουνιστική ηγεμονία. Η χρήση της ιστορίας έγινε κατ ανάγκην επιλεκτικά και αποσπασματικά για να εξυπηρετηθούν οι πολιτικές σκοπιμότητες. Οι μηχανισμοί που διέπουν τα ιστορικά σύνολα χρησιμοποιούνται όχι αντικειμενικά προκειμένου να ανασυντεθεί το παρελθόν στο βαθμό του δυνατού, αλλά εργαλειακά προκειμένου το παρελθόν να «χωρέσει» στο νέο σχήμα που απαιτεί το παρόν.The 1940s represent a historical period rich in events, such as the Albanian Front, the Occupation, the Resistance, and the Civil War, which highlight the political and ideological conflicts of the era, leaving a profound social and political impact on the post-war period. The post-civil war democracy, though it embraced parliamentary governance, did so under Cold War pressures, with national security as its primary concern. The creation of a Greek version of an anti-communist state and the simultaneous effort to modernize failed to reconcile the contradictions within Greek society, leading to the dictatorship of the colonels. During the Metapolitefsi (1974-1984), and particularly in the period from 1974-1984 (but even earlier), the politically charged decade of the 1940s, specifically the Resistance period, resurfaced not only as a subject of academic research but also as a key reference in political discourse. When the Resistance was recognized as national at the end of the Civil War, the role of the EAM was conveniently left out, and its contributions were silenced. This silencing isolated and marginalized the EAM, which was viewed as purely communist. By following the chronological and historical thread of recognizing the Resistance and the arguments developed by political discourse through critical discourse analysis, we observe how the narrative of the 1940s evolves, how the Resistance is used, and why it is eventually "de-EAMed" and depoliticized despite its inclusive recognition. A series of political practices created the right conditions for the creation of a narrative of national resistance that corresponded with its recognition. The history of the recognition of national resistance preemptively shapes the narrative of the Resistance. In the Metapolitefsi, the focus shifts, and with the landmark year of 1982, when the national, all-encompassing Resistance was recognized, the narrative prioritizes unity, reconciliation, and the gradual forgetting or diminishing of memory. The new "mythscape" of resistance in the new context of the Metapolitefsi is engraved in the collective imagination. The analogy model is what solidified the Resistance in the political imagination. The use of analogy allows for the creation of new forms that can prevail and replace the old ones from which they emerged. This also happened with the concept of resistance and references to the EAM as a historical analogy. The unifying characteristics of the EAM were emphasized, and gradually it was cemented as a more inclusive entity, detached from communist hegemony. The use of history became selectively and fragmentarily applied to serve political purposes. The mechanisms that govern historical narratives are not used objectively to reconstruct the past as accurately as possible, but instrumentally, so that the past "fits" into the new framework required by the present.ΠΜΣ Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
Economic fluctuations and real estate markets: the case of Airbnb
Η παρούσα εργασία εστιάζει στην οικονομία της αγοράς ακινήτων και συγκεκριμένα στην εξέλιξή της τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στην Ελλάδα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πλατφόρμα Airbnb και στο πως αυτή έχει επηρεάσει την αγορά των ακινήτων. Αρχικά, γίνεται παρουσίαση του θεωρητικού πλαισίου μέσω των ορισμών βασικών εννοιών αλλά και την ανάλυση των παραγόντων που επηρεάζουν την ζήτηση και, συνεπώς, την αξία των ακινήτων. Στη συνέχεια, εξετάζονται οι παγκόσμιες τάσεις στην συγκεκριμένη αγορά με επισήμανση των περιόδων οικονομικών κρίσεων (όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 αλλά και η πανδημία COVID-19).
Παρουσιάζονται οι διακυμάνσεις στις τιμές των κατοικιών, στα κόστη κατασκευής και στο διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών, δείχνοντας την σχέση μεταξύ των μακροοικονομικών δεικτών (όπως το ΑΕΠ και τα επιτόκια) και της αγοράς ακινήτων. Τέλος, έμφαση δόθηκε στην περίπτωση της Airbnb, η οποία διαμορφώνει, πλέον, τη ζήτηση κατοικιών αλλά και την χρήση των ακινήτων, συμβάλλοντας έτσι, μεταξύ άλλων, στην αύξηση των τιμών ενοικίασης και στην πίεση για μόνιμη στέγαση που ασκείται στους κατοίκους σε σχέση με τους τουρίστες.
Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα πως η αγορά των ακινήτων επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές του κράτους και τις διεθνείς και τεχνολογικές εξελίξεις, καθιστώντας την μια από τις πιο ευμετάβλητες αγορές που μπορούμε να συναντήσουμε ασχολούμενοι με την επιστήμη της οικονομίας.Τhis paper focuses on the economics of the real estate market, and, especially on its evolution both globally and in Greece. It emphasizes the Airbnb platform and how it affects the real estate market. Firstly, the theoretical framework is presented through the definitions of the basic concepts and the analysis of the factors that affect the demand and therefore the value of real estate. Then, global trends in this market are examined, highlighting economic crises (such as the 2008 financial crisis and the COVID-19 pandemic). The fluctuations in housing prices, construction costs, and household disposable income are presented, showcasing the relationship between macroeconomic indicators (such as GDP and interest rates) and the real estate market. Finally, emphasis was placed on the case of Airbnb, which is now shaping the demand for housing and the use of real estate, thus contributing, among other things, to the increase in rental prices and the pressure regarding permanent housing exerted on residents in relation to tourists. The master΄s thesis concludes that the real estate market is greatly influenced by state policies and international and technological developments, making it one of the most sensitive markets in the science of economicsΕφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Αστικής και Περιφερειακής Ανάπτυξη