Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Evaluation of the Regional Operational Program (ROP) of Attica for support to the cultural and creative industries
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο και τη συμβολή των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Βιομηχανιών (ΠΔΒ) στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, εστιάζοντας στην Περιφέρεια Αττικής. Σε ένα διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο που αναγνωρίζει τη σημασία του πολιτισμού ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, αναλύονται οι θεσμικές πολιτικές, οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί, και οι στρατηγικές ενίσχυσης των ΠΔΒ. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αξιολόγηση των παρεμβάσεων του ΠΕΠ Αττικής 2014–2020, καθώς και στη διατύπωση προτάσεων για τη βιώσιμη ενίσχυση του δημιουργικού τομέα.
Η μελέτη περιλαμβάνει εννοιολογική αποσαφήνιση των ΠΔΒ, ανάλυση του ρόλου της ψηφιακής τεχνολογίας και της βιώσιμης ανάπτυξης στη δημιουργική οικονομία, χαρτογράφηση του πολιτιστικού οικοσυστήματος της Αττικής, καθώς και ανάλυση και αποτίμηση αποτελεσμάτων με χρήση ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών. Τέλος, προτείνονται κατευθύνσεις πολιτικής για την περαιτέρω ενίσχυση της δημιουργικής οικονομίας.This dissertation investigates the role and contribution of Cultural and Creative Industries (CCI) to local and regional development, with a specific focus on the Attica Region in Greece. In a global and European context, where culture is increasingly recognized as a driver of economic growth and social cohesion, the study explores institutional frameworks, funding mechanisms, and strategic policies aimed at supporting the CCI sector. Special emphasis is given on the evaluation of the interventions carried out under the Regional Operational Programme Attica 2014–2020, as well as on policy recommendations for sustainable development of the creative sector.
The research includes a conceptual clarification of the CCIs, an analysis of the role of digital technologies and sustainable development in the creative economy, a mapping of the cultural ecosystem of Attica, as well as an assessment of outcomes using both quantitative and qualitative indicators. Finally, the study proposes strategic policy directions to further strengthen the creative economy.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Αστικής και Περιφερειακής Ανάπτυξη
Moral harassment (mobbing) as a convert form of violence in the Greek Public Administration
«Είμαι εγκλωβισμένος σε αυτή τη θέση…», «με το που μπαίνω στο γραφείο, αρχίζει αυτή η φρικτή ημικρανία…», «δεν αντέχω άλλο να με μειώνουν, να μη μπορώ να πω δυο λόγια για τη δουλειά…», «μα, μου φωνάζει και μιλάει απαίσια, προσβλητικά…», «η μόνη λύση είναι να φύγω με αναρρωτική άδεια, τουλάχιστον μέχρι να δω τι θα κάνω» κ.ο.κ. Τόσες –και άλλες τόσες– είναι οι στιγμές της εργασιακής ρουτίνας, που, δυστυχώς, έχουν ενταθεί και συνθέτουν αυτό που από τη δεκαετία του ’80 αποκαλείται «ηθική παρενόχληση».
Τι είναι, όμως, η ηθική παρενόχληση; Τι δεν είναι; Είναι το ίδιο φαινόμενο όταν περιγράφεται ως mobbing, harassment, work harassment ή ακόμα και bullying; Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός· και αυτό αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, μία από τις βασικές δυσκολίες μελέτης του φαινομένου. Από την άλλη, ποιος είναι το θύμα της; Ο υπάλληλος; Μήπως ο προϊστάμενος; Ποιος την ασκεί και γιατί; Και τελικά, πώς διακρίνουμε την ηθική παρενόχληση; Συμβαίνει μόνο στον ιδιωτικό τομέα ή και στον δημόσιο;
Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει από τα παραπάνω είναι: ποιος είναι ο ρόλος του κράτους στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση του φαινομένου; Η νομοθεσία και οι πολιτικές πρόληψης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες, καθώς η πολιτισμική ταυτότητα και η κοινωνική ευαισθητοποίηση κάθε κράτους-μέλους διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση κοινής αντίληψης για το τι συνιστά, εν τοις πράγμασι, ηθική παρενόχληση.
Στην Ελλάδα, ο αριθμός των μελετών που εξετάζουν το φαινόμενο της ηθικής παρενόχλησης είναι περιορισμένος και εστιάζει κυρίως στον τομέα της υγείας, ιδίως στη νοσηλευτική. Ελάχιστες είναι οι μελέτες που αφορούν τη δημόσια διοίκηση, τη στιγμή που μόλις το 2019, με τον ν. 4604/2019, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη η έννοια της «βίας στην εργασία», η οποία, με τον ν. 4808/2021, διευρύνθηκε και τελικά αποτυπώθηκε ως «βία και παρενόχληση στον εργασιακό χώρο».
Δεδομένης της ανησυχητικής έκτασης που λαμβάνει η ηθική παρενόχληση ως συγκεκαλυμμένη μορφή βίας στη δημόσια διοίκηση –ιδίως μετά την παρατεταμένη οικονομική ύφεση– διεξήχθη δειγματοληπτική έρευνα με τη συμμετοχή 324 υπαλλήλων φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Στόχος της είναι να αποτυπωθούν οι διαστάσεις του φαινομένου στην ελληνική εργασιακή πραγματικότητα, να αξιολογηθούν οι υφιστάμενες πολιτικές και η αποτελεσματικότητά τους, να εντοπιστούν πιθανά κενά στη νομοθεσία, και, εν τέλει, να συμβάλει στην ενημέρωση και την προστασία κάθε εργαζομένου –δυνητικού θύματος– από την ηθική παρενόχληση, την τοξικότητά της και τις καταστροφικές της συνέπειες.“I feel trapped in this position…”, “the moment I walk into the office, the terrible migraine begins…”, “I can’t take being belittled anymore, not even being able to say a few words about my work…”, “they yell at me and speak awfully, offensively…”, “the only solution is to take sick leave, at least until I figure out what to do”, etc. These and many similar experiences form part of everyday working life, which, unfortunately, have intensified over time and reflect what has been referred to since the 1980s as moral harassment.
But what exactly is moral harassment? What is it not? Is it the same phenomenon when described as mobbing, harassment, work harassment, or even bullying? It is a fact that there is no universally accepted definition, which undeniably constitutes one of the core difficulties in studying the phenomenon. On the other hand, who is the victim? The employee? Perhaps the supervisor? Who perpetrates it, and why? And ultimately, how can moral harassment be identified? Does it occur only in the private sector, or also in the public one?
The central question arising from the above is the following: what is the role of the state in identifying and addressing the phenomenon? Legislation and preventive policies at the European Union level progress at different speeds, as the cultural identity and social awareness of each member state play a crucial role in shaping a common understanding of what moral harassment truly is in practice.
In Greece, the number of studies examining moral harassment is limited and mainly focuses on the health sector, particularly on nursing. Very few studies concern the public administration, despite the fact that it was only in 2019, through Law 4604/2019, that the notion of "violence at work" was introduced into the Greek legal system. This concept was later incorporated into the broader framework of Law 4808/2021 and was ultimately defined as "violence and harassment in the workplace".
Given the alarming scale of moral harassment as a covert form of violence within public administration — especially in the aftermath of the prolonged financial crisis — a sample-based survey was conducted involving 324 civil servants from central government bodies. The aim was to highlight the dimensions of the phenomenon within the Greek working environment, assess existing policies and their effectiveness, identify possible legislative gaps, and, ultimately, to contribute to the awareness and protection of every employee — any potential victim — from moral harassment, its toxicity, and its destructive consequences
Η φιλοσοφική σχολή Ιωαννίνων
Το παρόν άρθρο εντάσσεται στην στήλη "Η Επιστήμη στην Ελλάδα". Στην παρούσα στήλη εντάσσεται και το άρθρο με τίτλο "Η απεργία των νοσοκομειακών γιατρών και το υγειονομικό πρόβλημα της χώρας
The phenomenon of mobbing: theoretical analysis and selective references in the public sector
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο της ηθικής παρενόχλησης (mobbing) στον δημόσιο τομέα, αναλύοντας τόσο τη θεωρητική και ψυχοκοινωνική του διάσταση όσο και το θεσμικό και νομικό πλαίσιο που το ρυθμίζει στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσα από βιβλιογραφική έρευνα και ανάλυση νομοθετικών πηγών, επιδιώκεται η αποσαφήνιση της έννοιας, των αιτίων, των μορφών και των συνεπειών του φαινομένου για τα θύματα και τους οργανισμούς.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη νομική προσέγγιση του φαινομένου, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την ψήφιση του Ν. 4808/2021, ο οποίος εισάγει στην ελληνική έννομη τάξη τη διάσταση της «βίας και παρενόχλησης στην εργασία». Τα ευρήματα της μελέτης καταδεικνύουν ότι το mobbing συνιστά σοβαρή μορφή ψυχολογικής βίας, με επιζήμιες συνέπειες στην ψυχική υγεία των εργαζομένων, την οργανωσιακή λειτουργία και τη δημόσια διοίκηση συνολικά. Η ανεπάρκεια θεσμικών μηχανισμών πρόληψης και η συχνή αδράνεια των διοικητικών οργάνων εντείνουν τη δυσκολία αντιμετώπισής του. Ωστόσο, η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου και η καλλιέργεια κουλτούρας μηδενικής ανοχής μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματικά εργαλεία περιορισμού του φαινομένου. Η εργασία καταλήγει στην ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης του φαινομένου σε συνθήκες ελληνικής δημόσιας διοίκησης, με εμπειρικές μελέτες που θα καταγράψουν τις πραγματικές του διαστάσεις και θα συμβάλουν στη χάραξη πιο στοχευμένων πολιτικών πρόληψης και προστασίας των εργαζομένων.This paper examines the phenomenon of moral harassment (mobbing) in the public sector, analyzing both its theoretical and psychosocial dimensions and the institutional and legal framework that regulates it in Greece and the European Union. Through bibliographic research and analysis of legislative sources, it seeks to clarify the concept, causes, forms, and consequences of the phenomenon for victims and organizations. Particular emphasis is placed on the legal approach to the phenomenon, as shaped by the enactment of Law 4808/2021, which introduces the dimension of "violence and harassment at work" into the Greek legal system.
The findings of the study show that mobbing is a serious form of psychological violence, with harmful consequences for the mental health of employees, organizational functioning, and public administration as a whole. The inadequacy of institutional prevention mechanisms and the frequent inaction of administrative bodies make it even more difficult to tackle. However, strengthening the institutional framework and cultivating a culture of zero tolerance can be effective tools for curbing the phenomenon. The paper concludes that further research is needed into this phenomenon in the context of Greek public administration, with empirical studies that will record its true dimensions and contribute to the formulation of more targeted policies for the prevention and protection of workers.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Δίκαιο, Τεχνολογία και Οικονομί
Drug trafficking and international organised crime
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την εμπορία ναρκωτικών και το διεθνές οργανωμένο έγκλημα, δύο φαινόμενα που αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για τις σύγχρονες κοινωνίες. Η μελέτη αναλύει τα αίτια, τις επιπτώσεις και τις στρατηγικές αντιμετώπισης αυτών των φαινομένων από διάφορες οπτικές γωνίες, περιλαμβάνοντας θεωρητικές, ιστορικές, νομικές και κοινωνικοοικονομικές διαστάσεις.
Αρχικά, η εργασία εστιάζει στους ορισμούς και το θεωρητικό πλαίσιο, παρουσιάζοντας διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις. Η ανάλυση του νομικού πλαισίου επικεντρώνεται στη διεθνή συνεργασία και τις προκλήσεις που ανακύπτουν από τις διαφορές στη νομοθεσία και τις νομικές προσεγγίσεις μεταξύ των χωρών.
Επιπλέον, η εργασία εξετάζει τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της εμπορίας ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος, αναδεικνύοντας την αύξηση της εγκληματικότητας, τη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής και την επιδείνωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης, όπως η ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας, η επιβολή του νόμου, η χρήση τεχνολογιών και η ανάπτυξη ολοκληρωμένων στρατηγικών πρόληψης, αξιολογούνται ως κρίσιμες για την καταπολέμηση αυτών των φαινομένων.
Τέλος, η εργασία προτείνει την ενίσχυση των θεσμών, την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας και τη χρήση προηγμένων τεχνολογιών για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της εμπορίας ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος. Η καταπολέμηση αυτών των φαινομένων απαιτεί μια πολυδιάστατη προσέγγιση που να συνδυάζει την πρόληψη, την αντιμετώπιση και τη διεθνή συνεργασία, με στόχο την προώθηση της ειρήνης, της ασφάλειας και της ευημερίας σε παγκόσμιο επίπεδο.This thesis examines drug trafficking and international organized crime, two phenomena that present significant challenges for modern societies. The study analyzes the causes, effects, and strategies to combat these phenomena from various perspectives, including theoretical, historical, legal, and socio-economic dimensions.
Initially, the thesis focuses on definitions and the theoretical framework, presenting various theoretical approaches. The analysis of the legal framework emphasizes international cooperation and the challenges arising from differences in legislation and legal approaches among countries.
Furthermore, the thesis examines the social and economic impacts of drug trafficking and organized crime, highlighting the increase in crime, the erosion of social cohesion, and the exacerbation of social inequalities. Strategies for prevention and response, such as enhancing international cooperation, law enforcement, the use of technology, and the development of comprehensive prevention strategies, are evaluated as crucial for combating these phenomena.
Finally, the thesis proposes strengthening institutions, promoting international cooperation, and using advanced technologies to effectively address drug trafficking and organized crime. Combating these phenomena requires a multidimensional approach that combines prevention, enforcement, and international collaboration, aiming to promote peace, security, and prosperity globally.ΠΜΣ Εγληματολογί
The relationship between german capital and national socialism before the war and in conditions of a war economy: the case of IG FARBEN
Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, ΠΜΣ, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, 2025Βιβλιογραφία: σ. 84-86Η παρούσα διπλωματική εργασία θα εξετάσει τη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ του γερμανικού Κεφαλαίου και του Εθνικοσοσιαλισμού από τη στιγμή της ίδρυσης του Εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος το 1920 την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης μέχρι και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στις 8 Μαΐου 1945. Σκοπός είναι να καταδειχτούν οι διακυμάνσεις, η εξέλιξη και η φύση της σχέσης κεφαλαίου και ναζί από τη στιγμή της εμφάνισης του κόμματος των ναζί ως μικρό περιθωριακό κόμμα με αντικαπιταλιστική ρητορική και μικρή απήχηση έως την ανάρρησή του στην εξουσία το 1933, καθώς και το πώς εν τέλει διαμορφώθηκε η σχέση αυτή, σε συνθήκες μαζικής κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και λειτουργίας των επιχειρήσεων σε συνθήκες πολέμου. Επιπρόσθετα, εξετάζεται κατά πόσο η σχέση των Γερμανών κεφαλαιοκρατών με το ναζιστικό καθεστώς οδήγησε στην εκ μέρους τους υιοθέτηση αθέμιτων και παράνομων τακτικών εις βάρος του εργατικού τους δυναμικού και στη διάπραξη εγκληματικών ενεργειών σε βάρος των κατακτημένων λαών της Ευρώπης με σκοπό την αποκόμιση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου οικονομικού κέρδους, καθώς τις τυχόν συνέπειες των πράξεων τους με τη λήξη του πολέμου. Τέλος, ως μελέτη περίπτωσης, παρουσιάζεται ο βιομηχανικός κολοσσός στον τομέα των χημικών προϊόντων I.G. FARBEN. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται η στάση της εταιρείας απέναντι στους ναζί κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στα χρόνια της ανάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ και την περίοδο του πολέμου και εν τέλει θα εξεταστεί η αντιμετώπιση των στελεχών της μεταπολεμικά, αλλά και η τύχη της ίδιας της εταιρείας ως επιχειρηματικής οντότητας. Για τη συγγραφή της εργασίας χρησιμοποιήθηκαν ως πηγές ελληνόγλωσση και ξένη βιβλιογραφία, αρθρογραφία και ακαδημαϊκές εργασίες, ενώ στοιχεία αντλήθηκαν και από τα αρχεία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης αναφορικά με τη δίκη των 24 στελεχών της I.G. Farben το 1947. Καταλήγοντας, κάθε θεματική ενότητα της εργασίας φιλοδοξεί να αποτελέσει έναυσμα για περαιτέρω μελέτη και έρευνα εκ μέρους της ακαδημαϊκής ενότητας.This thesis will examine the relationship that developed between German Capital and National Socialism from the time of the founding of the National Socialist Workers Party in 1920 during the Weimar Republic until the end of World War II on May 8, 1945. The aim is to demonstrate the fluctuations, evolution and nature of the relationship between capital and the Nazis from the time of the emergence of the Nazi party as a small fringe party with anti-capitalist rhetoric and little appeal to its rise to power in 1933, and how in this relationship was finally formed, in conditions of massive government intervention in the economy and the operation of businesses in conditions of war. In addition, it is examined whether the relationship of the German capitalists with the Nazi regime led to their adoption of unfair and illegal tactics at the expense of their workforce and the commission of criminal acts at the expense of the conquered peoples of Europe in order to obtain as much economic profit as possible., as well as the possible consequences of their actions at the end of the war. Finally, as a case study, the industrial giant in the field of chemical products I.G. FARBEN is presented. In this context, the company's attitude towards the Nazis during the period of the Weimar Republic, in the years of Hitler's assumption of power and during the war are examined and finally the treatment of its executives after the war will be examined, as well as the fate of the company itself as a business entity. Greek and foreign bibliography, articles and academic papers were used as sources for the writing of the paper, while data was also drawn from the archives of the Nuremberg Military Court regarding the trial of the 24 executives of I.G. Farben in 1947. In conclusion, each thematic unit of the paper aspires to be a trigger for further study and research on behalf of the academic unit.ΠΜΣ Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
Collaborative art spaces in the creative ecosystem of innovation and entrepreneurship in cities: Investigating the economic and social impact of a collaborative art production space in the innovative ecosystem of Piraeus
Η διπλωματική εργασία «Συνεργατικοί χώροι τέχνης και η πόλη του Πειραιά» διερευνά τη σκοπιμότητα και τις προϋποθέσεις δημιουργίας ενός συνεργατικού χώρου καλλιτεχνικής παραγωγής στον Πειραιά. Η επιλογή της περιοχής βασίστηκε σε μια σειρά παραμέτρων: την ιστορική της φυσιογνωμία ως βιοτεχνικού και βιομηχανικού κόμβου, την ύπαρξη σχετικών εργαστηρίων (π.χ., μετάλλου, ξυλείας) ως δυνητικών συνεργατών, τη διαθεσιμότητα μεγάλων βιοτεχνικών χώρων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για αυτόν τον σκοπό, την εύκολης προσβασιμότητα μέσω μέσων μαζικής μεταφοράς, καθώς και την αυξανόμενη τάση αποκέντρωσης των καλλιτεχνικών εργαστηρίων λόγω της ραγδαίας ανόδου των ενοικίων, ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας.
Η έρευνα βασίστηκε σε δύο μεθοδολογικές προσεγγίσεις: (α) στη διανομή ενός ανώνυμου ερωτηματολογίου σε πιθανούς χρήστες του χώρου, με στόχο την καταγραφή των αναγκών και των προσδοκιών τους αναφορικά με τη λειτουργία ενός τέτοιου χώρου, και (β) στη διεξαγωγή ημιδομημένων συνεντεύξεων με ιδρυτικά ή ενεργά μέλη αντίστοιχων εγχειρημάτων, ώστε να εξεταστούν τα μοντέλα λειτουργίας τους, η σχέση τους με την τοπική κοινότητα, καθώς και οι δυνατότητες δικτύωσης και συνεργασίας στο μέλλον.
Τα ευρήματα του ερωτηματολογίου καταδεικνύουν θετική στάση απέναντι στην προοπτική δημιουργίας συνεργατικού καλλιτεχνικού χώρου, ενώ παράλληλα αναδεικνύονται κρίσιμες ανησυχίες που αφορούν τις ηθικές και οικονομικές συνθήκες της εργασίας στον χώρο της Σύγχρονης Τέχνης. Ζητήματα όπως η λειτουργία του χώρου, το κόστος συμμετοχής, οι παρεχόμενες υποδομές, καθώς και οι προοπτικές δικτύωσης εντός αυτού, αποδεικνύονται καθοριστικά για την αποδοχή και τη βιωσιμότητά του.
Από την πλευρά των συνεντεύξεων, αναδεικνύεται η ανάγκη για ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ πολιτιστικών χώρων και φορέων, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μορφές αλληλοτροφοδότησης, αλληλοϋποστήριξης και συλλογικής ενδυνάμωσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται η κοινωνική διάσταση αυτών των εγχειρημάτων, καθώς συχνά καλύπτουν ευρύτερες ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων. Ωστόσο, επισημαίνεται και ο κίνδυνος του εξευγενισμού (gentrificaùon), που ενδέχεται να προκύψει από την πολιτιστική αναβάθμιση μιας περιοχής. Τέλος, η έννοια της δικτύωσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής βιωσιμότητας του χώρου, αλλά και για τη δυνατότητά του να υποστηρίζει αξίες και αρχές σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο επαγγελματικό περιβάλλον, το οποίο αποδίνει ολοένα και μεγαλύτερη σημασία σε έννοιες όπως ο σεβασμός, η αλληλεγγύη και η συνεργατικότητα.The master’s thesis entitled ‘Collaborative art spaces and the city of Piraeus’ explores the feasibility and key conditions for establishing a collaborative art production space in Piraeus. The selection of this specific urban area is grounded in multiple criteria: its historical role as a craft and industrial hub, the presence of relevant workshops (e.g., metal, woodworking) that could serve as potential collaborators, the availability of spacious industrial premises suitable for adaptive reuse, the area’s accessibility via public transportation, and the increasing trend of decentralizing artistic production due to the significant rise in rental costs, especially in the center of Athens.
The research adopts a dual methodological approach: (a) the distribution of an anonymous questionnaire targeting potential users of the proposed space, aiming at capturing their needs and expectations regarding its operation, and (b) the conduction of semi-structured interviews with founding or active members of similar projects, in order to analyze their organizational models, their engagement with local communities, and the potential for future networking and collaboration.
Findings from the questionnaire indicate a broadly positive attitude toward the creation of a collaborative art space. However, they also underscore critical concerns related to the ethical and economic conditions of labor in the Contemporary Art sector. Factors such as operational structure, participation costs, infrastructure availability, and opportunities for networking emerge as crucial to the space’s acceptance and long-term viability.
The interviews further emphasize the necessity of cultivating relationships between cultural spaces and institutions, fostering mutual support, reciprocal learning, and collective empowerment. These projects often serve broader community needs, underscoring their inherently social dimension. Nevertheless, the potential of gentrification – driven by the cultural revalorization of urban areas – also emerges as a salient risk. Lastly, networking is identified as a crucial mechanism not only for operational sustainability but also for the preservation and promotion of core values and principles in a rapidly evolving professional landscape, which places increasing importance on concepts such as solidarity, mutual respect and cooperation.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Πολιτιστική Διαχείρισ