Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Αντί Τεύχος 327 (26 Σεπτεμβρίου – 2 Οκτωβρίου 1986)
Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο σε έντυπη μορφ
The gendered dimension of the securitization of the refugee issue: the construction of the ‘other’ as a threat
Η διπλωματική εργασία με τίτλο «Η έμφυλη διάσταση της αναγωγής του προσφυγικού σε ζήτημα ασφάλειας, η κατασκευή του ‘άλλου’ ως απειλή» έχει ως στόχο να σκιαγραφήσει, μέσα από την κριτική ανάλυση λόγου, κυρίως των Ελλήνων και Ελληνίδων χρηστών/χρηστριών του Τwitter, πως διαμορφώνεται η απειλή, πως τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται την ασφάλεια, τι έμφυλα χαρακτηριστικά αποδίδονται στην «απειλή», πως ασφαλειοποιείται το μεταναστευτικό ζήτημα και ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του. Για την απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων βρέθηκαν και αναλύθηκαν tweets από συγκεκριμένη χρονική ταραχώδη περίοδο για την Ελλάδα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2020, περίοδο κατά την οποία σημειώθηκαν τα γεγονότα στον Έβρο. Ειδικότερα στις 28 Φεβρουαρίου ο Τούρκος Πρόεδρος ανακοίνωσε το μονομερές άνοιγμα των συνόρων με την Ελλάδα ως απάντηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τον θάνατο 33 Τούρκων στρατιωτών στο Ιντλίμπ. Μέσα από τους θεωρητικούς φακούς της κονστρουκτιβιστικής θεωρίας, καθώς και των θεωριών ασφάλειας και λαμβάνοντας υπόψη το συγκείμενο εντός του οποίου συνέβησαν τα γεγονότα του Έβρου (τη μεταναστευτική πολιτική αφενός της Ελλάδος αφετέρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο λόγος των πολιτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατασκευάζοντας την εικόνα του «άλλου» - κυρίως ως απειλή σε εθνικό, πολιτισμικό, ακόμη και ατομικό επίπεδο.This master’s thesis, entitled “The Gendered Dimension of the Securitization of the Refugee Issue: The Construction of the ‘Other’ as a Threat,” aims to outline, through critical discourse analysis, primarily of Greek Twitter users, how threat is constructed, how subjects perceive security, which gendered characteristics are attributed to the “threat,” how the migration issue is securitized, and what its key features are. To address these questions, tweets from a specific period of heightened tension for Greece were collected and analyzed, namely those published between February and April 2020, when the events at the Evros border took place. More specifically, on 28 February 2020, the Turkish President announced the unilateral opening of the borders with Greece in response to the European Union following the death of 33 Turkish soldiers in Idlib. Drawing on the theoretical lenses of constructivist theory as well as security theories, and taking into account the context within which the Evros events occurred—namely the migration policies of Greece on the one hand and of the European Union on the other—the thesis examines how citizens’ discourse on social media functions in constructing the image of the “Other,” primarily as a threat at the national, cultural, and even individual level.ΠΜΣ Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδέ
The level of employers’ and employees’ impact from GenAI at work is influenced by their EQ level
Η παρούσα έρευνα διερευνά τη σχέση μεταξύ συναισθηματικής νοημοσύνης και της αντιλαμβανόμενης επίδρασης της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο εργασίας και συγκεκριμένα η διάκριση μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, λαμβάνοντας υπόψη τον επαγγελματικό ρόλο των συμμετεχόντων. Η διερεύνηση της σχέσης αυτής είναι σημαντική διότι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η συναισθηματική νοημοσύνη επηρεάζει την θετική στάση απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη θα συμβάλλει στον σχεδιασμό κατάλληλων πρακτικών και πολιτικών διοίκησης, αλλά και προγραμμάτων εκπαίδευσης. Το δείγμα αποτελείται από 72 εργαζόμενους και 50 εργοδότες, οι οποίοι απάντησαν σε δομημένο ερωτηματολόγιο αυτοαναφοράς. Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν περιγραφικές στατιστικές, έλεγχοι διαφορών (t-test), συντελεστές συσχέτισης Pearson και γραμμική παλινδρόμηση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εργοδότες εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης σε σύγκριση με τους εργαζόμενους, ενώ δεν εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ συναισθηματικής νοημοσύνης και αντιλαμβανόμενης θετικής επίδρασης της GenAI. Τα ευρήματα συμβάλλουν στην κατανόηση του ρόλου των ψυχολογικών παραγόντων στη διαμόρφωση στάσεων απέναντι στις νέες τεχνολογίες στον εργασιακό χώρο.This study investigates the relationship between emotional intelligence and the perceived impact of GenAI in the workplace, specifically the distinction between employees and employers, considering the professional role of the participants. The investigation of this relationship is important because understanding the way in which emotional intelligence influences a positive attitude toward artificial intelligence will contribute to the design of appropriate managerial practices and policies, as well as training and educational programs. The sample consisted of 72 employees and 50 employers, who responded to a structured self-report questionnaire. Descriptive statistics, t-tests, Pearson correlation coefficients and linear regression were used to analyze the data. The results showed that employers display higher levels of emotional intelligence compared to employees, while no statistically significant correlation was found between emotional intelligence and the perceived positive impact of GenAI. The findings contribute to understanding the role of psychological factors in shaping attitudes towards new technologies in the workplace.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Εφηρμοσμένων Οικονομικών και Διοίκηση
The role of artificial intelligence in maritime surveillance and security under the Law of the Sea and International human rights law
Σε σύγκριση με τις παραδοσιακές μορφές θαλάσσιας παρακολούθησης, η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στη θαλάσσια επιτήρηση έχει ενισχύσει σημαντικά την ικανότητα των κρατών να εποπτεύουν τις δραστηριότητες στη θάλασσα. Ενώ το διεθνές δίκαιο που διέπει τον θαλάσσιο τομέα δεν ρυθμίζει την τεχνητή νοημοσύνη ως τέτοια, η χρήση τεχνολογιών επιτήρησης βασισμένων στην τεχνητή νοημοσύνη εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή των υφιστάμενων νομικών πλαισίων. Πιο συγκεκριμένα, η παρούσα διατριβή εξετάζει τις νομικές επιπτώσεις της θαλάσσιας επιτήρησης βασισμένης στην τεχνητή νοημοσύνη στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας και του Διεθνούς Δικαίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Χρησιμοποιώντας μια δογματική και αναλυτική προσέγγιση, εξετάζει τη σχετική διεθνή νομολογία και θεσμική πρακτική για να προσδιορίσει εάν η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών ή τους τρόπους με τους οποίους αυτές οι υποχρεώσεις εφαρμόζονται στην πράξη. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη δεν τροποποιεί το κανονιστικό περιεχόμενο των υποχρεώσεων των κρατών, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι υποχρεώσεις ενεργοποιούνται στη θάλασσα. Συγκεκριμένα, η επιτήρηση που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη αποκτούν γνώσεις, ασκούν έλεγχο και λαμβάνουν αποφάσεις που επηρεάζουν τα άτομα σε θαλάσσια περιβάλλοντα. Η διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στις τεχνολογίες θαλάσσιας επιτήρησης δεν εκφεύγει των υφιστάμενων διεθνών νομικών πλαισίων, αλλά μάλλον αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο οι νομικές έννοιες, που αναπτύχθηκαν σε ένα προηγούμενο τεχνολογικό πλαίσιο, πρέπει να προσαρμοστούν σε ένα νέο αναδυόμενο επιχειρησιακό περιβάλλον.Compared to traditional forms of maritime monitoring, the integration of Artificial Intelligence (AI) into maritime surveillance has significantly enhanced States’ ability to monitor activities at sea. While international law governing the maritime domain does not regulate AI as such, the use of AI-based surveillance technologies raises critical questions regarding the application of existing legal frameworks. More specifically, this thesis examines the legal implications of AI-based maritime surveillance under the Law of the Sea and International Human Rights Law. Using a doctrinal and analytical approach, it examines relevant international jurisprudence and institutional practice to determine whether AI alters States’ international obligations or the ways in which those obligations are applied in practice. The analysis demonstrates that while AI does not modify the normative content of States’ obligations, it does affect how these obligations are triggered at sea. In particular, AI-based surveillance influences how States acquire knowledge, exercise control, and make decisions affecting individuals in maritime contexts. The thesis concludes that the use of AI in maritime surveillance technologies does not fall outside existing international legal frameworks, but rather reveals how legal concepts, developed in an earlier technological context, are required to adapt to a newly emerging operational environment.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματικές Σπουδέ
Emotions and emotional intelligence in conflict resolution
Οι διαπροσωπικές συγκρούσεις στον εργασιακό χώρο συνιστούν αναπόφευκτο και συχνά καθοριστικό παράγοντα για την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων, την απόδοση των εργαζομένων και το οργανωσιακό κλίμα. Οι σύγχρονες προσεγγίσεις του psychomanagement αναδεικνύουν τη σημασία των ψυχολογικών και συναισθηματικών παραμέτρων στη διοίκηση και τη λειτουργία των οργανισμών, υπογραμμίζοντας ότι η αποτελεσματική διαχείριση συγκρούσεων προϋποθέτει την κατανόηση και αξιοποίηση των συναισθηματικών δεξιοτήτων των εργαζομένων. Υπό αυτό το πρίσμα, η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ συναισθηματικής νοημοσύνης και επίλυσης συγκρούσεων στον εργασιακό χώρο, εστιάζοντας στον ρόλο των συναισθημάτων στη διαχείριση διαπροσωπικών συγκρούσεων.
Η έρευνα βασίστηκε στη συλλογή ποσοτικών δεδομένων από 153 εργαζόμενους, με τη χρήση έγκυρων ερωτηματολογίων συναισθηματικής νοημοσύνης και επίλυσης συγκρούσεων.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υψηλότερα επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης σχετίζονται κυρίως με συνεργατικά και λειτουργικά στυλ επίλυσης συγκρούσεων, ενώ ασθενέστερες σχέσεις παρατηρούνται με στυλ αποφυγής ή ανταγωνισμού. Παράλληλα, δεν εντοπίστηκαν γενικευμένες διαφοροποιήσεις ως προς βασικά δημογραφικά χαρακτηριστικά.
Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει τη συναισθηματική νοημοσύνη ως έναν ουσιαστικό παράγοντα κατανόησης και βελτίωσης της διαχείρισης συγκρούσεων στον εργασιακό χώροInterpersonal conflicts in the workplace constitute an inevitable and often critical factor affecting the quality of working relationships, employee performance, and organizational climate. Contemporary approaches to psychomanagement highlight the importance of psychological and emotional parameters in organizational management and functioning, emphasizing that effective conflict management presupposes an understanding and utilization of employees’ emotional skills. From this perspective, the present master’s thesis examines the relationship between emotional intelligence and conflict resolution in the workplace, focusing on the role of emotions in the management of interpersonal conflicts.
The study is based on quantitative data collected from 153 employees using validated questionnaires measuring emotional intelligence and conflict resolution styles.
The findings indicate that higher levels of emotional intelligence are primarily associated with more cooperative and constructive conflict resolution styles, whereas weaker relationships are observed with avoidance and competitive styles. In addition, no substantial differences were identified with regard to basic demographic characteristics.
Overall, the study highlights emotional intelligence as an important factor in understanding and improving conflict management in the workplace, offering useful insights for both research and practice.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Εφηρμοσμένων Οικονομικών και Διοίκηση
From Althusser to Deleuze: a study into contingency and differential ontology within class struggle
Η έννοια της δομής αποτέλεσε κεντρικό άξονα της θεωρητικής σκέψης του 20ού αιώνα, σηματοδοτώντας μια ριζική επιστημολογική στροφή στην κατανόηση της γλώσσας, της κοινωνικής πραγματικότητας και της υποκειμενικότητας. Η σημειωτική τομή που εγκαινίασε ο Ferdinand de Saussure, μέσω της σύλληψης της γλώσσας ως συστήματος διαφορών και σχέσεων μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου, υπονόμευσε την προτεραιότητα της σταθερής Ουσίας και της συνειδησιακής υποκειμενικότητας, θέτοντας τις βάσεις του δομισμού και του μεταδομισμού στη γαλλική θεωρητική παράδοση. Παράλληλα, η κριτική στη διαλεκτική και η απομάκρυνση από ανθρωποκεντρικά μοντέλα σκέψης ανέδειξαν νέες μορφές κατανόησης της ιστορικότητας, της γνώσης και της επιστημονικής πρακτικής.
Η παρούσα εργασία διερευνά την οντολογία της δομής όπως αναπτύσσεται στα κύρια έργα του Louis Althusser και του Gilles Deleuze, με στόχο την ανάδειξη σημείων σύγκλισης μεταξύ των δύο φιλοσόφων. Υποστηρίζεται ότι αμφότεροι διαμορφώνουν μια εμμενή, διαφορική και ενδεχομενική οντολογία της δομής, η οποία απορρίπτει τη στατική και υπερβατική σύλληψη της Ουσίας υπέρ ενός δυναμικού γίγνεσθαι. Η δομή νοείται όχι ως κλειστό και αμετάβλητο πλαίσιο, αλλά ως πεδίο εσωτερικών διαφοροποιήσεων και ενδεχομενικών μετασχηματισμών.
Μέσα από τη συγκριτική ανάλυση των εννοιών της επικαθορισμένης δομής στον Althusser και της διαφοράς, της πολλαπλότητας και του δυνάμει στον Deleuze, η εργασία εξετάζει τις συνθήκες ανάδυσης του Νέου και τις πολιτικές συνέπειες αυτής της οντολογίας, ιδίως ως προς την κατανόηση της ταξικής πάλης και των κοινωνικών μετασχηματισμών.The concept of structure has been a central axis of 20th-century theoretical thought, marking a radical epistemological shift in the understanding of language, social reality, and subjectivity. The semiotic intersection initiated by Ferdinand de Saussure, through the conception of language as a system of differences and relations between signifier and signified, undermined the priority of fixed Essence and conscious subjectivity, laying the foundations of structuralism and post-structuralism in the French theoretical tradition. At the same time, the critique of dialectics and the departure from anthropocentric models of thought have highlighted new forms of understanding of historical procedures, knowledge, and scientific practice.
This paper explores the ontology of structure as developed in the main works of Louis Althusser and Gilles Deleuze, with the aim of highlighting points of convergence between the two philosophers. It is argued that both formulate an immanent, differential, and contingent ontology of structure, which rejects the static and transcendental conception of Essence in favor of a dynamic becoming. Structure is understood not as a closed and unchanging framework, but as a field of internal differentiations and contingent transformations.
Through the comparative analysis of the concepts of fixed structure in Althusser and difference, multiplicity, and potential in Deleuze, the paper examines the conditions of the emergence of the New and the political consequences of this ontology, especially in terms of understanding class struggle and social transformations.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Environmental liability in the European Union: an analysis of directive 2004/35/EC and its implementation by the member states
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ζήτημα της περιβαλλοντικής ευθύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με επίκεντρο την Οδηγία 2004/35/ΕΚ για την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικών ζημιών. Η ανάλυση βασίζεται στην παραδοχή ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας, ιδίως σε ένα πλαίσιο αυξανόμενων περιβαλλοντικών κινδύνων και βιομηχανικών ατυχημάτων. Η μελέτη εντάσσει την Οδηγία στο ευρύτερο θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο εξέλιξης της περιβαλλοντικής πολιτικής, αναδεικνύοντας τον ρόλο βασικών αρχών του ενωσιακού δικαίου περιβάλλοντος, όπως την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», την αρχή της προφύλαξης και την αρχή της πρόληψης.
Στη συνέχεια αναλύονται οι στόχοι, οι μηχανισμοί και η φιλοσοφία της Οδηγίας με έμφαση στις διαδικασίες πρόληψης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας, στον καταλογισμό ευθύνης στους φορείς εκμετάλλευσης, στη συμμετοχή των αρμόδιων αρχών και του κοινού, καθώς και στη χρηματοοικονομική της διάσταση. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην πρακτική εφαρμογή της Οδηγίας από τα κράτη-μέλη, μέσα από τη συγκριτική εξέταση διαφορετικών εθνικών μοντέλων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ισπανία και στο σύστημα MORA, στην Ολλανδία, καθώς και στην ελληνική έννομη τάξη, όπου η ενσωμάτωση της Οδηγίας πραγματοποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 148/2009. Παράλληλα, επιχειρείται συνοπτική σύγκριση με το αμερικανικό σύστημα περιβαλλοντικής ευθύνης μέσω του Comprehensive Environmental Response, Compensation, and Liability Act, προκειμένου να αναδειχθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές τους ως προς τη ρυθμιστική φιλοσοφία και τα εργαλεία πολιτικής.
Η εργασία ολοκληρώνεται με την εξέταση σημαντικών περιβαλλοντικών ατυχημάτων που δοκίμασαν στην πράξη την αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, οδηγώντας σε μια συνολική αποτίμηση των δυνατοτήτων, των περιορισμών και της ικανότητάς της να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες περιβαλλοντικές προκλήσεις.This Master’s thesis examines the issue of environmental liability in the European Union, focusing on Directive 2004/35/EC on the prevention and remedying of environmental damage. The analysis is based on the recognition that environmental protection constitutes a fundamental prerequisite for sustainable development and for safeguarding human health, particularly in a context of increasing environmental risks and industrial accidents. The study places the Directive within the broader theoretical and historical framework of the development of environmental policy, highlighting the role of key principles of EU environmental law, such as ‘the polluter pays’ principle, the precautionary principle, and the principle of prevention.
The thesis then analyses the objectives, mechanisms and underlying philosophy of the Directive, with particular emphasis on procedures for the prevention and re-mediation of environmental damage, the allocation of liability to operators, the in-volvement of competent authorities and the public, as well as its financial dimen-sion. Special attention is given to the practical implementation of the Directive by Member States through a comparative examination of different national models, with particular emphasis on Spain and the MORA system, the Netherlands, and the Greek legal order, where the Directive was transposed through Presidential Decree 148/2009. A brief comparison is also made with the United States framework of en-vironmental liability through Comprehensive Environmental Response, Compensa-tion, and Liability Act, in order to highlight similarities and differences in regulato-ry philosophy and policy instruments.
The thesis concludes with an examination of significant environmental accidents that tested the effectiveness of the Directive in practice, leading to an overall assessment of its strengths, limitations and capacity to respond to contemporary environmental challenges.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Δίκαιο και Πολιτική για το Περιβάλλον και την Ενέργει
The European Union’s Cooperation with third countries in curbing maritime migration: indirect refoulement, international responsibility, and human rights protection
Η θαλάσσια μετανάστευση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως στο πλαίσιο της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων της και της συνεργασίας της με τρίτα κράτη. Τα τελευταία χρόνια, η Ένωση έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο πλέγμα πολιτικών και επιχειρησιακών πρακτικών με στόχο την ανάσχεση των μεταναστευτικών ροών δια θαλάσσης, μεταφέροντας κρίσιμες λειτουργίες ελέγχου και επιτήρησης εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους. Ωστόσο, οι πρακτικές αυτές εγείρουν σοβαρά ζητήματα ως προς τη συμβατότητά τους με το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει κατά πόσο η συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτα κράτη για την ανάσχεση της θαλάσσιας μετανάστευσης συμμορφώνεται με τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Εστιάζει στις στρατηγικές εξωτερικής ανάθεσης, στη δράση και τον ρόλο του FRONTEX, καθώς και στα ζητήματα διεθνούς ευθύνης της Ένωσης και των κρατών-μελών της. Παράλληλα, αναλύεται η πρακτική της έμμεσης επαναπροώθησης και οι επιπτώσεις της στην ουσιαστική προστασία των μεταναστών, καθώς και ο ρόλος των μη κυβερνητικών οργανώσεων στο πεδίο της έρευνας και διάσωσης. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά την ύπαρξη ενός πυκνού νομικού πλαισίου προστασίας, οι υφιστάμενες πολιτικές ανάσχεσης της θαλάσσιας μετανάστευσης παρουσιάζουν σημαντικές αδυναμίες στην πρακτική εφαρμογή τους και δεν διασφαλίζουν επαρκώς τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.Maritime migration constitutes one of the most significant challenges for the European Union, particularly in the context of managing its external borders and developing cooperation with third countries. In recent years, the Union has established an extensive set of political and operational practices aimed at containing maritime migratory flows, increasingly transferring key functions of border control and surveillance beyond European territory. These practices, however, raise serious concerns regarding their compatibility with international and EU human rights law.
This Master’s thesis examines the extent to which the European Union’s cooperation with third countries in the context of maritime migration control complies with its international legal obligations. The analysis focuses on strategies of externalisation of border control, the role and activities of FRONTEX, and issues of international responsibility of the Union and its Member States. In parallel, the thesis explores the practice of indirect refoulement and its implications for the effective protection of migrants’ rights, as well as the role of non-governmental organisations in search and rescue operations at sea. The study concludes that, despite the existence of a dense legal framework for the protection of fundamental rights, current EU policies on maritime migration containment display significant shortcomings in their practical implementation and fail to ensure adequate respect for human rights.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματικές Σπουδέ
Rule of law in crisis: the greek dimension
Η παρούσα εργασία εξετάζει την κρίση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα ως ένα υπαρκτό, σύνθετο και πολυεπίπεδο φαινόμενο, το οποίο δεν εκδηλώνεται μέσω ανοιχτής συνταγματικής εκτροπής, αλλά μέσω σταδιακής αποδυνάμωσης των θεσμικών εγγυήσεων που περιορίζουν την άσκηση της δημόσιας εξουσίας.
Βασική θεωρητική παραδοχή της μελέτης είναι η οργανική σχέση κράτους δικαίου και συνταγματισμού, καθώς και η διάκριση μεταξύ τυπικής κανονιστικής συμμόρφωσης και ουσιαστικής θεσμικής λειτουργίας.
Η εργασία υιοθετεί σύνθετη μεθοδολογική προσέγγιση, συνδυάζοντας δογματική ανάλυση του ελληνικού και ενωσιακού δικαίου με εκτενή βιβλιογραφική έρευνα,
αξιοποίηση πηγών διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών και κριτική ανάλυση δημοσιογραφικών και ερευνητικών κειμένων.
Κεντρικό στοιχείο μεθοδολογικής καινοτομίας αποτελεί η ανάπτυξη τριών επιλεγμένων μελετών περίπτωσης (case studies), οι οποίες αναδεικνύουν τον επίκαιρο και βιωματικό χαρακτήρα
της κρίσης του κράτους δικαίου (υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, τραγωδία των Τεμπών, υπόθεση Predator).
Τα case studies αφορούν τη δημόσια διοίκηση και τους μηχανισμούς ελέγχου, τον πλουραλισμό και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, καθώς και τη θεσμική ανεξαρτησία και την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η συνδυαστική ανάλυση καταδεικνύει ότι η κρίση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα προκύπτει ως σωρευτικό αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών, περιορισμένης λογοδοσίας και αποδυνάμωσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Παράλληλα, η εργασία ενσωματώνει συγκριτική ανάλυση των Εκθέσεων Κράτους Δικαίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέσω της οποίας αξιολογείται η ελληνική περίπτωση σε σχέση με τα κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα θεσμικής λειτουργίας και λογοδοσίας. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι, παρά τις επιμέρους μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα εμφανίζει επίμονες αδυναμίες στην πρακτική εφαρμογή των κανόνων, ιδίως στους τομείς της λογοδοσίας,
της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών μηχανισμών και της θεσμικής ανεξαρτησίας.
Συνολικά, η εργασία καταλήγει ότι το κράτος δικαίου στην Ελλάδα τελεί υπό διαρκή πίεση και δοκιμασία, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της ουσιαστικής αποτελεσματικότητας των θεσμικών εγγυήσεων
και τη σταθερή ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα κράτους δικαίου.This master’s thesis examines the crisis of the rule of law in Greece as a real, complex, and multi-layered phenomenon, which does not manifest itself through an open con-stitutional breakdown, but rather through the gradual weakening of the institutional safeguards that constrain the exercise of public power. A core theoretical premise of the study is the organic relationship between the rule of law and constitutionalism, as well as the distinction between formal regulatory compliance and substantive institu-tional functioning.
The thesis adopts a composite methodological approach, combining doctrinal analysis of Greek and EU law with extensive bibliographical research, the use of sources from international and European organizations, and the critical analysis of journalistic and investigative texts. A central element of methodological innovation is the develop-ment of three selected case studies, which highlight the contemporary and experiential character of the rule of law crisis (the OPEKEPE case, the Tempi tragedy, and the Predator case).
The case studies address public administration and oversight mechanisms, media plu-ralism and freedom of expression, as well as institutional independence and the pro-tection of fundamental rights. Their combined analysis demonstrates that the rule of law crisis in Greece emerges as the cumulative result of institutional dysfunctions, lim-ited accountability, and the erosion of trust in institutions.
At the same time, the thesis incorporates a comparative analysis of the European Commission’s Rule of Law Reports, through which the Greek case is assessed in rela-tion to common European standards of institutional performance and accountability. This analysis shows that, despite individual reforms, Greece continues to exhibit per-sistent weaknesses in the practical application of legal norms, particularly in the areas of accountability, the effectiveness of oversight mechanisms, and institutional inde-pendence. Overall, the thesis concludes that the rule of law in Greece remains under sustained pressure and scrutiny, making it necessary to strengthen the substantive ef-fectiveness of institutional safeguards and to ensure stable alignment with European rule of law standards.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Δίκαιο, Τεχνολογία και Οικονομί
Mobbing, harassmet and discrimination within local governmet: an intersectional analysis
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την εκδήλωση φαινομένων διάκρισης, παρενόχλησης και εργασιακού εκφοβισμού στην τοπική αυτοδιοίκηση, με έμφαση στις διαδικασίες διαμόρφωσης τους μέσω της αλληλεπίδρασης κοινωνικών ταυτοτήτων των εργαζομένων και τις θεσμικές συνθήκες του εργασιακού περιβάλλοντος. Η έρευνα πλαισιώνεται στον ελληνικό δημόσιο τομέα και υλοποιήθηκε σε δήμο μητροπολιτικού κέντρου (Δήμος Βύρωνα), και καθοδηγείται από τρία βασικά ερευνητικά ερωτήματα: (α) πώς επηρεάζονται οι εργασιακές σχέσεις από το φύλο, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και την επαγγελματική θέση, (β) εάν και με ποιους τρόπους εμφανίζονται φαινόμενα διάκρισης, παρενόχλησης και εκφοβισμού και (γ) πώς οι βιωμένες εμπειρίες των εργαζομένων συνδέονται με το γενικευμένο δικαίωμα στην ίση και αξιοπρεπή εργασία. Η έρευνα ακολουθεί ποσοτικό σχεδιασμό, ενταγμένο σε κριτικορεαλιστικό ερμηνευτικό πλαίσιο, και βασίζεται σε δεδομένα ερωτηματολογίου (Ν=30), όπως αυτά συλλέχθηκαν την περίοδο Οκτώβρη–Δεκέμβρη 2025. Η στατιστική ανάλυση χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό προτύπων ανισότητας και εργασιακού εκφοβισμού, ενώ ο κριτικός ρεαλισμός επιτρέπει τη σύνδεση των εμπειρικά παρατηρήσιμων εμπειριών με βαθύτερους δομικούς και θεσμικούς μηχανισμούς. Τα ευρήματα καταδεικνύουν παρουσίαση φαινομένων διάκρισης, παρενόχλησης και εκφοβισμού, τα οποία εκδηλώνονται κυρίως με έμμεσες και άτυπες μορφές κοινωνικού ελέγχου, παρά μέσω άμεσων και ποινικά διώξιμων μορφών κακοποίησης. Οι εμπειρίες διαφοροποιούνται ανάλογα με κοινωνικούς δείκτες, με το φύλο, την ηλικία και τη θέση εργασίας να επηρεάζουν τόσο την έκθεση όσο και τη δυνατότητα αναγνώρισης και καταγγελίας τέτοιων πρακτικών. Κεντρικό εύρημα αποτελεί η στενή σύνδεση των αντιλήψεων περί άδικης μεταχείρισης με αισθήματα αξιοπρέπειας, αναγνώρισης και θεσμικής προστασίας στον χώρο εργασίας. Η μελέτη συμβάλλει στη βιβλιογραφία αναδεικνύοντας τη σύνδεση της εργασιακής κακομεταχείρισης στην τοπική αυτοδιοίκηση με ζητήματα κοινωνικών δικαιωμάτων, διακυβέρνησης και θεσμικής λογοδοσίας. Παράλληλα, επισημαίνει τις επιπτώσεις της εσωτερικής εργασιακής δικαιοσύνης στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, τη θεσμική νομιμοποίηση και την κοινωνική συνοχή. Η εργασία είναι ιδιαίτερα συναφής για τις κοινωνικές επιστήμες, καθώς προσφέρει τεκμηριωμένες προτάσεις για δικαιωματικά προσανατολισμένες πολιτικές και μελλοντική έρευνα σε δημόσιους θεσμούς.This thesis examines the occurrence of discrimination, harassment, and workplace bullying in local government, with an emphasis on the processes that shape these experiences through the interaction of employees' social identities and the institutional conditions of the work environment. The research is framed within the Greek public sector and was conducted in a municipality of metropolitan center (Municipality of Vyronas), and guided by three key research questions: (a) how are working relationships affected by gender, age, educational level, and professional position, (b) whether and in what ways discrimination, harassment, and intimidation occur, and (c) how the lived experiences of employees relate to the universal right to equal and decent work. The research follows a quantitative design, embedded in a critical realist interpretive framework, and is based on questionnaire data (N=30) collected between October and December 2025. Statistical analysis is used to identify patterns of inequality and workplace bullying, while critical realism allows for the connection of empirically observable experiences with deeper structural and institutional mechanisms. The findings show that these phenomena occur and manifest themselves mainly through indirect and informal forms of social control, rather than through direct and criminally punishable forms of abuse. Experiences vary according to social indicators, with gender, age, and job position influencing both exposure to and the ability to recognize and report such practices. A key finding is the close link between perceptions of injustice and feelings of dignity, recognition, and institutional protection in the workplace. The study contributes to the literature by highlighting the link between workplace abuse in local government and issues of social rights, governance, and institutional accountability. At the same time, it highlights the impact of internal workplace justice on the quality of public services, institutional legitimacy, and social cohesion. The study is particularly relevant to the social sciences, as it offers evidence-based recommendations for rights-oriented policies and future research in public institutions.Δι-Ιδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Κοινωνικά Δικαιώματα και Συνηγορία στις Κοινωνικές Υπηρεσίες