633 research outputs found
Sort by
Research and conceptual frameworks: The various types and their utility for the nurse researchers
Η επιστημονική αξία ή μη της γνώσης είναι συνάρτηση της ερευνητικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την παραγωγή αυτής της γνώσης. Για τον λόγο αυτό η ερευνητική διεργασία πρέπει να είναι τέτοια που να εξασφαλίζει αξιόλογα και έγκυρα αποτελέσματα, τα οποία δια-σφαλίζονται από τη σαφή και λογική διάρθρωση των Βημάτων της όλης ερευνητικής διεργασίας.
Το πρώτο Βήμα μιας έγκυρης και αξιόπιστης έρευνας εί¬ναι ο σαφής καθορισμός του αντιληπτικού περιγράμματος του πιο σημαντικού προσώπου της έρευνας, που δεν είναι άλλος κανένας παρά ο ίδιος ο ερευνητής.
Η ιστορία των επιστημών διακρίνει τέσσερα τέτοια αντιληπτικά περιγράμματα που μολονότι έχουν αποκτήσει καθοδηγητική λειτουργία, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν αποκλειστικά ή/και καταληκτικά. Αυτά είναι το θετικιστικό, το νεοθετικιστικό, το κριτικό και το σχετικιστικό αντιληπτικό περίγραμμα. Τα αντιληπτικά αυτά περιγράμματα έχουν πρακτική και ουσιαστική χρησιμότητα στη διασφάλιση της εγκυρότητας της ερευνητικής διεργασίας, γιατί έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν, να επεξηγήσουν και να συνδέσουν με λογική αλληλουχία τα επόμενα Βήματα της ερευνητικής διεργασίας, που είναι η επιλογή της ερευνητικής μεθοδολογίας, της μεθόδου ανάλυσης των δεδομένων και της παρουσίασης των αποτελεσμάτων της έρευνας.
Έτσι η όλη ερευνητική διεργασία αποκτά λογική και σαφή διάρθρωση και συνάφεια που καθιστά την έρευνα έγκυρη και αξιόπιστη, με αποτέλεσμα αυτή να μετατρέπεται σε μια διαδικασία που οδηγεί στην παραγωγή επιστημονικής γνώσης.The scientific worthiness of knowledge is closely interrelated with the research procedures that are followed for the production of that knowledge. Therefore the research process must be one that guarantees worthiness and validity, which are secured by the explicit and logical articulation of all the steps of the research process.
The first step in a worthy and valid research is the unambiguous identification of the conceptual framework of the most important person of the research that is no one else but the researcher himself.
The history of science discerns four such conceptual frameworks that despite having a guiding function are by no means considered exclusive and/or conclusive.
These are the positivist, neo-positivist, critical and relativist conceptual frameworks.
These conceptual frameworks have practical and essential utility for securing the validity of the research process and this because they are able to define, explain and correlate in a logical coherence the consequent steps of the research process, which are the selection of the research methodology, the method of data analysis and the presentation of the research results.
In this way the whole research process acquires a logical and explicit articulation and coherence that a research into a process that leads to the production of scientific knowledg
Population growth and economic development: Some lessons from the history of advanced nations
Population growth is closely related to the factors of demand,
production and supply and furthermore to distribution of income,
and the conditions of quality of life. Today, the «population burden»
is a «common characteristic» for developing and mainly the less
developed countries. There is a close relationship between demographically
experienced in developed countries in the past and the
currently being experienced in developing countries. This paper
analyses the relationship between population growth and economic
development. What feature of the social and economic environment
affect the household level decisions? and in particular, how does
economic development affect fertility choices and what are the main
implications of population growth to economic development?Η πληθυσμιακή αύξηση σχετίζεται άμεσα με τους παράγοντες πού
αφορούν την ζήτηση, την παραγωγή και την προσφορά της οικονομίας,
και περαιτέρω με αυτά της διανομής του εισοδήματος και των
συνθηκών της ποιότητας ζωής. Σήμερα το βάρος της πληθυσμιακής
ανάπτυξης αφορά περισσότερο τις αναπτυσσόμενες και κυρίως τις
υποανάπτυκτες χώρες. Επίσης υπάρχει μια στενή συσχέτιση μεταξύ
της δημογραφικής εμπειρίας που αντιμετώπισαν οι αναπτυγμένες χώρες
κατά το παρελθόν και της εμπειρίας πού αντιμετωπίζουν οι αναπτυσσόμενες
χώρες στην τρέχουσα φάση. Το άρθρο αυτό στοχεύει
στο να αναλύσει την συσχέτιση πού υπάρχει μεταξύ της πληθυσμιακής
και της οικονομικής ανάπτυξης και να εξετάσει ποιοι είναι οι κοινωνικοί
και οικονομικοί παράγοντες πού επηρεάζουν τις αποφάσεις των
νοικοκυριών στα θέματα αυτά. Τέλος θα εξετάσει με ποιο τρόπο η οικονομική
ανάπτυξη επηρεάζει την γονιμότητα αλλά και τις κυριότερες
επιπτώσεις και τα αποτελέσματα της πληθυσμιακής αύξησης στην
οικονομικής ανάπτυξης
The financial profile of Greek manufacturing SMEs through a multivariate statistical methodology
Small and Medium sized Enterprises (SMEs) play a very
important role for the Greek economy and employment. This paper
attempts through a classification procedure to evaluate the financial
performance of Greek SMEs during a period of macroeconomic
changes following European Economic Integration. For this purpose,
a multivariate data analysis framework-factor and cluster analysis is
applied on a random sample of Greek manufacturing SMEs. The
approach gave meaningful results, which enabled us to define the
financial profile of Greek SMEs, their reaction to macroeconomic
changes and their differences from large manufacturing firms. The
findings show that Greek SMEs have lower liquidity, lower and more
volatile profits, lower reliance on debt, especially long-term debt than
LSEs and are more affected by macroeconomic conditions.Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο
στην Ελληνική οικονομικά και συμβάλλουν σημαντικά στην απασχόληση
. Το άρθρο αυτό αποσκοπεί στην αξιολόγηση των χρηματοοικονομικών
επιδόσεων των Ελληνικών ΜΜΕ την περίοδο 1988-1996 κατά τη διάρκεια
της οποίας υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στο οικονομικό και επιχειρηματικό
περιβάλλον στην Ελλάδα. Η ανάλυση βασίζεται σε τεχνικές πολυμεταβλητής
ανάλυσης δεδομένων (παραγοντική ανάλυση και ανάλυση
ομαδοποίησης) οι οποίες εφαρμόζονται σε ένα τυχαίο δείyμα Ελληνικών
ΜΜΕ του βιομηχανικού κλάδου. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης οδηγούν
σε χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με τα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά
των Ελληνικών ΜΜΕ, την επίδραση των μακροοικονομικών
αλλαγών , και τις διαφορές μεταξύ των ΜΜΕ από τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι οι Ελληνικές ΜΜΕ παρουσιάζουν
χαμηλότερη ρευστότητα σε σχέση με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, χαμηλότερη
και πιο ευμετάβλητη κερδοφορία, χαμηλότερη εξάρτηση από δανεισμό
(κυρίως όσον αφορά τον μακροπρόθεσμο δανεισμό), και είναι πιο
ευαίσθητες σε αλλαγές των γενικότερων μακροοικονομικών συνθηκών
Εμπειρικές μελέτες διανομής και κατανομής εισοδήματος (1948-1988)
Ο σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να αξιολογήσει τις μελέτες (βιβλία
ή άρθρα), που έχουν δημοσιευθεί στην τεσσαρακονταετία 1948-1988 και
αναφέρονται στη διανομή και κατανομή του εισοδήματος στην Ελλάδα. Το
άρθρο δομείται από τρία τμήματα:
Στο πρώτο εκτίθενται οι μελέτες, που αναφέρονται στην περιφερειακή
διανομή. Τεκμαίρεται ότι και στην Ελλάδα τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν
υπήρξαν επιφανειακά και δεν ανέκοψαν τις περιφερειακές ανισότητες. Στο
δεύτερο τμήμα περιλαμβάνονται οι εργασίες, που ερμηνεύουν την αποτελεσματικότητα
της ασκηθείσας δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία, όπως συνάγεται
από τις παρατιθέμενες προσεγγίσεις, εφάνη ατελέσφορη. Το αντικείμενο
αυτό, πολύ δημοφιλές στην περίοδο μετά την μεταπολίτευση, δεν προκαλεί
πλέον το έντονο ενδιαφέρον μετά το 1988.
Στο τρίτο τμήμα εκτίθενται οι δημοσιεύσεις οι σχετικές με την κατανομή
του προσωπικού εισοδήματος και της φτώχειας. Συνολικά προκύπτει από τις
αντιτειθέμενες απόψεις ότι η κατανομή στη Ελλάδα στην τεσσαρακονταετία
έχει ελαφρώς αμβλυθεί. Οι αιτίες ανάγονται στην αναδιανεμητική πολιτική
μετά την μεταπολίτευση (1975-85).The goal of this paper is to evaluate the main studies (books and articles)
published in the period 1948-1988 concerning the issue of income distribution in
Greece. The paper consists of three sections:
In the first section studies produced in the context of regional distribution
are evaluated. lt is concluded that in Greece, as it is commonly observed,
measures to restrict regional inequalities were superficial and inefficient. The
second section includes studies explaining the effectiveness of fiscal policy. The
later has no important impact on regional disparities. This issue while was of
eminent importance in the period followed the collapse of dictatorship and the
transition to democracy it has been of little concern since 1988.
The third section consists of a critical analysis of publications concerning
the themes of poverty and income distribution. Arguments of different origins
end up in the conclusion that in total in the period under consideration it has
been observed a slight reduction in inequality mainly due to the redistribution
policy in the decade 1975-85
Adam Przeworski. Δημοκρατία και αγορά. Πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις στην Ανατολική Ευρώπη και Λατινική Αμερική. Ηράκλειο Κρήτης: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001 [Βιβλιοκρισία]
Γιώργος Καραμπελιάς. Ισλάμ και παγκοσμιοποίηση. Η θανάσιμη διελκυστίνδα. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Β' έκδ. συμπληρωμένη, Δεκέμβριος 2001, σελ. 270 [Βιβλιοκρισία]
Investments’ evaluating methods in shipping- a comparison study between the newbuilding versus the secondhand vessel purchase.
Η κρίση του ασιατικού θαύματος
Πέντε χρόνια μετά την εκδήλωσή της χρηματοπιστωτικής κρίσης της Α. Ασίας, το αμείωτο ενδιαφέρον
των ειδικών για το περιεχόμενο και τη δυναμική της επιβεβαιώνει την πολυδιάστατη φύση ενός φαινομένου
που, ξεπερνόντας τα αρχικά γεωγραφικά και κοινωνικοοικονομικά όριά του, αποκτά χαρακτήρα
παγκοσμιότητας και εγείρει προβληματισμούς ανάλογης εμβέλειας. Σε αντίθεση με την πλειονότητα
των σχετικών άρθρων που επικεντρώνονται σε ειδικές επί μέρους πτυχές του προβλήματος, το παρόν
αποτελεί μια προσπάθεια συνολικής απεικόνισης ενός φαινομένου που, από τη φύση του, επιζητεί ένα
πολυδιάστατο πλαίσιο ανάλυσης. Το συμπεράσματα της ανάλυσής μας είναι ότι η αποσταθεροποίηση της
Α. Ασίας οφείλεται κυρίως σε ορισμένες εγγενείς αδυναμίες του ίδιου του ασιατικού μοντέλου, στη στενή
αλληλεξάρτηση του ιδιωτικού με το δημόσιο τομέα, στην ασύνετη χρηματο-πιστωτική απορρύθμιση και
την πρόωρη απελευθέρωση των κεφαλαιακών ροών και, τέλος στις ανεπάρκειες του ΔΝΤ στο επίπεδο τόσο
της διάγνωσης όσο και του χειρισμού της κρίσης. Τα συμπεράσματα αυτά επισημαίνουν την κρίσιμη
σημασία μιας πολιτικής ορθής ένταξης των αναπτυσσόμενων χωρών στην παγκόσμια οικονομία αλλά και
της ανάγκης εγκαθίδρυσης διεθνών ρυθμιστικών μηχανισμών για τον έλεγχο του διεθνούς κερδοσκοπικού
κεφαλαίου Τέλος, και παρά το σαρωτικό χαρακτήρα της, η κρίση του 97 δε σηματοδοτεί την ακύρωση
του ασιατικού μοντέλου -που απέδειξε την αξία του ως στρατηγική μετασχηματισμού και απογείωσης
της οικονομίας-αλλά την ανάγκη αναπροσανατολισμού του προς μια λιγότερο θεαματική αλλά πιο ισορροπημένη
ανάπτυξη που, μέσα από ένα νέο καταμερισμό της εργασίας σε περιφερεικό επίπεδο, θα οδηγήσει
τις χώρες της περιοχής σε μια περισσότερο ενσωματωμένη και πιο αυτόνομη ασιατική οικονομία.Fiνe years after the onset of the East Asian financial crisis, the sustaining interest of the experts for
its content and dynamics confirms the multidimensional nature of a phenomenon which, exceeding its
initial geographic and socioeconomic bounds, assumes a global character and raises questions of equal
proportions. Contrary to most releνent articles which concentrate on specific issues of the problem, the
present work is an attempt for an oνerall depiction of a phenomenon which, due to its nature, demands a
multidimensional framework of analysis. Our conclusions are that the destabilization of East Asia comes
mainly from certain inherent weaknesses of the Asian model itself, the close interdependence between
the priνate and the public sector, the imprudent financial deregulation and early liberalization of capital
flow and, finally, the inefficiency of the I.M.F. in both diagnosing and dealing with the crisis. These
conclusions stress the great importance of a policy for a proper integration of the developing countries in
the world economy, and the need for establishing of international regulatory structures for the control of
the international speculative capital. Lastly, and despite its onerwhelming character, the 97 crisis does not
denote the repeal of the Asian model, which has prouved its value as a strategy for the economy's
tranformation and take off. It does point out, however, the need for the ήorientation of the model
towards a less spectacular and more equilibrate development which, through a new division of labour in a
regional level, shall lead these countries to a more integrated and more autonomous asian economy
Stock market prices, mean reversion and structural breaks: Evidence from emerging markets
This paper inνestigate s whether stock-price indices of the emerging
markets can be characterized as random walk (unit root) or mean
reνersion processes. We implement a test that can account for possible
structural breaks in the underlying series and is considerably more
powerful than standard tests for a random walk. We find that for some
countries, stock prices exhibit significant structural breaks in the
sample. Furthermore, for some countries, the null hypothesis of a
random walk can be rejected at the 1-or 5- percent significance leνel in
faνor of the a lt ernatiνe hypothesis that these indices follow meanreνerting
processes.Ο κύριος στόχος της παρούσης εργασίας είναι η στατιστική διερεύνηση
του κατά πόσον οι δείκτες τιμών των μετοχών στα Χρηματιστήρια
των αναδυομένων αγορών μπορούν να χαρακτηρισθούν ως
διαδικασίες τυχαίας πορείας (έχουν δηλ. μοναδιαίες ρίζες) ή επανόδου
στο μέσο . Χρησιμοποιώντας ένα κριτήριο ελέγχου που μπορεί να
λάβει υπόψη του τις διαρθρωτικές μεταβολές των υπό διερεύνηση
χρονοσειρών (το κριτήριο ελέγχου των Ζίνοt και Andrews) που θεωρείται
σημαντικά πιο ισχυρό από τα καθιερωμένα κριτήρια, βρέθηκε
ότι για ορισμένες χώρες οι δείκτες των τιμών των μετοχών παρουσιάζουν
σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Επιπλέον, για ορισμένες από τις χώρες αυτές η υπόθεση μηδέν
για τυχαία πορεία μπορεί να απορριφθεί σε επίπεδο σημαντικότητας
1 ή 5% έναντι της εναλλακτικής υπόθεσης ότι οι δείκτες αυτοί ακολουθούν
μια πορεία επαναφοράς στον μέσο