11894 research outputs found
Sort by
Μηχανισμοί διαμόρφωσης των προτιμήσεων εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης για τα χαρακτηριστικά της διδασκαλίας με αξιοποίηση των ΤΠΕ, μέσω Στατιστικών Μοντέλων Διακριτής Επιλογής
Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά τους μηχανισμούς διαμόρφωσης των προτιμήσεων των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αναφορικά με τα χαρακτηριστικά μιας διδασκαλίας βασισμένης στις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), με ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση Ψηφιακών Μαθησιακών Αντικειμένων (ΨΜΑ). Αν και τα ΨΜΑ θεωρούνται πολύτιμα εργαλεία για την προώθηση εξατομικευμένης, συμπεριληπτικής και διαδραστικής μάθησης, η εφαρμογή τους στη σχολική πράξη παραμένει ασυνεπής ή μη συστηματική. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να καλύψει το χάσμα ανάμεσα στον θεωρητικό σχεδιασμό των ΨΜΑ και τις πραγματικές διδακτικές ανάγκες των εκπαιδευτικών, μοντελοποιώντας εμπειρικά τις δηλωθείσες προτιμήσεις τους και τις μεταβολές των στάσεών τους, μέσα από τον συνδυασμό Στατιστικών Μοντέλων Διακριτής Επιλογής (DCM) και της Ενιαίας Θεωρίας Αποδοχής και Χρήσης της Τεχνολογίας (UTAUT). Με αυτόν τον τρόπο προσφέρεται μια σύνθετη κατανόηση του πώς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των ΨΜΑ επηρεάζουν τις διδακτικές αποφάσεις και πώς στοχευμένες παρεμβάσεις μπορούν να ενισχύσουν την αποδοχή της τεχνολογίας.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2022–2024 με τη συμμετοχή 437 εν ενεργεία εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Αναπτύχθηκε πειραματικός σχεδιασμός (Discrete Choice Experiment - DCE) ο οποίος περιελάμβανε τέσσερις ομάδες καρτών επιλογής: (α) γενικά χαρακτηριστικά της διδασκαλίας με ΤΠΕ (όπως: Τάξη, Γνωστικό αντικείμενο, Διαδραστικότητα), (β) τεχνικά χαρακτηριστικά των ΨΜΑ (π.χ. Διαλειτουργικότητα, Προσβασιμότητα, Ανθεκτικότητα, Διαδραστικότητα), (γ) διδακτικά χαρακτηριστικά των ΨΜΑ (π.χ. Επαναχρησιμοποίηση, Παραγωγικότητα, Προσαρμοστικότητα), και (δ) χαρακτηριστικά του επαγγελματικού προφίλ των εκπαιδευτικών (όπως: Δεκτικότητα σε μη οικεία ΨΜΑ και Εξοικείωση με μορφές ένταξης ΨΜΑ στη διδασκαλία). Παράλληλα, υλοποιήθηκε μια παρέμβαση βασισμένη στη μεθοδολογία STEAM, ενταγμένη στο πλαίσιο των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων, στις τάξεις Α’, Δ’ και Ε’ Δημοτικού, με στόχο τη βιωματική εξοικείωση των εκπαιδευτικών με τα βασικά χαρακτηριστικά των ΨΜΑ. Για την αποτίμηση των μεταβολών στις στάσεις των συμμετεχόντων απέναντι στις ΤΠΕ, χορηγήθηκε πριν και μετά την παρέμβαση τροποποιημένη εκδοχή της κλίμακας UTAUT.
Οι τρεις από τις τέσσερις ομάδες καρτών (γενικά, τεχνικά και διδακτικά χαρακτηριστικά) αναλύθηκαν με χρήση DCM, ειδικότερα με alternative-specific conditional logit models πριν και μετά την παρέμβαση. Η τέταρτη ομάδα, που περιελάμβανε χαρακτηριστικά του επαγγελματικού προφίλ, αναλύθηκε μόνο πριν την παρέμβαση, καθώς περιορισμοί στον σχεδιασμό δεν επέτρεπαν σε κάθε συμμετέχοντα να εκτιμήσει επαρκή ποικιλία καρτών. Παρά ταύτα, η ανάλυση αυτής της ομάδας ανέδειξε πολύτιμα ευρήματα ως προς σταθερά μοτίβα στάσεων.
Τα αποτελέσματα των DCMs έδειξαν ότι, ανεξαρτήτως Τάξης, οι εκπαιδευτικοί εμφανίζουν σταθερή προτίμηση για την ενσωμάτωση ΨΜΑ στη διδασκαλία. Το Γνωστικό αντικείμενο, η Διαδραστικότητα και η Προσαρμοστικότητα αναδείχθηκαν ως τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά, ενώ θετικά αξιολογήθηκαν επίσης η Προσβασιμότητα και η Διαλειτουργικότητα. Αντίθετα, η Επαναχρησιμοποίηση –αν και παραδοσιακά αποτελεί κεντρική αρχή στον σχεδιασμό ΨΜΑ– δεν αποτέλεσε αρχικά καθοριστικό παράγοντα, όμως απέκτησε σημασία μετά την παρέμβαση, γεγονός που αναδεικνύει τον ρόλο της βιωματικής έκθεσης στη διαμόρφωση στάσεων. Οι αναλύσεις ανά υποομάδες έδειξαν ότι οι λιγότερο έμπειροι εκπαιδευτικοί έδιναν έμφαση σε χαρακτηριστικά σταθερότητας (π.χ. Ανθεκτικότητα), ενώ οι πιο έμπειροι προτιμούσαν δυναμικά και δημιουργικά χαρακτηριστικά των ψηφιακών πόρων (π.χ. Παραγωγικότητα). Οι διαφορές ανά φύλο ήταν περιορισμένες, αλλά αξιοσημείωτες: οι άνδρες εμφανίστηκαν λιγότερο πρόθυμοι να ενσωματώσουν ΨΜΑ στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, ενώ και τα δύο φύλα έδωσαν έμφαση στη συνάφεια γνωστικού αντικειμένου και στη Διαδραστικότητα.
Η ανάλυση στάσεων με βάση την UTAUT κατέδειξε σημαντική βελτίωση μετά την παρέμβαση ως προς την Αναμενόμενη Προσπάθεια, την Αναμενόμενη Απόδοση και τη Συνολική Στάση απέναντι στην τεχνολογία. Αντιθέτως, η Κοινωνική Επιρροή και οι Διευκολυντικές Συνθήκες δεν επηρέασαν ουσιαστικά τις αποφάσεις ένταξης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι διδακτικές επιλογές καθορίζονται περισσότερο από εσωτερικές αντιλήψεις ως προς τη χρησιμότητα και την αυτοπεποίθηση, παρά από εξωτερικές πιέσεις.
Η μελέτη εισφέρει μεθοδολογικά, καθώς αποτελεί μία από τις πρώτες εφαρμογές των DCMs στην εκπαιδευτική έρευνα, συνδυάζοντας την ανάλυση δηλωμένων προτιμήσεων με την αποτίμηση μεταβολών στάσεων στο πλαίσιο δομημένης παρέμβασης. Σε εμπειρικό επίπεδο, αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά των ΨΜΑ που επηρεάζουν την αποδοχή τους, καθώς και τον ρόλο που διαδραματίζει η επαγγελματική εμπειρία των εκπαιδευτικών. Παιδαγωγικά, προσφέρει τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι στοχευμένες και καλά σχεδιασμένες παρεμβάσεις μπορούν να μεταβάλουν θετικά τις στάσεις απέναντι σε λιγότερο οικεία ψηφιακά εργαλεία.
Τα ευρήματα της μελέτης έχουν άμεση πρακτική αξία για την εκπαιδευτική πολιτική και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Οι επιμορφώσεις δεν θα πρέπει να περιορίζονται σε γενικές ψηφιακές δεξιότητες, αλλά να επικεντρώνονται σε χαρακτηριστικά των ψηφιακών πόρων που οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν ως ουσιώδη – ιδίως στην προσαρμοστικότητα, την προσβασιμότητα και τη διαδραστικότητα.
Παράλληλα, ο σχεδιασμός των ΨΜΑ θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με εμπειρικά τεκμηριωμένες διδακτικές ανάγκες και όχι με αφηρημένες τεχνικές προδιαγραφές. Η χρήση δομημένων DCEs μπορεί να στηρίξει την αναθεώρηση των πλαισίων ένταξης των ΤΠΕ, ανταποκρινόμενη σε αυθεντικές ανάγκες της σχολικής πράξης. Η ενσωμάτωση των προσωπικών προτιμήσεων των εκπαιδευτικών προσφέρει μια παιδαγωγικά έγκυρη βάση για τον σχεδιασμό μαθησιακών περιβαλλόντων που ενισχύουν τη διαφοροποίηση, τη δημιουργικότητα και την ουσιαστική ενσωμάτωση της τεχνολογίας. Ο συνδυασμός των DCMs και της θεωρίας UTAUT, στο πλαίσιο μιας αυθεντικής STEAM παρέμβασης, αναδεικνύεται ως ερευνητικό μοντέλο με δυνατότητα εφαρμογής σε διαφορετικά εκπαιδευτικά πλαίσια, προσφέροντας προοπτικές για μελλοντικές μελέτες και σχεδιασμό προγραμμάτων. Οι θετικές μεταβολές στις στάσεις των συμμετεχόντων, ιδίως στην Αναμενόμενη Προσπάθεια και στην Αναμενόμενη Απόδοση, επιβεβαιώνουν την αξία της βιωματικής επαγγελματικής μάθησης για την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και την αποδοχή της καινοτομίας. Τέλος, η σταθερή επιφύλαξη απέναντι σε άγνωστα ψηφιακά εργαλεία, που καταγράφηκε σε όλες τις υποομάδες, παραπέμπει σε δομικά ή ψυχολογικά εμπόδια με πιθανή διαπολιτισμική σημασία.
Παρότι η μελέτη βασίζεται σε δεδομένα από την Ελλάδα, τα ευρήματά της έχουν ευρύτερη διεθνή σημασία. Ο συνδυασμός των DCMs και της θεωρίας UTAUT προσφέρει ένα αξιόπιστο αναλυτικό πλαίσιο για τη διερεύνηση προτιμήσεων και μεταβολών στάσεων σε διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα. Τα αποτελέσματα αντανακλούν ευρύτερους διεθνείς προβληματισμούς σχετικά με την εξοικείωση, την προσαρμοστικότητα και την επαγγελματική αυτονομία ως κρίσιμους παράγοντες για την υιοθέτηση ψηφιακών εργαλείων στην εκπαίδευση.This doctoral dissertation investigates mechanisms shaping primary school teachers’ preferences regarding the characteristics of ICT-based teaching, with a particular focus on Digital Learning Objects (DLOs). While DLOs are considered valuable tools for promoting personalized, inclusive, and interactive learning, their adoption in classroom practice remains inconsistent. This study addresses the gap between the theoretical design of digital resources and actual instructional needs by empirically modeling teachers’ stated preferences and attitudinal shifts using a combination of Discrete Choice Models (DCMs) and the Unified Theory of Acceptance and Use of Technology (UTAUT). In doing so, it provides a nuanced understanding of how specific DLO characteristics affect instructional decision-making and how targeted interventions can influence technology acceptance.
The research was conducted between 2022 and 2024 in Greece, involving 437 in-service primary school teachers. A series of factorial Discrete Choice Experiments (DCEs) was developed, comprising four distinct subsets of choice cards: (a) general characteristics of ICT-based lessons (e.g., Grade level, Subject area, Interactivity), (b) technical characteristics of DLOs (e.g., Interoperability, Accessibility, Durability, Interactivity), (c) instructional DLO features (e.g., Reusability, Generativity, Adaptability), and (d) teacher profile-related attributes (Openness to unfamiliar DLOs, and Familiarity with DLO integration format). A STEAM-based intervention aligned with the Soft Skills Workshops framework was implemented in Grades 1, 4, and 5 of primary school to provide experiential exposure to key DLO features. An adapted UTAUT-based scale was administered before and after the intervention to assess shifts in attitudes toward ICT.
Three of the four DCE subsets (general, technical, and instructional characteristics) were analyzed using alternative-specific conditional logit models in a pre–post design. The fourth subset (teacher profile) was modeled separately using cross-sectional analysis, due to design constraints that limited the number of cards per participant and did not allow for sufficient variability to support longitudinal comparison. Nevertheless, this subset yielded valuable insights into persistent attitudinal patterns.
The DCM results revealed that, across all grade levels, teachers consistently preferred the inclusion of DLOs in instruction. Subject relevance, Interactivity, and Adaptability were the most influential attributes, while Accessibility and Interoperability were also positively evaluated. Notably, Reusability—traditionally emphasized in DLO design—was not initially a strong predictor of preference but gained importance after the intervention, highlighting the role of direct experience in shaping perceptions. Segmentation analyses further indicated that less experienced teachers prioritized stability-related attributes (e.g., Durability), whereas more experienced teachers favored dynamic and creative features (e.g., Generativity). Gender-based differences were modest but noteworthy: male teachers appeared less likely to integrate DLOs in early primary grades, while both genders consistently valued subject alignment and interactivity.
The attitudinal analysis using the UTAUT framework demonstrated significant post-intervention increases in Effort Expectancy, Performance Expectancy, and overall attitudes toward ICT use. However, Social Influence and Facilitating Conditions did not significantly impact adoption decisions, suggesting that instructional choices are more closely tied to internal perceptions of utility and confidence than to external pressures.
This study makes several original contributions. Methodologically, it is one of the first to apply DCMs to model primary teachers’ preferences for digital resources, integrating stated preference modeling with attitudinal tracking and a structured intervention. Empirically, it identifies which DLO attributes drive adoption and how these interact with professional experience and teacher characteristics. Pedagogically, it offers evidence that well-designed interventions can positively reshape perceptions of less familiar digital tools.
The findings have practical implications for both educational policy and teacher professional development. Training initiatives should move beyond generic digital skills instruction and instead be tailored to address specific characteristics that teachers prioritize—particularly Adaptability, Accessibility, and Interactivity. Developers of digital educational tools may likewise align DLO design with empirically grounded classroom preferences, rather than relying on abstract technical specifications. The use of structured DCEs may also inform evidence-based revisions of ICT integration frameworks, supporting decisions that reflect authentic instructional needs. Furthermore, the study underscores the pedagogical value of attending to teachers’ situated preferences, offering a data-informed foundation for co-designing digital learning environments that support differentiated instruction, creativity, and meaningful technology integration. The research also demonstrates the analytical capacity of DCEs to capture complex decision-making in educational contexts, while the combined use of DCMs and UTAUT within an authentic STEAM-based intervention provides a transferable model for future empirical studies and program design. The observed post-intervention improvements in effort expectancy, performance expectancy, and overall attitudes—as captured through the adapted UTAUT scale—highlight the effectiveness of experiential, STEAM-based professional development in fostering educators’ confidence and openness toward digital innovation. In addition, the segmentation analyses revealed meaningful variations in preference structures according to teaching experience and training background, suggesting the potential of DCEs to guide the development of more targeted and inclusive ICT initiatives. Finally, the persistent aversion to unfamiliar digital tools observed across all subgroups echoes concerns identified in the broader literature, suggesting that such tendencies may reflect structural or psychological barriers with cross-cultural relevance.
Although the study is based on data collected in Greece, its insights are relevant to a broader international context. The combined use of DCMs and UTAUT offers a transferable framework for analyzing preference structures and attitudinal dynamics in diverse educational systems. The findings echo global concerns regarding familiarity, adaptability, and professional autonomy in digital tool adoption. As such, this research contributes not only to national educational reform but also to the global discourse on effective, responsive, and inclusive technology integration in primary education
Time management by secondary education principals : a case study of the Heraklion region
Μία αποτελεσματική σχολική ηγεσία είναι απόρροια της σωστής κατανομής του εργασιακού χρόνου και της υιοθέτησης τεχνικών διαχείρισης χρόνου από τους διευθυντές/ντριες. Καθώς η διαχείριση του χρόνου των διευθυντών αποφέρει σημαντικά οφέλη στην εν γένει λειτουργία της σχολικής μονάδας, σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση του τρόπου διαχείρισης του χρόνου ανάμεσα σε διευθυντές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του νομού Ηρακλείου. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, πραγματοποιήθηκε μία ποσοτική έρευνα ανάμεσα σε 124 διευθυντές/ντριες και υποδιευθυντές/ντριες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του νομού Ηρακλείου. Μέσω από τα αποτελέσματα της έρευνας διαπιστώθηκε ότι οι διευθυντές/τριες και υποδιευθυντές/ντριες αφιερώνουν εργασιακό χρόνο συχνά στην εφαρμογή της νομοθεσίας, στη διαμόρφωση του ωρολογίου προγράμματος, την αναπλήρωση εκπαιδευτικών, τις άδειές τους, ασχολούνται με την ασφάλεια του σχολείου και την εποπτεία των εκπαιδευτικών, τη μάθηση και τις επιδόσεις των μαθητών καθώς και την αλληλεπίδραση με τους γονείς των μαθητών. Επίσης, αφιερώνουν συχνά χρόνο στην συνεργασία και την επικοινωνία με τους εκπαιδευτικούς του σχολείου.
Οι τεχνικές διαχείρισης χρόνου που ακολουθούν είναι ο προγραμματισμός, η καθημερινή ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, ο καθορισμός στόχων σε τακτά χρονικά διαστήματα, η ανάθεση αρμοδιοτήτων, η οργάνωση, η διαχείριση των γονέων και άλλων επισκεπτών μόνο σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες και ένα ανώτατο όριο στον αριθμό των προγραμματισμένων εβδομαδιαίων συναντήσεων και σπάνια καθορίζουν εξαρχής την ώρα έναρξης και λήξης των συνεδριάσεων του συλλόγου διδασκόντων. Ο κύριος παράγοντας που επιδρά στην οργάνωση του χρόνου είναι η ύπαρξη μεγάλης γραφειοκρατίας και οι συχνές νομοθετικές αλλαγές. Από τις αναλύσεις συσχέτισης διαπιστώθηκε ότι όσο η ηλικία των διευθυντών αυξάνεται τόσο πιο καλές τεχνικές διαχείρισης του χρόνου παρουσιάζουν και όσο μεγαλύτερα είναι τα έτη διοίκησης ως διευθυντής/τρια, τόσο καλύτερη είναι η οργάνωση του σχολείου. Όμως, δεν προέκυψαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις μεταβλητές της έρευνας όσων αφορά το φύλο των διευθυντών/ντριών.Effective school leadership is a consequence of the correct distribution of working time and the adoption of time management techniques by principals. As the management of the principals' time brings significant benefits to the general functioning of the school unit, the purpose of this study is to investigate the way of managing time among principals of secondary education in the prefecture of Heraklion. To achieve this goal, a quantitative survey was carried out among 124 principals and vice-principals of secondary education in the prefecture of Heraklion. From the results of the research, it was found that principals and vice principals often devote working time to the implementation of legislation, the formation of the program schedule, the replacement of teachers, their licenses, dealing with school safety and the supervision of teachers, student learning and performance as well as interaction with students' parents. They also often spend time collaborating and communicating with school teachers.
The following time management techniques are planning, daily prioritization, setting goals at regular intervals, delegation, organization, managing parents and other visitors only on certain days and times, and an upper limit on the number of the scheduled weekly meetings and rarely determine the start and end time of faculty association meetings in first place. The main factor that affects the organization of time is the existence of a large bureaucracy and frequent legislative changes. From the correlation analyses, it was found that as the principals' age increases, the better time management techniques they present and the longer the years of management as a principal, the better the organization of the school. However, no statistically significant differences emerged in the survey variables in terms of manager gender
The precariousness of immigrants in the rural area of Messara, Heraklion prefecture, and the awareness of their contribution to the economy
Η μετανάστευση είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο που έχει μελετηθεί από πολλές οπτικές γωνίες. Η σύγχρονη μετανάστευση αφορά κυρίως στην αναζήτηση εργασίας με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του μετανάστη, καθώς και για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Υιοθετώντας μια δομική προσέγγιση στην ερμηνεία της μετανάστευσης, καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό που συμβαίνει ακόμα και σήμερα είναι ουσιαστικά μια ανταλλαγή πληθυσμών βάσει κρατικών συμφωνιών. Οι οικονομικά πλούσιες χώρες χρειάζονται φθηνό εργατικό δυναμικό και ζητούν υποστήριξη από τις φτωχότερες χώρες, υποσχόμενες καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και μια στάση αλληλεγγύης. Δυστυχώς, όπως είναι προφανές, οι μετανάστες αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα στη χώρα υποδοχής και βιώνουν επισφάλεια λόγω της αβεβαιότητας που περιβάλλει το καθεστώς απασχόλησης και νόμιμης διαμονής τους.
Η παρούσα έρευνα στοχεύει να ρίξει φως σε πτυχές της μετανάστευσης στην περιοχή της Μεσαράς, στο νομό Ηρακλείου Κρήτης. Μέσω ποιοτικής έρευνας και προσωπικών συνεντεύξεων με ενδιαφερόμενους φορείς, παραγωγούς και μετανάστες αγρότες, καταβλήθηκε προσπάθεια να διερευνηθούν οι κοινωνικές, βιωτικές και εργασιακές συνθήκες των μεταναστών στην περιοχή. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της χιονοστιβάδας, εντοπίστηκαν τόσο οι παραγωγοί όσο και οι μετανάστες εργαζόμενοι που απασχολούνται στη γεωργία. Το γλωσσικό εμπόδιο ξεπεράστηκε με τη χρήση διερμηνέων και τα δεδομένα που συλλέχθηκαν είναι σημαντικά.
Φαίνεται ότι οι μετανάστες διατηρούν μια καλή και σεβαστή σχέση με τους εργοδότες τους. Η μεταφορά και η διατροφή τους καλύπτονται από τον εργοδότη τους, πέραν του μισθού
τους. Ο ρόλος τους και η σημασία της συμβολής τους αναγνωρίζονται από τους Έλληνες παραγωγούς. Οι ίδιοι οι μετανάστες αισθάνονται ικανοποιημένοι με τα οφέλη που λαμβάνουν, έχουν συνειδητότητα της προσφοράς τους στην ελληνική οικονομία και δεν αισθάνονται ότι υφίστανται εκμετάλλευση από τους παραγωγούς.
Αυτό στο οποίο συμφωνούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς, οι παραγωγοί και οι μετανάστες αγρότες είναι ότι το Κράτος είναι αυτό που τους κρατά ομήρους σε κατάσταση παρατυπίας. Υπάρχει καθυστέρηση στην ταυτοποίηση και την επίσημη καταγραφή των μεταναστών, γεγονός που δυσκολεύει γι' αυτούς να αποδείξουν ότι ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα και να αποκτήσουν την πολυπόθητη άδεια παραμονής. Είναι ζωτικής σημασίας να αναθεωρηθούν οι νόμοι περί μετανάστευσης — να απλοποιηθούν, να γίνουν πιο κατανοητοί και ευκολότεροι στην εφαρμογή τους — εάν το κράτος επιθυμεί να χαρακτηριστεί ως κράτος δικαίου.Migration is a timeless phenomenon that has been studied from many perspectives. Contemporary migration mainly concerns the search for employment with the aim of improving the migrant‘s living conditions, as well as for educational purposes. Adopting a structural approach to interpreting migration, one understands that what is still happening today is essentially a population exchange under state agreements. Economic wealthy countries are in need of cheap labor and request support from poorer countries, promising better living conditions and a stance of solidarity. Unfortunately, as is evident, migrants face many problems in the host country and experience precarity due to the uncertainty surrounding their employment and legal residence status. This research aims to shed light on aspects of migration in the region of Mesara, in the Heraklion prefecture of Crete. Through qualitative research and personal interviews with stakeholders, producers, and migrant agricultural workers, an effort was made to investigate the social, living, and labor conditions of migrants in the area. Using the snowball sampling method, both producers and migrant workers employed in agriculture were identified. The language barrier was overcome with the use of interpreters, and the data collected is significant.
It appears that migrants maintain a good and respectful relationship with their employers. Their transportation and meals are covered in addition to their salary. Their role and the importance of their contribution are recognized by Greek producers. The migrants themselves feel satisfied with the benefits they receive and do not feel exploited by the producers. What stakeholders, producers, and migrant agricultural workers all agree on is that it is the State that keeps them hostage in a state of irregularity. There is a delay in the identification and official registration of migrants, which makes it difficult for them to prove they live and work in Greece and to obtain the much-desired residence permit. It is vital that immigration laws be revised — simplified, made more comprehensible, and easier to implement — if the state wishes to be characterized as a state governed by the rule of law
Clinical outcomes of patients with non small cell lung cancer and KRAS gene mutations
Εισαγωγή: Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) αποτελεί την κυριότερη αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως. Η εισαγωγή στοχευμένων θεραπειών έχει βελτιώσει σημαντικά την πρόγνωση ασθενών με μεταστατικό ΜΜΚΠ που φέρουν οδηγές μεταλλάξεις, κυρίως στα γονίδια EGFR, BRAF, ROS1 και MET. Οι μεταλλάξεις του ογκογονιδίου KRAS είναι οι συχνότερες, ανιχνεύονται περίπου στο 40% των ασθενών με ΜΜΚΠ, ωστόσο μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχαν εγκεκριμένες στοχευμένες θεραπείες για αυτές. Η πρόσφατη έγκριση των αναστολέων KRAS G12C, όπως ο Sotorasib, προσφέρει νέες θεραπευτικές επιλογές, κυρίως ως θεραπεία δεύτερης γραμμής. Παρόλα αυτά, η κλινική έκβαση παραμένει ετερογενής, γεγονός που συνδέεται με παράγοντες όπως ο υπότυπος της μετάλλαξης KRAS, η παρουσία συν-μεταλλάξεων (TP53, KEAP1, STK11), καθώς και άλλες μοριακές και κλινικές παραμέτρους. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η αξιολόγηση της κλινικής έκβασης ασθενών με ΜΜΚΠ που φέρουν μεταλλάξεις στο γονίδιο KRAS, με έμφαση στη συνολική επιβίωση (OS), την επιβίωση χωρίς εξέλιξη νόσου (PFS) και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Μέθοδοι: Διενεργήθηκε αναδρομική μελέτη σε 96 ασθενείς με ΜΜΚΠ που έλαβαν θεραπεία στο ΠΑΓΝΗ την περίοδο 2020–2023. Συλλέχθηκαν από τους ιατρικούς φακέλους δεδομένα σχετικά με κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά, μοριακό προφίλ, θεραπευτικές επιλογές και επιβίωση. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν με βάση το μεταλλακτικό προφίλ KRAS (KRAS G12C, άλλες KRAS μεταλλάξεις, ή χωρίς KRAS μετάλλαξη). Η συσχέτιση της κατάστασης KRAS με κλινικά χαρακτηριστικά έγινε μέσω της δοκιμασίας χ², ενώ η επιβίωση χωρίς εξέλιξη (PFS) και η συνολική επιβίωση (OS) αναλύθηκαν με καμπύλες Kaplan-Meier και τη δοκιμασία log-rank.
Αποτελέσματα: Από τους 96 ασθενείς, το 75,0% ήταν άνδρες, το 63,5% ενεργοί καπνιστές, ενώ η πλειονότητα είχε καλή λειτουργική κατάσταση (ECOG 0–1). Το 77,1% παρουσίασε μεταστατική νόσο κατά τη διάγνωση. Έλεγχος με NGS πραγματοποιήθηκε στο 48,4% των ασθενών, με μεταλλάξεις KRAS να ανιχνεύονται στο 61,5%. Ο συχνότερος υπότυπος ήταν ο KRAS G12C (34,4%), ακολουθούμενος από G12V, G12D και άλλους σπανιότερους υποτύπους. Συν-μεταλλάξεις εντοπίστηκαν στα γονίδια TP53 (10,9%) και KEAP1/STK11 (4,3%), ενώ το 45,7% δεν παρουσίαζε άλλες μεταλλάξεις. Η διάμεση PFS ήταν 6,0 μήνες και η διάμεση OS ήταν 13,2 μήνες. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην επιβίωση μεταξύ ασθενών με KRAS wild-type και μεταλλαγμένους όγκους, ούτε ανάμεσα στους επιμέρους υποτύπους. Οι συν-μεταλλάξεις έδειξαν τάση για χειρότερη πρόγνωση, ωστόσο δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική επιβεβαίωση λόγω του περιορισμένου αριθμού ασθενών. Συμπεράσματα: Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην κλινική έκβαση μεταξύ των ασθενών με KRAS μεταλλάξεις και εκείνων με KRAS wild-type, ούτε μεταξύ των υποτύπων KRAS. Παρότι ορισμένες συν-μεταλλάξεις εμφάνισαν τάση συσχέτισης με δυσμενή πρόγνωση, το μικρό δείγμα δεν επέτρεψε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Το ποσοστό μοριακού ελέγχου (NGS) ήταν σχετικά χαμηλό (48%), γεγονός που πιθανόν οδήγησε σε υποεκτίμηση της συχνότητας συνυπαρχουσών μοριακών ανωμαλιών. Τέλος, η περιορισμένη πρόσβαση σε στοχευμένες θεραπείες για την KRAS G12C μετάλλαξη ανέδειξε ένα σημαντικό θεραπευτικό κενό στην ελληνική κλινική πρακτική. Η διεύρυνση της χρήσης του NGS και η ενσωμάτωση στοχευμένων θεραπειών είναι απαραίτητες προκειμένου να βελτιωθεί η εξατομίκευση της θεραπείας και η πρόγνωση των ασθενών με KRAS-μεταλλαγμένο ΜΜΚΠ στην Ελλάδα.Introduction: Non-small cell lung cancer (NSCLC) is the leading cause of cancer-related deaths worldwide. The introduction of targeted therapies has significantly improved outcomes for patients with metastatic NSCLC harboring driver mutations, particularly in genes such as EGFR, BRAF, ROS1, and MET. KRAS mutations, the most common oncogenic alterations, are detected in approximately 40% of NSCLC patients; however, targeted therapies for these mutations were not available until recently. The recent approval of KRAS G12C inhibitors, such as Sotorasib, provides new therapeutic options, primarily as second-line treatments. Nevertheless, clinical outcomes remain heterogeneous, influenced by factors such as the KRAS mutation subtype, co-mutations (TP53, KEAP1, STK11), and other molecular and clinical parameters. The aim of this study is to evaluate the clinical outcomes of NSCLC patients harboring KRAS mutations, with emphasis on overall survival (OS), progression-free survival (PFS), and treatment response.
Methods: A retrospective study included 96 NSCLC patients treated at PAGNI hospital between 2020 and 2023. Data were collected from medical records regarding clinicopathological characteristics, molecular profiles, treatment regimens, and survival outcomes. Patients were classified based on their KRAS mutation status (KRAS G12C, other KRAS mutations, or KRAS wild-type). Associations between KRAS status and clinical characteristics were assessed using the chi-square test, while progression-free survival (PFS) and overall survival (OS) were analyzed using Kaplan-Meier curves and log-rank tests.
Results: Among 96 patients, 75.0% were male, 63.5% were current smokers, and most patients had a good performance status (ECOG 0–1). Metastatic disease was present at diagnosis in 77.1% of cases. Next-generation sequencing (NGS) was performed in 48.4% of patients, with KRAS mutations detected in 61.5%. KRAS G12C was the most common subtype (34.4%), followed by G12V, G12D, and other less frequent subtypes. Co-mutations were identified in TP53 (10.9%) and KEAP1/STK11 (4.3%), whereas 45.7% had no additional mutations. Median PFS was 6.0 months, and median OS was 13.2 months. No statistically significant differences in survival outcomes were observed between KRAS wild-type and mutant tumors or among KRAS subtypes. Co-mutations showed a trend toward worse prognosis, though statistical significance was not reached due to the limited sample size.
Conclusions: There was no statistically significant difference in clinical outcomes between patients with KRAS-mutated and KRAS wild-type NSCLC or among different KRAS subtypes. Although certain co-mutations appeared to correlate with poorer prognosis, the limited sample size precluded definitive conclusions. The relatively low rate of molecular testing (48%) may have underestimated the frequency of concurrent molecular abnormalities. Additionally, limited access to targeted therapies for the KRAS G12C mutation highlights a significant therapeutic gap in Greek clinical practice. Broader application of NGS and incorporation of targeted therapies are essential to improve personalized treatment strategies and outcomes for patients with KRAS-mutated NSCLC in Greece
Consensual non-monogamy and the practice of swinging in Greece
Η διπλωματική εργασία εξετάζει την πρακτική του swinging στην Ελλάδα ως μορφή συναινετικής μη μονογαμίας, με στόχο να αναδείξει τις κοινωνικές, πολιτισμικές και έμφυλες διαστάσεις της. Μέσα από ποιοτική μεθοδολογία (ημιδομημένες συνεντεύξεις και ανάλυση λόγου), αναδεικνύονται τα κίνητρα, οι στρατηγικές διαχείρισης της ζήλιας και της οικειότητας, οι αντιφάσεις ανάμεσα στη μονοκανονικότητα, την ετεροκανονικότητα και τη ρευστότητα των ταυτοτήτων, καθώς και οι επιρροές της εμπορευματοποίησης. Τα ευρήματα δείχνουν ότι το swinging λειτουργεί ταυτόχρονα ως χώρος πειραματισμού και αναδιαπραγμάτευσης των σχέσεων, αλλά και ως αντανάκλαση των κοινωνικών εντάσεων γύρω από τη σεξουαλικότητα, την οικειότητα και την αυτονομία στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.This thesis explores the practice of swinging in Greece as a form of consensual non-monogamy, aiming to highlight its social, cultural, and gendered dimensions. Through qualitative methodology (semi-structured interviews and discourse analysis), it examines the participants’ motivations, the strategies for managing jealousy and intimacy, the tensions between mononormativity, heteronormativity and identity fluidity, as well as the impact of commodification. The findings indicate that swinging operates both as a space for experimentation and renegotiation of relationships, and as a reflection of broader social tensions concerning sexuality, intimacy, and autonomy in contemporary Greek society
Επέκταση του γαλαξιακού καταλόγου HECATE σε μεγαλύτερες αποστάσεις και υπολογισμός μαζών υπερμεγέθων μαύρων τρυπών
We present HECATEv3, the third generation of the Heraklion Extragalactic Catalogue (HECATE),
an all-sky value-added galaxy catalog comprising 111,956,999 galaxies compiled from multiple
extra-galactic catalogs, including HECATEv2, the DESI Photometric Redshifts Catalog, and the Siena
Galaxy Atlas 2020. HECATEv3 extends the redshift range of its predecessors up to z ≈ 0.5 . This
release emphasizes a substantial expansion of the survey volume while providing spatial information,
multi-wavelength photometry in the optical and near-infrared, morphological parameters, and stellar
properties such as stellar mass (M*) and supermassive black hole (SMBH) masses. To ensure a
homogenized dataset, extensive comparisons of the information to be adopted were performed against
HECATEv2, which served as the reference catalog. For all galactic parameters that were not initially
consistent with HECATEv2, homogenization procedures were applied to bring them into agreement
with HECATEv2. HECATEv3 provides a robust, homogenized reference catalog suitable for studies
of SMBH growth, galaxy evolution, and the identification of gravitational-wave host candidates.Παρουσιάζουμε την ΕΚΑΤΗ3, την τρίτη γενιά του Εξωγαλαξιακού Καταλόγου Ηρακλείου (Ε-ΚΑΤΗ3), έναν κατάλογο που καλύπτει ολόκληρο τον ουρανό, με δεδομένα που εισήχθησαν
από άλλους καταλόγους, και αποτελείται από 111, 956, 999 γαλαξίες, από καταλόγους όπως η
ΕΚΑΤΗν2, ο Καταλογος Φωτομετρικων Ερθυρωσεων ΝΤΕΣΙ, και ο Γαλαξιακος Ατλας Σιενα
2020. Η ΕΚΑΤΗ3 επεκτείνει την εμβέλεια των προκατόχων της σε z ≈ 0.5. Αυτή η έκδοση επικεντρώνεται στην ποσοτική επέκταση του καταλόγου, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει χωρική
πληροφορία, φωτομετρία πολλαπλών μηκών κύματος, μορφολογικές παραμέτρους, καθώς και αστρικές ποσότητες όπως αστρική μάζα (M*) και μάζα υπερμεγέθους μαύρης τρύπας (ΥΜΤ).
Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τα δεδομένα είναι ομογενοποιημένα, εκτεταμένες συγκρίσεις των
πληροφοριών που πρόκειται να υιοθετηθούν διεξήχθησαν με την ΕΚΑΤΗ2, η οποία επιλέχθηκε
ως ο κατάλογος αναφοράς. Για όλες τις γαλαξιακές παραμέτρους που αρχικά δεν συμφωνούσαν
με την ΕΚΑΤΗν2, διαδικασίες ομογενοποίησης εφαρμόστηκαν ώστε τα δεδομένα να έρθουν σε
συμφωνία με την ΗΕCΑΤΕv2. Η ΕΚΑΤΗ3 πρόκειται για έναν σταθερό, ομογενοποιημένο κατάλογο αναφοράς κατάλληλο για μελέτες στην εξέλιξη ΥΜΤ και γαλαξιών, και την εύρεση και αναγνώριση πιθανών ξενιστών βαρυτικών κυμάτων
Μελέτη ετεροεπαφών βασισμένη σε δομές Μετάλλου-Μονωτή-Ημιαγωγού
The subject of the present thesis is an in-depth study and understanding of research
methodologies for the fabrication and characterization of Metal-Insulator-Semiconductor
(MIS) capacitors. The study focused on MOS structures with SiO2 as an insulator, since
they serve as a reference system for teaching MIS physics and have been widely used in the
development of Si CMOS technology, which forms the basis of almost all general-purpose
microelectronic products (e.g. microprocessors, digital camera sensors). The analysis of the
structures included experimental electrical measurement techniques and computational
simulations, focusing on the investigation of the relation between the structural and
electrical properties of MIS structures. The fabrication process involved the systematic
cleaning and preparation of silicon substrates, followed by the formation of dielectric layers
through dry thermal oxidation, and plasma-enhanced chemical vapor deposition (PECVD),
for the deposition of silicon dioxide (SiO2), and plasma-assisted molecular beam epitaxy
(PAMBE) for the deposition of aluminum nitride (AlN). Subsequent photolithography and
metal deposition steps, using electron-beam (e-beam) evaporation, enabled the precise
definition of gate electrodes and ohmic contacts. The fabricated structures were subjected to
electrical measurements, specifically capacitance-voltage (C-V) and current-voltage (I-V)
measurements, in order to determine critical device parameters such as oxide thickness,
dielectric constant of silicon dioxide, substrate doping concentration, flat-band voltage
(VFB), presence of non-ideal charges in the system and dielectric strength. The obtained
capacitance-voltage characteristics demonstrated the transition between accumulation,
depletion and inversion regions, while current-voltage analysis provided information on the
leakage mechanisms through the aluminum nitride and breakdown behavior of the silicon
dioxide. Complementary to the experimental work, numerical simulations were performed
using related software to model ideal MIS structures and reproduce the theoretical
capacitance-voltage characteristics and energy band diagrams. The simulations solved
Poisson's equation for different oxide thicknesses and substrate doping concentrations,
yielding flat-band voltages and threshold voltages that agreed well with the analytical
values. The comparison of the analysis for different systems, confirmed the dependence of
the electrical behavior on the dielectric quality, dopant level and oxide thickness. Overall,
the study consists of the fabrication and evaluation of MIS capacitors, demonstrating
through combined experimental and simulation results the effectiveness of the fabrication
methods, the validity of the theoretical models and the role of the dielectric and interface in
determining the device performance and reliability, thus providing a basis for the future
exploration of alternative dielectric materials such as AlN in advanced semiconductor
applications.Αντικείμενο της διατριβής αποτέλεσε η εμβάθυνση και καταvόηση των ερευνητικών
μεθοδολογιών παρασκευής και ανάπτυξης πυκνωτών Μετάλλου-Μονωτή-Ημιαγωγού
(MIS). Η μελέτη εστιάσθηκε σε διατάξεις MOS, με μονωτή SiO2, επειδή αποτελούν
σύστημα αναφοράς στη διδασκαλία της φυσικής των MIS και έχουν αξιοποιηθεί στην
ανάπτυξη της τεχνολογίας Si CMOS, στην οποία βασίζονται σχεδόν όλα τα προϊόντα
μικροηλεκτρονικής για γενική χρήση (π.χ. για μικροεπεξεργαστές, αισθητήρες ψηφιακών
καμερών). Η ανάλυση των διατάξεων συμπεριέλαβε πειραματικές τεχνικές ηλεκτρικών
μετρήσεων και υπολογιστικές προσομοιώσεις, με έμφαση στη διερεύνηση της σχέσης
μεταξύ των δομικών και ηλεκτρικών ιδιοτήτων των διατάξεων MIS. Η διαδικασία
κατασκευής περιελάμβανε τον συστηματικό καθαρισμό και την προετοιμασία
υποστρωμάτων πυριτίου, ακολουθούμενη από τον σχηματισμό διηλεκτρικών στρωμάτων
μέσω ξηρής θερμικής οξείδωσης, και χημικής εναπόθεσης από αέρια με την υποβόηθηση
πλάσματος (PECVD), για την ανάπτυξη στρωμάτων διοξειδίου του πυριτίου (SiO2), καθώς
και Επίταξης με Μοριακές Δέσμες με υποβοήθηση πλάσματος (PAMBE), για την
εναπόθεση νιτριδίου του αλουμινίου (AlN). Τα επακόλουθα στάδια φωτολιθογραφίας και
iv
εναπόθεσης μετάλλων, χρησιμοποιώντας μέθοδο εξάτμισης από δέσμη ηλεκτρονίων (e-
beam evaporation) επέτρεψαν τον ακριβή ορισμό των ηλεκτροδίων πύλης και των ωμικών
επαφών. Οι κατασκευασμένες δομές υποβλήθηκαν σε ηλεκτρικές μετρήσεις
χωρητικότητας-τάσης (C-V) και ρεύματος-τάσης (I-V), με σκοπό τον προσδιορισμό
κρίσιμων παραμέτρων της διάταξης, όπως το πάχος του μονωτή, η διηλεκτρική σταθερά
του διοξειδίου του πυριτίου, η συγκέντρωση πρoσμίξεων του υποστρώματος, η τάση
επίπεδων ζωνών (VFB), η παρουσία μη ιδανικών φορτίων στο σύστημα και η διηλεκτρική
αντοχή. Οι ληφθείσες χαρακτηριστικές καμπύλες χωρητικότητας-τάσης, ανέδειξαν τις
χαρακτηριστικές περιοχές συσσώρευσης, απογύμνωσης και αναστροφής του ημιαγωγού,
ενώ η ανάλυση των μετρήσεων ρεύματος-τάσης παρείχε πληροφορίες για τους
μηχανισμούς διαρροής ρεύματος μέσα από το νιτρίδιο του αλουμινίου και τη συμπεριφορά
διάσπασης (breakdown) του διοξειδίου του πυριτίου. Συμπληρωματικά ως προς την
πειραματική εργασία, πραγματοποιήθηκαν αριθμητικές προσομοιώσεις μέσω λογισμικού
για τη μοντελοποίηση ιδανικών δομών MIS και την αναπαραγωγή θεωρητικών
χαρακτηριστικών καμπυλών χωρητικότητας-τάσης και διαγραμμάτων ενεργειακών ζωνών.
Οι προσομοιώσεις, μέσω επίλυσης της εξίσωσης του Poisson για διαφορετικά πάχη
οξειδίου και συγκεντρώσεις πρoσμίξεων του υποστρώματος, απέδωσαν θεωρητικές τιμές
τάσης επίπεδων ζωνών και τάσης κατωφλίου που συμφωνούν με τις αναλυτικά
υπολογιζόμενες τιμές. Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα διαφορετικών δομών, παρατηρείται
η εξάρτηση της ηλεκτρικής συμπεριφοράς από την ποιότητα του διηλεκτρικού, το επίπεδο
πρόσμιξης του υποστρώματος και το πάχος του οξειδίου. Συνολικά, η μελέτη περιλαμβάνει
την κατασκευή και αξιολόγηση πυκνωτών MIS, αποδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα
των μεθόδων κατασκευής, την εγκυρότητα των θεωρητικών μοντέλων και τον καθοριστικό
ρόλο της διηλεκτρικής και διεπιφανειακής ποιότητας στην απόδοση και αξιοπιστία της
διάταξης, παρέχοντας παράλληλα την βάση για τη μελλοντική διερεύνηση εναλλακτικών
διηλεκτρικών υλικών, όπως το AlN, σε προηγμένες εφαρμογές ημιαγωγών
Homonuclear and heteronuclear nickel complexes: high-spin complexes, molecular magnets and molecular refrigerants
Στην παρούσα Διδακτορική Διατριβή πραγματοποιήθηκε η σύνθεση, ο δομικός και
φασματοσκοπικός χαρακτηρισμός, καθώς και η μαγνητική μελέτη νέων ετερομεταλλικών
πλειάδων MII/CrIII και NiII/LnIII. Συγκεκριμένα, από τη χρήση κατάλληλων οργανικών
γεφυρωτικών υποκαταστατών (H2nic, RCOOH, acacH και PhacacCF3) πραγματοποιήθηκε η
σύνθεση, απομόνωση και πλήρης χαρακτηρισμός των παρακάτω νέων συμπλόκων:
[NiII6CrIII(Hniczw)6(Hnic)6]Cl3·15.5MeOH·3.25H2O (1)
• [CoII6CrIII(Hniczw)6(Hnic)6]Cl3·Et2O·17.5MeOH·H2O (2)
• [NiΙΙ2DyIII2(Hnic)2(nic)2(L1)2(NO3)2(H2O)2] (3)
• [NiΙΙ2(pao)4(H2nic)zw] (4)
• [NiII4LnIII5(PhCOO)10(Hnic)4(Hniczw)4(OH)2(NO3)2]Cl·13.6MeCN·H2O (Ln: Dy
(5), Gd (6))
• [NiII4YIII5(PhCOO)10(Hnic)4(Hniczw)4(OH)2(NO3)1.5(OH)0.5]0.5Cl·NO3·3H2O (7)
• [NiII4LnIII5(nic)2(Hnic)2(H2niczw)3(Hniczw)(μ3-Ο)2(thiophene-2-COO)11(NO3)]
2MeCN (Ln: Dy (8), Gd (9))
• [NiII2LnIII(H2niczw)(Hniczw)3(coum-COO)4(H2O)]·7.5MeCN (Ln: Dy (10), Gd
(11))
• [NiII2LnIII(Hniczw)3((Ph)3CCOO)2(NO3)2Cl]·6.1MeCN·3.35H2O (Ln: Dy (12), Gd
(13))
• [NiII2LnIII2(nic)2(Hniczw)2(rhodamine-B)2(MeOH)2]Cl2·8MeOH (Ln: Dy (14), Gd
(15))
• [NiII2LnIII2(Hnic)2(Hniczw)2(acac)4(Η2Ο)2]·1.8NO3·0.2Cl·2H2O·9MeOH (Ln: Dy
(16), Gd (17))
• [NiII2LnIII2(Hnic)2(Hniczw)2(H2niczw)2(PhacacCF3)2(Η2Ο)2]3NO3·Cl (Ln: Dy (18),
Gd (19))
Η μελέτη των μαγνητικών ιδιοτήτων των παραπάνω συμπλόκων οδήγησε σε
συμπεράσματα σχετικά με τις καταστάσεις σπιν βασικής-κατάστασης και τις αλληλεπιδράσεις
μεταξύ των μεταλλικών κέντρων των συμπλόκων, τη μαγνητική ανισοτροπία που εκδηλώνεται
στα ιόντα DyIII των αντίστοιχων αναλόγων, και τέλος, την εμφάνιση μαγνητοθερμιδικού
φαινομένου (για το σύμπλοκο 6).In the present Thesis we describe the synthesis, structural and spectroscopic
characterization, as well as the magnetic study of new heterometallic MII/CrIII and NiII/LnIII
complexes. More specifically, from the use of suitable organic bridging ligands (H2nic, RCOOH,
acacH and PhacacCF3), we were able to synthesize, isolate and fully characterize the following
new clusters:
[NiII6CrIII(Hniczw)6(Hnic)6]Cl3·15.5MeOH·3.25H2O (1)
• [CoII6CrIII(Hniczw)6(Hnic)6]Cl3·Et2O·17.5MeOH·H2O (2)
• [NiΙΙ2DyIII2(Hnic)2(nic)2(L1)2(NO3)2(H2O)2] (3)
• [NiΙΙ2(pao)4(H2nic)zw] (4)
• [NiII4LnIII5(PhCOO)10(Hnic)4(Hniczw)4(OH)2(NO3)2]Cl·13.6MeCN·H2O (Ln: Dy
(5), Gd (6))
• [NiII4YIII5(PhCOO)10(Hnic)4(Hniczw)4(OH)2(NO3)1.5(OH)0.5]0.5Cl·NO3·3H2O (7)
• [NiII4LnIII5(nic)2(Hnic)2(H2niczw)3(Hniczw)(μ3-Ο)2(thiophene-2-COO)11(NO3)]
2MeCN (Ln: Dy (8), Gd (9))
• [NiII2LnIII(H2niczw)(Hniczw)3(coum-COO)4(H2O)]·7.5MeCN (Ln: Dy (10), Gd
(11))
• [NiII2LnIII(Hniczw)3((Ph)3CCOO)2(NO3)2Cl]·6.1MeCN·3.35H2O (Ln: Dy (12), Gd
(13))
• [NiII2LnIII2(nic)2(Hniczw)2(rhodamine-B)2(MeOH)2]Cl2·8MeOH (Ln: Dy (14), Gd
(15))
• [NiII2LnIII2(Hnic)2(Hniczw)2(acac)4(Η2Ο)2]·1.8NO3·0.2Cl·2H2O·9MeOH (Ln: Dy
(16), Gd (17))
• [NiII2LnIII2(Hnic)2(Hniczw)2(H2niczw)2(PhacacCF3)2(Η2Ο)2]3NO3·Cl (Ln: Dy (18),
Gd (19))
The study of the magnetic properties of the complexes led to conclusions about the spin ground-
state of the clusters, as well as about the nature of the magnetic exchange interactions between
neighboring metallic centres, the magnetic anisotropy axes of the DyIII centers, and the display of
the magnetocaloric effect (in the case of complex 6)
A novel mechanosensing mechanism promotes actin patch formation and prevents chromatin bridge breakage in cytokinesis
Παρουσία γεφυρών χρωματίνης στην κυτταροκίνηση, τα κύτταρα του ανθρώπου
σχηματίζουν δομές πολυμερισμένης ακτίνης, που ονομάζονται «συσσωματώματα
ακτίνης», στη βάση του κυτταροπλασματικού καναλιού, για να εμποδίσουν το
σπάσιμο των χρωμοσωμάτων. Στην παρούσα μελέτη δείξαμε ότι η μικρή GTPάση
RhoA και οι καθοδικές της πρωτεΐνες ROCK, LIMK, Cofilin και mDia1, οι οποίες
εμπλέκονται στην αναδιαμόρφωση του κυτταροσκελετού ακτίνης, εντοπίζονται στα
συσσωματώματα ακτίνης. Μείωση ή αναστολή των RhoA, ROCK, LIMK και mDia1 με
siRNA ή χημικούς αναστολείς εμποδίζει τον σχηματισμό συσσωματωμάτων ακτίνης
και προκαλεί σπάσιμο των γεφυρών χρωματίνης στην κυτταροκίνηση, σε σύγκριση με
αγρίου τύπου κύτταρα. Αντίθετα, έκφραση της συνεχώς ενεργοποιημένης ROCK ή
φωσφομιμητικής LIMK, σε κύτταρα με μειωμένη RhoA, επαναφέρει τα
συσσωματώματα ακτίνης κι εμποδίζει τη θραύση των γεφυρών χρωματίνης.
Ταυτόχρονη αναστολή των mDia1 και ROCK ή mDia1 και LIMK αυξάνει τις σπασμένες
γέφυρες χρωματίνης, σε σύγκριση με κύτταρα που επωάστηκαν με αναστολέα μόνο
για την μία πρωτεΐνη. Επίσης, η PDZ RhoGEF, πρωτεΐνη που ενεργοποιεί την RhoA,
εντοπίζεται στα συσσωματώματα ακτίνης σε κύτταρα ελέγχου. Αναστολή της PDZ
ελαττώνει τον εντοπισμό της RhoA στη βάση του κυτταροπλασματικού καναλιού,
μειώνει την ένταση φθορισμού των συσσωματωμάτων ακτίνης κι επάγει το σπάσιμο
των γεφυρών χρωματίνης. Αντίθετα, έκφραση της συνεχώς ενεργοποιημένης RhoΑ
επαναφέρει τα συσσωματώματα ακτίνης και προστατεύει τις γέφυρες χρωματίνης
από σπάσιμο, σε κύτταρα με μειωμένη PDZ. Δείξαμε επίσης ότι οι θυγατρικοί πυρήνες
κυττάρων με άθικτες γέφυρες χρωματίνης βρίσκονται υπό μηχανική («πυρηνική»)
τάση, όπως φαίνεται από αλλαγές στο σχήμα του πυρήνα και στη μορφολογία της
πυρηνικής μεμβράνης, κι ότι οι διαμεμβρανικές πρωτεΐνες SUN1/2 και Nesprin 2 του
συμπλόκου LINC συσσωρεύονται προς τη βάση των γεφυρών χρωματίνης. Μείωση
των SUN1/2 ή της Nesprin 2, αλλά όχι της RhoA, ελαττώνει την παραμόρφωση του
πυρήνα, εμποδίζει τη συσσώρευση των πρωτεϊνών του συμπλόκου LINC στη βάση των
γεφυρών κι επάγει τη δημιουργία «χαλαρών» γεφυρών χρωματίνης χωρίς τάση.
Επιπλέον, αναστολή του συμπλόκου LINC εμποδίζει τον σχηματισμό
συσσωματωμάτων ακτίνης κι επάγει το σπάσιμο των γεφυρών χρωματίνης,
υποδεικνύοντας μία έως τώρα άγνωστη σύνδεση μεταξύ της πυρηνικής τάσης, του
συμπλόκου LINC και των συσσωματωμάτων ακτίνης. Χρησιμοποιώντας
μεταλλαγμένες μορφές της Nesprin 2 σε πειράματα μείωσης της ενδογενούς
πρωτεΐνης – αντικατάστασης, δείξαμε ότι η αλληλεπίδραση της Nesrpin 2 με τον
κυτταροσκελετό ακτίνης και το πυρηνικό έλασμα είναι απαραίτητη για τη δημιουργία
πυρηνικής τάσης και τη συσσώρευση πρωτεϊνών του συμπλόκου LINC στη βάση της
γέφυρας χρωματίνης. Επιπλέον, δείξαμε ότι οι επαναλήψεις spectrin (SRs), οι οποίες
βρίσκονται στο κυτταροπλασματικό τμήμα της Nesprin 2, είναι απαραίτητες για τη
δημιουργία συσσωματωμάτων ακτίνης κι αλληλεπιδρούν με την PDZ RhoGEF σε
κυτταρικά εκχυλίσματα και in vitro. Στόχευση της RhoA στη βάση των γεφυρών
χρωματίνης, μέσω έκφρασης μεταλλαγμένων πρωτεϊνών Nesprin 2 υβριδικών με τις
SRs ή με τη λειτουργική επικράτεια DHPH της PDZ RhoGEF που αλληλεπιδρά με τη
RhoA, επαναφέρει τα συσσωματώματα ακτίνης κι εμποδίζει τη θραύση των γεφυρών
χρωματίνης, σε κύτταρα με μειωμένη Nesprin. Επίσης, λανθασμένος εντοπισμός της
Nesprin 2 σε πυρηνικά κοκκία μετά από υπερέκφραση της Lamin A εμποδίζει τον
σχηματισμό συσσωματωμάτων ακτίνης και συσχετίζεται με τη δημιουργία κοκκίων
ακτίνης που συνεντοπίζονται με τη Nesprin 2. Με βάση τα παραπάνω αποτελέσματα
προτείνουμε ότι, στην κυτταροκίνηση με γέφυρες χρωματίνης, το σύμπλοκο LINC
είναι απαραίτητο για τη δημιουργία πυρηνικής τάσης. Η τάση αυτή προκαλεί
συσσώρευση των πρωτεϊνών SUN1/2 και Nesprin 2 στη βάση των γεφυρών
χρωματίνης και τοπικό εμπλουτισμό της PDZ RhoGEF μέσω πρόσδεσης της PDZ στις
επαναλήψεις spectrin του κυτταροπλασματικού τμήματος της Nesprin 2. Έπειτα, η
PDZ RhoGEF ενεργοποιεί την RhoA και τα σηματοδοτικά μονοπάτια ROCK – LIMK –
Cofilin και mDia1 για να επάγει τον σχηματισμό συσσωματωμάτων ακτίνης και να
εμποδίσει το σπάσιμο των γεφυρών χρωματίνης στην κυτταροκίνηση. Τα παραπάνω
αποτελέσματα φανερώνουν ένα νέο μηχανοευαίσθητο μηχανισμό μέσω του οποίου
τα κύτταρα με γέφυρες χρωματίνης μετατρέπουν το μηχανικό σήμα σε βιοχημική
σηματοδότηση, μέσω του επαγόμενου από τάση LINC – PDZ – RhoA μοριακού
μονοπατιού, για να επάγουν τον σχηματισμό συσσωματωμάτων ακτίνης και να
διατηρήσουν την ακεραιότητα του γονιδιώματος.In the presence of chromatin bridges in cytokinesis, human cells retain actin-rich
structures, called “actin patches”, at the base of the intercellular canal to prevent
chromosome breakage. In this study, we showed that the small GTPase RhoA and its
downstream effectors ROCK, LIMK, Cofilin and mDia1, which are implicated in actin
remodeling, localize to actin patches. Inhibition of RhoA, ROCK, LIMK or mDia1 using
siRNAs or small molecule inhibitors impairs formation of actin patches and correlates
with chromatin bridge breakage in cytokinesis compared with controls. In contrast,
expression of constitutively active ROCK or phosphomimetic LIMK in RhoA-deficient
cells, rescues actin patches and prevents chromatin bridge breakage. Simultaneous
inhibition of mDia1 and ROCK or mDia1 and LIMK increases the frequency of broken
chromatin bridges compared with single-deficient cells. Also, the RhoA-activator PDZ
RhoGEF localizes at actin patches in control cells. Inhibition of PDZ diminishes RhoA
localization at the base of the intercellular canal, impairs actin patch formation and
promotes chromatin bridge breakage. However, expression of constitutively active
RhoA in PDZ-deficient cells, rescues actin patches and prevents chromatin bridge
breakage. We also showed that daughter nuclei in control cells with intact bridges are
under mechanical (“nuclear”) tension, as judged by changes to nuclear shape and
nuclear membrane morphology, and that the SUN1/2 – Nesprin 2 LINC complex
accumulates near the base of chromatin bridges. Depletion of SUN1/2 or Nesprin 2,
but not RhoA, diminishes nuclear deformation, prevents accumulation of LINC
proteins at the base of chromatin bridges and promotes the generation of tensionless
“loose” chromatin bridges. Furthermore, inhibition of LINC complex prevents actin
patch formation and promotes chromatin bridge breakage, indicating a previously
unidentified link between nuclear tension, the LINC complex and actin patch
formation. Using mutant Nesprin 2 proteins in siRNA depletion-replacement
experiments, we showed that interaction of Nesprin 2 with the actin cytoskeleton and
nuclear lamina promotes nuclear tension and accumulation of LINC proteins at the
base of chromatin bridges. Furthermore, we showed that the cytoplasmic Nesprin 2
spectrin repeats (SRs) are required for actin patch formation and that SRs bind to PDZ
RhoGEF in cell extracts and in vitro. Targeting RhoA at the base of chromatin bridges,
by expressing mutant Nesprin 2 proteins fused to SRs or to the DHPH domain of PDZ
RhoGEF that interacts with RhoA, rescues actin patches and prevents chromatin bridge
breakage in Nesprin 2–deficient cells. Also, mislocalization of Nesprin 2 into nuclear
granules by overexpression of Lamin A prevents actin patch formation and correlates
with formation of actin foci that colocalize with Nesprin 2. On the basis of the above
findings, we propose that, in cytokinesis with chromatin bridges, the LINC complex is
required for generation of nuclear tension. This tension promotes SUN1/2 and Nesprin
2 accumulation at the base of chromatin bridges and local enrichment of PDZ RhoGEF,
through PDZ binding to the cytoplasmic Nesprin 2 spectrin repeats. In turn, PDZ
RhoGEF activates RhoA and downstream RhoA - ROCK – LIMK – Cofilin and RhoA -
mDia1 signaling to promote actin patch formation and prevent chromatin bridge
breakage in cytokinesis. These results identify a novel mechanosensitive mechanism
by which cells with chromatin bridges convert mechanical signal to biochemical
signaling, through tension-induced activation of a LINC – PDZ – RhoA molecular
pathway, to promote actin patch formation and maintain genome integrity
Εκτίμηση της παγκοσμίας μικροβιολογικής βιοποικιλότητας βασισμένη σε δεδομένα από επόμενης γενιάς αλληλούχισης και ανάπτυξη νεών βιοπληροφορικών μεθόδων
Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και εφαρμογή βιοπληροφορικών
μεθόδων για την αξιολόγηση της παγκόσμιας μικροβιακής βιοποικιλότητας, με ιδια-
ίτερη έμφαση στα Αρχαία — μία από τις τρεις ϑεμελιώδεις επικράτειες της ζωής.
Η ανάγκη για νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις προκύπτει από τον τεράστιο όγκο
δεδομένων που παράγεται μέσω τεχνολογιών νέας γενιάς αλληλούχισης (NGS) και
από τις σημαντικές αδυναμίες των παραδοσιακών μεθόδων ταξινόμησης και συστα-
δοποίησης, όπως η χρήση αυθαίρετων ορίων ομοιότητας και η απώλεια εξελικτικής
πληροφορίας.
Για την υπέρβαση αυτών των προβλημάτων αναπτύχθηκε η Taxonomy-Informed
Clustering (TIC), ένα καινοτόμο υπολογιστικό πλαίσιο που ενσωματώνει ρητά ταξι-
νομική γνώση και εξελικτικούς περιορισμούς στη διαδικασία δημιουργίας συστάδων.
Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μεθόδους, το TIC χρησιμοποιεί ιεραρχική προσέγγι-
ση όπου οι αλληλουχίες πρώτα ταξινομούνται βάσει υπαρχουσών βάσεων δεδομένων
(όπως SILVA, GTDB) και στη συνέχεια ομαδοποιούνται εντός των αντίστοιχων τα-
ξινομικών βαθμίδων (είδος, γένος, οικογένεια κ.λπ.).
Η μέθοδος TIC επιλύει κρίσιμα ζητήματα:
• Ενσωματώνει φυλογενετική πληροφορία, αποτρέποντας τη συγχώνευση μακρι-
νών εξελικτικά ομάδων.
• Αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις αταξινόμητες ή νέες αλληλουχίες μέσω προ-
σωρινών ταξινομικών μονάδων.
• Παρέχει σταθερότητα και αναπαραγωγιμότητα, ανεξάρτητα από τη σειρά εισα-
γωγής των δεδομένων.
• Είναι επεκτάσιμη, κατάλληλη για ανάλυση τεραστίων όγκων μεταγονιδιωματι-
κών δεδομένων.
Η μέθοδος εφαρμόστηκε σε μία από τις μεγαλύτερες βάσεις αρχαιακών δεδο-
μένων, τη Global Archaea Diversity (GAD), η οποία περιλαμβάνει πάνω από 500.000
δείγματα. Μέσω του TIC:
• Εντοπίστηκαν 2.8 εκατομμύρια μοριακά είδη (SOTUs) αρχαιακών μικροοργα-
νισμών. • Αναγνωρίστηκαν πάνω από 500.000 υποψήφια νέα γένη.
• Προτάθηκε νέα υποψήφια κλάση εντός των Asgardarchaeota με την ονομασία
Sleipnirarchaeota .
Η μέθοδος συγκρίθηκε με παραδοσιακούς αλγορίθμους (όπως OTU clustering με
χρήση USEARCH/VSEARCH ) και απέδωσε ανώτερα όσον αφορά την ακρίβεια, τη
σταθερότητα και τη δυνατότητα αναγνώρισης νέων ταξινομικών μονάδων.
Επιπλέον, η TIC εφαρμόστηκε και σε βακτηριακές οικογένειες όπως οι Bifidobacteriaceae,
επιβεβαιώνοντας τη γενικευσιμότητα και την αξία της στην ευρύτερη μικρο-
βιολογική έρευνα.
Συνολικά, η εργασία αυτή συνεισφέρει ουσιαστικά στην αναδόμηση της μικροβια-
κής ταξινόμησης μέσω της ανάπτυξης ενός εξελικτικά ευαίσθητου, επεκτάσιμου και
σταθερού υπολογιστικού πλαισίου ταξινόμησης της μικροβιακής ζωής.
Λέξεις κλειδιά: Μικροβιακή βιοποικιλότητα, Αρχαία, Νέα γενιά αλληλούχισης (NGS)
, Ταξινομική συσταδοποίηση, Βιοπληροφορική, Φυλογενετική ταξινόμηση, Με-
ταγονιδιωματικά δεδομένα, Clustering, Ομάδες λειτουργικών μονάδων (OTUs,
SOTUs, gOTUs), Taxonomy-Informed Clustering (TIC)This dissertation focuses on the development and application of bioinformatics methods
for assessing global microbial biodiversity, with particular emphasis on Archaea—one of
the three fundamental domains of life. The demand for novel methodological approaches
stems from the massive volume of data generated through Next-Generation Sequencing
(NGS) technologies and from the significant limitations of traditional classification and
clustering methods, such as reliance on arbitrary similarity thresholds and loss of evolutionary
context.
To overcome these challenges, a novel computational framework called Taxonomy-
Informed Clustering (TIC) was developed. TIC explicitly integrates taxonomic knowledge
and phylogenetic constraints into the clustering process. Unlike traditional methods, TIC
follows a hierarchical approach in which sequences are first taxonomically classified based
on curated databases (e.g., SILVA, GTDB), and subsequently clustered within known taxonomic
ranks (species, genus, family, etc.).
The TIC method addresses critical issues in microbial taxonomy:
• It incorporates phylogenetic information, avoiding the merging of distantly related
evolutionary groups.
• It handles novel or unclassified sequences by assigning them to provisional taxonomic
units, preserving their evolutionary distinctiveness.
• It provides reproducibility and stability, eliminating order-dependent results.
• It is scalable and efficient, enabling analysis of massive metagenomic datasets.
TIC was applied to one of the largest archaeal datasets ever compiled, the Global Archaea
Diversity (GAD) dataset, comprising more than 500,000 samples. Using TIC:
• Over 2.8 million molecular species (SOTUs) were identified.
• More than 500,000 candidate novel genera were discovered.
• A new candidate class within the Asgardarchaeota phylum was proposed, named
Sleipnirarchaeota. TIC was benchmarked against traditional clustering algorithms (e.g., OTU clustering
with USEARCH/VSEARCH) and demonstrated superior performance in terms of accuracy,
consistency, and ability to detect novel taxonomic groups.
Furthermore, TIC was applied beyond the archaeal domain, including to bacterial families
such as Bifidobacteriaceae, confirming its generalizability and value across diverse
microbial studies.
Overall, this work makes a substantial contribution to the restructuring of microbial
classification by offering a phylogenetically aware, scalable, and stable computational framework
for exploring and organizing microbial diversity.
Keywords: Microbial biodiversity, Archaea, Next-generation sequencing (NGS), Taxonomic
clustering, Bioinformatics, Phylogenetic classification,Metagenomic data, Clustering
algorithms, Operational Taxonomic Units (OTUs, SOTUs, gOTUs), Taxonomy-Informed
Clustering (TIC