University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Endemic tyhus in crete during the period 2000-2024:

    No full text
    Η παρούσα μελέτη είναι μια επιδημιολογική μελέτη ενδημικού τύφου στην Κρήτη κατά την περίοδο 2000-2025. Οι ασθένειες που μεταδίδονται με αρθρόποδα-διαβιβαστές (Vector-borne diseases-VBDs) αποτελούν ένα σύνθετο παγκόσμιο πρόβλημα υγείας για ανθρώπους και ζώα. Τα μοτίβα των VBDs, ποικίλλουν σε διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες, μπορεί να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου και του χώρου.. Οι κλιματικές συνθήκες ασκούν ένα ευρύ φάσμα έμμεσων επιδράσεων στο περιβάλλον και στα ανθρώπινα συστήματα που ευνοούν τη μετάδοση των VBDs. Οι διαβιβαστές για να ολοκληρώσουν τους κύκλους ζωής τους, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε μια σειρά περιβαλλοντικών μεταβλητών. Ο ενδημικός τύφος είναι μια παραμελημένη ζωονόσος, καθώς ο αριθμός των ανθρώπινων περιπτώσεων είναι πιθανό να υποτιμάται λόγω της απουσίας ειδικής συμπτωματολογίας. Από την ελληνική βιβλιογραφία απουσιάζει μια συστηματική μελέτη του ενδημικού τύφου και του αιτιολογικού παράγοντα που τον προκαλεί στον χωροχρόνο και πως οι κλιματικοί παράγοντες επιδρούν στην επίπτωση της νόσου. Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η καταγραφή της επίπτωσης του ενδημικού τύφου στην περιοχή των Χανίων για την περίοδο 2000-2024, η καταγραφή κλιματικών παραμέτρων για την περιοχή των Χανίων, η μελέτη της επίδρασης των γεωκλιματικών παραγόντων και περιοχική ανάλυση στην επίπτωση του ενδημικού τύφου για την παραπάνω περίοδο. Συνολικά παρατηρήσαμε ότι τα περιστατικά είναι εποχικά ομαδοποιημένα. Η θερμοκρασία και η υγρασία συσχετίζονται θετικά με τον αριθμό των περιστατικών, ενώ η ταχύτατα του ανέμου έχει αδύναμη αρνητική συσχέτιση. Προχωρήσαμε στην κατασκευή μοντέλων πρόβλεψης κλιματικών συνθηκών και αριθμού περιστατικών από το 2025-2027. Συγκρίναμε τρία μοντέλα πρόβλεψης. Το μοντέλο Sarimax με βάσει τις αναμενόμενες καιρικές συνθήκες και πρόβλεψη αριθμού περιστατικών. Εξελιγμένο Sarimax μα χρονική καθυστέρηση ( lag 0-3). Συγκρίναμε τα αποτελέσματα του εξελιγμένου Sarimax και του αρνητικού διωνυμικού μοντέλου με Poisson και Spearman συντελεστές συσχέτισης σε χρονικές καθυστερήσεις 0-12 μήνες. Και οι δύο προσεγγίσεις μοντελοποίησης προβλέπουν μια έντονη καλοκαιρινή κορύφωση και σχεδόν μηδενική χειμερινή εμφάνιση από το 2025 έως το 2027, υποθέτοντας τυπικά κλιματικά μοτίβα. Το μοντέλο διανεμημένης καθυστέρησης NB υποδεικνύει ότι η χαμηλή υγρασία 1 μήνα πριν και οι υψηλοί άνεμοι περίπου 3 μήνες πριν αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο. Τα αποτελέσματα τονίζουν τη σημασία της λήψης υπόψη των καθυστερημένων κλιματικών επιπτώσεων – μια προσέγγιση κατανεμημένης καθυστέρησης επιτρέπει στο μοντέλο να “απλώσει” την επιρροή των καιρικών συνθηκών κατά την περίοδο επώασης και μετάδοσης. Τα μοντέλα μας μπορούν να ενημερώνονται καθώς έρχονται νέα δεδομένα ή αν γίνουν διαθέσιμες συγκεκριμένες κλιματικές προβλέψεις (π.χ. ένα πιο ζεστό/ξηρό καλοκαίρι) – στην περίπτωση αυτή, οι εξωγενείς παράγοντες μπορούν να προσαρμοστούν αναλόγως για να παραχθούν προβλέψεις με βάση σενάρια.The present study is an epidemiological study of endemic typhus in Crete in the period 2000-2025. Vector-borne diseases (VBDs) constitute a complex global health problem for both humans and animals. Multiple infectious agents, hosts, and vectors are involved in these diseases and their epidemiology. The patterns of diseases, which vary across different geographical zones, may change over time and space.. Endemic typhus is a neglected zoonotic disease, as the number of human cases is likely underestimated due to the absence of specific symptomatology A systematic study of endemic typhus and the causative agent that triggers it in space and time is absent from the Greek literature, as well as how climatic factors affect the incidence of the disease. The subject of this work is the recording of the incidence of endemic typhus in the Chania region for the period 2000-2024, the recording of climatic parameters for the Chania region, the study of the impact of geoclimatic factors, and regional analysis on the incidence of endemic typhus for the above period. Overall, we observed that the incidents are seasonally clustered. Temperature and humidity are positively correlated with the number of incidents, while wind speed has a weak negative correlation. We proceeded with the construction of predictive models for climate conditions and the number of incidents from 2025-2027. We compared three forecasting models. The Sarimax model based on expected weather conditions and the forecast of the number of incidents. Advanced Sarimax with time delay (lag 0-3). We compared the results of the advanced Sarimax and the negative binomial model with Poisson and Spearman correlation coefficients at time delays of 0-12 months. Both modeling approaches predict a strong summer peak and almost zero winter occurrence from 2025 to 2027, assuming typical climatic patterns. The NB distributed delay model indicates that low humidity 1 month prior and high winds approximately 3 months prior significantly increase the risk. The results highlight the importance of considering delayed climate impacts. A distributed delay approach allows the model to "spread" the influence of weather conditions during the incubation and transmission period. Our models can be updated as new data comes in or if specific climate forecasts become available (e.g., a hotter/drier summer) – in this case, the exogenous factors can be adjusted accordingly to produce forecasts based on scenarios

    Κυτταροπροστατευτικές ιδιότητες υπερκειμένων χωρίς κύτταρα που προέρχονται αό Lactobacillus σε ινοβλάστες NIH-3T3

    No full text
    Οι νευροεκφυλιστικές παθήσεις όπως η Νόσος Αλτσχάιμερ, χαρακτηρίζονται από προοδευτική απώλεια νευρώνων, η οποία οφείλεται σε οξειδωτικό στρες, δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων, λανθασμένη αναδίπλωση πρωτεϊνών και διαταραγμένη τροφική σηματοδότηση. Συνεπώς, στρατηγικές που ενισχύουν την επιβίωση των κυττάρων ή μιμούνται την υποστήριξη των νευροτροφινών μπορούν να αποτελέσουν υποσχόμενες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Σε αυτή τη μελέτη, εξετάσαμε τις κυτταροπροστατευτικές επιδράσεις των μεταβιοτικών χωρίς κύτταρα (CFS) από Lactobacillus spp. σε ινοβλάστες NIH-3T3, τόσο σε πρωτογενή κύτταρα όσο και σε κυτταρικές σειρές που εκφράζουν σταθερά τους υποδοχείς TrkA ή TrkB. Η αφαίρεση ορού προκάλεσε σημαντικό θάνατο κυττάρων σε όλες τις σειρές, με τα υψηλότερα επίπεδα να εκφράζονται στα κύτταρα TrkB. Η εφαρμογή των ενώσεων Α και Β, που προέρχονται από τα CFS των Lactobacillus spp., μείωσε σημαντικά τον θάνατο που προκλήθηκε από την έλλειψη ορού σε όλες τις κυτταρικές σειρές. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προστασία δεν περιοριζόταν μόνο στα κύτταρα με υποδοχείς TrkA και TrkB, καθώς παρατηρήθηκε και στους πρωτογενείς ινοβλάστες, υποδεικνύοντας ότι η επιβίωση μπορεί να λαμβάνει χώρα μέσω άλλων υποδοχέων που εκφράζονται στα NIH-3T3. Η ανάλυση δόσης-απόκρισης της πιο αποτελεσματικής ένωσης (Ένωση Α2) έδειξε ότι σε πολύ χαμηλή συγκέντρωση δεν υπήρχε επίδραση (οι δείκτες θανάτου ήταν παρόμοιοι με τις συνθήκες χωρίς ορό), η βέλτιστη κυτταρική προστασία ήταν στην συγκέντρωση των 0,1 mg/mL, ενώ σε πολύ υψηλή συγκέντρωση (10 mg/mL) παρουσιάστηκε σημαντική κύτταροτοξικότητα. Συνολικά, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα μεταβιοτικά Lactobacillus spp. (γνωστά και ως μεταβιοτικά- postbiotics) μπορούν να προσφέρουν ισχυρή προστασία κατά του κυτταρικού θανάτου στους ινοβλάστες, και αυτή η επίδραση δεν βασίζεται στους υποδοχείς Trk. Αυτή η εργασία υποστηρίζει την ιδέα ότι τα postbiotics μπορούν να ενεργοποιήσουν γενικές οδούς επιβίωσης και παρέχει βάση για περαιτέρω μελέτες που στοχεύουν στη σύνδεση των κυτταροπροστατευτικών τους επιδράσεων με τη νευροπροστασία σε νευρωνικά μοντέλα.Neurodegenerative diseases like Alzheimer’s Disease are characterized by progressive loss of neurons driven by oxidative stress, mitochondrial dysfunction, protein misfolding, and impaired trophic signaling. Therefore, strategies that enhance cell survival or mimic neurotrophic support, can be a promising therapeutic approach. In this study, we investigated the cytoprotective effects of the Lactobacillus spp. cell-free supernatants (CFS) on NIH-3T3 fibroblasts, including naive cells and cell lines stably expressing TrkA or TrkB neurotrophin receptors. Serum starvation induced significant cell death across all cell lines, with the highest levels being in TrkB-expressing cells. Treatment with Compounds A and B, derived from Lactobacillus spp. CFS, significantly reduced starvation-induced cell death in all three cell lines. Importantly, the protective effect was not only present at TrkA or TrkB cell lines but it was also observed in naive fibroblasts, suggesting that the cell survival occurs through other receptor systems that might be endogenously expressed in NIH-3T3 cells. Dose-response analysis of the most effective compound (Compound A2) revealed no effect at very low concentration (cell death levels comparable to serum free conditions), optimal cell protection at 0.1 mg/mL, and significant cytotoxicity at the highest concentration (10 mg/mL). Taken together, these findings show that Lactobacillus spp. cell- free supernatants (also known as postbiotics) can provide a strong protection against cell death in fibroblasts, and this effect does not rely on Trk neurotrophin receptors. This work supports the idea that postbiotics can activate general survival pathways and provides a basis for further studies aimed at linking cytoprotective effects to neuroprotection in neuronal models

    Καινοτόμες λύσεις λογισμικού για τη σύγκριση κυτταρικών γενεαλογιών

    No full text
    Μια μακροχρόνια αναζήτηση στη βιολογία είναι η κατανόηση για πώς το γονιμοποιημένο ωάριο οδηγεί στη δημιουργία πολλαπλών κυτταρικών τύπων οργανωμένων σε ιστούς και όργανα εξειδικευμένου σχήματος, μεγέθους και λειτουργίας για να ταιριάζουν στον τρόπο ζωής των πολυκυτταρικών οργανισμών. Η ενοποίηση μοριακών τεχνικών, μικροσκοπίας και ανάλυσης εικόνας επιτρέπει όλο και περισσότερο στους επιστήμονες να ποσοτικοποιήσουν τις αναπτυξιακές διαδικασίες σε ζωντανά αναπτυσσόμενα έμβρυα με ανάλυση σε επίπεδο μεμονωμένου κυττάρου. Για να διερευνήσουμε αυτά τα ερωτήματα, αναλύσαμε μια ποικιλία συνόλων δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων πειραματικά απεικονισμένων εμβρύων του καρκινοειδούς μοντέλου Parhyale hawaiensis, δημόσια διαθέσιμων δεδομένων του νηματώδη Caenorhabditis elegans, και συνθετικών γεναλογιών, κάθε ένα προεπεξεργασμένο με μεθόδους κατάλληλες για την πηγή τους. Οι πυρήνες των κυττάρων παρακολουθήθηκαν με την πάροδο του χρόνου για την ανασυγκρότηση πλήρων γενεαλογιών, που αντιπροσωπεύτηκαν ως γραφήματα δέντρων. Ένα νέο πρόσθετο στο Napari, ονομαζόμενο ReLAX, και ένα εργαλείο σε Python, ονομαζόμενο LineageTree, έχουν αναπτυχθεί για συγκρίσεις κατά ζεύγη κυτταρικών γενεαλογιών μέσω του αποδοτικού υπολογισμού της ομοιότητας και διαφοράς μεταξύ γραφημάτων δέντρων, που αναφέρεται ως απόσταση επεξεργασίας δέντρου. Η οπτικοποίηση των συγκρίσεων κυτταρικών γενεαλογιών χρησιμοποιώντας heatmaps και ψηφιακούς κλώνους ανοίγει το δρόμο για μελέτες σε επίπεδο συστημάτων των επιπέδων στερεοτυπίας και μεταβλητότητας των (υπο)γενεαλογιών εντός και μεταξύ εμβρύων, καθώς και υπό διαφορετικές συνθήκες.A longstanding quest in biology is to understand how the fertilized egg gives rise to multiple cell types organized in tissues and organs of specialized shape, size, and function to suit the lifestyle of multicellular organisms. The integration of molecular, microscopy, and image analysis techniques increasingly enables scientists to quantify developmental processes in live developing embryos with single-cell resolution. To investigate these questions, we analyzed a variety of datasets, including experimentally imaged embryos from the crustacean model Parhyale hawaiensis, publicly available data from the nematode Caenorhabditis elegans, and synthetic benchmarks, each preprocessed with methods appropriate to their source. Cell nuclei were tracked over time to reconstruct complete lineages, represented as tree graphs. A new Napari plugin, called ReLAX and a Python tool, named LineageTree, have been developed for pairwise comparisons of cell lineages through the efficient calculation of the (dis)similarity between tree graphs, referred to as the tree edit distance. Visualization of cell lineage comparisons using heatmaps and clones of digital embryos paves the way for systems-wide studies of the levels of stereotypy and variability of (sub)lineages within and across embryos, as well as under different condition

    Σύνθεση υποστρωμάτων για αντιδράσεις ενεργοποίησης δεσμού C–H καταλυόμενες από σίδηρο

    Get PDF
    Η παρούσα πτυχιακή εργασία πραγματεύεται τη σύνθεση άρυλο ιμινών ως υποστρώματα ηλεκτροχημικών αντιδράσεων ενεργοποίησης δεσμών C–H με καταλύτες σιδήρου. Η σύνθεση πάρα-υποκατεστημένων άρυλο ιμινών με υποκαταστάτες -OMe, - iPr, -OCF3, -H επιτεύχθηκε μέσω αντίδρασης άρυλο νιτριλίων με (t-Bu)Li, ενώ προσπάθειες για την σύνθεσή τους από (t-Bu)MgΧ (X = Cl ή Br, αντιδραστήρια Grignard) δεν οδήγησαν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Παράλληλα, τα απαραίτητα νιτρίλια συντέθηκαν με αναδιάταξη Beckmann χρησιμοποιώντας πρώτες ύλες υποκατεστημένες βενζαλδεΰδες και υδροχλωρικό άλας υδροξυλαμίνης, ενώ τα αντιδραστήρια Grignard παρασκευάσθηκαν από τα αντίστοιχα αλογονίδια (t-Bu)X (X = Cl ή Br) και η συγκέντρωσή τους προσδιορίσθηκε μέσω φασματοσκοπίας No-D qNMR

    The island of memory : collective memory, public history and tourist uses of Spinalonga

    No full text
    Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη Σπιναλόγκα ως πεδίο παραγωγής δημόσιας ιστορίας και συλλογικής μνήμης, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο η ιστορική της διαδρομή έχει μετατραπεί σε τουριστικό προϊόν και πολιτισμικό αφήγημα. Από τόπος κοινωνικού αποκλεισμού και πόνου, η Σπιναλόγκα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς και τουριστικούς προορισμούς της Κρήτης. Η έρευνα εστιάζει στη σύνδεση μεταξύ τουριστικής ανάπτυξης, δημόσιας ιστορίας και συλλογικής μνήμης, με στόχο να διερευνήσει πώς η εμπορική εκμετάλλευση του χώρου επηρεάζει τις τοπικές και εθνικές αφηγήσεις για το παρελθόν του νησιού. Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα που καθοδηγούν τη μελέτη είναι: • Πώς ο τουρισμός και οι δημόσιες ιστορικές αφηγήσεις επηρεάζουν τη συλλογική μνήμη της Σπιναλόγκας; • Πώς η τοπική κοινωνία συμμετέχει στη διαμόρφωση της δημόσιας ιστορίας του νησιού; • Υπάρχουν ενδείξεις «επιτελεστικής αυθεντικότητας» (performative authenticity) στη σύγχρονη αναπαράσταση της ιστορίας του νησιού μέσω του τουρισμού και των πολιτιστικών δράσεων; Για την ανάλυση του ζητήματος, η εργασία υιοθετεί μια διεπιστημονική προσέγγιση, συνδυάζοντας θεωρητικά εργαλεία από την πολιτισμική ανθρωπολογία, τη συλλογική μνήμη, την προφορική και τη δημόσια ιστορία. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει εθνογραφική παρατήρηση, ανάλυση τουριστικών αφηγήσεων, ανοιχτές συνεντεύξεις με κατοίκους, επαγγελματίες του τουρισμού και συμμετέχοντες σε πολιτιστικές δράσεις, που σχετίζονται με τη Σπιναλόγκα. Μέσα από αυτές τις μεθόδους, εξετάζεται πώς η τοπική κοινότητα αντιλαμβάνεται την ιστορία του νησιού και ποιος είναι ο ρόλος της στη διαμόρφωση της μνημονικής του ταυτότητας. Τα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι η τουριστική εκμετάλλευση της Σπιναλόγκας έχει οδηγήσει στη δημιουργία νέων αφηγήσεων, που διαμορφώνουν τη συλλογική μνήμη και την ιστορική της αναπαράσταση. Οι ξεναγήσεις, τα ντοκιμαντέρ, η λογοτεχνία και η τηλεοπτική σειρά «Το Νησί» διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση μιας «επίσημης» μνήμης, η οποία συχνά επηρεάζεται από εμπορευματοποιημένες και επιτελεστικές μορφές αυθεντικότητας. Παράλληλα, η τοπική κοινωνία εμπλέκεται ενεργά στην τουριστική αναπαράσταση του νησιού, είτε μέσω πολιτιστικών δράσεων είτε μέσω της επιχειρηματικής αξιοποίησης της μνήμης του. Η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της δημόσιας ιστορίας ως μηχανισμού διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης και τονίζει τις προκλήσεις, που προκύπτουν από την εμπορευματοποίηση ενός ιστορικού τόπου. Το παράδειγμα της Σπιναλόγκας δείχνει ότι η τουριστική ανάπτυξη μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως εργαλείο διατήρησης της μνήμης, όσο και ως παράγοντας, που αναδιαμορφώνει την ιστορική αφήγηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα νέο παρελθόν προσαρμοσμένο στις ανάγκες του τουριστικού προϊόντος.This study explores Spinalonga as a site of public history and collective memory, analyzing how its historical story has been turned into a cultural and touristic narrative. Once a place of social exclusion and suffering, Spinalonga has become one of Crete’s most important archaeological and tourist attractions. The research investigates the connection between tourism, public history, and collective memory, focusing on how commercialization impacts local and national historical stories. The main research questions guiding this study are: • How do tourism and public historical stories shape the collective memory of Spinalonga? • How does the local community help build the island’s public history? • Is there proof of "performative authenticity" in the current way the island’s history is shown through tourism and cultural events? To examine these issues, the study uses an interdisciplinary approach, drawing on cultural anthropology, collective memory, oral history, and public history. The methods include ethnographic observation, analysis of tourist stories, and open-ended interviews with residents, tourism workers, and participants in cultural events related to Spinalonga. Through these methods, the study looks at how the local community sees the island’s history and the role it plays in shaping its memorial identity. The results show that commercialization of Spinalonga has created new stories that influence collective memory and how history is presented. Guided tours, documentaries, books, and the popular TV series The Island play key roles in forming an "official" memory, often shaped by market-driven and performative forms of authenticity. Meanwhile, the local community actively participates in the island’s tourism image, either through cultural events or by using its history for economic gain. The study emphasizes the role of public history as a way to build collective memory and highlights the difficulties that come with turning a historic site into a commodity. The case of Spinalonga shows that while tourism can help preserve memory, it can also change historical stories to meet the needs of the tourism industry, resulting in a new version of the past made for commercial interests

    Η επίδραση της μουσικής στη διδασκαλία των μαθηματικών ως μέσο συμπεριληπτικής διδακτικής προσέγγισης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση

    Get PDF
    Η παρούσα πτυχιακή εργασία αφορά στην έρευνα από μια ημιπειραματική μελέτη περίπτωσης διαφοροποιημένης διδασκαλίας των μαθηματικών μέσω της μουσικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η συγκεκριμένη μελέτη περίπτωσης οικοδομείται με βάση μια πολυτροπική διδακτική προσέγγιση, στην οποία η μουσική αναλαμβάνει ρόλο δυναμικό, ως εργαλείο μάθησης, αυτοενίσχυσης και συμπερίληψης όλων των μαθητών με διαφορετικά μαθησιακά προφίλ. Στη συνέχεια, θα αξιολογηθούν στάσεις και αντιλήψεις των μαθητών σχετικά με αυτήν την εναλλακτική διδακτική προσέγγιση. Σκοπός της εργασίας είναι η παρουσίαση μιας καινοτόμου διδακτικής σύνδεσης των μαθηματικών με τη μουσική και ειδικότερος στόχος, να αναδειχθούν τα οφέλη από το συνδυασμό τους στο διδακτικό έργο. Ειδικότερα, στόχος είναι να επισημανθεί η σημαντικότητα της μουσικής στην διδακτική των μαθηματικών, τόσο ως μνημοτεχνικό εργαλείο και ψυχολογικός ενισχυτής, όσο και ως εργαλείο προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, που προάγει τη συμπερίληψη όλων των μαθητών. Η σύγχρονη βιβλιογραφία αναδεικνύει τις προσπάθειες, που προωθούν την εξέλιξη νέων διεπιστημονικών μεθόδων διδασκαλίας, παρά ταύτα, υπάρχει ένα κενό στη σύνδεση των δύο γνωστικών πεδίων, μαθηματικά και μουσική, δίνοντας την ευκαιρία για περαιτέρω διερεύνηση.This thesis concerns research from a semi-experimental case study of differentiated teaching of mathematics through music in secondary education. This case study is based on a multimodal teaching approach, in which music plays a dynamic role as a tool for learning, self-empowerment, and inclusion of all students with different learning profiles. Subsequently, students' attitudes and perceptions regarding this alternative teaching approach will be evaluated. The aim of this paper is to present an innovative teaching approach that combines mathematics and music, with the specific goal of highlighting the benefits of this combination in teaching. More specifically, the aim is to highlight the importance of music in mathematics teaching, both as a mnemonic tool and psychological enhancer, and as a tool for personal and social development that promotes the inclusion of all students. Contemporary literature highlights efforts to promote the development of new interdisciplinary teaching methods. Nevertheless, there is a gap in the connection between the two fields of knowledge, mathematics and music, providing an opportunity for further exploration

    Διερεύνηση περιστροφών της γωνίας θέσης πόλωσης σε μπλέιζαρ: Στατιστικοί έλεγχοι και η συσχέτιση τους με την εκπομπή ακτίνων γάμμα

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία αναπτύσσει μια αυτοματοποιημένη στατιστική μεθοδολογία για τον εντοπισμό περιστροφών της γωνίας πόλωσης σε blazars μέσω Bayesian ανάλυσης σημείων αλλαγής. Οι παραδοσιακές μέθοδοι βασίζονται σε οπτική επιθεώρηση των δεδομένων, η οποία εισάγει υποκειμενι- κότητα και μπορεί να παραβλέψει σημαντικά φαινόμενα σε μεγάλα σύνολα δεδομένων. Η προτεινόμενη μέθοδος συνδυάζει κατάτμηση Bayesian blocks με στατιστικές δοκιμές Student και διωνυμικούς ε- λέγχους σημαντικότητας για την αντικειμενική ταυτοποίηση περιστροφικών επεισοδίων στα δεδομένα παρακολούθησης RoboPol 2013–2017. Η εφαρμογή της μεθόδου εντόπισε 48 περιστροφές με πλάτος ∆θ ≥ 90 σε 25 blazars, εκ των οποίων 27 αποτελούν νέες ανακαλύψεις που αυξάνουν τον υπάρχο- ντα κατάλογο κατά 60%,επειδή χρησιμοποιήσαμε τον πλήρες κατάλογο. Από τις νέες ανακαλύψεις, 10 επεκτείνουν τη χρονική κάλυψη πέραν από τις δημοσιευμένες περιόδους παρατηρήσεων, ενώ 17 αποκα- λύπτουν περιστροφές που διέφυγαν της οπτικής επιθεώρησης κατά την αρχική ανάλυση. Η σύγκριση με υπάρχοντες καταλόγους δείχνει συμφωνία 43,8%, επιβεβαιώνοντας την αξιοπιστία της μεθόδου και αναδεικνύοντας τις συμπληρωματικές δυνατότητες των δύο προσεγγίσεων. Η συστηματική ανάλυση των παραμέτρων αποκαλύπτει ότι η αυτοματοποιημένη μέθοδος εντοπίζει περιστροφές με μεγαλύτερη διάρ- κεια (κατά 93,5%) και χαμηλότερη γωνιακή ταχύτητα (κατά 33,3%) σε σχέση με τις οπτικές τεχνικές, γεγονός που αντικατοπτρίζει βασικές διαφορές στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων. Η στατιστική ανάλυση συσχετίσεων αποκαλύπτει σημαντική σχέση μεταξύ των χρονικών κλιμάκων περιστροφής και της έντασης των εκλάμψεων ακτίνων γάμμα (r = −0.620, p = 3.6 × 10−4), παρέχοντας παρατηρησιακή υποστήριξη σε θεωρητικά μοντέλα που συσχετίζουν αργές περιστροφές με ενισχυμένους μηχανισμούς αποθήκευσης ενέργειας στους αστροφυσικούς πίδακες.This thesis presents an automated statistical framework for detecting electric vector position angle (EVPA) rotations in blazar polarimetric observations using Bayesian changepoint analysis. Tradi- tional rotation identification relies on subjective visual inspection, which limits systematic detection across large datasets and may miss subtle events. The developed algorithm applies Bayesian blocks segmentation combined with Student’s t-tests and binomial significance testing to objectively iden- tify rotation events in the RoboPol 2013–2017 monitoring dataset. The analysis identified 48 EVPA rotations with amplitudes ∆θ ≥ 90 across 25 blazars, including 27 previously unreported events that represent a 60% increase in the known rotation catalog because we use the total data sam- ple. Among these new detections, 10 events extend temporal coverage beyond previously published observing seasons, while 17 demonstrate enhanced sensitivity to rotations missed by visual inspec- tion during the original catalog period. Cross-validation with established catalogs yields 43.8% concordance, demonstrating complementary detection capabilities between automated and manual approaches. Systematic parameter analysis reveals the automated method identifies rotations with 93.5% longer durations and 33.3% lower angular velocities compared to visual techniques, reflect- ing fundamental differences in temporal boundary definition between the methodologies. Statistical correlation analysis establishes significant relationships between rotation timescales and γ-ray flare strength (r = −0.620, p = 3.6 × 10−4), providing observational support for magnetic reconnection models that link slower rotations to enhanced energy storage mechanisms in blazar jets

    Infections in patients with solid tumors. Incidence microbiology, risk factors and outcomes

    Get PDF
    Οι συμπαγείς νεοπλασίες αποτελούν τη συχνότερη μορφή κακοήθειας, υπεύθυνες για την πλειονότητα των νέων διαγνώσεων και θανάτων από καρκίνο παγκοσμίως. Παρά τη σημαντική πρόοδο σε διαγνωστικές και θεραπευτικές στρατηγικές, οι λοιμώξεις παραμένουν κύρια αιτία νοσηρότητας και θνητότητας, κυρίως λόγω ανοσοκαταστολής και παρουσίας ξένων σωμάτων. Οι λοιμώξεις επηρεάζουν δυσμενώς την πορεία της νόσου, την επιβίωση και την ποιότητα ζωής. Η συνεχώς μεταβαλλόμενη επιδημιολογία και η αυξανόμενη μικροβιακή αντοχή αποτελούν τις κύριες προκλήσεις για την διαχείρισή αυτών των λοιμώξεων, με την έγκαιρη διάγνωση και την σωστή εμπειρική θεραπεία να είναι σημαντικοί παράγοντες για την ευνοϊκή έκβαση τους. Η παρούσα διδακτορική διατριβή αποτελεί προοπτική επιδημιολογική μελέτη καταγραφής και παρακολούθησης λοιμώξεων σε ασθενείς με συμπαγείς νεοπλασίες που νοσηλεύτηκαν στις δύο ογκολογικές κλινικές των νοσοκομείων του Ηρακλείου Κρήτης (Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου και Βενιζέλειο Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου) κατά την χρονική περίοδο 2 ετών (Ιανουάριος 2020 έως και Δεκέμβριος 2021). Καταγράφηκαν συνολικά 282 περιπτώσεις λοιμώξεων σε νοσηλευόμενους ασθενείς με συμπαγείς νεοπλασίες υπό ενεργό αντικαρκινική θεραπεία, κυρίως χημειοθεραπεία (89.4%) και μέση ηλικία τα 66+12 έτη. Η συχνότερη υποκείμενη νεοπλασία ήταν ο καρκίνος του πνεύμονα που καταγράφηκε σε 87 (30.8%) ασθενείς, ακολουθούμενη από τον ορθοκολικό καρκίνο σε 44 ασθενείς (15.6%). Όσον αφορά την συννοσηρότητα, η αρτηριακή υπέρταση σε 106 (37.6%) ασθενείς, ο σακχαρώδης διαβήτης σε 71 (25.2%), η δυσλιπιδαιμία σε 54 (19.1%) και η καρδιαγγειακή νόσος σε 37 (13.1%) ήταν τα συχνότερα συνοδά νοσήματα. Παράγοντες κινδύνου όπως η βλεννογονίτιδα και χειρουργική επέμβαση τον προηγούμενο μήνα καταγράφηκαν σε 24 (8.5%) και 10 (3.5%) ασθενείς αντίστοιχα. Χορήγηση αντιμικροβιακών τους προηγούμενους 3 μήνες καταγράφηκε στο 51.1% των ασθενών ενώ το 39% είχε το ίδιο διάστημα και νοσηλεία σε νοσοκομείο. Το 45% των ασθενών είχε κεντρικό φλεβικό καθετήρα (central venous catheter - CVC) ενώ ένα άλλο 25.2% είχε άλλο ξένο σώμα. Στεροειδή έλαβε το 18.1%, και παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (growth colony stimulating factor - GCSF) το 67.7%. Αναφορικά με την μικροβιολογία των λοιμώξεων, τα Gram-αρνητικά βακτήρια υπερτερούσαν των Gram-θετικών (123; 54.4% έναντι 103; 45.6% αντίστοιχα) ενώ καταγράφηκαν 101 (44.7%) πολυανθεκτικά στελέχη (multidrug-resistant - MDR). Για τις περιπτώσεις των πολυμικροβιακών λοιμώξεων, η ύπαρξη πολυμικροβιακής λοίμωξης αιματικής ροής (bloodstream infection - BSI) σχετίστηκε στατιστικά σημαντικά με χειρότερη έκβαση των ασθενών και αυξημένη θνητότητα εξαιτίας της λοίμωξης (p=0.009 και p=0.008 αντίστοιχα). Εξήντα τρεις ασθενείς (22.3%) διεγνώσθησαν με εμπύρετη ουδετεροπενία, 66 (19.9%) με πρωτοπαθή BSI και 46 (16.3%) με λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού. Σχετικά με την υποομάδα των 63 ασθενών με εμπύρετη ουδετεροπενία (FN), η συχνότερη υποκείμενη νεοπλασία ήταν ο καρκίνος του πνεύμονα (38.1%). Η διάμεση διάρκεια της ουδετεροπενίας ήταν οι 3 ημέρες (εύρος 1-10) ενώ η παρουσία και η διάρκεια της βλεννογονίτιδας σχετίζεται σημαντικά με την παραμονή της ουδετεροπενίας >3ημέρες (p=0.012). Η >3ημέρες διάρκεια της ουδετεροπενίας ήταν επίσης στατιστικά σημαντική και για την έκβαση των ασθενών (p=0.050). Θετικές καλλιέργειες ανευρέθηκαν στο 34.9% των ασθενών με τα Gram-θετικά βακτήρια να αποτελούν τα συχνότερα παθογόνα που απομονώθηκαν από τις καλλιέργειες αίματος, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στον αυξημένο αριθμό των ασθενών που έφεραν CVC (39.7%). Η εστία της λοίμωξης παρέμεινε άγνωστη στο 44.4% των ασθενών με FN ενώ αναφορικά με την έκβαση, η πλειοψηφία των ασθενών παρουσίασαν βελτίωση ή ακόμα και πλήρη ίαση (74.6% και 12.7%). Η συγκριτική ανάλυση μεταξύ των ασθενών με FN και αυτών που δεν παρουσίασαν ουδετεροπενία κατά τη διάρκεια της λοίμωξης ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές σχετικά με την ηλικία (p=0.04), τη χρήση GCSF (p=0.002) αλλά και τη λήψη ανοσοθεραπείας (p=0.004). Επιπλέον, στη συγκεκριμένη ομάδα η επιδεινωμένη λειτουργική κατάσταση (Performance status - PS) με βάση την κλίμακα της Ανατολικής Συνεργατικής Ογκολογικής Ομάδας (Eastern Cooperative Oncology Group - ECOG) σχετίζεται με υψηλότερη θνητότητα (p=0.061), ειδικότερα το επιδεινωμένο PS (p=0.004). Όσον αφορά τους ασθενείς με BSI, μελετήθηκαν τα χαρακτηριστικά τους, η μικροβιολογία των λοιμώξεων και η έκβασή τους. Σε όλους τους ασθενείς με BSI απομονώθηκε παθογόνο από τις καλλιέργειες αίματος ενώ πολυμικροβιακή λοίμωξη καταγράφηκε στο 28.8%. Στατιστικά αυξημένη θνητότητα εμφάνισαν οι άνδρες (p=0.025), το χειρότερο PS και η παρουσία μικροβιακής αντοχής (p2) συνδέθηκε επίσης με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων και θανάτου Σχετικά με την έκβαση των λοιμώξεων, η πλειοψηφία των ασθενών 211 (74.8%) εξήλθαν του νοσοκομείου. Σαράντα πέντε ασθενείς (16%) κατέληξαν εκ των οποίων οι 22 (48.9%) εξαιτίας της λοίμωξης. Ποικίλοι παράγοντες κινδύνου συνδέθηκαν επίσης με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων και θανάτου και μεταξύ των παραγόντων που επηρέασαν την έκβαση, η επιβάρυνση της λειτουργικής κατάστασης με PS κατά ECOG >2 και η απάντηση της νόσου παρουσιάζουν στατιστική σημαντικότητα (p<0.001) ενώ η προηγηθείσα νοσηλεία είναι επίσης στατιστικά σημαντική (p=0.019) για τη χειρότερη έκβαση των ασθενών με συμπαγείς νεοπλασίες. Τέλος οι πολυμικροβιακές λοιμώξεις, σχετίζονταν συχνότερα με επιπλοκές και αυξημένη θνητότητα. Η παρούσα διδακτορική διατριβή ανέδειξε την τοπική επιδημιολογία των λοιμώξεων σε ασθενείς με συμπαγείς νεοπλασίες υπό ενεργό αντικαρκινική θεραπεία. Τα ευρήματα της παρούσης μελέτης έδειξαν ότι οι λοιμώξεις σε ασθενείς με συμπαγείς νεοπλασίες αποτελούν σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνητότητας στους νοσηλευόμενους αυτούς ασθενείς υπό ενεργό αντικαρκινική θεραπεία. Η εμπύρετη ουδετεροπενία , οι βακτηριαιμίες και οι λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού ήταν τα συχνότερα κλινικά σύνδρομα, με τους Gram-αρνητικούς μικροοργανισμούς να υπερτερούν έναντι των Gram- θετικών ενώ σε ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών οι λοιμώξεις αυτές ήταν πολυμικροβιακές και οφείλονταν και σε πολυανθεκτικά παθογόνα. Τα ευρήματα της μελέτης ενισχύουν την ανάγκη για εξατομικευμένη προσέγγιση στους ογκολογικούς ασθενείς με λοίμωξη, με έμφαση στη σωστή εμπειρική αντιμικροβιακή θεραπεία των λοιμώξεων, την πρώιμη αναγνώριση των ομάδων υψηλού κινδύνου αλλά και την πραγματοποίηση πολυκεντρικών ερευνών για την καθιέρωση βέλτιστων πρακτικών πρόληψης και αντιμετώπισης.Solid tumors represent the most common form of malignancy, accounting for the majority of new cancer diagnoses and cancer-related deaths worldwide. Despite substantial advances in diagnostic and therapeutic strategies, infections remain a leading cause of morbidity and mortality, primarily due to immunosuppression and the presence of indwelling medical devices. These infections adversely affect disease progression, survival, and quality of life. The constantly evolving epidemiology and the increasing prevalence of antimicrobial resistance pose major challenges to their management, with accurate diagnosis and appropriate empirical therapy being critical determinants of favorable outcomes. This doctoral thesis is a prospective epidemiological study documenting and monitoring infections in patients with solid tumors hospitalized in the two oncology departments of the hospitals of Heraklion, Crete (University General Hospital of Heraklion and Venizeleio General Hospital of Heraklion) over a two-year period (January 2020 to December 2021). A total of 282 infection episodes were recorded among hospitalized patients with solid tumors undergoing active anticancer therapy, predominantly chemotherapy (89.4%), with a mean age of 66±12 years. The most frequent underlying malignancy was lung cancer, recorded in 87 patients (30.8%), followed by colorectal cancer in 44 patients (15.6%). Regarding comorbidities, arterial hypertension (106 patients; 37.6%), diabetes mellitus (71; 25.2%), dyslipidemia (54; 19.1%), and cardiovascular disease (37; 13.1%) were the most common. Risk factors such as mucositis and surgery in the preceding month were documented in 24 (8.5%) and 10 (3.5%) patients, respectively. Antimicrobial administration in the preceding three months was recorded in 51.1% of patients, while 39% had been hospitalized during the same period. Central venous catheters (CVC) were present in 45% of patients, and another 25.2% had other foreign bodies. Corticosteroids were administered in 18.1%, and granulocyte colony-stimulating factor (GCSF) in 67.7%. With respect to microbiology, Gram-negative bacteria predominated over Gram-positive (123 [54.7%] vs. 103 [45.6%]), and 101 isolates (44.7%) were multidrug-resistant (MDR). In polymicrobial infections, the occurrence of polymicrobial bloodstream infection (BSI) was significantly associated with worse patient outcomes and increased infection-related mortality (p=0.009 and p=0.008, respectively). Sixty-three patients (22.3%) were diagnosed with febrile neutropenia (FN), 66 (19.9%) with primary BSI, and 46 (16.3%) with lower respiratory tract infection. In the FN subgroup (n=63), the most frequent underlying malignancy was lung cancer (38.1%). The median duration of neutropenia was 3 days (range: 1–10), and the presence and duration of mucositis were significantly associated with neutropenia lasting >3 days (p=0.012). Neutropenia of >3 days was also significantly associated with patient outcomes (p=0.050). Positive cultures were obtained in 34.9% of cases, with Gram-positive bacteria being the most frequently isolated pathogens from blood cultures—likely related to the high proportion of patients with CVCs (39.7%). The infection source remained unknown in 44.4% of FN cases. Most patients showed improvement or complete resolution (74.6% and 12.7%, respectively). Comparative analysis between FN and non-FN patients revealed significant differences in age (p=0.04), GCSF use (p=0.002), and immunotherapy administration (p=0.004). Moreover, in this group, worse performance status (PS) according to the Eastern Cooperative Oncology Group (ECOG) scale was associated with higher mortality (p=0.061), particularly markedly impaired PS (p=0.004). For BSI patients, clinical characteristics, microbiology, and outcomes were analyzed. All BSI cases had positive blood cultures, with polymicrobial infection documented in 28.8%. Mortality was significantly higher among males (p=0.025), those with poorer PS, and those with antimicrobial resistance (p 2) was also associated with increased risk of severe infections and death. In terms of overall outcomes, most patients (211; 74.8%) were discharged from the hospital. Forty-five patients (16%) died, with 22 deaths (48.9%) directly attributable to infection. Several additional risk factors were linked to higher risk of severe infections and death; among these, poor functional status (ECOG PS > 2) and disease response were statistically significant (p < 0.001), while prior hospitalization was also associated with worse outcomes (p = 0.019). Finally, polymicrobial infections were more frequently associated with complications and higher mortality. This doctoral thesis highlights the local epidemiology of infections in patients with solid tumors receiving active anticancer therapy. The findings demonstrate that infections in this population constitute a major cause of morbidity and mortality among hospitalized patients undergoing active treatment. FN, BSIs, and lower respiratory tract infections were the most frequent clinical syndromes, with Gram-negative organisms predominating over Gram-positive, and a considerable proportion being polymicrobial and caused by MDR pathogens. The results underscore the need for an individualized approach to the management of oncology patients with infections, with emphasis on appropriate empirical antimicrobial therapy, early identification of high-risk groups, and the implementation of multicenter studies to establish optimal prevention and treatment strategies

    Αγωγή, εκπαίδευση και πολιτική : η αθηναϊκή πόλη-κράτος, ως μελέτη περίπτωσης, από τον Σόλωνα μέχρι το τέλος της κλασικής εποχής (594 π.Χ.- 323 π.Χ.)

    No full text
    Στην παρούσα εργασία μας θα μελετηθεί η οργάνωση του εκπαιδευτικού/παιδαγωγικού συστήματος στην πόλη-κράτος της αρχαίας Αθήνας, σύμφωνα με σύγχρονες ερευνητικές προσεγγίσεις. Ειδικότερα, θα μελετηθεί ο ρόλος που διαδραμάτισε η Αθήνα ως παιδαγωγούσα πόλη, με την εκ νέου ανάγνωση των αρχαίων πηγών (από τη σκοπιά νεότερων και σύγχρονων μεθοδολογικών προσεγγίσεων, και θεωριών μάθησης), για την προαγωγή του πολίτη για το κοινό αγαθό της κοινότητας και όχι μόνο του ατόμου. Κατά πόσο κατάφερε να εξασφαλίσει τη συνειδητοποίηση ότι τα παιδιά των Αθηναίων πολιτών θα αποτελούσαν μέλη μιας πόλης-κράτους, για την ευτυχία και την ευημερία του συνόλου, προς χάρη της πολιτείας.In οur university thesis, the organization of the educational/pedagogical system in the city-state of ancient Athens will be studied, according to modern research approaches. In particular, the role played by Athens as an educational city will be studied, by re-reading the ancient sources (from the point of view of newer and modern methodological approaches, and learning theories), for the promotion of the citizen for the common good of the community and not only of the individual. To what extent did he manage to ensure the awareness that the children of the Athenian citizens would be members of a city-state, for the happiness and well-being of the whole, for the sake of the state

    Multilevel Governance and Local Government : the Formation of Social Policy in the Municipality of Larissa

    No full text
    Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εστιάζοντας ειδικά στη διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής στον Δήμο Λαρισαίων. Η ανάλυση εντάσσεται στο πλαίσιο των θεωρητικών και θεσμικών εξελίξεων που έχουν επηρεάσει τον ρόλο των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) στη χάραξη και υλοποίηση πολιτικών κοινωνικής προστασίας. Αρχικά παρουσιάζεται το θεωρητικό υπόβαθρο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, με ιδιαίτερη αναφορά στον τρόπο που η περιφέρεια και ο δήμος διαμορφώνουν πολιτικές, καθώς και στις δυναμικές σχέσεις που προκύπτουν ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα διοίκησης. Στη συνέχεια, αναλύεται το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής, με έμφαση στον ορισμό της, τις αρμοδιότητες των δήμων, αλλά και στο νομοθετικό πλαίσιο που ορίζει το εύρος και τα όρια δράσης τους. Το κύριο μέρος της μελέτης επικεντρώνεται στον Δήμο Λαρισαίων, όπου εξετάζονται οι αρμοδιότητες του δήμου στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και γίνεται μια αναλυτική αποτίμηση των κοινωνικών δομών που λειτουργούν στο τοπικό επίπεδο. Ειδικότερα, μελετώνται οι υπηρεσίες στήριξης της τρίτης ηλικίας, οι δομές για παιδιά, το Κοινωνικό Παντοπωλείο και οι δομές φιλοξενίας γυναικών, προκειμένου να αναδειχθούν τόσο τα θετικά αποτελέσματα όσο και οι υφιστάμενες αδυναμίες. Η εργασία καταλήγει σε μια συνολική κριτική αποτίμηση της κοινωνικής πολιτικής στον Δήμο Λαρισαίων, αναδεικνύοντας τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως κρίσιμου φορέα κοινωνικής προστασίας στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. Μέσα από την ανάλυση διαπιστώνεται ότι, παρά τα θεσμικά και λειτουργικά εμπόδια, ο Δήμος Λαρισαίων έχει αναπτύξει σημαντικές πρωτοβουλίες κοινωνικής πολιτικής, οι οποίες συμβάλλουν ουσιαστικά στην υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.This thesis examines the relationship between multilevel governance and Local Government, focusing specifically on the formulation of social policy in the Municipality of Larissa. The analysis is part of the theoretical and institutional developments that have influenced the role of Local Government Organizations (LTAs) in the formulation and implementation of social protection policies. Initially, the theoretical background of multilevel governance is presented, with particular reference to the way in which the region and the municipality formulate policies, as well as the dynamic relationships that arise between the different levels of administration. Subsequently, the institutional framework of social policy is analyzed, with emphasis on its definition, the responsibilities of municipalities, but also on the legislative framework that defines the scope and limits of their action. The main part of the study focuses on the Municipality of Larissa, where the municipality's responsibilities in the field of social policy are examined and an analytical assessment of the social structures operating at the local level is made. In particular, the support services for the elderly, the structures for children, the Social Grocery and the women's accommodation structures are studied, in order to highlight both the positive results and the existing weaknesses. The work concludes with an overall critical assessment of social policy in the Municipality of Larissa, highlighting the role of the Local Government as a crucial body of social protection within the framework of multi-level governance. Through the analysis, it is established that, despite the institutional and operational obstacles, the Municipality of Larissa has developed significant social policy initiatives, which contribute substantially to the support of vulnerable social groups and the strengthening of social cohesion

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇