11894 research outputs found
Sort by
Systematic literature review on the applications of mobile devices in the Teaching of Mathematics in Preschool Education
Η παρούσα έρευνα αποτελεί μια συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση, που αποσκοπεί να διερευνήσει τις εφαρμογές των φορητών συσκευών στη διδασκαλία των μαθηματικών στην Προσχολική Εκπαίδευση. Η έρευνα αποκάλυψε ότι τα ψηφιακά εργαλεία μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τη μαθηματική μάθηση στην προσχολική ηλικία, όταν ενσωματώνονται με παιδαγωγικά κριτήρια. Εφαρμογές και παιχνίδια που συνδυάζουν διαδραστικότητα, εξατομίκευση και προοδευτική δομή προάγουν την ενεργή συμμετοχή των παιδιών και διευκολύνουν τη σύνδεση αφηρημένων εννοιών με τη βιωματική τους εμπειρία. Τα δεδομένα δείχνουν βελτίωση τόσο στις άτυπες δεξιότητες, όπως η σύγκριση ποσοτήτων, όσο και στη τυπική μαθηματική σκέψη, όπως η χρήση αριθμητικών συμβόλων, υποστηρίζοντας έτσι μια ολιστική μαθησιακή εξέλιξη. Ωστόσο, παραμένουν ερευνητικά κενά που αφορούν τη γενίκευση των αποτελεσμάτων σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια, τη μακροχρόνια παρακολούθηση της μάθησης και την ισορροπία μεταξύ ψηφιακών και παραδοσιακών μεθόδων. Για τον λόγο αυτό, αναδεικνύεται η ανάγκη συστηματικής ενσωμάτωσης των ψηφιακών εργαλείων στα προγράμματα σπουδών του νηπιαγωγείου, σε συνδυασμό με επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και προσεκτική ισορροπία στην παιδαγωγική χρήση τους.The present study is a systematic literature review that aims to investigate the applications of mobile devices in the teaching of mathematics in Early Childhood Education. The review revealed that digital tools can significantly enhance mathematical learning in preschool children when integrated with pedagogical principles. Applications and games that combine interactivity, personalization, and progressive structure foster children’s active participation and facilitate the connection of abstract concepts with their experiential understanding. Findings indicate improvement in both informal skills, such as quantity comparison, and formal mathematical thinking, such as the use of numerical symbols, thereby supporting a holistic learning development. However, research gaps remain concerning the generalization of findings across different cultural contexts, the long-term monitoring of learning outcomes, and the balance between digital and traditional teaching methods. Therefore, the study highlights the necessity of systematically integrating digital tools into preschool curricula, accompanied by teacher training and careful balance in their pedagogical use
Refinement of tomato tissue culture protocol (Solanum lycopersicum cv. Micro-Tom), in wild type plants and SFH8 mutants.
Η τροποποίηση του φυτικού γονιδιώματος με την εισαγωγή ξένων γονιδίων, αποτελεί ένα κύριο εργαλείο στη βιολογία των φυτών, με τη βελτιωμένη παραγωγικότητα, μέσω της αύξησης της ανθεκτικότητας σε βιοτικές και αβιοτικές καταπονήσεις, να είναι ένας από τους κύριους της στόχους. Η τομάτα (Solanum lycopersicum), εκτός από τεράστια οικονομική σημασία, κατέχει και πρώτη θέση στη μελέτη σαρκωδών καρπών, της ανάπτυξης των φυτών και της ανάπτυξης και ωρίμανσης κλιμακτηρικών καρπών. Σε αυτή τη διατριβή μελετήθηκε η βελτίωση του πρωτοκόλλου ιστοκαλλιέργειας μιας νάνας ποικιλίας τομάτας, της Micro-Tom, με τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της να είναι η κατάληψη μικρού χώρου εξαιτίας της συμπαγούς ανάπτυξης της και ο μικρός κύκλος ζωής της από σπόρο σε σπόρο. Χρησιμοποιήθηκαν φυτά αγρίου τύπου και σε αυτά εισάχθηκαν μέσω του μετασχηματισμού με Agrobacterium tumefaciens, γονίδια για την έκφραση της πρωτεΐνης SEC FOURTEEN HOMOLOGUE EIGHT (SFH8), με γενετικούς δείκτες και γονίδια αναφοράς για τη μελέτη αλληλεπιδράσεων πρωτεϊνών μεταξύ τους, εντοπισμό της πρωτεΐνης μέσα στο κύτταρο μέσω συνεστιακής μικροσκοπίας και ιστοειδική έκφραση (GUS staining). Στα δια γονιδιακά φυτά έγινε γενοτύπηση, μέσω DNA extraction και PCR, για την διάκριση μεταξύ των μετασχηματισμένων και μη φυτών και βρέθηκαν τα θετικά (μετασχηματισμένα). Έγινε χρώση ενεργότητας γλουκουρονιδάσης (GUS staining) για τον προσδιορισμό της ενδογενούς δραστηριότητας του υποκινητή. Με αγροεμποτισμό σε Nicotiana benthamiana ελήφθησαν φωτογραφίες με χρήση συνεστιακής μικροσκοπίας που επιβεβαιώνουν την επιτυχημένη δημιουργία της δια γονιδιακής σειράς free monomeric Red Fluorescent Protein (free_mRFP), η οποία χρησιμεύει ως πείραμα ελέγχου για τη μέθοδο. Από αυτή τη μελέτη, προέκυψε ότι η βέλτιστη συγκέντρωση του αντιβιοτικού τιμεντίνης, που αναστέλλει την ανάπτυξη του αγροβακτηρίου είναι τα 300 mg/L, ενώ η συγκέντρωση των 500 mg/L προκαλεί ανασταλτικές δράσεις στην ανάπτυξη των εκφύτων. Ομοίως, η ανασταλτική δράση της καναμυκίνης παρατηρήθηκε στα 75 mg/L, ενω η συγκεντρωση των 50 mg/L έδινε καλύτερη αναγεννητική εικόνα των ιστών. Τέλος, παρατηρήθηκε, ότι τα υποκοτύλια διέθεταν καλύτερη αναγεννητική ικανότητα, συγκριτικά με τις κοτυληδόνες.Modifying the plant genome by introducing foreign genes is a key tool in
plant biology, with improved productivity through increased resistance to biotic
and abiotic stresses being one of its main objectives. Tomato (Solanum
lycopersicum), apart from its enormous economic importance, also occupies a
leading position in the study of fleshy fruit, plant growth and the development and
ripening of climacteric fruit. This thesis studied the refinement of the tissue
culture protocol of a dwarf variety Micro-Tom, whose main advantages are the fact
that it takes up little space because of its compact growth, and its short life cycle
from seed to seed. Wild type plants were used and genes for the expression of the
SEC FOURTEEN HOMOLOGUE EIGHT (SFH8) protein were introduced into them
via transformation with Agrobaterium tumefaciens, with genetic markers and
reference genes for the study of protein interactions between them localization
through confocal microscopy, and histochemical expression (GUS staining).
Transgenic plants were genotyped through DNA extraction and PCR amplification
in order to distinguish between transformed and non-transformed plants,
identifying the positive (transformed) plants. GUS staining was performed to
determine the endogenous activity of the promoter. Agroinfiltration in N.
benthamiana yielded confocal microscopy images confirming the successful
creation of the free monomeric Red Fluorescent Protein (free_mRFP) transgenic
line, which serves as a control of the method. This study showed that the optimal
concentration of the antibiotic timentin, which inhibits the growth of
Agrobacterium is 300 mg/L, while a concentration of 500 mg/L inhibits the growth
of explants. The inhibitory effect of kanamycin was detected at a concentration of
75 mg/L, while a concentration of 50 mg/L resulted in better tissue regeneration.
At last, it was observed that hypocotyls had better regenerative capacity compared
to cotyledons
Αλγόριθμοι τμηματοποίησης εικόνας με ανοικτό λεξιλόγιο με βαθιά νευρωνικά δίκτυα
Ένας κεντρικός στόχος της υπολογιστικής όρασης είναι να προσφέρει στις μηχανές
μια ανθρώπινη αντίληψη του οπτικού κόσμου. Στον τομέα της σημασιολογικής τμηματοποίησης εικόνων, αυτό μεταφράζεται σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο: την περιγραφή
κάθε αντικειμένου μιας εικόνας με ακρίβεια επιπέδου εικονοστοιχείου, και ταυτόχρονα
την ανάθεση μιας ουσιαστικής σημασιολογικής ετικέτας σε κάθε περιοχή. Αυτό απαιτεί
έναν λεπτό συνδυασμό δύο βασικών δεξιοτήτων: ακριβή χωρικό εντοπισμό (να γνωρίζουμε ακριβώς πού βρίσκεται κάτι) και βαθιά σημασιολογική κατανόηση (να γνωρίζουμε τι
είναι κάτι).
Την τελευταία δεκαετία, τα μοντέλα βαθιάς μάθησης, από συνελικτικά δίκτυα (CNNs)
έως και δίκτυα μετασχηματιστών (Transformers), έχουν σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο στον τομέα της τμηματοποίησης εικόνων. Ωστόσο, οι δυνατότητες τους έχουν περιοριστεί λόγω της δαπανηρής και χρονοβόρας φύσης της χειροκίνητης σήμανσης των εικόνων. Ως αποτέλεσμα, τα περισσότερα σύγχρονα συστήματα εκπαιδεύονται με πλήρως
εποπτευόμενο τρόπο σε σύνολα δεδομένων με ένα περιορισμένο και προκαθορισμένο
‘κλειστό σύνολο’ κατηγοριών. Αυτός ο θεμελιώδης περιορισμός εμποδίζει την εφαρμογή τους στον πραγματικό κόσμο, καθώς δεν αναγνωρίζουν καμία έννοια εκτός του
καθορισμένου λεξιλογίου τους.
Για την αντιμετώπιση αυτού του περιορισμού, έχει αναδυθεί μια μεταστροφή προς
τα συστήματα ανοικτού λεξιλογίου. Τροφοδοτούμενες από ισχυρά θεμελιώδη μοντέλα
(foundation models) μεγάλης κλίμακας, αυτές οι νέες προσεγγίσεις επιτρέπουν την
τμηματοποίηση βάσει αυθαίρετων προτροπών κειμένου σε ελεύθερη μορφή. Ωστόσο,
αυτή η αλλαγή έχει δημιουργήσει μια νέα πρόκληση: την εύρεση μιας συμβιβαστικής
λύσης μεταξύ σημασιολογικού πλούτου και χωρικής ακρίβειας. Τα πιο ισχυρά μοντέλα
συχνά υπερέχουν σε μία από αυτές τις δεξιότητες εις βάρος της άλλης, δημιουργώντας
ένα εμπόδιο για μια πραγματικά ολοκληρωμένη οπτική κατανόηση.
Η παρούσα διατριβή υποστηρίζει ότι μια πολλά υποσχόμενη λύση σε αυτό το εμπόδιο βρίσκεται στο πεδίο της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (generative AI). Σε
αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζουμε την προσέγγισή μας, την οποία ονομάζουμε SPADE
(Semantic Parsing with Attention and Diffusion Embeddings). Τα μοντέλα διάχυσης (diffusion models) κειμένου-προς-εικόνα σχεδιάστηκαν για να δημιουργούν εικόνες,
κι όχι για να τις αναλύουν. Ωστόσο, διερευνούμε πώς οι εσωτερικές αναπαραστάσεις
τους, που διδάχθηκαν μέσω της διαδικασίας σύνθεσης εικόνων, περιέχουν έναν πυκνό
και λεπτομερή συνδυασμό σημασιολογικής και χωρικής γνώσης. Η εργασία αυτή παρέχει
μια επισκόπηση των τεχνικών που επαναχρησιμοποιούν αυτά τα παραγωγικά μοντέλα,
πλαισιώνοντας τα ως ένα ισχυρό εργαλείο για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ σημασιολογικής κατανόησης και χωρικής ακρίβειας στην τμηματοποίηση με ανοικτό λεξιλόγιο.A central goal of computer vision is to grant machines a human-like understanding of the visual world. In the realm of semantic image segmentation, this translates to a particularly challenging task: outlining every object in an image with pixel-level
precision while also assigning to each region a meaningful semantic label. This requires a delicate fusion of two core skills: precise spatial localization (knowing exactly
where something is) and deep semantic comprehension (knowing what something is).
For the last decade, deep learning models, from CNNs to Transformers, have
made remarkable progress in segmentation. However, their potential has been constrained by the expensive and time-consuming nature of manual image annotation.
As a result, most state-of-the-art systems are trained in a fully-supervised manner
on datasets with a restricted and predefined “closed set” of categories. This fundamental limitation hinders their application in the real world, as they fail to recognize
any concept outside their fixed vocabulary.
To address this limitation, a recent paradigm shift towards open-vocabulary systems has emerged. Fueled by powerful large-scale foundation models, these new
approaches allow image segmentation based on arbitrary free-form text prompts.
Yet, this shift has revealed a new challenge: a trade-off between semantic richness
and spatial accuracy. The most powerful models often excel at one of these skills
at the expense of the other, creating a bottleneck for truly comprehensive visual
understanding.
This thesis argues that a promising solution to this bottleneck lies in the field of
generative AI, introducing our approach, SPADE (Semantic Parsing with Attention
and Diffusion Embeddings). Text-to-image diffusion models, like Stable Diffusion,
were engineered to create images, not to analyze them. However, we explore how
their internal representations, which were learned through the process of image synthesis, contain a surprisingly dense and granular fusion of semantic and spatial knowledge. This work provides a comprehensive overview of the techniques that repurpose
these generative models, framing them as a powerful tool to bridge the divide between
semantic understanding and spatial precision in open-vocabulary segmentation
Μοριακοί μηχανισμοί ανοσοαπόκρισης επιθηλιακών κυττάρων του πνεύμονα σε παθογόνα
Ο Στρεπτόκοκκος Ομάδας Β (GBS) και ο SARS-CoV-2 αποτελούν σημαντικά
αναπνευστικά παθογόνα με σοβαρές συνέπειες για τα νεογνά και τα ευάλωτα άτομα.
Ο GBS είναι η κύρια αιτία νεογνικής πνευμονίας, σηψαιμίας και μηνιγγίτιδας, ο
οποίος εκμεταλλεύεται την ανωριμότητα του ανοσοποιητικού συστήματος των
νεογνών για να διεισδύσει στην κυκλοφορία του αίματος. Παρά τη σημασία του, λίγα
είναι γνωστά για τον ρόλο των κυψελιδικών επιθηλιακών κυττάρων στην ανοσολογική
άμυνα έναντι του GBS. Στη μελέτη μας, διερευνούμε την πιθανότητα ενίσχυσης των
ανοσολογικών αποκρίσεων των κυψελιδικών επιθηλιακών κυττάρων έναντι του GBS
μέσω αναστολής της οδού της κινάσης Akt. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η
αναστολή της Akt ενισχύει την κάθαρση των βακτηρίων μέσω της επαγωγής της
αυτοφαγίας, αυξάνει την παραγωγή φλεγμονωδών μεσολαβητών και μειώνει τόσο το
εξωκυττάριο όσο και το ενδοκυττάριο βακτηριακό φορτίο. Αυτοί οι μηχανισμοί
ενισχύουν συλλογικά τον επιθηλιακό φραγμό και περιορίζουν τη διείσδυση του GBS
στην κυκλοφορία του αίματος, προσφέροντας έναν νέο θεραπευτικό στόχο για τις
νεογνικές λοιμώξεις από GBS.
Παράλληλα, η παγκόσμια πανδημία του SARS-CoV-2 ανέδειξε τον
καταστροφικό αντίκτυπο των ιογενών λοιμώξεων στις πνευμονικές ανοσολογικές
αποκρίσεις, ιδιαίτερα μέσω της ανάπτυξης συνδρόμου οξείας αναπνευστικής
δυσχέρειας (ARDS) και καταιγίδας κυτοκινών. Η έρευνά μας επικεντρώνεται στις
ανοσορυθμιστικές επιδράσεις της πρωτεΐνης-ακίδας (S) του SARS-CoV-2 στα
μακροφάγα και τα κυψελιδικά επιθηλιακά κύτταρα. Τα αποτελέσματα μας δείχνουν
ότι ο SARS-CoV-2 προάγει την έκφραση φλεγμονωδών κυτοκινών και καταστέλλει την
κινάση IRAK-M, καθιστώντας τα μακροφάγα πιο ευαίσθητα στη σηματοδότηση TLR,
γεγονός που συμβάλλει στην ανάπτυξη καταιγίδας κυτοκινών που παρατηρείται σε
ασθενείς με COVID-19. Επιπλέον, τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι το Diminazene
Aceturate (ενεργοποιητής του ACE2) μπορεί να αποτελεί πιθανή θεραπευτική
προσέγγιση για τους ασθενείς με COVID-19, καθώς ενδέχεται να αναστρέφει τις προ-
φλεγμονώδεις δράσεις του ιού. Αντίθετα, στα κυψελιδικά επιθηλιακά κύτταρα τύπου
ΙΙ, η πρωτεΐνη S του SARS-CoV-2 καταστέλλει τις φλεγμονώδεις αποκρίσεις στα αρχικά
στάδια της λοίμωξης μέσω ενεργοποίησης της οδού PI3K/Akt. Τα αποτελέσματα αυτά
υποδηλώνουν ότι στα πρώιμα στάδια της λοίμωξης, η πρωτεΐνη S του SARS-CoV-2
αναστέλλει την ανοσολογική απόκριση έναντι του ιού, επιτρέποντάς του να
εξαπλωθεί, ενώ σε συνδυασμό με σηματοδότηση από TLR2 ενισχύει την έκφραση της
PAI-1, πιθανώς επηρεάζοντας τον τοπικό πηκτικό καταρράκτη.
Συλλογικά, τα ευρήματά μας αναδεικνύουν κρίσιμους μηχανισμούς με τους
οποίους τα κυψελιδικά επιθηλιακά κύτταρα και τα μακροφάγα ανταποκρίνονται σε
λοιμώξεις από GBS και SARS-CoV-2. Η ρύθμιση της οδού Akt στη λοίμωξη από GBS και
η ενεργοποίηση του ACE2 στη λοίμωξη από SARS-CoV-2 αναδεικνύονται ως
ελπιδοφόρες θεραπευτικές στρατηγικές. Η κατανόηση αυτών των εξειδικευμένων
ανοσολογικών αλληλεπιδράσεων παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την ανάπτυξη στοχευμένων παρεμβάσεων με σκοπό τη βελτίωση σοβαρών αναπνευστικών
λοιμώξεων και της πρόγνωσης των ασθενών.Group B Streptococcus (GBS) and SARS-CoV-2 represent significant respiratory
pathogens with severe consequences for neonates and vulnerable individuals. GBS is
a leading cause of neonatal pneumonia, sepsis, and meningitis, exploiting the
immaturity of the neonatal immune system to invade the bloodstream. Despite its
clinical significance, little is known about the role of alveolar epithelial cells in
mounting an effective defense against GBS. In this study, we investigate the potential
for enhancing alveolar epithelial cell-mediated immune responses against GBS
through inhibition of the Akt kinase pathway. Our findings demonstrate that Akt
inhibition enhances bacterial clearance via the induction of autophagy, increases
inflammatory mediator production, and reduces both extracellular and intracellular
bacterial loads. These mechanisms collectively strengthen the epithelial barrier and
limit GBS invasion into the bloodstream, providing a novel therapeutic target for
neonatal GBS infections.
In parallel, the global SARS-CoV-2 pandemic has underscored the devastating
impact of viral infections on pulmonary immune responses, particularly through the
development of acute respiratory distress syndrome (ARDS) and cytokine storm. Our
research focuses on the immunomodulatory effects of the SARS-CoV-2 spike (S) protein
on macrophages and alveolar epithelial cells. We demonstrate that that SARS-CoV-2
promoted inflammatory cytokine expression and suppressed IRAK-M, rendering
macrophages prone to increased responsiveness to TLR signals, supporting the
development of cytokine storm observed in COVID-19 patients. Moreover, our findings
may propose the use of Diminazene Aceturate (ACE2 activator) as a potential
treatment for patients with COVID-19, since it is may reverse the pro-inflammatory
actions of the virus. Conversely, in alveolar epithelial type II cells, SARS-CoV-2 S protein
suppressed inflammatory responses at early stages of infection through activation of
the PI3K/AKT pathway. These results suggest that at early stages SARS-CoV-2 S protein
signals inhibit immune responses to the virus allowing it to propagate the infection
while in combination with TLR2 signals enhances PAI-1 expression, potentially affecting
the local coagulation cascade.
Collectively, our findings highlight critical mechanisms by which alveolar
epithelial cells and macrophages respond to GBS and SARS-CoV-2 infections. The
modulation of Akt signaling in GBS infection and ACE2 activation in SARS-CoV-2
infection emerge as promising therapeutic strategies. Understanding these pathogen-
specific immune interactions provides valuable insights for developing targeted
interventions to mitigate severe respiratory infections and improve patient outcomes
Design, implementation and evaluation of supplementary educational material using the distance education method for teaching English to first-year students at the General Lyceum (upper secontary school). The case of the thematic unit : Vincent van Gogh
Η παρούσα εργασία στοχεύει στον σχεδιασμό, την υλοποίηση και την αποτίμηση ενός συμπληρωματικού εκπαιδευτικού υλικού για τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας σε μαθητές της Α’ τάξης του Γενικού Λυκείου. Το υλικό επικεντρώνεται στην ενότητα του σχολικού εγχειριδίου με θέμα «Vincent van Gogh», υιοθετώντας μια διαθεματική προσέγγιση που συνδυάζει τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας με στοιχεία τέχνης και πολιτισμού. Ο σχεδιασμός του βασίζεται αφενός στις αρχές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και της Πολυμεσικής Μάθησης του Mayer, και αφετέρου στις προδιαγραφές του Ενιαίου Προγράμματος Σπουδών για τις Ξένες Γλώσσες (ΕΠΣ-ΞΓ) και στο γλωσσικό επίπεδο των μαθητών. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ήταν μικτή, συνδυάζοντας ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια: αρχικά, το υλικό αξιολογήθηκε από τους ειδικούς της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης μέσω ερωτηματολογίων ανοιχτού τύπου· στη συνέχεια, εφαρμόστηκε πιλοτικά στους μαθητές της Α’ τάξης του Γενικού Λυκείου, οι οποίοι αφού εργάστηκαν αυτόνομα στο σπίτι, ακολουθώντας τον δικό τους ρυθμό και χρόνο, αποτίμησαν το εκπαιδευτικό υλικό μέσω ερωτηματολογίων κλειστού τύπου. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από τους ειδικούς της ΕξΑΕ επιβεβαίωσαν τη συμβατότητα του εκπαιδευτικού υλικού με τις αρχές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και της Πολυμεσικής Μάθησης του Mayer. Επιπλέον, οι απόψεις των μαθητών ήταν γενικά θετικές, επισημαίνοντας τη χρηστικότητα και την ελκυστικότητα του υλικού κατά τη διάρκεια της μελέτης τους. Ωστόσο, το περιορισμένο μέγεθος του δείγματος αποτελεί έναν παράγοντα που περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων. Προτείνεται, επομένως, η περαιτέρω έρευνα της αποτελεσματικότητας του υλικού σε μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντωνThe aim of this study is the design, implementation and evaluation of a supplementary educational material for teaching English to first-year students at the General Lyceum (Upper Secondary School) in Greece. The material focuses on the textbook unit entitled "Vincent van Gogh", adopting an interdisciplinary approach that combines English language teaching with elements of art and culture. Its design is based on the principles of distance education and Mayer’s Multimedia Learning Theory, as well as on the specifications of the Unified Curriculum for Foreign Languages and the students' language level. A mixed methodology was followed, combining qualitative and quantitative data. The research was conducted in two phases: initially, the material was evaluated by experts in distance education through open-ended questionnaires; subsequently, it was piloted with first-year students at the General Lyceum who, after working independently at home, following their own pace and time, assessed the educational material through closed-ended questionnaires. The results of the evaluation by the distance education experts confirmed the compatibility of the material with the principles of distance education and Mayer’s Multimedia Learning Theory. Furthermore, the students’ opinions were generally positive, emphasizing the usefulness and attractiveness of the material during their study. However, the limited sample size is a factor that restricts the generalizability of the results. Therefore, further research is recommended to investigate the effectiveness of the material with a larger number of participants
The application of artificial intelligence in health services : bioethical considerations
Η σύγχρονη τεχνολογική πρόοδος και η ανάπτυξη συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης έχουν μεταμορφώσει όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας καθώς και τον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης με χρήση μεγάλων δεδομένων, μηχανικής μάθησης και τεχνητών νευρωνικών δικτύων έχουν αλλάξει όλα τα επίπεδα υπηρεσιών υγείας με την εφαρμογή τους, παρέχοντας πολλές δυνατότητες βελτιστοποίησης των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Ταυτόχρονα, υπάρχει έντονος βιοηθικός προβληματισμός σχετικά με τα όρια αυτών των διαδικασιών και εάν οι εφαρμογές τους σέβονται την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου.Modern technological progress and the development of artificial intelligence systems have transformed all areas of human activity as well as the healthcare sector. Applications of artificial intelligence with use of big data, machine learning and technical neural networks have changed all levels of health services with their application, providing many possibilities for optimizing the health services provided. At the same time, there is intense bioethical concern regarding limits of these procedures and whether its applications respect the freedom and autonomy of individual
Crystallization kinetics in polymer nanocomposites utilizing simultaneous small- and wide-angle X-ray scattering
Είναι ευρέως γνωστό ότι η μορφολογία, η δυναμική και οι ιδιότητες των πολυμερών
μπορούν να τροποποιηθούν σημαντικά με την ενσωμάτωση νανοπρόσθετων στη
πολυμερική μήτρα, οδηγώντας στο σχηματισμό νανοσύνθετων υλικών. Στην παρούσα
μελέτη, διερευνάται η επίδραση νανοσωματιδίων πυριτίας (SiO2) στη μικροδομή και
στην κινητική κρυστάλλωσης του πολυ(αιθυλενοξειδίου) (PEO) σε νανοϋβρίδια
PEO/SiO2, αξιοποιώντας ταυτόχρονες μετρήσεις Μικρής και Ευρείας Γωνίας
Σκέδασης Ακτίνων-Χ (SAXS/WAXS). Έτσι, πραγματοποιήθηκαν ισόθερμες
μετρήσεις σε ένα ευρύ φάσμα θερμοκρασιών ενώ η επίδραση της συγκέντρωσης των
νανοσωματιδίων μελετήθηκε μέσω της σύνθεσης υβριδικών συστημάτων διαφορετικής
σύστασης. Η μελέτη βασίζεται στην παραδοχή ότι, ανάλογα με τη συγκέντρωση των
νανοσωματιδίων, αυτά μπορούν είτε να διευκολύνουν είτε να παρεμποδίσουν τη
διαδικασία κρυστάλλωσης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, και στις δύο κλίμακες
μήκους, η αύξηση της περιεκτικότητας των νανοσωματιδίων οδηγεί σε μειωμένη
κρυσταλλικότητα και μικρότερους χρόνους κρυστάλλωσης. Επιπλέον, οι μετρήσεις
SAXS αποκαλύπτουν τον σχηματισμό ενός δικτύου ακόμη και σε νανοϋβρίδια με
χαμηλή συγκέντρωση νανοσωματιδίων. Οι παρατηρούμενες μεταβολές στη μικροδομή
συσχετίζονται με την ενισχυμένη αλληλεπίδραση μεταξύ του PEO και των SiO2,
γεγονός που οδηγεί σε πιο οργανωμένη δομή, όπως επιβεβαιώνεται και μέσω
ρεολογικών μετρήσεων. Τέλος, τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι ο έλεγχος
της συγκέντρωσης των νανοσωματιδίων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη
βελτιστοποίηση των ιδιοτήτων των πολυμερικών νανοσύνθετων υλικών, ανοίγοντας
νέες προοπτικές για εφαρμογές σε τομείς όπως η ηλεκτρονική, η ενεργειακή και η
βιοϊατρική τεχνολογία.It is well known, that polymer morphology, dynamics and properties can be
significantly altered by the incorporation of nano-additives in the polymeric matrix,
forming nanocomposite materials. In this work, the effect of silica nanoparticles, SiO2,
in the microstructure and in the crystallization kinetics of poly(ethylene oxide), PEO in
PEO / SiO2 nanohybrids is investigated by utilizing simultaneous Small and Wide
Angle X-ray Scattering (SAXS / WAXS). Isothermal measurements were performed at
a broad range of temperatures, while the influence of the nanoparticle content was
studied by synthesizing hybrids of different composition. The study is based on the
assumption that, depending on the nanoparticle concentration, these particles can either
facilitate or hinder the crystallization process. The results show that, in both length
scales, increasing the amount of nanoparticles leads to decreased crystallinity and
smaller crystallization times. Moreover, the formation of a network is revealed by
SAXS measurements even for nanohybrids with low nanoparticle content. The
observed changes in the microstructure are correlated with the enhanced interaction
between PEO and SiO2, resulting in a more organized structure, as further confirmed
by rheological measurements. Finally, the findings of the study suggest that controlling
the nanoparticle concentration is a critical factor for optimizing the properties of
polymer nanocomposite materials, opening new prospects for applications in fields
such as electronics, energy, and biomedical technology
Ποσοτικοποίηση της αβεβαιότητας μέσω συμμορφικής πρόβλεψης στις αστρονομικές παρατηρήσεις
Reliably enhancing the quality of astronomical observations is a challenging problem. Recent
methods based on deep learning have demonstrated exceptional performance, however, they suffer
from hallucinations, a phenomenon where realistic yet unobserved information is introduced
in the reconstruction. The project will explore how uncertainty quantification methods, specifically
conformal prediction, can provide additional information, such as confidence intervals,
related to the reliability of the predictions
Views and practices of English language teachers in Kindergarten
Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει τις απόψεις και τις πρακτικές των εκπαιδευτικών αγγλικής γλώσσας στα πλαίσια εισαγωγής της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 45 εκπαιδευτικοί αγγλικής γλώσσας, οι οποίοι εργάζονταν σε νηπιαγωγεία σε διάφορες περιοχές της Κρήτης, όπως στα Χανιά, στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο, καθώς και στον Άγιο Νικόλαο. Για τις ανάγκες της συγκεκριμένης έρευνας και τη συλλογή δεδομένων από την έρευνα αυτή, σχεδιάστηκε ένα ερωτηματολόγιο για τη συλλογή δεδομένων της έρευνας, το οποίο έπειτα χορηγήθηκε ηλεκτρονικά στα μέιλ των εκπαιδευτικών αγγλικής γλώσσας μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας "google forms", αλλά και σε διάφορες ομάδες εκπαιδευτικών αγγλικής γλώσσας στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το facebook, για τη συλλογή περισσότερων δεδομένων της έρευνας. Από αυτούς τους εκπαιδευτικούς αγγλικής γλώσσας εκείνοι, που ανταποκρίθηκαν τελικά και συμπλήρωσαν δηλαδή το ερωτηματολόγιο ήταν οι 45. Βέβαια, προτού συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο οι συμμετέχοντες είχε διευκρινιστεί σε εκείνους, ότι διασφαλίζεται η ανωνυμία των συμμετεχόντων του δείγματος, καθώς και η προστασία των προσωπικών τους δεδομένων. Αφού, συλλέχθηκαν λοιπόν 45 απαντήσεις για κάθε μία από τις 33 ερωτήσεις του ερωτηματολογίου, έπειτα επεξεργάστηκαν και αναλύθηκαν με την περιγραφική μέθοδο έρευνας και συγκεκριμένα με τους πίνακες κατανομής συχνοτήτων (απόλυτης και σχετικής συχνότητας για κάθε μία από τις ερωτήσεις του ερωτηματολογίου), εφόσον πρόκειται για μία κλασσική περιγραφική έρευνα. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν, ότι σύμφωνα με τις απόψεις των εκπαιδευτικών αγγλικής γλώσσας, η καταλληλότερη ηλικία έναρξης διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας στα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι τα 4 έτη. Μάλιστα, από πολλούς εκπαιδευτικούς αγγλικής γλώσσας, υποστηρίχθηκε, ότι τα παιδιά αυτής της ηλικίας είναι σε μεγάλο βαθμό μαθησιακά έτοιμα να διδαχθούν την αγγλική γλώσσα στο νηπιαγωγείο. Επίσης, η έρευνα αυτή έδειξε, ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας αποκομίζουν σε μεγάλο βαθμό αρκετά οφέλη από την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο, μερικά από τα οποία είναι η καλλιέργεια των μεταγνωστικών τους δεξιοτήτων, η σύνδεση της προϋπάρχουσας γνώσης τους με τη νέα γνώση, η ανάπτυξη της φωνολογικής τους επίγνωσης, η καλλιέργεια του λεξιλογίου τους ως ένα βαθμό, καθώς και η καλλιέργεια της κριτικής τους σκέψης, της πολυγλωσσικής τους επίγνωσης και επικοινωνίας και της διαπολιτισμικής τους ευαισθητοποίησης. Κομβικής σημασίας στα πλαίσια αυτά αποδείχθηκε ο ρόλος του μοντέλου συνδιδασκαλίας, που εφαρμόστηκε με τον/τη νηπιαγωγό της τάξης, καθώς όπως βρέθηκε στη συγκεκριμένη έρευνα υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματικό και ωφέλιμο ως προς το σχεδιασμό και την υλοποίηση δραστηριοτήτων στα πλαίσια διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο και ως προς τη δημιουργία ενός θετικού παιδαγωγικού κλίματος στην τάξη. Γενικότερα συνέβαλε θετικά σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό στην επίτευξη των μαθησιακών στόχων, που είχαν θέσει οι εκπαιδευτικοί ως προς την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας από τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Τέλος, η έρευνα αυτή έδειξε, ότι οι εκπαιδευτικοί αγγλικής γλώσσας αξιοποιούν διάφορες πρακτικές στη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας και μάλιστα κάποιες σε μεγαλύτερη συχνότητα από κάποιες άλλες. Μερικές από αυτές είναι τα ψηφιακά ή/και τα παραδοσιακά παιχνίδια, όπως και τα ομαδικά παιχνίδια, η ψηφιακή ή μη αφήγηση/ανάγνωση ιστοριών ή παραμυθιών, τα ποιήματα και οι ρίμες, τα τραγούδια, ο χορός και η κίνηση, το θεατρικό παιχνίδι ή το κουκλοθέατρο με τη χρήση κούκλας-μασκότ, οι χειροτεχνίες-κατασκευές, οι ελεύθερες συζητήσεις και η ζωγραφική. Από αυτές τις πρακτικές η έρευνα έδειξε, ότι οι πρακτικές διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας, που αξιοποιούν περισσότερο συχνά οι εκπαιδευτικοί αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο είναι τα τραγούδια περισσότερο, αλλά και η αφήγηση ιστοριών ή παραμυθιών. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι στα πλαίσια των πρακτικών αυτών διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο αξιοποιήθηκαν και αρκετά εποπτικά μέσα διδασκαλίας, όπως ήταν οι εικόνες και τα βίντεο, τα flashcards, τα ζάρια, τα ημερολόγια και οι ταινίες/σειρές κινουμένων σχεδίων. Από αυτά το εποπτικό μέσο διδασκαλίας, που αξιοποιούσαν περισσότερο συχνά οι εκπαιδευτικοί αγγλικής γλώσσας στη διδασκαλία τους ήταν οι εικόνες ή/και τα βίντεο