11894 research outputs found
Sort by
Ο ρόλος του νοητικού αποθέματος ,των προβλημάτων ύπνου και της κατάθλιψης στην εξέλιξη της γνωστικής λειτουργίας σε άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή (ΗΓΔ)
Η παρούσα εργασία στοχεύει στη διερεύνηση τροποποιήσιμων παραγόντων
κινδύνου και προστατευτικών παραγόντων έναντι της γνωστικής έκπτωσης σε ένα
υποσύνολο γνωστικά υγιών ατόμων (ΓΥ) και ατόμων με Ήπια Γνωστική Διαταραχή (ΗΓΔ)
από την Κοορτή Ηλικιωμένων της Κρήτης, στο πλαίσιο προοπτικού ερευνητικού
σχεδιασμού. Πιο συγκεκριμένα, διερευνήθηκε η επίδραση αντικειμενικά εκτιμώμενων
υπνικών παραμέτρων, των αυτο-αναφερόμενων συμπτωμάτων κατάθλιψης, των επιπέδων
κορτιζόλης και του προνοσηρού επιπέδου λεξιλογικής ικανότητας όπως αξιολογήθηκαν
στην αρχική εκτίμηση, στην γνωστική επίδοση κατά την επανεκτίμηση.
Από την υπάρχουσα βιβλιογραφία προκύπτει ότι οι υπνικές παράμετροι
διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάδυση μνημονικών και επιτελικών ελλειμμάτων
τόσο μεταξύ ΓΥ ατόμων όσο και σε άτομα με ΗΓΔ. Ωστόσο, παραμένει ασαφές κατά πόσον η
αυξημένη ή η μειωμένη διάρκεια ύπνου συντείνει στα διαφαινόμενα γνωστικά ελλείμματα.
Η αυξημένη (ή χρόνια) ενεργοποίηση του άξονα Υποθαλάμου-Υπόφυσης-Επινεφριδίων που
οδηγεί σε υπερέκκριση κορτιζόλης καθώς και η καταθλιπτική συμπτωματολογία μπορούν
να επιφέρουν δομικές αλλοιώσεις σε εγκεφαλικές περιοχές που ενέχονται στη γνωστική
λειτουργία. Ωστόσο, οι μελέτες που έχουν διενεργηθεί αφ’ης στιγμής δεν έχουν οδηγήσει
σε σαφή συμπεράσματα σχετικά με επιμέρους γνωστικές λειτουργίες, ενώ οι περισσότερες
έρευνες είναι συγχρονικές. Από την άλλη μεριά, η υψηλή λεξιλογική ικανότητα, ως
συνιστώσα του νοητικού αποθέματος, φαίνεται να επιβραδύνει την εμφάνιση γνωστικών
ελλειμμάτων, τουλάχιστον, μέχρι τη στιγμή που η εγκεφαλική παθολογία ξεπερνά έναν
κρίσιμο ουδό.
Οι ερευνητικές υποθέσεις διατυπώθηκαν ως εξής: 1) τα άτομα με ΗΓΔ θα
εμφανίζουν αυξημένη γνωστική και λειτουργική έκπτωση κατά την επανεκτίμησή τους μετά
από 7-9 έτη σε σχέση με τα ΓΥ υποκείμενα, 2) υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης και
καταθλιπτικών συμπτωμάτων στην αρχική εκτίμηση θα σχετίζονται με χαμηλότερη
γνωστική επίδοση στην επανεκτίμηση, 3) υψηλότερες τιμές 24ωρης διάρκειας ύπνου και
παραμονής στο κρεβάτι, καθώς και νυχτερινής αφύπνισης στην αρχική εκτίμηση θα
σχετίζονται με μειωμένη γνωστική επίδοση στην επανεκτίμηση, 4) υψηλότερες τιμές
αποτελεσματικότητας ύπνου κατά την αρχική εκτίμηση θα σχετίζονται με αυξημένη
γνωστική επίδοση στην επανεκτίμηση, 5) οι παραπάνω σχέσεις θα είναι ισχυρότερες και
συχνότερες (με εξαίρεση την αποτελεσματικότητα ύπνου) στα άτομα με σοβαρότερα
ελλείμματα στην αρχική εκτίμηση (ΗΓΔ) και την επανεκτίμηση (ΗΓΔ, άνοια) και 6)
υψηλότερο επίπεδο λεξιλογικής ικανότητας κατά την αρχική εκτίμηση θα σχετίζεται με αυξημένη γνωστική επίδοση κατά την επανεξέταση, ιδιαίτερα στα άτομα με μη μεταβολή
της διάγνωσης μεταξύ των δύο φάσεων.
Το τελικό δείγμα αποτέλεσαν 151 άτομα (71 ΓΥ και 80 άτομα με ΗΓΔ κατά την
αρχική εκτίμηση) που εκτιμήθηκαν σε δύο φάσεις (αρχική και τελική), με διάστημα περίπου
7 ετών μεταξύ των δύο εκτιμήσεων. Από την ομάδα των ατόμων με ΗΓΔ (όπως εκτιμήθηκε
αρχικά), στην επανεκτίμηση 41 και 36 άτομα παρέμειναν ΗΓΔ ή διαγνώστηκαν ως άτομα με
άνοια, αντίστοιχα, και 3 άτομα βελτιώθηκαν γνωστικά εντός της επταετίας από την αρχική
εκτίμηση. Από την ομάδα των ΓΥ (βάσει αρχικής εκτίμησης), στην επανεκτίμηση, 36 άτομα
παρέμειναν γνωστικά σταθερά, ενώ 27 και 8 άτομα διαγνώστηκαν με ΗΓΔ και άνοια,
αντίστοιχα. Και στις δύο φάσεις, για τον αντικειμενικό προσδιορισμό των παραμέτρων
ύπνου πραγματοποιήθηκε 3ήμερη, 24ωρη μελέτη ακτιγραφίας, ενώ για τη μέτρηση των
επιπέδων κορτιζόλης ελήφθη δείγμα αίματος (πλάσμα) κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Τα
αυτό-αναφερόμενα συμπτώματα κατάθλιψης προσδιορίστηκαν από τη βαθμολογία στη
συντομευμένη κλίμακα Geriatric Depression Scale, ενώ το προνοσηρό επίπεδο λεξιλογικής
ικανότητας προέκυψε από την βαθμολογία στο εργαλείο Peabody Picture Vocabulary Test-
R-32. Διενεργήθηκε πλήρης νευροψυχολογικός έλεγχος με έμφαση στους τομείς της μνήμης
(λεκτικής ,επεισοδιακής, οπτικής, μνήμη εργασίας), της γραφοκατασκευαστικής ικανότητας,
των σύνθετων επιτελικών έργων (οπτικοκινητικός συντονισμός, επιλεκτική εστίαση
προσοχής), της ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών και της γλωσσικής ικανότητας. Οι
μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν τόσο κατά την αρχική εκτίμηση (2013-2014) όσο και κατά
την επανεκτίμηση (2020-2022), με εξαίρεση τη λεξιλογική ικανότητα που εκτιμήθηκε μόνο
κατά την αρχική εκτίμηση.
Διαπιστώθηκε ότι: 1)τα άτομα με διάγνωση ΗΓΔ εμφάνισαν σημαντικότερη
γνωστική/λειτουργική έκπτωση στους περισσότερους τομείς που εξετάστηκαν σε σχέση με
τους ΓΥ, ενώ περίπου οι μισοί (45%) διαγνώστηκαν με άνοια στην επανεκτίμηση, 2) όσο
αυξάνονταν τα επίπεδα κορτιζόλης στην αρχική εκτίμηση, τόσο μειωνόταν η επίδοση σε
έργα λεκτικής ευχέρειας και μνήμης κατά την επανεκτίμηση μεταξύ των ΓΥ ατόμων και
όσων εξελίχθηκαν σε ΗΓΔ/άνοια από τους ΓΥ (άμεση επίδραση), 3) όσο αυξάνονταν η
καταθλιπτική συμπτωματολογία (αρχική εκτίμηση) τόσο μειωνόταν η μνημονική επίδοση
στην επανεκτίμηση μεταξύ των ατόμων με ΗΓΔ (αρχική διάγνωση, έμμεση επίδραση) και
όσων παρέμειναν ΗΓΔ κατά την επανεκτίμηση καθώς και των ΓΥ που εξελίχθηκαν σε
ΗΓΔ/άνοια (άμεση επίδραση), 4) όσο αυξάνονταν η διάρκεια ύπνου και παραμονής στο
κρεβάτι κατά την αρχική εκτίμηση, τόσο μειωνόταν η επίδοση σε μνημονικά, επιτελικά και
γλωσσικά έργα στην επανεκτίμηση (ΗΓΔ βάσει αρχικής διάγνωσης, πλήρης διαμεσολάβηση [3]
των αντίστοιχων υπνικών δεικτών στην επανεκτίμηση), 5) όσο αυξανόταν η διάρκεια ύπνου
και ο χρόνος παραμονής στο κρεβάτι, τόσο μειωνόταν η μνημονική επίδοση κατά την
επανεκτίμηση στους ΓΥ και σε αυτούς ΓΥ που εξελίχθηκαν σε ΗΓΔ/άνοια, αντίστοιχα
(έμμεση και άμεση επίδραση), 6) όσο αυξανόταν η διάρκεια των νυχτερινών αφυπνίσεων
κατά την αρχική εκτίμηση, τόσο μειωνόταν η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και η
μνημονική επίδοση στην επανεκτίμηση (ΗΓΔ: άμεση επίδραση και ΓΥ: άμεση και έμμεση
επίδραση) 7) η υψηλή αποτελεσματικότητα ύπνου στην αρχική εκτίμηση προέβλεψε υψηλή
μνημονική επίδοση στην επανεκτίμηση (ανεξαρτήτως αρχικής διάγνωσης, άμεση επίδραση)
και 8) η αυξημένη λεξιλογική ικανότητα σχετίστηκε με καλύτερη μνημονική, γλωσσική και
επιτελική επίδοση στην επανεκτίμηση, τόσο μεταξύ εκείνων που επιδεινώθηκαν όσο και
εκείνων που παρέμειναν γνωστικά σταθεροί εντός της 7ετίας.
Εν κατακλείδι, αναφορικά με τους παράγοντες κινδύνου για γνωστική έκπτωση,
βρέθηκε ότι τα (υψηλότερα) επίπεδα κορτιζόλης, η αυξημένη διάρκεια ύπνου και ο
κατακερματισμένος ύπνος προέβλεψαν μειωμένη γνωστική επίδοση στην επανεξέταση
μεταξύ των ΓΥ υποκειμένων, ενώ αντίστοιχα, οι υψηλές συγκεντρώσεις κορτιζόλης και η
αυξημένη διάρκεια παραμονής στο κρεβάτι σχετίστηκαν με μειωμένη μνημονική επίδοση
μεταξύ των ΓΥ που εξελίχθηκαν σε ΗΓΔ/άνοια στην επανεξέταση. Μεταξύ των ατόμων με
ΗΓΔ στην αρχική εκτίμηση, τα συμπτώματα κατάθλιψης και η αυξημένη διάρκεια ύπνου/
παραμονής στο κρεβάτι προέβλεψαν χαμηλή γνωστική επίδοση ακόμη και 7-9 έτη μετά την
αρχική εκτίμηση. Η υψηλή αποτελεσματικότητα ύπνου σχετίστηκε με υψηλή μνημονική
επίδοση στην επανεξέταση (ανεξαρτήτως της διαγνωστικής ομάδας) και τέλος, η
υψηλότερη λεξιλογική ικανότητα σχετίστηκε με καλύτερη μνημονική, γλωσσική και
επιτελική επίδοση κατά την επανεκτίμηση τόσο μεταξύ όσων παρέμειναν γνωστικά
σταθεροί όσο και μεταξύ όσων επιδεινώθηκαν γνωστικά εντός της 7ετίας.
Δεδομένης της αυξανόμενης συχνότητας διαγνώσεων άνοιας και των υψηλών
ποσοστών μετατροπής της διάγνωσης από ΗΓΔ σε άνοια που μπορεί να προσεγγίζει το 45%,
καθώς και των σημαντικών ποσοστών επικράτησης της ΗΓΔ ανάμεσα σε ηλικιωμένους που
διαβιούν στην ελληνική επικράτεια (13%-32%), η παρούσα μελέτη αποσαφηνίζει κρίσιμες
σχέσεις μεταξύ δυνητικά τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου (στρες, κατάθλιψη, μακρά
διάρκεια/κακή ποιότητα ύπνου) καθώς και προστατευτικών παραγόντων (καλή ποιότητα
ύπνου, υψηλή λεξιλογική ικανότητα) και της γνωστικής εξέλιξης ηλικιωμένων της
κοινότητας, κατευθύνοντας την κλινική πράξη και συμβάλλοντας στην έγκαιρη διάγνωση
και θεραπευτική αντιμετώπιση των εν λόγω παραμέτρων ή συμβάλλοντας στην ενίσχυση
προστατευτικών παραγόντων.Our aim was to investigate the association between risk factors (i.e, objectively
assessed sleep indices, depression symptoms, cortisol) as well as putative protective factors
(i.e, vocabulary knowledge, sleep efficiency) assessed at baseline and cognitive performance
assessed at follow-up (7-9 years after initial examination), in a well-characterized subsample
of cognitively non-impaired individuals (CNI) and persons with Mild Cognitive Impairment
(MCI) from the Cretan Aging Cohort.
Whereas previous studies report a link between sleep quality/quantity and cognitive
deficits both among CNI and MCI persons, it remains unclear whether short or long sleep
duration associates with cognitive deterioration. Furthermore, while prolonged activation of
the Hypothalamic-Pituitary-Axis that leads to cortisol hypersecretion, as well as depression
symptoms are known to confer higher risk of cognitive decline, the exact nature of the
relationship between the aforementioned factors remains to be determined in the context
of cohort studies. On the other hand, Cognitive Reserve (CR; as indexed with vocabulary
knowledge, education/occupational attainment, etc.) is linked to deceleration of cognitive
deficits under specific circumstances (i.e., severity of brain pathology, levels of CR indices).
We hypothesized that: 1) persons diagnosed with MCI at baseline would manifest
greater cognitive/functionality impairment at follow-up compared to CNI persons (at initial
examination), 2) increased cortisol and depression symptoms at baseline would associate
with diminished cognitive performance at follow-up, 3) increased total sleep duration (TST),
time spent in bed (TiB) and wake after sleep onset (WASO) duration at baseline would
predict lower cognitive scores at follow-up, 4) increased baseline sleep efficiency (SE) would
predict higher cognitive scores at follow-up, 5) these effects would be more prevalent
among persons diagnosed with MCI at baseline and those deteriorated within the 7-year
follow-up period (with the exception of sleep efficiency) and 6) increased baseline
vocabulary knowledge would predict better cognitive performance at follow-up, especially
among persons without cognitive deterioration between baseline and follow-up.
The total sample comprised 151 persons (CNI; n=71 and MCI; n=80 at baseline) who
were followed-up 7-9 years later. Among the 80 persons with MCI at baseline, the majority
remained stable (n=41), 36 persons were diagnosed with dementia and 3 persons conversed
to normal cognition at follow-up. In the CNI group, 36 persons remained cognitively intact,
whereas 27 and 8 persons were diagnosed as MCI and dementia cases, respectively. Basal
plasma cortisol levels were quantified and objectively assessed sleep indices were estimated
through a 3-day, 24-hour wrist actigraphy at baseline and follow-up. The 15-item Geriatric Depression scale was administered as a mean to estimate subjective symptoms of
depression and finally, vocabulary knowledge was estimated using the score obtained in the
Peabody Picture Vocabulary Test (PPVT-R-32) at baseline, as an index of cognitive reserve. A
comprehensive neuropsychological assessment was administered in order to estimate
memory (i.e., verbal episodic, visuospatial, working memory), executive function (i.e.,
visuomotor coordination speed, selective attention and task switching), language (i.e., verbal
fluency, naming ability), processing speed and visuoconstructive ability at baseline (2013-
2014) and follow-up (2020-2022).
We found that: 1) persons diagnosed with MCI at baseline manifested greater
cognitive/functionality impairment at follow-up, compared to their CNI counterparts,
whereas approximately 45% was diagnosed with dementia at follow-up, 2) increased cortisol
levels at baseline predicted lower verbal memory and verbal fluency scores at follow-up
among CNI persons and those progressed from CNI to MCI/dementia (direct effects), 3)
increased depression symptoms at baseline predicted diminished memory performance
among MCI persons and those remained MCI at follow-up (indirect effects) as well as those
progressed from CNI to MCI/dementia (direct effect), 4) increased baseline 24-hour TST and
TiB was associated with lower memory, language and executive scores at follow-up in the
MCI group (indirectly through the corresponding sleep indices at follow-up; full mediation),
5) increased TST and TiB predicted lower memory scores at follow-up among CNI persons
and those progressed from CNI to MCI/dementia, respectively (indirect and direct effects),
6) increased baseline WASO was associated with reduced processing speed and lower
memory scores at follow-up (MCI; direct effects and CNI; direct and indirect effects), 7)
higher baseline SE predicted higher memory performance at follow-up (MCI and CNI groups;
direct effects) and 8) increased vocabulary knowledge was indirectly associated with better
memory, language and executive performance at follow-up (through the corresponding
cognitive index at baseline) among those remained cognitively stable as well as those who
progressed to MCI/dementia at follow-up.
Overall, regarding risk factors of cognitive decline, the aforementioned findings
indicate that increased cortisol levels, sleep duration and fragmented sleep predict lower
cognitive performance among CNI individuals, whereas higher cortisol and TiB duration
associate with diminished memory scores among CNI persons who progressed to
MCI/dementia at follow-up. Depression symptoms and disrupted sleep patterns were
associated with diminished cognitive performance among MCI individuals. On the other
hand, increased baseline sleep efficiency predicted better memory outcomes at follow-up, regardless of the diagnostic group, while higher vocabulary knowledge exerted significant,
positive (indirect) effects irrespectively of the cognitive group examined (progressors vs.
non-progressors).
Given the increasingly high incidence of all-cause dementia, the rates of conversion
from MCI to dementia worldwide, as well as the MCI prevalence rates among Greek
community-dwelling elderly (fluctuating between 13%-23%), the current study aims to
elucidate critical long-term associations between modifiable risk factors of cognitive decline
(i.e., cortisol, depression, long sleep duration, fragmented sleep) and putative protective
factors (i.e., high sleep efficiency and vocabulary knowledge) for cognitive performance
among community-dwelling older people, expanding on previous knowledge concerning
timely diagnosis and therapeutic interventions targeting the aforementioned factors
Evaluation of the responsiveness of primary health care services and general family medicine in Greece
Σκοπός. Ο σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν να εξετάσει πως οι εμπειρίες των ασθενών σχετικά με την ποιότητα της παρεχόμενης περίθαλψης τους, μπορούν να συμβάλλουν στην αξιολόγηση της ανταπόκρισης των υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ). Ανάμεσα στους επιμέρους στόχους της ήταν: (α) να εκτιμήσει την ποιότητα των δεδομένων, την αξιοπιστία και την εγκυρότητα του EUROPEP και να εξετάσει την ευρωστία του οργάνου ως προς τις ψυχομετρικές του ιδιότητες σε δυο χρονικές περιόδους (πριν και μετά την οικονομική κρίση), και (β) να διερευνήσει πώς η οικονομική κρίση επηρέασε τις προσδοκίες, τις απόψεις και τις προτεραιότητες των ασθενών για την παροχή δημόσιας ΠΦΥ και πως δεδομένα από το παρελθόν μπορούν να συμβάλλουν για μελλοντικές συγκρίσεις λήψης πολιτικών στην Ελλάδα.
Μεθοδολογία. Για τους ερευνητικούς σκοπούς της μελέτης μας εφαρμόστηκε η ελληνική έκδοση του ερωτηματολογίου EUROPEP. Η παρούσα έρευνα διεξήχθη στα 16 Κέντρα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Ήπειρο και πραγματοποιήθηκε σε δυο χρονικές περιόδους, πριν και μετά την οικονομική κρίση, από τα τέλη Οκτωβρίου 2008 έως τα τέλη Μαΐου 2009 και από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο του 2017, αντίστοιχα. Λαμβάνοντας υπόψη την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος που επιλέχθηκε από τον πληθυσμό και το ποσοστό απόκρισης, τετρακόσια ενενήντα δύο (492) και πεντακόσια τριάντα δύο (532) ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη πριν και μετά την κρίση, αντίστοιχα. Σε ένα πρώτο στάδιο, τα δεδομένα που συλλέχθηκαν χρησιμοποιήθηκαν για τη διερεύνηση ψυχομετρικών θεμάτων μέτρησης του EUROPEP και αξιολογήσαμε την ευρωστία (robustness) του. Δηλαδή, εξετάσαμε εάν οι κλίμακες μέτρησης του EUROPEP πρέπει να αναθεωρηθούν, λαμβάνοντας υπόψη την εξωτερική εγκυρότητα υπό το φως της οικονομικής κρίσης. Τα στοιχεία αξιολογήθηκαν για ελλείπουσες τιμές, και για φαινόμενο δαπέδου και οροφής (floor, and ceiling effects) και χρησιμοποιήσαμε ανάλυση παραγόντων για να εκτιμήσουμε τη δομή των 23 στοιχείων του EUROPEP. Οι κλίμακες δοκιμάστηκαν για αξιοπιστία και εγκυρότητα εννοιολογικής κατασκευής. Σε ένα δεύτερο στάδιο τα δεδομένα από τη συγχρονική μελέτη χρησιμοποιήθηκαν και επεξεργαστήκανε για να διερευνήσουν τις προσδοκίες και τις ανάγκες των ασθενών σήμερα για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας καθώς και για να δώσουν πληροφορίες και να εντοπίσουν πιθανές διαφορές στις απόψεις των ασθενών, την χρονική περίοδο μετά την κρίση. Η παρούσα διδακτορική διατριβή, εντόπισε στο EUROPEP τρεις κλίμακες (“κλινική συμπεριφορά”, “υποστήριξη και υπηρεσίες” και “οργάνωση της φροντίδας”) έτσι όπως αξιολογήθηκαν από τους ασθενείς οι τρεις κύριοι τομείς παροχής της ΠΦΥ. Πραγματοποιήθηκαν μονοπαραγοντικές συγκρίσεις μεταξύ των ασθενών με και χωρίς χρόνια ασθένεια, χρησιμοποιώντας το τεστ τετραγώνου Pearson για κατηγορικά δεδομένα.
Αποτελέσματα. Οι τρεις κλίμακες του EUROPEP εντοπίστηκαν με πολύ ικανοποιητικές ψυχομετρικές ιδιότητες στην παρούσα μελέτη. Η ανάλυση των παραγόντων εντόπισε τρεις ομάδες ερωτήσεων που διαμόρφωσαν κλίμακες με ικανοποιητική εσωτερική αξιοπιστία και εγκυρότητα. Η κλίμακα κλινικής συμπεριφοράς, η κλίμακα υποστήριξης και υπηρεσιών και η κλίμακα οργάνωσης της φροντίδας πληρούσαν όλα το κριτήριο 0,7 για το άλφα του Cronbach. Όλες οι κλίμακες βρέθηκαν να έχουν σημαντική συσχέτιση με την πλειονότητα των εξεταζόμενων μεταβλητών. Επιπλέον, το EUROPEP βρέθηκε ισχυρό στην αποτελεσματική ανίχνευση διαφορών στις απόψεις των ασθενών με την πάροδο του χρόνου σε διαφορετικά οικονομικά πλαίσια. Η βαθμολογία εμπειρίας των ασθενών έδειξε ότι η υψηλότερη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί συνολικά στον τομέα “οργάνωση της φροντίδας” (μόνο το 3% των ασθενών κατά μέσο όρο αξιολόγησε την εμπειρία του ως εξαιρετική). Η “κλινική συμπεριφορά” και η “υποστήριξη και υπηρεσίες” (6% και 20%, αντίστοιχα) ακολουθούν μετά. Μεταξύ των ερωτηθέντων που συμμετείχαν στην έρευνα, το 2.1% (κατά μέσο όρο) των ασθενών με χρόνια ασθένεια ήταν ικανοποιημένοι με τις πτυχές που εξετάστηκαν στην κλίμακα της “οργάνωσης της φροντίδας” σε σύγκριση με το 18.4% των συμμετεχόντων χωρίς χρόνια ασθένεια. Επιπλέον, κατά μέσο όρο, μόνο το 4% των ασθενών με χρόνια νόσο ανέφεραν ότι είναι ικανοποιημένοι με όλες τις πτυχές της κλίμακας της “κλινικής συμπεριφοράς”, σε σύγκριση με το 27% των ασθενών χωρίς χρόνια νόσο. Τέλος, κατά μέσο όρο, το 18% των ασθενών του δείγματος με χρόνια ασθένεια ανέφεραν ότι ήταν ικανοποιημένοι από την “υποστήριξη και τις παρεχόμενες υπηρεσίες”, σε σύγκριση με το 38% των ασθενών χωρίς χρόνια ασθένεια.
Συμπεράσματα. Οι τρεις κλίμακες που εντοπίστηκαν στο EUROPEP αποτελούν μια καλή αντανάκλαση αντίληψης και κατανόησης των κύριων πτυχών-διαστάσεων των παρεχόμενων υπηρεσιών ΠΦΥ και γενικής ιατρικής φροντίδας. Επιπρόσθετα, η μελέτη μας έδειξε ότι το εργαλείο EUROPEP βρέθηκε να εφαρμόζεται αποτελεσματικά στην Ελλάδα και δείχνει ότι παραμένει σχετικό και χρήσιμο εργαλείο μετά την οικονομική κρίση για την διερεύνηση της γνώμης των ασθενών για τον ιατρό γενικής ιατρικής παρά τις νέες οικονομικές συνθήκες και χρήσιμο για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής υγείας. Επιπλέον, η παρούσα διδακτορική διατριβή παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με το τι προσδοκούν και πως αξιολογούν οι ασθενείς τον ιατρό γενικής ιατρικής και τις υπηρεσίες ΠΦΥ. Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αναμένεται να συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση των αναγκών των ασθενών δίνοντας έμφαση στους παράγοντες που μπορούν να διαμορφώσουν την επιτυχή εφαρμογής της μεταρρύθμισης της ΠΦΥ, και ιδιαίτερα του σχεδίου του «Προσωπικού Ιατρού» για την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών τόσο της υπαίθρου όσο και της πόλης. Επιπρόσθετα, η παρούσα διδακτορική διατριβή, μέσω των ερευνητικών ευρημάτων της, αναμένεται να έχει αντίκτυπο και να συμβάλλει προσφέροντας μια νέα προοπτική στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής υγείας σχετικά με το «πώς πρέπει να σχεδιαστούν καλύτερα οι δράσεις και οι διαστάσεις-πτυχές της παρεχόμενης υγειονομικής περίθαλψης», με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών ΠΦΥ. Η παρούσα μελέτη επίσης, αναμένεται να συμβάλλει στη ταχέως αναπτυσσόμενη κοινωνία της γνώσης με την ανάπτυξη πιο ανθρωποκεντρικών προσεγγίσεων στη σύγχρονη ιατρική πρακτική.Objectives. The present study aimed to examine how patients' experiences regarding the quality of their care can contribute to evaluating the response of Primary Health Care (PHC) services. Among its objectives were: (a) To assess the data quality, reliability, and construct validity of the Greek EUROPEP and to examine the instrument's robustness in terms of its psychometric properties in a pre-and post-economic crisis period, and (b) to examine (explore) how the economic crisis has affected patients' expectations, views, and priorities for public primary health care (PHC) provision and to provide valuable input for future policy-making comparisons in Greece.
Methods. The Greek version of EUROPEP was implemented for research purposes. The research was conducted across the 16 Primary Health Care Centers (PHCCs) of Epirus. It was carried out in two periods, before and after the economic crisis, from late October 2008 to late May 2009 and from June to September 2017, respectively. Taking into account the representativeness of the sample selected from the population and the response rate, four hundred ninety-two and five hundred thirty-two patients (492 and 532 patients) pre- and post-crisis, respectively. In the first stage, data from a Greek cross-sectional survey in general practice were used to explore psychometric measurement issues of the Greek version of the EUROPEP and to examine the instrument's robustness. Specifically, we examined if the scales of EUROPEP need to be refined, taking into account the external validity across economic crises. We assessed item missing, ceiling and floor effects, and used factor analysis to assess the structure of the 23 items of the EUROPEP. Scales were tested for reliability and construct validity. In the second stage, the data from the cross-sectional study were used and processed to explore the expectations and needs of patients today for primary health care as well as to provide information and identify possible differences in patients' views in the post-crisis period. The study identified three scales (clinical behavior, support and services, and organisation of care) in the Greek EUROPEP questionnaire as the patients rated the three healthcare domains of PHC provision. Univariate comparisons were performed for patients with and without chronic disease, using Pearson's chi-squared test for categorical data.
Results. The three scales of EUROPEP were found to have very satisfactory psychometric properties in the present study. Factor analysis identified three groups of questions that formed scales with satisfactory internal consistency, reliability, and validity. The clinical behavior scale, the support and services scale, and the organisation of care scale all met the criterion of 0.7 for Cranach’s alpha. All scales were found to have a significant correlation with the majority of the examined variables. Moreover, the EUROPEP was found to be robust in effectively detecting differences in patients’ views over time in different economic contexts. Patients’ experience rating shows that the highest priority should be overall given to the domain “organisation of care” (only 3% of patients on average, rated their experience as excellent). The “clinical behavior” and “support and services” (6% and 20%, respectively) follow afterwards. Among recruited patients, on average, only 2.1% of patients with a chronic disease were satisfied with the “organization of care” aspects under consideration, compared to 18.4% of patients without a chronic disease. Furthermore, only 4% of patients with a chronic disease were satisfied with the aspects examined in the “clinical behavior” domain, compared to 27% of patients without a chronic disease. Finally, 18% of sampled patients with a chronic disease reported being satisfied with the quality of “support and services” provided, compared to 38% of patients without a chronic disease.
Conclusions. This study achieved to identify three scales in EUROPEP, which constitute a good reflection of the main domains con-ceptualizing general practice care. Moreover, this study indicates that the EUROPEP tool was found to be effectively applicable in Greece. It suggests that it remains a relevant and valuable post-crisis tool despite new economic conditions for exploring patient opinions of the GP and useful to policymakers. In addition, this study offers insights into what patients expect and value in general practice care. The findings of the present study are expected to contribute to a better understanding of patients' needs by emphasizing the factors that may shape the successful implementation outcomes of Greek public PHC reform, and particularly the "Personal Doctor" initiative to cover the health needs in both rural and urban settings. In addition, through its research findings, this study is expected to impact and contribute by offering a new perspective to health policymakers on "how actions and dimensions of health care delivery should be better designed", aiming to improve the quality of PHC services. The present study also contributes to the evolving knowledge base for developing more person-centered approaches in modern medical practice
Μαγνητομετρία με χρωματικά κέντρα: μία διάταξη προς το εξαγωνικό νιτρίδιο του βορίου
Η κβαντική ανίχνευση έχει αναδειχθεί ως μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση για μετρήσεις υψηλής ακρίβειας, με εφαρμογές που εκτείνονται από τη θεμελιώδη φυσική έως πρακτικές τεχνολογίες, όπως η στερεάς κατάστασης μαγνητομετρία. Στην αιχμή αυτού του πεδίου βρίσκεται το διαμάντι με κέντρα αζώτου-κενών (NV−) , αλλά η επιστημονική κοινότητα έχει δείξει πρόσφατα αυξανόμενο ενδιαφέρον για ένα εναλλακτικό υλικό: το εξαγωνικό νιτρίδιο του βορίου (hBN) με κενά βορίου (VB− ). Το hBN με VB−) έχει επιδείξει πολλά υποσχόμενες δυνατότητες για εφαρμογές στη στερεάς κατάστασης μαγνητομετρία, προσφέροντας μια εναλλακτική λύση στα κέντρα NV με πιθανώς αυξημένη ευαισθησία υπό ορισμένες συνθήκες. Ο στόχος της παρούσας μεταπτυχιακής εργασίας είναι η προετοιμασία μιας διάταξης για μελλοντικές μετρήσεις ευαισθησίας μαγνητικού πεδίου σε δείγματα hBN. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, χρησιμοποιήσαμε αρχικά ένα δείγμα διαμαντιού με κέντρα NV−) για να χαρακτηρίσουμε τη διάταξή μας ως προς την ευαισθησία στο μαγνητικό πεδίο. Αυτή η χαρακτηριστικοποίηση παρείχε πληροφορίες σχετικά με τις πηγές θορύβου του συστήματος και καθοδήγησε βελτιώσεις για την ενίσχυση της σταθερότητάς του.Quantum sensing has emerged as a promising avenue for high-precision measurements, with applications ranging from fundamental physics to practical technologies such as solid-state magnetometry. At the forefront of this field is diamond with nitrogen-vacancy (NV−) centers [1], but the scientific community has recently shown growing interest in an alternative material: hexagonal boron nitride (hBN) with boron vacancies (V−B) hBN with V−B has demonstrated promising potential for solid-state magnetometry applications [2], offering an alternative to NV centers with potentially enhanced sensitivity under certain conditions. The goal of this master’s thesis is to prepare a setup for future magnetic field sensitivity measurements on hBN samples. To achieve this, we first used a diamond NV−) sample to characterize our setup in terms of magnetic field sensitivity. This characterization provided insights into the system’s noise sources and guided improvements to enhance its stability
Αναπαραγωγή φάσης και θορυβώδη συμβολογράμματα
Η συμβολομετρία είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τη μελέτη των μεταβολών των οπτικών ιδιοτήτων σε εφαρμογές που εκτείνονται από την αλληλεπίδραση λέιζερ-ύλης έως την κίνηση τυρβωδών ρευστών. Αυτές οι μεταβολές προκαλούν δυναμικές αλλαγές στη φάση ενός οπτικού κύματος ανίχνευσης και αποτυπώνονται ως διαταραχές στην κατανομή έντασης του συμβολογράμματος.
Παρόλο που έχουν προταθεί διάφορες αριθμητικές μέθοδοι για την ανακατασκευή της φάσης από ένα συμβόλογραμμα, ο θόρυβος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ακρίβεια της ανακατασκευής.
Στην προτεινόμενη διπλωματική εργασία, θα μελετήσουμε, χρησιμοποιώντας συνθετικά και πειραματικά συμβολογράμματα, την επίδραση του θορύβου (τεχνητού και πειραματικού) στην ποιότητα/ ακρίβεια της ανακατασκευής της φάσης. Στόχος μας είναι η βελτιστοποίηση των σύγχρονων αλγορίθμων ανακατασκευής φάσης, ώστε να είναι ανθεκτικοί στον θόρυβο .Interferometry is a powerful tool for studying dynamic spatiotemporal variations of the optical properties in
applications ranging from laser mater interaction to the motion of turbulent fluids. These variations result
in dynamic changes of the phase, of a probe optical wave, and are imprinted as perturbations in the intensity
distribution of the interferogram. Although several numerical methods have been proposed to reconstruct
and unwrap the phase from an interferogram, noise is a critical factor for the reconstruction accuracy. In
the proposed thesis we will study, using synthesized and experimental interferograms, the effect of noise
statistics and strength in the quality of phase reconstruction. Our goal is to optimize current state of the
art phase reconstruction algorithms, so they are robust to noise
Σχέση σχολείου-οικογένειας και οι εκπαιδευτικές ανισότητες : απόψεις και πρακτικές των νηπιαγωγών
Η εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ σχολείου και οικογένειας και τη σημασία της στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πορείας των παιδιών. Αρχικά, παρουσιάζονται οι θεωρητικές προσεγγίσεις της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης και της κοινωνικοποίησης, δίνοντας έμφαση στους πρωτογενείς φορείς, όπως η οικογένεια και το σχολείο. Στη συνέχεια, η συμβολή της συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων, καθώς και τα οφέλη για το παιδί, που προκύπτουν μέσα από την σχέση των δύο αυτών φορέων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις εκπαιδευτικές ανισότητες που απορρέουν από κοινωνικοοικονομικούς, πολιτισμικούς και γεωγραφικούς παράγοντες. Μέσα από τη μεθοδολογία της ποιοτικής έρευνας και την ανάλυση των συνεντεύξεων εκπαιδευτικών, αναδεικνύονται οι απόψεις τους σχετικά με τη συνεργασία σχολείου-οικογένειας και οι πρακτικές που εφαρμόζονται. Τέλος, η εργασία προτείνει στρατηγικές για την ενίσχυση της συνεργασίας αυτής και τη μείωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, συμβάλλοντας σε ένα πιο δίκαιο και υποστηρικτικό εκπαιδευτικό σύστημα.The present investigation examines the relationship between school and family and its importance in shaping children's educational path. First, theoretical approaches to the sociology of education and socialization are presented, with an emphasis on primary actors such as the family and the school. Then, the contribution of cooperation between teachers and parents, and the benefits for the child resulting from the relationship between these two actors are discussed. Particular emphasis is placed on educational inequalities resulting from socio-economic, cultural and geographical factors. Through the methodology of qualitative research and the analysis of teacher interviews, their views on school-family collaboration and the practices implemented are highlighted. Finally, the investigation proposes strategies to strengthen this cooperation and reduce educational inequalities, contributing to a more equitable and supportive education system
Η μεταφορά μάθησης σε γλωσσικά μοντέλα πρωτεϊνών βελτιώνει την ταξινόμηση αντιμικροβιακών πεπτιδίων
Antimicrobial peptides (AMPs) are essential components of the innate immune system
in humans and other organisms, exhibiting potent activity against a broad spectrum of
pathogens. Their potential therapeutic applications, particularly in combating antibiotic
resistance, have rendered AMP classification a vital task in computational biology.
However, the scarcity of labeled AMP sequences, coupled with the diversity and complexity
of AMPs, poses significant challenges for the training of standalone AMP classifiers.
Self-supervised learning has emerged as a powerful paradigm in addressing such
challenges across various fields, leading to the development of Protein Language Models
(PLMs). These models leverage vast amounts of unlabeled protein sequences to learn
biologically relevant features. They provide transferable protein sequence representations
(embeddings), that can be fine-tuned for downstream tasks even with limited labeled data.
These representations enable the discovery of biologically meaningful patterns in protein
sequences, driving advancements across a range of applications previously limited by traditional
approaches. This study evaluates the performance of several publicly-available
PLMs in AMP classification utilizing transfer learning techniques and benchmarking them
against state-of-the-art neural-based classifiers. We focus on two key transfer learning
strategies: embedding-based classification using shallow classifiers and parameter efficient
fine-tuning to optimize PLMs for the AMP classification task. Our key findings include:
(a) Model scale is crucial, with classification performance consistently improving with increasing
model size; (b) State-of-the-art results are achieved with minimal effort utilizing
PLM embedding representations alongside shallow classifiers; and (c) Classification performance
is further enhanced through efficient fine-tuning of PLMs’ parameters. These
results underscore the scalability, accuracy, and computational efficiency of PLM-based
approaches, establishing a robust framework for AMP classification. Code showcasing our
pipelines is available at https://github.com/EliasGeorg/PLM_AMP_Classification
Σύγκριση μεθόδων ανίχνευσης high-risk HPV σε εθνικά προγράμματα screening καρκίνου του τραχήλου της μήτρας
Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας παραμένει σημαντική πρόκληση για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, με τη συνδυαστική πρόληψη μέσω εμβολιασμού έναντι του HPV και του συστηματικού πληθυσμιακού ελέγχου (screening) να αποτελεί το κλειδί για την εξάλειψή του. Η παρούσα εργασία διερευνά συγκριτικά τις μεθόδους ανίχνευσης υψηλού κινδύνου HPV, συγκεκριμένα τις δοκιμές που βασίζονται στο DNA και στο MRNA, όπως εφαρμόζονται σε εθνικά προγράμματα screening. Αναλύονται η ευαισθησία και η ειδικότητα των δύο μεθόδων, καθώς και οι προκλήσεις και τα οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση τους σε διαφορετικά πληθυσμιακά και κοινωνικοοικονομικά πλαίσια.
Οι δοκιμές DNA χαρακτηρίζονται από υψηλή ευαισθησία στην ανίχνευση της HPV λοίμωξης, περιλαμβάνοντας περιπτώσεις παροδικές ή κλινικά ασήμαντες, γεγονός που τις καθιστά ιδανικές για πρωτογενή έλεγχο. Ωστόσο, η υψηλή της ευαισθησία οδηγεί σε αυξημένα ποσοστά ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, με συνέπεια την ανάγκη για συμπληρωματικούς ελέγχους, όπως κυτταρολογία ή κολποσκόπηση Αντίθετα, οι δοκιμές mRNA προσφέρουν υψηλότερη ειδικότητα, εντοπίζοντας πιο αξιόπιστα τις κλινικά σημαντικές αλλοιώσεις, όπως CIN2+ και CIN3+. Συζητούνται, επίσης, η δυνατότητα αυτοσυλλογής δειγμάτων, η συχνότητα ελέγχου και οι προκλήσεις στις υποδομές υγείας, ειδικά σε χώρες με περιορισμένους πόρους.
Τέλος, επισημαίνεται η ανάγκη για εφαρμογή ολοκληρωμένων στρατηγικών που συνδυάζουν τον εμβολιασμό κατά του HPV, τις εξετάσεις DNA ή mRNA, καθώς και την εξασφάλιση κατάλληλης θεραπείας και παρακολούθησης. Οι προτάσεις αυτές συνεισφέρουν στη μείωση της θνησιμότητας από τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και στην εξάλειψη των ανισοτήτων στην υγειονομική περίθαλψη.Cervical cancer remains a significant global public health challenge, with combined prevention through HPV vaccination, and systematic population-based screening, being the key to its elimination. This study provides a comparative analysis of high-risk HPV detection methods, focusing on DNA-based and mRNA-based tests, as implemented in national cervical cancer screening programs. It evaluates the sensitivity and specificity of these methods, alongside the challenges and benefits of their use in diverse population groups and socioeconomic settings.
DNA tests are characterized by high sensitivity in detecting HPV infections, including transient or clinically insignificant cases, making them ideal for primary screening. However, its high sensitivity results in increased false-positive rates, necessitating secondary tests such as cytology or colposcopy. In contrast, mRNA tests demonstrate higher specificity, more reliably identifying clinically significant lesions such as CIN2+ and CIN3+. The feasibility of self-collection of samples, frequency of testing, and challenges in health infrastructure, especially in resource-limited countries, are also discussed.
The findings highlight the importance of adopting comprehensive strategies that combine HPV vaccination with DNA or mRNA testing, along with ensuring appropriate treatment and follow-up. These approaches contribute to reducing cervical cancer mortality and addressing healthcare disparities, advancing global efforts to eliminate cervical cancer as a public health threat
An Experimental Study of the Pull-In Voltage in RF MEMS Switches Fabricated by Au Electroplating and Standard Wet Release: Considering the Bridge Geometry
Η συμβολή της μεταθανάτιας αξονικής τομογραφίας σε παιδικούς θανάτους
This study investigates the diagnostic accuracy and forensic applicability of Post-Mortem Computed Tomography (PMCT) in paediatric death investigations, aiming to assess its potential as a non-invasive alternative or complement to conventional autopsies. A retrospective analysis of 20 pediatric cases, ranging from neonates to 18-year-olds, was conducted to compare PMCT findings with autopsy results, clinical histories, and external examinations. The study focused on evaluating PMCT’s efficacy in detecting skeletal injuries, soft tissue trauma, congenital anomalies, and other pathological findings typically revealed through invasive post-mortem examinations.
The research was structured into four distinct phases of analysis: In Phase One, an initial evaluation of PMCT scans was conducted without access to the decedent’s medical history, crime scene context, or autopsy results. A forensic medicine resident and student of the MSc (Observer 1) performed blind assessments to estimate age, post-mortem interval (PMI), cause of death, and anatomical findings based solely on imaging. In Phase Two, the same PMCT scans were re-evaluated by Observer 1, now with contextual information, including medical histories and reported death circumstances, but still blinded to the autopsy findings. This phase aimed to assess the influence of background knowledge on diagnostic accuracy. In Phase three, the autopsy data were revealed to Observer 1, along with the findings reported by a clinical radiologist (Observer 2) with 8 years of PMCT experience, who examined some of the cases as part of the forensic investigation protocol. In the final phase, Phase 4, the findings from both observers were compared with conventional autopsy results (where available), allowing for a comprehensive cross-validation of diagnostic consistency and interobserver agreement, along with the ability of Observer 1 to extract the right cause of death, PMI and other parameters.
The study revealed a high correlation between PMCT findings and autopsy results, particularly in cases involving blunt force trauma, skeletal injuries, and drowning.
PMCT was found to accurately determine the cause of death in 40% of cases, prior any knowledge and 100% with improved diagnostic concordance when contextual data were available. Quantitative analysis revealed strong agreement between the two observers for skeletal trauma assessments, with a high Intraclass Correlation Coefficient (ICC) and minimal variance in fracture detection.
Results indicated that PMCT was highly effective in identifying skeletal trauma, particularly cranial fractures, rib fractures, and complex pelvic injuries. A high correlation (r = 0.996) was observed between the two imaging-based evaluations for major skeletal injuries, although discrepancies arose in detecting subtle fractures. Craniocerebral injuries, including skull fractures and intracranial hemorrhages, were well visualized, though discrepancies were to be found across the different observers. While soft tissue trauma was more challenging to detect, PMCT successfully identified subcutaneous hematomas and deep muscle injuries in several cases.
Post-mortem imaging provided accurate estimations of age and height, with minimal measurement deviation compared to autopsy findings. However, minor underestimations in height were noted, particularly in younger cases. PMCT-derived PMI estimations correlated well with traditional forensic methods, particularly for cases examined within 24 hours post-mortem.
The findings emphasize the potential of PMCT as a viable non-invasive alternative for routine pediatric death investigations. It offers considerable advantages in respecting cultural and religious sensitivities by reducing the necessity for invasive procedures while providing rapid and detailed visualization of skeletal injuries and gross anatomical abnormalities. However, standardization of protocols and specialized training remain essential for maximizing diagnostic reliability, particularly in cases involving soft-tissue pathologies. Future research should focus on refining PMCT protocols and integrating advanced imaging techniques, such as post-mortem angiography, to further enhance its forensic applicability
Effect of nutritional status and nutritional support on urea-to-creatinine ratio in critically ill children
Η έκβαση των ασθενών στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων (ΜΕΘΠ) επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ίδια την κρίσιμη νόσο, από την διατροφική κατάσταση των ασθενών κατά την εισαγωγή τους, αλλά και από τα συνοδά νοσήματα και τον αριθμό επανεισαγωγών στη ΜΕΘΠ. Η δυσθρεψία (malnutrition) αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά και συχνά προβλήματα των ασθενών στις ΜΕΘΠ, καθιστώντας τη διατροφική κάλυψη επίκεντρο πολλών ερευνητικών μελετών. Ο υποσιτισμός κατά τη νοσηλεία στη ΜΕΘΠ, που παρατηρείται σε >50% των βαρέως πασχόντων, έχει δυσμενείς επιπτώσεις, όπως απώλεια μυϊκής μάζας, αργή αποκατάσταση χειρουργικών τραυμάτων, αυξημένη επίπτωση νοσοκομειακών λοιμώξεων και παρατεταμένη διάρκεια μηχανικού αερισμού και νοσηλείας. Η απώλεια μυϊκής μάζας συμβαίνει νωρίς κατά τη νοσηλεία και είναι αποτέλεσμα του αυξημένου πρωτεϊνικού καταβολισμού, της μειωμένης σύνθεσης πρωτεϊνών ή του συνδυασμού και των δύο. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διαγνωστεί η σαρκοπενία της βαριάς νόσου στη καθημερινή κλινική πράξη, λόγω της έλλειψης έγκυρων και εύκολα προσβάσιμων βιοδεικτών του καταβολισμού. Δεδομένου ότι η ουρία και η κρεατινίνη είναι τελικά προϊόντα του μεταβολισμού του αζώτου, ο λόγος ουρία: κρεατινίνη (urea-to-creatinine ratio, UCR) θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμος και αποτελεσματικός δείκτης καταβολισμού, αποτρέποντας τη μετάβαση στη χρόνια κρίσιμη νόσο (persistent critical illness).
Σκοπός
Σκοπός της παρούσας ερευνητικής εργασίας είναι η μελέτη της διατροφικής κατάστασης και της θρεπτικής υποστήριξης βαρέως πασχόντων παιδιατρικών ασθενών κατά τη νοσηλεία τους σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων και η επίδραση αυτών στο λόγο urea-to creatinine ratio (UCR) και στην έκβαση. Επιμέρους στόχοι αποτελούν η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ σωματομετρικών και κλινικών δεικτών, προσλαμβανόμενης και συνιστώμενης ποσότητας ενέργειας και πρωτεΐνης, του λόγου UCR και κλινικών δεικτών έκβασης.
Μεθοδολογία
Πρόκειται για αναδρομική μονοκεντρική μελέτη παρατήρησης ασθενών που νοσηλεύτηκαν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων (ΜΕΘΠ) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου (ΠαΓΝΗ), κατά το χρονικό διάστημα Ιούνιος 2019-Ιούνιος 2024. Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν ασθενείς ηλικίας 1 μηνός έως <18 ετών, που εισήχθησαν στη ΜΕΘΠ κατά τα παραπάνω έτη, με διάρκεια νοσηλείας μεγαλύτερη των 72 ωρών. Καταγράφηκαν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και οι συννοσηρότητες, εργαστηριακές εξετάσεις, δείκτες βαρύτητας της νόσου και έκβασης, καθώς και η ημερήσια ενεργειακή και πρωτεϊνική κάλυψη την 1η, 3η, 5η, 7η, 14η, 21η ημέρα βάσει των προτεινόμενων στόχων από ESPNIC και ASPEN. Το επίπεδο της στατιστικής σημαντικότητας σε όλες τις περιπτώσεις ορίστηκε σε τιμή κριτηρίου p μικρότερη του 0.05.
Αποτελέσματα
Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 262 ασθενείς, από τους οποίους οι μισοί ασθενείς (Ν=131, 50%) είχαν δείκτη μάζας σώματος (z-score) εντός φυσιολογικών ορίων (normal weight). Οι αιτίες εισαγωγής στη ΜΕΘΠ διέφεραν ανάλογα με τον βαθμό θρέψης (p=0.021), με επικρατέστερη την αναπνευστική ανεπάρκεια Ν=83 (31.7%). Η εντερική θρέψη ξεκίνησε εντός 48 ωρών σε >90% των ασθενών, αλλά δεν έφτασε την συνιστώμενη κάλυψη πριν την 14η ημέρα νοσηλείας. Ανεξάρτητοι παράγοντες (multiple linear regression analysis) μεγαλύτερης θερμιδικής επάρκειας (σε σχέση με τη συνιστώμενη από τη Schofield εξίσωση) τις πρώτες 7 ημέρες νοσηλείας ήταν η μικρότερη ηλικία (p<0.001), η υποθρεψία (p<0.001), τα παιδιά σε μηχανικό αερισμό (p<0.001), και η ύπαρξη υποκείμενης σύμπλοκης συννοσηρότητας (p=0.002). Μοναδικός ανεξάρτητος παράγοντας μεγαλύτερης πρωτεϊνικής επάρκειας (σε σχέση με τη συνιστώμενη ποσότητα 1.5 gr/kg/d) τις πρώτες 7 ημέρες νοσηλείας ήταν η μικρότερη ηλικία (p=0.004). Η ενεργειακή και πρωτεϊνική κάλυψη δεν συσχετίστηκε με τον λόγο UCR διαχρονικά. Η θνητότητα, η διάρκεια μηχανικού αερισμού και νοσηλείας στη ΜΕΘΠ σχετίστηκαν με τη βαρύτητα νόσου, τα συνοδά νοσήματα, και την εμφάνιση νοσοκομειακής λοίμωξης (all, p<0.001), αλλά όχι με την ενεργειακή και πρωτεϊνική πρόσληψη, ούτε με τον λόγο UCR.
Συμπεράσματα
Η μελέτη μας ανέδειξε ότι η ενεργειακή και πρωτεϊνική κάλυψη των παιδιών στη ΜΕΘΠ υπολείπεται τις πρώτες 7 ημέρες νοσηλείας, βάσει των διεθνώς προτεινόμενων στόχων. Η προϋπάρχουσα θρεπτική κατάσταση των ασθενών στη ΜΕΘΠ, τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά, όσο και η διατροφική υποστήριξη τους δεν βρέθηκε να επηρεάζει τον λόγο ουρία/κρεατινίνη (UCR) και την έκβαση τους, ούτε η διακύμανση του λόγου UCR σχετίστηκε με την έκβαση. Οι δείκτες έκβασης των ασθενών ΜΕΘΠ σχετίστηκαν ανεξάρτητα με τη βαρύτητα νόσου, την υποκείμενη συννοσηρότητα, και την εμφάνιση νοσοκομειακής λοίμωξης. Κρίνεται επιτακτική η ανάγκη διεκπεραίωσης περαιτέρω πολυκεντρικών προοπτικών μελετών που θα επιβεβαιώσουν τον ρόλο της διατροφικής κάλυψης των παιδιών με κρίσιμη νόσο στον λόγο ουρία/κρεατινίνη και στην έκβαση τους.Background
The outcome of patients in the PICU is influenced by the severity of the disease, their nutritional status upon admission, as well as their comorbidities and the number of readmissions to the PICU. Malnutrition is one of the most serious and frequent problems in PICU patients, making nutrition the focus of many research studies. Undernutrition during PICU hospitalization, observed in >50% of critically ill patients, has adverse effects such as muscle mass loss, slow healing of surgical wounds, increased incidence of hospital infections, and prolonged mechanical ventilation and hospitalization. Muscle mass loss occurs early in hospitalization and is a result of increased protein catabolism, decreased protein synthesis, or a combination of both. It is particularly challenging to diagnose severe disease sarcopenia in everyday clinical practice due to the lack of reliable and easily accessible biomarkers of catabolism. Since urea and creatinine are end-products of nitrogen metabolism, the urea-to-creatinine ratio (UCR) might be a useful and effective indicator of catabolism, preventing the transition to persistent critical illness.
Objective
The aim of this research is to study the effect of nutritional status and nutritional support of critically ill pediatric patients during their hospitalization in the Pediatric Intensive Care Unit (PICU) on the urea-to-creatinine ratio (UCR) and patient outcomes. Specific objectives include investigating the associations between anthropometric and clinical indicators, the dietary intake and the recommended amounts of energy and protein, the UCR ratio, and clinical outcome indicators.
Methods
This is a retrospective, single-center observational study of patients hospitalized in the Pediatric Intensive Care Unit (PICU) of the University General Hospital of Heraklion from June 2019 to June 2024. The study sample consisted of patients aged 1 month to <18 years who were admitted to the PICU and stayed more than 72 hours. Data included demographic characteristics, comorbidities, admission data, laboratory tests, disease severity indicators, outcomes, namely mortality, mechanical ventilation duration and PICU length of stay, and daily energy and protein coverage on 1st, 3rd, 5th,7th, 14th, 21st PICU day according to ESPNIC and ASPEN guidelines. The statistical significance level for all cases was set at a p-value of less than 0.05. Results
The study included 262 patients, half (N=131, 50%) had normal body mass index (z-score, normal weight). The causes of PICU admission varied according to the nutritional status of the patients (p=0.021), with respiratory failure being the most prevalent (N=83, 31.7%). Enteral nutrition started within 48 hours in >90% of patients. Independent factors (multiple linear regression analysis) for increased energy adequacy (according to Schofiled equation) were the younger age (p<0.001), undernutrion (p<0.001), mechanical ventilation (p<0.001), and complex comorbidities (p=0.002). Sole independent factor for protein adequacy (according to recommended 1.5gr/IBWkg/d) during the first 7 days of PICU stay was the younger age (p=0.004). Longitudinally, energy and protein coverage were not associated with UCR. Mortality, mechanical ventilation duration and length of PICU stay were not associated with nutritional status, energy and protein intake, and UCR.
Conclusion
Energy and protein coverage was significantly below the recommended dosages the first seven days of PICU hospitalization according to international pediatric guidelines. Nutritional status before PICU admission, physical sizes, as well as nutritional support were not associated with UCR and outcome. PICU outcome indicators were independently associated with clinical severity, pre-existing comorbidities, and the presence of healthcare associated infections. Therefore, there is an urgent necessity for further multicenter prospective studies to confirm the role of nutritional intake in children with critical illness in relation to the urea-to-creatinine ratio and their outcomes