11894 research outputs found
Sort by
Self-deception : ethical implications and moral responsibility
Η εξαπάτηση αποτελεί ιστορικά μια συναρπαστική εξελικτική στρατηγική επιβίωσης των ειδών στη φύση. Η ανάπτυξη της νοημοσύνης συνδέεται με μορφές συνειδητής εξαπάτησης που παρατηρούνται σε ορισμένα ανώτερα θηλαστικά και πτηνά, υπό την επίδραση εμπειριών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η κοινωνική οργάνωση ορισμένων ειδών ενίσχυσε περαιτέρω την τάση για εξαπάτηση, ενώ ο άνθρωπος, χάρη στη γλώσσα και τις γνωστικές του ικανότητες, την εξέλιξε σε ανώτερο επίπεδο. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα: γιατί εξαπατούμε ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό; Η παρούσα διπλωματική εργασία, μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, διερευνά το σύνθετο φαινόμενο της αυτοεξαπάτησης από βιολογική και ηθική σκοπιά, με έμφαση στις επιπτώσεις της στις διαπροσωπικές σχέσεις και στον ηθικό καταλογισμό του ατόμου. Η αυτοεξαπάτηση αναλύεται ως μηχανισμός άρνησης ή αποφυγής στοιχείων της πραγματικότητας, ο οποίος αν και ενδέχεται να λειτουργεί προστατευτικά για το άτομο, μπορεί να οδηγήσει σε ανεπίλυτες συγκρούσεις, κακή διαχείριση της ευθύνης και αποσταθεροποίηση της συλλογικής ηθικής και κοινωνικής συνοχής. Η εργασία θέτει το ερώτημα κατά πόσο η αυτοεξαπάτηση μπορεί να θεωρηθεί ηθικά κατανοητή και δικαιολογημένη ως βιολογικό εξελικτικό εργαλείο ατομικής και κοινωνικής επιβίωσης ή αν αποτελεί παραβίαση ενός ηθικού καθήκοντος ειλικρίνειας προς τον εαυτό και τους άλλους. Εξετάζεται επίσης, κατά πόσο το αυτοεξαπατώμενο άτομο μπορεί να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνο για τις πράξεις και τις επιλογές του, παρά την ύπαρξη της αυτοεξαπάτησης ως προσαρμοστικού μηχανισμού που εξασθενεί όμως τη δυνατότητα ελεύθερης και ορθής ηθικής κρίσης. Η προβληματική της ηθικής διάστασης της αυτοεξαπάτησης, πέρα από τη βιολογική της θεμελίωση, αναδεικνύει βασικά ερωτήματα για το πώς κατανοούμε την ανθρώπινη ευθύνη και την αναζήτηση της αλήθειας, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η αυτοεξαπάτηση, αν και εξυπηρετεί ενδεχομένως το εξελικτικό μας συμφέρον ενώ διαστρεβλώνει τη σκέψη και τις γνωστικές μας λειτουργίες, παραμένει ηθικά επιλήψιμη. Η αντιμετώπισή της προϋποθέτει την αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, την καλλιέργεια αυτογνωσίας και της κριτικής στάσης και –σε ορισμένες περιπτώσεις– και του χιούμορ.Deception has traditionally been viewed as a fascinating evolutionary survival strategy among species in nature. The development of intelligence is closely linked to conscious forms of deception observed in certain higher mammals and birds, influenced by experience and environmental factors. The social organization of some species further reinforced deceptive behavior, while humans, through language and cognitive capacities, have elevated it to a more complex level. But why do we deceive even ourselves? This thesis adopts an interdisciplinary approach to explore the multifaceted phenomenon of self-deception from both biological and ethical perspectives, focusing on its impact on interpersonal relationships and the moral accountability of the individual. Self-deception is examined as a mechanism of denying or avoiding elements of reality, which, though potentially protective, may lead to unresolved conflicts, poor responsibility management, and a breakdown of collective morality and social cohesion. The study raises the fundamental question of whether self-deception can be ethically justified and understood as a biologically adaptive tool for psychological and social survival, or whether it constitutes a violation of the moral duty to be honest with oneself and others. It also explores whether a self-deceived individual can be held fully accountable for its actions and choices, considering that such a mechanism may impair one’s ability to exercise free and sound moral judgment. By moving beyond the biological dimension, the thesis addresses deeper ethical reflections on how we understand human responsibility and the pursuit of truth, both individually and collectively. Although self-deception may serve our evolutionary interests, it remains ethically problematic due to its distortion of rational thought and cognitive function. Addressing it requires the cultivation of knowledge, self-awareness, critical thinking, and, in some cases, a sense of humor
Εξερεύνηση περιοχών συντονισμένης γονιδιακής συνέκφρασης σε ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο υπό θεραπεία με belimumab
Ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ) αποτελεί πρότυπο των αυτοάνοσων
νοσημάτων, με απορυθμισμένη ανοσολογική απόκριση και εκτεταμένες διαταραχές στην
έκφραση γονιδίων στα ανοσοκύτταρα του περιφερικού αίματος. Η Belimumab αποτελεί
εγκεκριμένη και αποτελεσματική θεραπεία για τον ΣΕΛ, με τα θεραπευτικά αποτελέσματα
να εμφανίζονται συνήθως εντός 6 έως 12 μηνών από την έναρξη της αγωγής. Στην παρούσα
μελέτη διερευνήσαμε τα «Πεδία Συντονισμένης Έκφρασης» (Domains of Coordinated
Expression, DCEs), χρησιμοποιώντας δεδομένα γονιδιακής έκφρασης από 58 ασθενείς με
ΣΕΛ υπό θεραπεία με Belimumab, τα οποία συλλέχθηκαν σε τρία χρονικά σημεία: αρχική
επίσκεψη (baseline), 1 μήνα και 6 μήνες. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν ως ανταποκρινόμενοι
ή μη ανταποκρινόμενοι στη θεραπεία, βάσει κλινικών δεικτών ενεργότητας της νόσου. Η
ανάλυση των DCEs δεν αποκάλυψε σημαντικές ποσοτικές διαφορές ως προς το μέγεθος ή
τον αριθμό τους μεταξύ των δύο ομάδων σε όλα τα χρονικά σημεία· ωστόσο,
παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες ποιοτικές αλλαγές, όπως μετατοπίσεις ορίων και
εκτεταμένη αναδιάταξη. Μια έντονη μείωση της γονιδιωματικής κάλυψης στο χρονικό
σημείο του πρώτου μήνα υποδηλώνει μια μεταβατική φάση αναδιοργάνωσης της
συνεκφρασμένης δομής. Οι μη ανταποκρινόμενοι παρουσίασαν ισχυρότερες
συνεκφράσεις στα DCEs, υποδεικνύοντας μεγαλύτερη δομική σταθερότητα, ενώ οι
ανταποκρινόμενοι εμφάνισαν πιο δυναμικές αλλαγές, ιδιαίτερα στους 6 μήνες, με αυξημένη
εμφάνιση και απώλεια DCEs. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν διακριτά μοτίβα
γονιδιωματικής αναδιοργάνωσης που σχετίζονται με την ανταπόκριση στη θεραπεία.Systemic Lupus Erythematosus (SLE) is the prototype of autoimmune diseases with dysregulated
immune response and widespread gene expression perturbation in peripheral
blood immune cells. Belimumab is an approved and effective treatment of SLE, typically
showing results within 6 to 12 months after initiation. In this study, we investigated
Domains of Coordinated Expression (DCEs) using genome-wide transcriptome
profiles from 58 SLE patients undergoing Belimumab treatment, assessed at three time
points: baseline, 1 month and 6 months. Patients were classified as responders or nonresponders
based on clinical measures of disease activity. DCE analysis revealed no significant
quantitative differences in size or number across responders and non-responders
at all tree time points, but notable qualitative changes, including boundary shifts and
extensive reshuffling. A marked drop in genome coverage at time point 1 suggests a
transitional phase of co-expression reorganization. Non-responders showed stronger
DCE co-expressions, indicating greater structural stability, while responders exhibited
more dynamic changes, particularly at time point 6, with increased DCE emergence and
deletion. These findings highlight distinct patterns of genomic reorganization linked to
treatment response
Conscious Artificial Intelligence : Benefits of Using Artificial Intelligence in Neuroscience and the Study of Human Consciousness, Consequences, and Ethical Considerations
Στις μέρες μας, οι τεχνολογίες της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) επιτρέπουν την ανάπτυξη εξελιγμένων αλγορίθμων και μαθηματικών μοντέλων που μπορούν να προσομοιώνουν όλο και περισσότερο τις ανθρώπινες γνωστικές διαδικασίες, οδηγώντας στην ενδελεχέστερη μελέτη και βαθύτερη κατανόηση των φαινομένων που σχετίζονται με την ανθρώπινη συνείδηση. Καθώς η χρήση αυτών των τεχνολογιών για τη μελέτη της συνείδησης γίνεται ολοένα και ευρύτερη, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης (AI) αποκτούν πρόσβαση σε συνεχώς αυξανόμενα δεδομένα, ώστε να βελτιώνουν τις δυνατότητές τους, με αποτέλεσμα να τίθεται όλο και πιο έντονα το ζήτημα της λεγόμενης Συνειδητής Τεχνητής Νοημοσύνης (Conscious AI – CAI).
Η Συνειδητή Τεχνητή Νοημοσύνη (C.A.I) αναφέρεται σε υποθετικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που, αν υπάρξουν, θα διαθέτουν όχι μόνο υψηλή υπολογιστική ικανότητα αλλά και δυνητική ενσυναίσθηση, αυτογνωσία και την ικανότητα να «βιώνουν» την ύπαρξή τους και να αντιλαμβάνονται το περιβάλλον τους. Μια τέτοια τεχνολογική εξέλιξη, αν και παραμένει για την ώρα εντελώς θεωρητική και άκρως αμφιλεγόμενη, θα επαναπροσδιορίσει τα όρια της φιλοσοφίας, της βιοηθικής και των νευροεπιστημών. Στο πλαίσιο αυτό, εγείρονται θεμελιώδη βιοηθικά ερωτήματα, όπως το αν η συνείδηση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη ηθικού καθεστώτος, υπό ποιες προϋποθέσεις και βάσει ποιών κριτηρίων θα μπορούσε να αποδοθεί εγγενής αξία σε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, και αν η προβλεψιμότητα και η λειτουργική συμμόρφωση προς κανόνες επαρκεί προκειμένου το τελευταίο να χαρακτηριστεί ως «ηθικά υπεύθυνο»· και, αν ναι, τι ενδεχομένως θα συνεπάγεται αυτό σε επίπεδο κανονιστικών και κοινωνικών πλαισίων.
Η δυνητική μετάβαση από την απλή εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) στην εν δυνάμει «συνειδητή» οντότητα (CAI) δεν θα αποτελέσει απλώς ένα πρωτοποριακό τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά θα μετασχηματίσει ριζικά την κατανόησή μας για την ηθική ευθύνη, τη λογοδοσία και την ίδια την έννοια του «προσώπου». Σε αυτό το πλαίσιο ανακύπτουν κρίσιμα φιλοσοφικά ζητήματα: αν η ηθική βασίζεται στην προθετικότητα, τότε μόνο τα συνειδητά όντα μπορούν να είναι ηθικά υπεύθυνα· αν όμως νοείται ως συμμόρφωση με κοινωνικούς και κανονιστικούς κανόνες, τότε ακόμη και μια μηχανή χωρίς συνείδηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτουργός.
Παράλληλα, τίθεται και το βιοηθικό ερώτημα αναφορικά με την αξία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Αποτελούν απλώς εργαλεία με εξωγενή αξία, καθοριζόμενη από τη χρησιμότητά τους, ή θα πρέπει να τους αναγνωριστεί εγγενής αξία εφόσον διαθέτουν ιδιότητες που προσεγγίζουν τη φαινόμενη εμπειρία; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι ακαδημαϊκά ουδέτερες, καθώς έχουν άμεσο αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες θα ρυθμίσουν νομικά και θεσμικά τη χρήση και ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ).
Εν κατακλείδι, η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) στις νευροεπιστήμες προκειμένου να μελετηθεί η ανθρώπινη συνείδηση αποτελεί ένα σημαντικό πεδίο επιστημονικού, ηθικού, φιλοσοφικού και κοινωνικού προβληματισμού. Η διεπιστημονική συνεργασία ερευνητών από διαφορετικά πεδία είναι σαφέστατα επιτακτική, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα γνωσιακά οφέλη από την ενσωμάτωση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) στις νευροεπιστήμες, να προβλεφθούν οι συνέπειες από την πιθανότητα δημιουργίας συστημάτων συνειδητής τεχνητής νοημοσύνης (CAI) και ταυτόχρονα να θεσπιστούν κανονιστικά πλαίσια, ακρογωνιαίος λίθος των οποίων θα είναι οι βιοηθικές και φιλοσοφικές αξίες του ανθρώπου.Nowadays, Artificial Intelligence (AI) technologies enable the development of sophisticated algorithms and mathematical models that can increasingly simulate human cognitive processes, leading to a more thorough study and deeper understanding of phenomena related to human consciousness. As the use of these technologies for the study of consciousness becomes increasingly widespread, artificial intelligence (AI) systems are gaining access to ever-increasing amounts of data to improve their capabilities, raising the issue of Conscious Artificial Intelligence (CAI) with increasing urgency.
Conscious Artificial Intelligence (C.A.I) refers to hypothetical artificial intelligence systems which, if they exist, will have not only high computing power but also potential empathy, self-awareness, and the ability to "experience" their existence and perceive their environment. Such a technological development, although still entirely theoretical and highly controversial, would redefine the boundaries of philosophy, bioethics, and neuroscience. In this context, fundamental bioethical questions arise, such as whether consciousness is a necessary prerequisite for the existence of a moral status, under what conditions and on the basis of what criteria could intrinsic value be attributed to an artificial intelligence system, and whether predictability and functional compliance with rules are sufficient for the latter to be characterized as "morally responsible"; and, if so, what this might entail in terms of regulatory and social frameworks.
The potential transition from the simple application of artificial intelligence (AI) to a potentially "conscious" entity (CAI) will not only be a groundbreaking technological achievement but will also radically transform our understanding of moral responsibility, accountability, and the very concept of "personhood." This raises some big philosophical questions: if ethics is based on intentionality, then only conscious beings can be morally responsible; but if it is understood as compliance with social and regulatory norms, then even a machine without consciousness could be considered an agent.
At the same time, there is also the bioethical question regarding the value of artificial intelligence systems. Are they merely tools with extrinsic value, determined by their usefulness, or should they be recognized as having intrinsic value since they possess qualities that approximate apparent experience? The answers to these questions are not academically neutral, as they have a direct impact on how societies will legally and institutionally regulate the use and development of artificial intelligence (AI).
In conclusion, the use of Artificial Intelligence (AI) in neuroscience to study human consciousness is an important field of scientific, ethical, philosophical, and social reflection. Interdisciplinary collaboration between researchers from different fields is clearly imperative in order to ensure the cognitive benefits of integrating artificial intelligence (AI) systems into neuroscience, to anticipate the consequences of the possible creation of conscious artificial intelligence (CAI) systems, and at the same time to establish regulatory frameworks based on human bioethical and philosophical values
Design, implementation and evaluation of distance learning educational material for the comprehension of adjectives by third-grade primary school students with learning difficulties
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη συμβολή της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ΕξΑΕ) στην ενίσχυση της κατανόησης των επιθέτων από μαθητές της Γ’ Δημοτικού με μαθησιακές δυσκολίες. Σκοπός της μελέτης ήταν ο σχεδιασμός, η υλοποίηση και η αποτίμηση ενός διαδραστικού εκπαιδευτικού υλικού (ΕΥ), το οποίο βασίστηκε στις αρχές της πολυμεσικής μάθησης και της ΕξΑΕ, προκειμένου να υποστηρίξει τη γλωσσική ανάπτυξη των μαθητών και να ενισχύσει την ενεργό συμμετοχή τους στη μαθησιακή διαδικασία. Το ΕΥ δημιουργήθηκε με τη χρήση της πλατφόρμας Students (Edivea) και του εργαλείου H5P και οργανώθηκε σε τρεις ενότητες που περιλάμβαναν θεωρία, οπτικοακουστικό υλικό, διαδραστικές ασκήσεις και κουίζ με ανατροφοδότηση. Η μεθοδολογία της έρευνας ήταν ποιοτική και στηρίχθηκε σε ημιδομημένες συνεντεύξεις με δύο μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες και τρεις ειδικούς στην ΕξΑΕ. Το αρχικό δείγμα ήταν 4 μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, όμως δεν υπηρχε η συγκατάθεση των γονέων για τους 2 μαθητές. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με θεματική ανάλυση περιεχομένου, με τη χρήση του λογισμικού ATLAS.ti και με βάση προκαθορισμένους άξονες κωδικοποίησης (κατανόηση επιθέτων, στάση προς την τεχνολογία, προτιμήσεις μάθησης κ.ά.). Τα ευρήματα έδειξαν ότι το υλικό ανταποκρίνεται στις παιδαγωγικές και τεχνικές αρχές της ΕξΑΕ και συνέβαλε στη βελτίωση της κατανόησης των επιθέτων, ενώ οι μαθητές παρουσίασαν αυξημένη εμπλοκή, θετική στάση προς την τεχνολογία και ενίσχυση της αυτοπεποίθησης. Οι ειδικοί επιβεβαίωσαν την επιστημονική τεκμηρίωση και τη λειτουργικότητα του υλικού. Η εργασία καταλήγει ότι η στοχευμένη χρήση πολυμεσικών εργαλείων και η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ΕξΑΕ μπορούν να ενισχύσουν τη γλωσσική εκπαίδευση μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Τονίζεται η ανάγκη διεύρυνσης της έρευνας με μεγαλύτερο δείγμα και συνδυασμό ποιοτικών και ποσοτικών μεθόδων, καθώς και η ανάπτυξη αντίστοιχου υλικού και για άλλα γλωσσικά φαινόμενα.This thesis explores the contribution of distance education to enhancing the understanding of adjectives among third-grade primary school students with learning difficulties. The aim of the study was the design, implementation, and evaluation of an interactive educational material (EM), which was based on the principles of multimedia learning and distance education, in order to support students' language development and promote active engagement in the learning process. The EM was developed using the Students (Edivea) platform and the H5P tool, and was structured into three modules including theory, audiovisual material, interactive exercises, and feedback-based quizzes. The research followed a qualitative methodology and was conducted through semi-structured interviews with two students with learning difficulties and three experts in distance education. The data were analyzed using thematic content analysis, supported by ATLAS.ti software and predefined coding axes (such as understanding of adjectives, attitude toward technology, learning preferences, etc.). The findings indicated that the material adhered to pedagogical and technical principles of distance learning and contributed to improved understanding of adjectives. Students demonstrated increased engagement, a positive attitude toward technology, and enhanced self-confidence. Experts confirmed the scientific validity and functionality of the material. The study concludes that targeted use of multimedia tools and the utilization of distance learning environments can significantly support language education for students with special educational needs. It highlights the need for further research with larger student samples and the combination of qualitative and quantitative methods, as well as the development of similar material for other grammatical phenomena
Positive shyness as a self-referential emotion in early infancy
Η παρούσα διδακτορική διατριβή είχε ως στόχο τη μελέτη της ανάπτυξης της θετικής ντροπαλότητας σε βρέφη ηλικίας τεσσάρων έως 10 μηνών. Πρόκειται για μια νατουραλιστική συγχρονική έρευνα, με φυσική παρατήρηση στο σπίτι των βρεφών. Συμμετείχαν 40 οικογένειες (πατέρας και μητέρα) με τα βρέφη τους, ενώ η ερευνήτρια είχε το ρόλο της ξένης - επισκέπτριας. Η αλληλεπίδραση της τριάδας βρέφους – μητέρας – ξένης παρατηρήθηκε σε δύο συνθήκες. Η πρώτη συνθήκη αφορούσε στην πρώτη θέαση της ξένης στην είσοδο του σπιτιού, ενώ η δεύτερη συνθήκη στο ελεύθερο τριαδικό παιχνίδι. Μέσω μικροανάλυσης των εμπειρικών δεδομένων βρήκαμε ότι τα βρέφη ηλικίας τεσσάρων μηνών ήταν ικανά να επιδείξουν θετική ντροπαλότητα κατά την κοινωνική αλληλεπίδραση, εμφανίζοντας ένα διακριτό συμπεριφορικό μοτίβο – ντροπαλό χαμόγελο, αποστροφή βλέμματος ή/και κεφαλιού. Το εύρημα αυτό βρίσκεται σε συμφωνία με τα ευρήματα της Reddy (2000) και της Colonnesi και των συνεργατών της (2012), και το συμπεριφορικό αυτό μοτίβο φαίνεται να είναι δομικά παρόμοιο με τα χαμόγελα συστολής, ντροπαλότητας ή αμηχανίας που παρατηρούνται στο τέλος του πρώτου έτους, κατά τη νηπιακή περίοδο και την ενήλικη ζωή (βλ. Asendorpf, Izard & Hyson, 1986˙ Keltner, 1995˙ Lewis, 2008a, b˙ Lewis et al., 1991). Το πλαίσιο εκδήλωσης της θετικής ντροπαλότητας συνδέθηκε αποκλειστικά με την αλληλεπίδραση του βρέφους με την ξένη – ερευνήτρια, με τα περισσότερα επεισόδια θετικής ντροπαλότητας να εκδηλώνονται κατά την πρώτη συνθήκη, αποτέλεσμα που ενισχύει τη θέση μας υπέρ της θετικότητας της ντροπαλότητας σε αυτή την αναπτυξιακή περίοδο, αλλά και υπέρ της δυνατότητας για πρόκληση βρεφικών θετικών συναισθημάτων από τη διακριτική και φιλική συμπεριφορά της ξένης. Τέλος, τα συναισθήματα που προηγούνταν και έπονταν της θετικής ντροπαλότητας ήταν θετικά, αποτέλεσμα που συνηγορεί υπέρ της άποψής μας ότι η θετική ντροπαλότητα αποτελεί μία έμφυτη και διυποκειμενική κατάσταση του νου, τα αρχικά κίνητρα της οποίας είναι συγκινησιακά.The present doctoral dissertation aimed to study the development of positive shyness in infants aged four to 10 months. It is a naturalistic cross-sectional study, based on observation in the infants’ homes. Forty families (father and mother) participated with their infants, while the researcher assumed the role of a stranger–visitor. The interaction of the infant–mother–stranger triad was observed in two conditions. The first condition concerned the infant’s first sight of the stranger at the entrance of the house, while the second condition concerned observation of infant’s behaviourduring free triadic play. Microanalysis of empirical data indicates that infants as young as four months could express positive shyness during social interaction, displaying a discrete behavioral pattern—coy smile, gaze and/or head aversion. This finding agrees with the results of Reddy (2000) and Colonnesi et al. (2012), and this behavioral pattern seems structurally similar to that observed in toddlerhood and adulthood (see Asendorpf, Izard & Hyson, 1986; Keltner, 1995; Lewis, 2008a, b; Lewis et al., 1991). Positive shyness was exclusively expressed during infants’ interaction with the stranger–researcher, with most episodes occurring in the first condition. This finding reinforces our view that infants’ positive shyness might be associated with the discreet and friendly attitude of a stranger. Finally, we found that emotions preceding and following positive shyness were positive, a finding that supports our view that positive shyness is an innate and intersubjective state of mind, whose initial motivations are emotional
Ανάπτυξη λεπτών υμενίων CsPbBr₃ μέσω Παλμικής Εναπόθεσης με Λέιζερ
This thesis was carried out at the Foundation for Research and Technology - Hellas (FORTH), specifically to Institute of Electronic Structure & Laser (IESL), under the supervision of the Department of Physics, School of Science and Technology of the University of Crete.
In this study, CsPbBr3 (Cesium Lead Bromide) thin film were grown using the Pulsed Laser Deposition (PLD) method on Si and Quartz substrates. The synthesized structures were grown using a pulsed laser source with a wavelength of λ = 248 nm, irradiating this a perovskite target, with two different energy fluences (Fpulse = 0.6 J/cm2 and Fpulse = 1.2 J/cm2) and at three different substrate temperatures (R.T., 150°C, 250°C).
For the characterization of the thin films, several techniques were employed. The surface morphology was analyzed by using Scanning Electron Microscopy (SEM), the topology and roughness of the films were imaged and measured by using Atomic Force Microscopy (AFM), the crystallinity was studied by using X-ray Diffraction (XRD), while the absorption spectrum was recorded, for the structures deposited on Quartz substrates, by using UV-Vis Spectroscopy.Η παρούσα πτυχιακή εργασία εκπονήθηκε στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ-FORTH), και συγκεκριμένα στο Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ (ΙΗΔΛ) υπό της επίβλεψη του τμήματος Φυσικής, της Σχολής Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Στην συγκεκριμένη εργασία μελετούνται δομές λεπτών υμενίων CsPbBr3 (Cesium Lead Bromide) όπου αναπτύχθηκαν με την μέθοδο της Παλμικής Εναπόθεσης με Λέιζερ (PLD) σε υποστρώματα Si και Quartz. Οι δομές αναπτύχθηκαν με χρησιμοποιώντας μια πηγή παλμικού λέιζερ μήκους κύματος λ = 248 nm, ακτινοβολώντας ένα στόχο του περοβσκίτη, με δύο διαφορετικές ενεργειακές πυκνότητες (Fpulse = 0.6 J/cm2 και Fpulse = 1.2 J/cm2) και σε τρεις διαφορετικές θερμοκρασίες υποστρώματος (R.T., 150 oC, 250 oC).
Για το χαρακτηρισμό των λεπτών υμενίων χρησιμοποιήθηκαν αρκετές τεχνικές. Έγινε ανάλυση στη μορφολογία της επιφάνειάς τους με τη χρήση Σάρωσης Ηλεκτρονικής Μικροσκοπίας (SEM), η τοπολογία και η σκληρότητά των υμενίων απεικονίστηκαν και μετρήθηκαν με τη χρήση Μικροσκοπίας Ατομικής Δύναμης (AFM), η κρυσταλλικότητα μελετήθηκε με τη χρήση Περίθλασης Ακτίνων Χ (XRD), ενώ το φάσματος απορρόφησης καταγράφηκε για τις δομές που εναποτέθηκαν σε υπόστρωμα Quartz, με τη χρήση Φασματοσκοπίας Υπεριώδους-Ορατού (UV-Vis Spectroscopy)
Αισθητήρες Υδρογόνου βασισμένοι σε οξείδια του Βολφραμίου (WO3)
In the present thesis, Tungsten trioxide (WO3) hydrogen gas sensors were
synthesized via a precipitation method with varying concentrations of hydrochloric acid
(HCl). The goal was to investigate how the synthesis conditions affect the structural
properties and gas sensing performance of WO3-based sensors. The materials were
characterized using X-Ray Diffraction (XRD) technique as well as Scanning Electron
Microscopy (SEM), confirming the formation of different WO3 phases depending on
the HCl concentration. The gas sensors were fabricated using drop-casting technique,
onto commercial glass substrates with platinum electrodes and they were tested under
identical conditions. The gas sensing performance was evaluated at different
operating temperatures (50–400 °C) using synthetic air as a reference gas and
hydrogen as a target gas with its concentration ranging from 50 to 1000 ppm. Key
performance parameters including sensitivity, response and recovery times,
repeatability, and limit of detection were systematically examined. The results revealed
that sensors based on hexagonal or mixed-phase (hexagonal-monoclinic) WO3 exhibited the best sensitivity at low temperatures (~100 °C), while the monoclinic-
phase sensors showed faster response at higher temperatures. All sensors displayed
a linear response to hydrogen concentration and they were successfully operated
even at low voltages (0.1 V), indicating their potential for low-power hydrogen
detection applications.Στην παρούσα πτυχιακή εργασία συνετέθησαν και μελετήθηκαν αισθητήρες
υδρογόνου βασισμένοι σε τριοξείδιο του βολφραμίου (WO3), χρησιμοποιώντας τη
μέθοδο της καθίζησης με διαφορετικές συγκεντρώσεις υδροχλωρικού οξέος (HCl).
Στόχος ήταν η διερεύνηση της επίδρασης των συνθηκών σύνθεσης στις δομικές-
μορφολογικές ιδιότητες και στη συμπεριφορά ανίχνευσης αερίων των αισθητήρων
WO3. Τα υλικά χαρακτηρίστηκαν με περίθλαση ακτίνων-Χ (XRD) και Ηλεκτρονική
Μικροσκοπία Σάρωσης (SEM), επιβεβαιώνοντας τον σχηματισμό διαφορετικών
φάσεων WO3 ανάλογα με τη συγκέντρωση HCl. Οι αισθητήρες κατασκευάστηκαν με
τη μέθοδο drop-casting πάνω σε εμπορικά υποστρώματα με ηλεκτρόδια πλατίνας (Pt)
και ελέγχθηκαν υπό τις ίδιες συνθήκες. Η απόδοσή τους αξιολογήθηκε σε
θερμοκρασίες λειτουργίας από 50 έως 400 °C, έχοντας το συνθετικό αέρα ως αέριο
αναφοράς και το υδρογόνο ως το προς ανίχνευση αέριο σε συγκεντρώσεις από 50
έως 1000 ppm. Ειδικότερα, μελετήθηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά του αισθητήρα,
όπως η ευαισθησία, οι χρόνοι απόκρισης και επαναφοράς, η επαναληψιμότητα και το
όριο ανίχνευσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι αισθητήρες βασισμένοι στην
εξαγωνική ή μικτή φάση WO3 παρουσίασαν τη μεγαλύτερη ευαισθησία σε χαμηλές
θερμοκρασίες (~100 °C), ενώ οι αισθητήρες οι οποίοι βασίστηκαν στη μονοκλινή φάση
του WO3, εμφάνισαν ταχύτερη απόκριση σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Όλοι οι
αισθητήρες παρουσίασαν γραμμική σχέση με τη συγκέντρωση υδρογόνου και
αποκρίθηκαν στην ανίχνευση υδρογόνου, ακόμα και σε χαμηλή τάση λειτουργίας (0.1
V), καθιστάμενοι υποψήφιοι για αισθητήρες αεριών, χαμηλής ενεργειακής
κατανάλωσης
Οπτικός, μηχανικός, ηλεκτρονικός σχεδιασμός και λογισμικό του βορείου γραμμικού οπτικού πολωσιμέτρου ευρέως πεδίου
PASIPHAE, which stands for the Polar-Areas Stellar Imaging in Polarization
High-Accuracy Experiment, is a survey designed to measure the linear polarization
of numerous stars. Using this data, the goal is to map the magnetic field
within dust clouds in the Milky Way. Valuable information for future CMB Bmode
experiments seeking inflationary gravitational waves can be found on this
map, offering specific details on line-of-sight integration effects. The creation of
this map will not only enhance the process of removing the CMB polarization
foreground, but it will also significantly influence a diverse range of astrophysical
studies, including interstellar medium physics, high-energy astrophysics, and the
evolution of the Galaxy. For the needs of this survey, 2 Wide Area Linear Optical
Polarimeters (WALOPs) were manufactured in IUCAA, India by joint effort and
funding from the University of Crete and the Institute of Astrophysics - Foundation
for Research and Technology Hellas. The instruments will be installed in
the South African Astronomical Observatory in Sutherland, South Africa in the
southern hemisphere, and the Skinakas Observatory in Crete, Greece, in the north,
provident a concurrent survey of both hemispheres.
In this thesis, I aim to inform the members of PASIPHAE but also all others
interested about the process of designing an instrument like WALOP. In order to
do that, one has to first comb through the working principles of optics, polarimetry,
as well as software design. After that, I will present the process of the design of
WALOPNorth, its subsystems and software.Το PASIPHAE, που αποτελεί συντομογραφία του Polar-Areas Stellar Imaging in Polarization High-Accuracy Experiment, είναι μια έρευνα που έχει σχεδιαστεί για να μετρήσει τη γραμμική πόλωση πλήθους άστρων. Με τη χρήση αυτών των δεδομένων, ο στόχος είναι να αποτυπωθεί ο μαγνητικός πεδίο μέσα στα σύννεφα σκόνης του Γαλαξία. Πολύτιμες πληροφορίες για μελλοντικά πειράματα CMB B-mode που αποσκοπούν στην ανίχνευση βαρυτικών κυμάτων από τον πληθωρισμό μπορούν να αντληθούν από αυτόν τον χάρτη, προσφέροντας συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τα φαινόμενα ενσωμάτωσης κατά μήκος της οπτικής γραμμής. Η δημιουργία αυτού του χάρτη δεν θα ενισχύσει μόνο τη διαδικασία αφαίρεσης του foreground της πόλωσης του CMB, αλλά θα επηρεάσει σημαντικά και ένα ευρύ φάσμα αστροφυσικών μελετών, συμπεριλαμβανομένης της φυσικής του μεσοαστρικού μέσου, της υψηλής ενέργειας αστροφυσικής και της εξέλιξης του Γαλαξία. Για τις ανάγκες αυτής της έρευνας, κατασκευάστηκαν δύο ευρυγώνιοι οπτικοί πολωσιόμετροι γραμμικής πόλωσης (WALOP) στο IUCAA, Ινδία, μέσω κοινής προσπάθειας και χρηματοδότησης από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το Ινστιτούτο Αστροφυσικής - Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Τα όργανα θα εγκατασταθούν στο South African Astronomical Observatory στο Sutherland, Νότια Αφρική στο νότιο ημισφαίριο, και στο Αστεροσκοπείο Σκίνακα στην Κρήτη, Ελλάδα, στο βόρειο ημισφαίριο, προσφέροντας ταυτόχρονη χαρτογράφηση και των δύο ημισφαιρίων.
Σε αυτή τη διπλωματική εργασία, στοχεύω να ενημερώσω τα μέλη του PASIPHAE αλλά και όλους όσους ενδιαφέρονται για τη διαδικασία σχεδίασης ενός οργάνου όπως το WALOP. Για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να εξεταστούν οι βασικές αρχές της οπτικής, της πολωσιμετρίας, καθώς και της σχεδίασης λογισμικού. Στη συνέχεια, θα παρουσιάσω τη διαδικασία σχεδίασης του WALOPNorth, τα υποσυστήματα και το λογισμικό του
Ανυψώσεις και ολογραφική συνάρτηση c από υπερβαρύτητα 11 διαστάσεων
This thesis presents an uplift of a known solution of four-dimensional minimal gauged
supergravity to eleven dimensions and computations the corresponding holographic c-
function. To achieve this, we employ a consistent reduction ansatz that allowed us to
express the eleven-dimensional equations of motion and geometrical quantities—such
as the spin connection and the Ricci tensor—in terms of their four-dimensional coun-
terparts. This procedure enabled us to successfully uplift the solution. Due to the
generality of the reduction ansatz, any solution to four-dimensional minimal gauged
supergravity can be uplifted to eleven dimensions using the same framework.
Once the uplift was achieved, the next step was to compute the holographic c-
function. We used a formula that is valid when the internal manifold is compact (e.g.,
a spindle). However, in the solution under consideration, the internal manifold is non-
compact, in the region where ˜y ∈ [˜yc, ∞]. As a result, we had to expand the metric
along this non-compact direction and express it in Fefferman–Graham (FG) coordinates
in order to implement a cutoff. Despite this, the formula produced an incorrect result.
This is significant because the same formula is widely used in the literature—even in
similar contexts—potentially leading to incorrect conclusions if applied without caution.Αυτή η πτυχιακή εργασία παρουσιάζει μια ανύψωση (uplift) μιας γνωστής λύσης
της τετραδιάστατης ελαχίστως βαθμωτής υπερβαρύτητας (minimal gauged super-
gravity) σε έντεκα διαστάσεις και υπολογίζει την αντίστοιχη ολογραφική συνάρ-
τηση c. Για να το επιτύχουμε αυτό, χρησιμοποιούμε ένα συνεπές ανσάτς μείωσης
(reduaction ansatz) που μας επιτρέπει να εκφράσουμε τις εξισώσεις κίνησης και
τις γεωμετρικές ποσότητες στις έντεκα διαστάσεις — όπως το spin connection
και ο τανυστής Ricci — ως προς τα τετραδιάστατα αντίστοιχά τους. Αυτή η δια-
δικασία μας επέτρεψε να ανυψώσουμε επιτυχώς τη λύση. Λόγω της γενικότητας
του ανσάτς μείωσης, οποιαδήποτε λύση της τετραδιάστατης ελαχίστως βαθμωτής
υπερβαρύτητας μπορεί να ανυψωθεί σε έντεκα διαστάσεις χρησιμοποιώντας το ίδιο
πλαίσιο.
Αφού επιτεύχθηκε η ανύψωση, το επόμενο βήμα ήταν ο υπολογισμός της ο-
λογραφικής συνάρτησης c. Χρησιμοποιήσαμε έναν τύπο που είναι έγκυρος όταν η
εσωτερική πολλαπλότητα (manifold) είναι συμπαγής (π.χ. spindle). Ωστόσο, στη
λύση που εξετάζουμε, η εσωτερική πολλαπλότητα είναι μη-συμπαγής, στην περιο-
χή όπου ˜y ∈ [˜yc, ∞]. Ως αποτέλεσμα, έπρεπε να επεκτείνουμε τη μετρική κατά
μήκος αυτής της μη-συμπαγούς διεύθυνσης και να την εκφράσουμε σε συντεταγ-
μένες Fefferman–Graham (FG), προκειμένου να εφαρμόσουμε ένα όριο. Παρ’ όλα
αυτά, ο τύπος παρήγαγε εσφαλμένο αποτέλεσμα. Αυτό είναι σημαντικό επειδή ο
ίδιος τύπος χρησιμοποιείται ευρέως στη βιβλιογραφία — ακόμη και σε παρόμοια
συμφραζόμενα — γεγονός που μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε λανθασμένα συ-
μπεράσματα αν εφαρμοστεί χωρίς προσοχή
Instrumental reason and aesthetic rationality : critique and reconstruction of modernity by Adorno
Η παρούσα εργασία εξετάζει τις βασικές κατευθύνσεις της κριτικής που άσκησε ο Adorno στη
νεωτερικότητα, καθώς και την προσπάθειά του να ανιχνεύσει μια πρακτική ικανή να λειτουργήσει
διορθωτικά εντός των σύγχρονων κοινωνικών παθογενειών. Κεντρικό σημείο της κριτικής του αποτελεί
ο Λόγος του Διαφωτισμού, του οποίου οι εργαλειακές εκφάνσεις έχουν καθιερώσει ένα κοινωνικό
σύστημα καταπίεσης και υπονόμευσης της ανθρώπινης σκέψης και αυτονομίας. Ως φορέα μιας
εναλλακτικής ορθολογικότητας απέναντι στον εργαλειακό Λόγο, ο Adorno προτείνει το
(μοντερνιστικό) έργο τέχνης. Παρότι το έργο τέχνης καθίσταται και το ίδιο τμήμα της έντονης
εργαλειοποίησης του σύγχρονου κόσμου – μέσω της μαζικής κουλτούρας και του εμπορευματικού του
χαρακτήρα – την ίδια στιγμή διατηρεί τον εγγενή του χαρακτήρα ως μέσο κριτικής των κοινωνικών
αντιφάσεων και διεξόδου από την εργαλειοποίηση. Στόχος της εργασίας είναι να αναδείξει πώς η
Αισθητική Θεωρία του Adorno αρθρώνει μια προσπάθεια ανεύρεσης μιας εναλλακτικής, περισσότερο
συμφιλιωτικής εκδοχής του Λόγου, ικανής να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας απελευθερωμένης
κοινωνικής συνθήκης.This thesis examines the main directions of Adorno's critique of modernity, as well as his attempt to
trace a practice capable of functioning as a corrective within the pathologies of contemporary society.
At the core of his critique lies the reason of the Enlightenment, whose instrumental expressions have
established a social system of oppression and the undermining of human thought and autonomy. As a
bearer of an alternative rationality in contrast to instrumental reason, Adorno proposes the (modernist)
work of art. Although the work of art itself becomes part of the intense instrumentalization of the
modern world—through mass culture and its commodified nature—it simultaneously retains its
intrinsic character as a means of criticizing social contradictions and providing a way out of
instrumentalization. The aim of this thesis is to show how Adorno’s Aesthetic Theory articulates an
effort to find an alternative, more reconciliatory version of reason, capable of contributing to the
formation of a liberated social condition