University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    The role of grandparents of children with Autism Spectrum Disorder : a qualitative study

    No full text
    Σκοπός της παρούσας ποιοτικής μελέτης είναι να διερευνήσει τον ρόλο των παππούδων και των γιαγιάδων στη ζωή ενός παιδιού με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ). Η έρευνα αποτελεί μια μελέτη περίπτωσης στην οποία συμμετέχουν η πατρική γιαγιά και η μητρική γιαγιά ενός ατόμου με ΔΑΦ. Στόχος είναι να εξεταστεί η εμπλοκή και ο ρόλος των γιαγιάδων στη καθημερινή ζωή των παιδιών με ΔΑΦ, τα οφέλη και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, οι σχέσεις που διατηρούν με άλλα μέλη της οικογένειας, καθώς και το δίκτυο υποστήριξης και συμβουλευτικής που τους πλαισιώνει. Το εργαλείο συλλογής δεδομένων που αξιοποιήθηκε είναι η ημιδομημένη συνέντευξη, της οποίας οι ερωτήσεις βασίστηκαν σε τέσσερις θεματικούς άξονες. Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν τους πολλαπλούς ρόλους που αναλαμβάνουν οι γιαγιάδες παιδιών με ΔΑΦ, όπως η καθημερινή φροντίδα, η ουσιαστική ενασχόληση καθώς και η προνόηση για το μέλλον του εγγονιού τους. Επιπλέον, σημειώθηκε πληθώρα οφελών για τις γιαγιάδες, όπως η συναισθηματική ηρεμία κατά τη συναναστροφή με το εγγόνι τους ή οι έντονα συγκινητικές στιγμές. Ωστόσο, αναφέρθηκαν και οι καθημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αναφορικά με ζητήματα της καθημερινότητας και δυσάρεστα συναισθήματα που πρέπει να διαχειριστούν. Έγινε αναφορά στις σχέσεις των παππούδων/ γιαγιάδων με άλλα μέλη της οικογένειας όπως γονείς ή άλλα εγγόνια και αναδύθηκε η σημασία των σχέσεων που διατηρεί το εγγόνι με ΔΑΦ με άλλα μέλη της οικογένειας. Συζητήθηκε η υποστήριξη που λαμβάνουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες είτε από την οικογένεια είτε από ειδικούς ενώ τονίστηκε η ανάγκη κρατικής υποστήριξης παιδιών με ΔΑΦ και γονέων και τέλος, προέκυψαν αντιλήψεις και στάσεις των παππούδων/ γιαγιάδων αναφορικά με τη ΔΑΦ και τη σημασία του σχολείου.The purpose of this qualitative study is to explore the role of grandparents in the life of a child with Autism Spectrum Disorder (ASD). The research is a case study involving the paternal grandmother and maternal grandmother of a 21 years old with ASD. The aim is to examine the involvement and role of grandmothers and grandfathers in the daily life of children with ASD, the benefits and difficulties they face, the relationships they maintain with other family members, as well as the support and counseling network that surrounds them. The data collection tool used was a semi-structured interview, whose questions were based on four themes. The results of the survey highlighted the multiple roles assumed by grandparents of children with ASD, such as daily care, meaningful engagement as well as being proactive about their grandchild's future. In addition, there was a multitude of benefits for grandparents, such as emotional peace of mind when interacting with their grandchild or intensely emotional moments. However, the daily difficulties they face regarding issues of daily life and unpleasant emotions they have to manage were also mentioned. Reference was made to grandparents' relationships with other family members such as parents or other grandchildren and the importance of the relationships that the grandchild with ASD maintains with other family members was highlighted. The support that grandparents receive either from the family or from specialists was discussed and the need for state support for children with ASD and parents was highlighted and finally, perceptions and attitudes of grandparents regarding ASD and the importance of school emerged

    The female presence in Minoan Crete based on museum exhibits : A theoretical and didactic proposal

    Get PDF
    Η παρούσα εργασία διερευνά τη θέση και τον ρόλο της γυναίκας στον μινωικό πολιτισμό, εστιάζοντας στην έντονη παρουσία της στις θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις της εποχής. Βασισμένη σε βιβλιογραφική μελέτη και στην ανάλυση αυθεντικών μουσειακών τεκμηρίων, επιχειρεί να τεκμηριώσει την ερευνητική υπόθεση ότι η γυναίκα διαδραμάτιζε ενεργό και σημαίνοντα ρόλο στη μινωική κοινωνία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε επιλεγμένα εκθέματα, όπως οι τοιχογραφίες με γυναικείες μορφές, τα ειδώλια της Θεάς των Όφεων, το πήλινο ομοίωμα με αναπαράσταση γυναικείου κυκλικού χορού και το χρυσό δαχτυλίδι με σκηνή θεοφάνειας και εκστατικού χορού. Το δεύτερο μέρος της εργασίας περιλαμβάνει τον σχεδιασμό μιας θεωρητικής διδακτικής πρότασης, προσαρμοσμένης για μαθητές της Γ΄ τάξης του Δημοτικού, με στόχο τη δημιουργική αξιοποίηση του ιστορικού υλικού στο σχολικό πλαίσιο. Το περιεχόμενο του θεωρητικού μέρους μετατρέπεται σε προσιτό ιστορικό αφήγημα, το οποίο πλαισιώνεται από παιδαγωγικές δραστηριότητες, οργανωμένες πριν και μετά από προτεινόμενη μουσειακή επίσκεψη. Η εργασία προσεγγίζει το μουσείο ως ζωντανό χώρο μάθησης και αναδεικνύει τον ρόλο της Μουσειακής Αγωγής και της διδακτικής της Ιστορίας ως βασικών μέσων για την καλλιέργεια κριτικής και ιστορικής σκέψης, ενσυναίσθησης και σύνδεσης των μαθητών με το παρελθόν, μέσα από βιωματικές και διερευνητικές προσεγγίσεις.This thesis studies the status and role of women in Minoan civilization, focusing on their active participation in the religious and social life of the period. Based on bibliographic research and the analysis of authentic museum exhibits, it aims to support the hypothesis that women held a prominent and dynamic position in Minoan society. Special emphasis is placed on selected exhibits, such as frescoes depicting female figures, the figurines of the Snake Goddess, a clay model of women dancing in a circular formation, and a gold ring illustrating a theophany scene with women in ecstatic ritual movement. The second part of the study presents a theoretical teaching proposal designed for third-grade primary school students. The historical content is adapted into an ageappropriate narrative, accompanied by educational activities organized before and after a suggested museum visit. The study approaches the museum as a living space for learning, highlighting the role of Museum Education and History Didactics in cultivating critical and historical thinking, empathy, and meaningful connections between students and the past through experiential and inquiry-based methods

    Systematic review of occupational hazards and related disease in firefighters:

    No full text
    Εισαγωγή: Οι πυροσβέστες αποτελούν μια επαγγελματική ομάδα, με υψηλό βαθμό έκθεσης σε πολλαπλούς επαγγελματικούς κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με σημαντικές επιβαρύνσεις στην υγεία, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχικό επίπεδο, εμφανίζοντας ενδείξεις αυξημένης συχνότητας αναπνευστικών νοσημάτων, καρκίνων, καρδιαγγειακών παθήσεων και διαφόρων ψυχικών διαταραχών. Η επαγγελματική υγεία των πυροσβεστών συνιστά κρίσιμο πεδίο παρέμβασης για τη δημόσια υγεία, καθώς αφορά την πρόληψη νοσημάτων, σε ένα επάγγελμα ζωτικής σημασίας για το περιβάλλον και την κοινωνική ασφάλεια. Σκοπός: Η ανάδειξη των συχνότερων επαγγελματικών κινδύνων και των κυριότερων νοσημάτων που σχετίζονται με την επαγγελματική έκθεση των πυροσβεστών, καθώς και η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναφορικά με παρεμβάσεις δημόσιας υγείας που έχουν εφαρμοστεί διεθνώς για την προστασία τους. Επιχειρείται η ανάδειξη καλών πρακτικών, όπως αυτές αποτυπώνονται στη διεθνή βιβλιογραφία και η τεκμηρίωση πιθανών λύσεων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν οι πυροσβέστες. Μεθοδολογία: Η παρούσα εργασία ακολουθεί τη μεθοδολογική προσέγγιση της συστηματικής ανασκόπησης, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA 2020 (Preferred Reporting Items for Systematic Reviews and Meta-Analyses). Τα ερευνητικά ερωτήματα που διερευνήθηκαν στην ανασκόπηση ήταν: α) Ποιοι είναι οι συχνότεροι επαγγελματικοί κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι πυροσβέστες; β) Ποιες σωματικές και ψυχικές ασθένειες σχετίζονται άμεσα με την επαγγελματική δραστηριότητα των πυροσβεστών; γ) Ποιες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας, σχετικά με την προστασία της υγείας των πυροσβεστών, εφαρμόζονται σε διεθνές επίπεδο; Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση βιβλιογραφίας στις επιστημονικές βάσεις δεδομένων PubMed και Scopus, για την περίοδο 2020–2025 και συμπεριλήφθηκαν τυχαιοποιημένες και μη τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες, συγχρονικές, προοπτικές και αναδρομικές μελέτες κοορτής, μελέτες αξιολόγησης περιβαλλοντικής έκθεσης και μελέτες ασθενών μαρτύρων, αλλά και μελέτες συστηματικής ανασκόπησης που αναφέρονταν σε επαγγελματίες πυροσβέστες. Κυριότερη έκβαση που τέθηκε προς αποτίμηση, ήταν οι επαγγελματικές ασθένειες που εμφανίζονται συχνότερα στους πυροσβέστες. Αρχικά πραγματοποιήθηκε η επιλογή μελετών βάσει τίτλου και περίληψης, ενώ ακολούθησε η πλήρης ανάγνωση για την τελική συμπερίληψη. Τα κριτήρια ένταξης περιλάμβαναν επίσης πρωτογενείς μελέτες και συστηματικές ανασκοπήσεις, οι οποίες εξέταζαν την επίδραση των επαγγελματικών κινδύνων στην υγεία των πυροσβεστών και αξιολογούσαν σχετικές παρεμβάσεις πρόληψης. Εξαιρέθηκαν μη επιστημονικές πηγές, άρθρα χωρίς πρόσβαση στο πλήρες κείμενο, καθώς και μελέτες που δεν εστίαζαν στον πληθυσμό των επαγγελματιών πυροσβεστών. Τέλος, τα δεδομένα εξήχθησαν σε πίνακες, στους οποίους περιλαμβάνονται οι τίτλοι των μελετών, οι συγγραφείς, το έτος δημοσίευσης, η χώρα, ο τύπος μελέτης, η μέθοδος αξιολόγησης, τα αποτελέσματα και τα συνοπτικά ευρήματα, οι συγχυτικοί παράγοντες και σχόλια / προτάσεις για τη βελτίωση της υγείας των πυροσβεστών. Αποτελέσματα: Σαράντα (40) μελέτες, από το σύνολο 627 που ανακτήθηκαν αρχικά, συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα ανασκόπηση. Σχετικά με το πρώτο ερευνητικό ερώτημα, συμπεριλήφθηκαν δεκαπέντε (15) μελέτες, από τις οποίες οι δέκα (10) αφορούσαν σε χημικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες πυροσβέστες, οι δύο (2) σε φυσικούς κινδύνους, ενώ μία (1) μελέτη αφορούσε ψυχοκοινωνικούς και μία (1) εργασιακούς κινδύνους. Όπως προκύπτει από την ανασκόπηση, οι πυροσβέστες εκτίθενται σε πολλαπλούς κινδύνους, φυσικούς, χημικούς, βιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς, οι οποίοι συνδέονται άμεσα με το περιβάλλον εργασίας τους, τον καπνό, τα τοξικά σωματίδια και τις ιδιαίτερα πιεστικές συνθήκες εργασίας. Για το δεύτερο ερευνητικό ερώτημα, από το σύνολο των δεκαπέντε (15) επίσης μελετών που συμπεριλήφθηκαν, οι 8 αφορούσαν στη σωματική και οι επτά (7) στην ψυχική υγεία των πυροσβεστών. Ειδικότερα, για τη σωματική υγεία, τρείς (3) μελέτες σχετίζονταν με αναπνευστικά νοσήματα, τρείς (3) με καρκίνο, μία (1) μελέτη ήταν σχετική με καρδιαγγειακά νοσήματα και μία (1) με φλεγμονώδεις / μεταβολικές επιδράσεις. Για τη ψυχική υγεία, πέντε (5) μελέτες είχαν ως αντικείμενο μελέτης τις ψυχικές διαταραχές που αντιμετωπίζουν οι πυροσβέστες και δύο (2) ήταν σχετικές με νευρολογικές / γνωστικές διαταραχές. Οι κύριες ασθένειες που σχετίζονται με το πυροσβεστικό επάγγελμα, περιλαμβάνουν παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, καρδιομεταβολικές διαταραχές, καρκίνο και ψυχικές / γνωστικές διαταραχές, όπως άγχος, κατάθλιψη και μειωμένη νοητική λειτουργία. Τέλος, όσον αφορά στο το τρίτο ερευνητικό ερώτημα, συμπεριλήφθηκαν δέκα (10) μελέτες, όπου οι έξι (6) αφορούσαν σε παρεμβάσεις σχετικές με τη φυσική κατάσταση και την απόδοση των πυροσβεστών, ενώ δύο (2) ήταν σχετικές με παρεμβάσεις ψυχικής υγείας. Επίσης, σε μία (1) μελέτη αναλύθηκαν περιβαλλοντικές παρεμβάσεις και σε μια (1) μελετήθηκαν τακτικές ασφαλείας. Η εφαρμογή προγραμμάτων φυσικής κατάστασης, ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, θερμορύθμισης, μείωσης της έκθεσης σε τοξικές ουσίες και βελτιστοποίησης των τακτικών εργασίας, μπορεί να μειώσει τους επαγγελματικούς κινδύνους και να βελτιώσει την υγεία και την απόδοση των πυροσβεστών. Συμπεράσματα: Τα ευρήματά της ανασκόπησης επιβεβαιώνουν ότι το επάγγελμα του πυροσβέστη σχετίζεται με πολυδιάστατους κινδύνους, οι οποίοι επηρεάζουν τη σωματική και την ψυχική του υγεία. Η έκθεση σε επιβλαβείς παράγοντες είναι συνεχής, τόσο κατά την εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων, όσο και κατά την παραμονή τους στους σταθμούς, ενώ επισημαίνεται ότι η συνδυαστική εφαρμογή μέτρων προστασίας, τεχνολογίας, άσκησης και ψυχολογικής υποστήριξης μπορεί να μειώσει σημαντικά τους κινδύνους. Τονίζεται επίσης, η ανάγκη για εξειδικευμένες εθνικές κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες θα ενσωματώνουν την ψυχική υγεία των πυροσβεστών και τη θεσμική υποστήριξη, προκειμένου να προστατευθεί η υγεία τους και να ενισχυθεί η επιχειρησιακή τους ικανότητα.Introduction: Firefighters constitute a professional group with a high degree of exposure to multiple occupational hazards, which are associated with significant health burdens, both physically and mentally. They show signs of increased prevalence of respiratory diseases, cancers, cardiovascular conditions, and various mental disorders. The occupational health of firefighters represents a critical area of intervention for public health, as it concerns disease prevention in a profession that is vital for the environment and social safety. Aim: The identification of the most common occupational hazards and major diseases related to firefighters’ occupational exposure, as well as the review of the literature regarding public health interventions that have been implemented internationally for their protection. The aim is to highlight good practices, as reflected in the international literature, and to provide evidence-based potential solutions for addressing the health problems faced by firefighters. Methods: This study follows the methodological approach of a systematic review, in accordance with the PRISMA 2020 (Preferred Reporting Items for Systematic Reviews and Meta-Analyses) guidelines. The research questions explored were: a) What are the most frequent occupational hazards firefighters are exposed to? b) Which physical and mental health conditions are directly related to firefighters’ occupational activity? c) Which public health interventions for protecting firefighters’ health are implemented at an international level? A literature search was conducted in the scientific databases PubMed and Scopus for the period 2020–2025, including randomized and non-randomized clinical studies, cross-sectional, prospective, and retrospective cohort studies, environmental exposure assessment studies, case-control studies, as well as systematic reviews referring to professional firefighters. The primary outcome assessed was the occupational diseases most frequently observed among firefighters. Initially, study selection was performed based on title and abstract screening, followed by full-text reading for final inclusion. Inclusion criteria also encompassed primary studies and systematic reviews, that examined the impact of occupational hazards on firefighters’ health and evaluated relevant preventive interventions. Non-scientific sources, articles without full-text access, and studies not focusing on professional firefighters were excluded. Finally, data were extracted into tables, including study titles, authors, year of publication, country, study type, assessment method, results and key findings, confounding factors, and comments/suggestions for improving firefighters’ health. Results: Forty (40) studies, out of the total 627 initially retrieved, were included in the present review. Regarding the first research question, fifteen (15) studies were included, of which ten (10) focused on chemical hazards faced by professional firefighters, two (2) on physical hazards, one (1) on psychosocial hazards, and one (1) on occupational hazards. As shown by the review, firefighters are exposed to multiple hazards—physical, chemical, biological, and psychosocial—which are directly related to their work environment, smoke, toxic particles, and highly stressful working conditions. For the second research question of the same fifteen (15) studies, eight (8) addressed physical health and seven (7) mental health of firefighters. Specifically, regarding physical health, three (3) studies were related to respiratory diseases, three (3) to cancer, one (1) to cardiovascular diseases, and one (1) to inflammatory/metabolic effects. Regarding mental health, five (5) studies focused on psychological disorders experienced by firefighters, and two (2) on neurological/cognitive disorders. The main occupationally related diseases include respiratory conditions, cardiometabolic disorders, cancer, and mental/cognitive disorders such as anxiety, depression, and reduced cognitive function. Finally, concerning the third research question, ten (10) studies were included, of which six (6) addressed interventions related to firefighters’ physical fitness and performance, two (2) focused on mental health interventions, one (1) analyzed environmental interventions, and one (1) examined safety tactics. Implementing programs targeting physical fitness, psychosocial support, thermoregulation, reduction of exposure to toxic substances, and optimization of work tactics can reduce occupational hazards and improve firefighters’ health and performance. Conclusions: The findings of the review confirm that the firefighting profession is associated with multidimensional risks that affect both physical and mental health. Exposure to harmful factors is continuous, both during the performance of duty and while staying at the stations, while it is noted that the combined application of protective measures, technology, exercise, and psychological support can significantly reduce risks. It is also emphasized that there is a need for specialized national guidelines that incorporate firefighters’ mental health and institutional support, in order to safeguard their health and enhance their operational capacity

    Μεγάλα αιτιακά μοντέλα για χρονική αιτιακή ανακάλυψη

    No full text
    Η αιτιακή ανακάλυψη (Causal Discovery), τόσο για συγχρονικά (cross-sectional) όσο και για χρονικά (temporal) δεδομένα, ακολούθησε παραδοσιακά ένα πρότυπο ειδικό στο εκάστοτε σύνολο δεδομένων (dataset-specific paradigm), όπου ένα νέο μοντέλο εκτιμάται για κάθε μεμονωμένο, διαφορετικό σύνολο δεδομένων. Μια τέτοια προσέγγιση υποεκμεταλλεύεται τις δυνατότητες προεκπαίδευσης πολλαπλών συνόλων δεδομένων και μεγάλης κλίμακας, ειδικά λαμβάνοντας υπ΄όψιν τις πρόσφατες εξελίξεις στα θεμελιώδη μοντέλα (Foundation Models). Η έννοια των Μεγάλων Αιτιακών Μοντέλων (Large Causal Models) οραματίζεται μια κατηγορία προ-εκπαιδευμένων νευρωνικών αρχιτεκτονικών ειδικά σχεδιασμένων για χρονική αιτιακή ανακάλυψη. Οι υπάρχουσες προσεγγίσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό απλές επαληθεύσεις ιδεών, περιορισμένες σε μικρά μεγέθη εισόδου (π.χ., πέντε μεταβλητών), με την απόδοση να υποβαθμίζεται γρήγορα σε βαθμό τυχαίας εικασίας καθώς αυξάνεται ο αριθμός των μεταβλητών ή των παραμέτρων του μοντέλου. Επιπλέον, οι τρέχουσες μέθοδοι βασίζονται έντονα σε περιορισμένο πλήθος συνθετικών δεδομένων που έχουν παραχθεί υπό αυθαίρετες υποθέσεις, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την ικανότητά τους να γενικεύονται σε ρεαλιστικά ή εκτός κατανομής δείγματα. Η παρούσα εργασία αντιμετωπίζει τις παραπάνω προκλήσεις μέσω νέων μεθόδων για εκπαίδευση σε μείξεις συνθετικών και ρεαλιστικών συλλογών δεδομένων, επιτρέποντας τόσο υψηλότερη διαστατιμότητα εισόδου όσο και βαθύτερες αρχιτεκτονικές χωρίς απώλεια απόδοσης. Εκτεταμένα πειράματα καταδεικνύουν πως τα μεγάλα αιτιακά μοντέλα επιτυγχάνουν ανταγωνιστική ή ανώτερη απόδοση σε σύγκριση με κλασσικούς αλγόριθμους αιτιακής ανακάλυψης, διατηρώντας παράλληλα στιβαρότητα, ειδικά σε περιπτώσεις μη συνθετικών δεδομένων. Τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν επίσης υποσχόμενες κατευθύνσεις προς την ενσωμάτωση παρεμβατικών δειγμάτων και εκ των προτέρω γνώσης, προωθώντας περαιτέρω την ανάπτυξη θεμελιωδών μοντέλων για αιτιακή ανακάλυψη.Causal discovery for both cross-sectional and temporal data has traditionally followed a dataset-specific paradigm, where a new model is fitted for each individual dataset. Such an approach underutilizes the potential of multi-dataset and large-scale pretraining, especially given recent advances in foundation models. The concept of Large Causal Models (LCMs) envisions a class of pre-trained neural architectures specifically designed for temporal causal discovery. Existing approaches remain largely proofs of concept, typically constrained to small input sizes (e.g., five variables), with performance degrading rapidly to random guessing as the number of variables or model parameters increases. Moreover, current methods rely heavily on synthetic data, generated under arbitrary assumptions, which substantially limits their ability to generalize to realistic or out-of-distribution samples. This work addresses these challenges through novel methods for training on mixtures of synthetic and realistic data collections, enabling both higher input dimensionality and deeper architectures without loss of performance. Extensive experiments demonstrate that LCMs achieve competitive or superior performance compared to classical causal discovery algorithms, while maintaining robustness across diverse domains, especially on non-synthetic data cases. Our findings also highlight promising directions towards integrating interventional samples and domain knowledge, further advancing the development of foundation models for causal discovery

    Historical consciousness or ethnocentrism? A comparative examination of educational material from the “Education of Muslim Children” program, the sixth-grade history textbook, and other historical material in Greek elementary schools (2007-2024)

    No full text
    Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στη συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας και άλλων συναφών διδακτικών αντικειμένων και στο εκπαιδευτικό υλικό που παρήχθη στο πλαίσιο του προγράμματος «Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων», το οποίο ενίοτε απαντά και ως πρόγραμμα «εκπαίδευσης των παιδιών της Μουσουλμανικής μειονότητας»(στο εξής, θα αναφέρεται εδώ ως ΠΕΜ), με κοινό άξονα αναφοράς συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Στόχος είναι να εντοπιστούν οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τις παιδαγωγικές και ιδεολογικές τους στοχεύσεις. Η ανάλυση εξετάζει τα σχολικά εγχειρίδια όχι μόνο σε επίπεδο διδακτικών μεθόδων αλλά και ως προς τη φύση της ιστορικής αφήγησης, με έμφαση στον βαθμό υιοθέτησης σύγχρονων πρακτικών που διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση μέσω της χρήσης ποικίλων πηγών και εικονογραφικού υλικού ή αντίθετα μέσω της αναπαραγωγής εθνοκεντρικών αφηγήσεων. Παράλληλα διερευνάται κατά πόσο το υλικό του ΠΕΜ ενσωματώνει σύγχρονες αρχές της ιστοριογραφίας και μαθητοκεντρικές διδακτικές προσεγγίσεις, προάγοντας την καλλιέργεια της ιστορικής τους συνείδησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη συμβατότητα του ΠΕΜ με τις ανάγκες του διαπολιτισμικού και δημοκρατικού σχολείου, καθώς και με παιδαγωγικές αρχές όπως η διαθεματικότητα και η βιωματική μάθηση. Η εργασία διαρθρώνεται σε τρία μέρη : (α) την ανάλυση των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας και γεωγραφίας σε αντιπαραβολή με το εκπαιδευτικό υλικό του ΠΕΜ, καθώς και τις διδακτικές πρακτικές που ακολουθούν(β) τη συγκριτική ανάλυση του εγχειριδίου οργάνωσης των επετειακών εκδηλώσεων που προορίζεται για τον εκπαιδευτικό με το αντίστοιχο σχολικό εγχειρίδιο του ΠΕΜ για τις σχολικές επετείους και (γ) την προσέγγιση της θεματικής της ευρωπαϊκής ένωσης από το σχολικό εγχειρίδιο γεωγραφίας και το εγχειρίδιο «Εγώ, εμείς και η Ευρώπη» του εκπαιδευτικού υλικού του ΠΕΜ. Η εργασία φιλοδοξεί να διερευνήσει κατά πόσο τα εγχειρίδια του ΠΕΜ, σε σύγκριση με τα βιβλία γενικής εκπαίδευσης που χρησιμοποιούνται σήμερα στην πρωτοβάθμια, υιοθετούν τις αρχές της σύγχρονης ιστοριογραφίας και διδακτικής της ιστορίας και βάσει αυτών, αν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισηγείται ένα συγκροτημένο εναλλακτικό πρότυπο ιστορικής γνώσης και μάθησης στο δημοτικό σχολείο συμβατό με σύγχρονες παιδαγωγικές αρχές.The following paper focuses on a comparative thematic analysis, between the school textbooks of history and other similar subjects, and the Muslim children’s education program, always based on specific historical events. The purpose of this study is to identify similarities and differences between the two approaches, both in terms of content and pedagogical and ideological goals. The analysis examines school textbooks, not only at the level of teaching methods but also regarding the different approaches of historical events, emphasizing the extent to which they adopt modern practices that shape the historical consciousness using sources and visual material. At the same time, this study investigates the extent to which the MEP material incorporates modern principles of histography and student-cantered teaching methods fostering the development of historical consciousness. Emphasis is also placed on the comparability of the MEP, with the needs of an intercultural and democratic school, as well as with pedagogical principles such as interdisciplinary and experimental learning. The study is structured in three parts: A) the analysis of History and Geography school textbooks in comparison with MEP material, as well as the teaching methods they follow B) the comparative analysis of the textbooks that organize historical events, with the corresponding MEP school textbook C) the examination of how the theme of the European Union is approached in the geography school textbooks and in the MEP handbook named “Me, Us and Europe” The paper aims to investigate to what extent the MEP educational material, in comparison with the textbooks-that are currently used in primary schools- adopts the principles of modern historiography and based on them whether it can be considered as concrete alternative model of historical knowledge and learning compatible with modern pedagogical principles

    Design, Implementation, and Evaluation of Educational Material using the Distance Education methodology : Teaching Literature in the 3rd Grade of Primary School, Case Study "The Little Prince"

    No full text
    Η παρούσα Διπλωματική εργασία αποτελεί μια προσπάθεια σχεδιασμού, υλοποίησης και αποτίμησης ενός συμπληρωματικού εκπαιδευτικού υλικού, το οποίο δημιουργήθηκε με βάση τη μεθοδολογία και της αρχές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Η θεματική του υλικού βασίστηκε στη διδασκαλία της Λογοτεχνίας στη Γ΄ Δημοτικού και συγκεκριμένα στο παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο του Αντουάν ντε Σαιντ- Εξυπερύ «Ο Μικρός Πρίγκιπας». Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας, είναι να διερευνηθεί εάν η διδασκαλία της Λογοτεχνίας στη Γ΄ Δημοτικού, μέσω του συγκεκριμένου λογοτεχνικού βιβλίου, με τη μεθοδολογία της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, βελτιώνει την διάθεση των παιδιών για μάθηση και αναπτύσσει την δημιουργικότητα και την κριτική τους σκέψη. Για την αποτίμησης του εκπαιδευτικού υλικού, πραγματοποιήθηκε μια ποιοτική έρευνα, μέσω ερωτηματολογίου, σε ειδικούς της ΕξΑΕ με σκοπό να διερευνηθεί εάν σχεδιάστηκε σύμφωνα με τις αρχές και τη μεθοδολογία της ΕξΑΕ, καθώς και αν το περιεχόμενό του συμπεριλάμβανε τις Αρχές της Πολυμεσικής Μάθησης. Σε συνέχεια, μαθητές και μαθήτριες της Γ΄ Δημοτικού, έπειτα από αλληλεπίδρασή τους με το ΕΥ, το αποτίμησαν με στόχο να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητά του στην ενίσχυση της κατανόησης του περιεχομένου του καθώς και η συμβολή του στην παρότρυνση των μαθητών/ μαθητριών να διαβάζουν περισσότερα λογοτεχνικά βιβλία.This thesis is an attempt to design, implement, and evaluate supplementary educational material, which was created based on the methodology and principles of distance learning. The subject of the material was based on the teaching of literature in the third grade of elementary school, specifically on Antoine de Saint-Exupéry’s children's book "The Little Prince." The purpose of this thesis is to investigate whether teaching literature in the third grade of elementary school through this particular children's book using distance learning methodology, improves children's willingness to learn and develops their creativity and critical thinking. To evaluate the educational material, a qualitative survey was conducted using a questionnaire with distance learning experts to see if it was designed according to distance learning principles and methods, and if its content included the principles of multimedia learning. Then, third-grade students, after interacting with the educational material, they evaluated it with the aim of investigating its effectiveness in enhancing understanding of its content and its contribution to encouraging students to read more literary books

    Is it ethically and legally valid to display (recent) human remains for aesthetic pleasure?

    No full text
    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ανθρώπινα κατάλοιπα σε όποια μορφή κι αν αυτά βρίσκονται, εμπερικλείουν μια ιερότητα την οποία οφείλουμε να σεβαστούμε κατά την διαδικασία της όποιας διαχείρισης αυτών προβούμε. Ωστόσο ο σύγχρονος τρόπος έκθεσης προσφάτων ανθρώπινων υπολειμμάτων, μέσω της εδώ και λίγες δεκαετίες ανάπτυξης της τεχνικής της πλαστίνωσης, έχει προκαλέσει και συνεχίζει να προκαλεί έντονες αντιδράσεις, τόσο από το κοινό όσο και από τους εργαζομένους σε εκθεσιακούς και μουσειακούς χώρους. Είναι σημαντικό να διερευνηθούν μια σειρά από ζητήματα, ορισμένα εκ των οποίων είναι, ποιοι είναι οι στόχοι της έκθεσης και των δημιουργών της, ποιο το δυνητικό κοινό αυτής, το αποδεκτό ή μη του τρόπου απόκτησης των νεκρών αυτών σωμάτων (από νομική και βιοηθική σκοπιά), κι αν θα πρέπει να υπάρξει περιορισμός και έλεγχος στον τρόπο έκθεσης και παρουσίασης αυτών. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν οι δημιουργοί της έκθεσης ανθρώπινων καταλοίπων εκθέτουν μια εγγενή αξία που λίγο χρόνο πριν υπήρχε ως πρόσωπο, με την ανάμνησή του ζωντανή σε φίλους και οικείους, ή αν εκθέτουν ένα ανθρώπινο νεκρό σώμα, ακριβώς με τον τρόπο που θα εργάζονταν προκειμένου να εκθέσουν και να αναδείξουν πτυχές ενός ελαστικού αντιγράφου, όπως αυτά που χρησιμοποιούν οι φοιτητές ιατρικής και άλλοι σπουδαστές (βιο)ιατρικών επιστημών. Για να απαντηθούν τα παραπάνω, ή να μπορέσουμε να κάνουμε μια κατά το δυνατόν ικανοποιητική προσέγγιση στο ζήτημα, θα πρέπει προηγουμένως να κατανοήσουμε ποια λειτουργία και ποιος στόχος εξυπηρετείται από την εν λόγω έκθεση ανθρώπινων καταλοίπων και πώς αυτός ο στόχος πραγματώνεται. Κυρίως αν ο στόχος αυτής είναι εκπαιδευτικός, καλλιτεχνικός, εμπορικός ή συνδυασμός αυτών και πως αυτό αποδεικνύεται. Όπως κι αν είναι, οι εκθέσεις αυτές προκάλεσαν το έντονο ενδιαφέρον του κοινού, κι αυτό καθιστά το θέμα εξαιρετικά σοβαρό, αν το συνδυάσει κανείς με την υπερίσχυση στην παιδεία και σε όλη την μέριμνα του σύγχρονου ανθρώπου μιας κατά το πλείστον τεχνικού προσανατολισμού παιδείας και βιωτής, με ολοένα και λιγότερη πρόνοια (δημόσια και ιδιωτική) για την καλλιέργεια του ανθρωπιστικού φάσματος της ζωής μας.There is no doubt that human remains, in whatever form they are found, embody a sacredness that we must respect in the process of managing them. However, the modern way of exhibiting recent human remains, through the development of plastination techniques over the past few decades, has provoked and continues to provoke strong reactions, both from the public and from those working in exhibition and museum spaces. It is important to explore a number of issues, some of which are what are the objectives of the exhibition and its creators, what is its potential audience, whether or not the manner in which these dead bodies were acquired is acceptable (from a legal and bioethical point of view), and whether there should be restrictions and controls on how they are exhibited and presented. The key question that needs to be answered is whether the creators of the exhibition of human remains are exhibiting an intrinsic value that existed as a person not long ago, with their memory alive in friends and loved ones, or whether they are exhibiting a dead human body, in exactly the same way that they would work to expose and highlight aspects of a flexible replica, such as those used by medical students and other students of (bio)medical sciences. In order to answer the above questions, or to be able to make as satisfactory an approach to the issue as possible, we must first understand what function and what purpose is served by the exhibition of human remains and how this purpose is achieved. Mainly, whether the purpose is educational, artistic, commercial, or a combination of these, and how this is demonstrated. Be that as it may, these exhibitions have aroused intense public interest, and this makes the issue extremely serious when combined with the predominance in education and in all aspects of modern life of a largely technical orientation in education and lifestyle, with less and less provision (public and private) for the cultivation of the humanistic spectrum of our lives

    H επίδραση της εργοθεραπευτικής παρέμβασης στη συμπεριφορά και την γαστρεντερική υγεία παιδιών με διαταραχή αυτιστικού φάσματος

    No full text
    Children with Autism Spectrum Disorder (ASD) frequently exhibit comorbid gastrointestinal (GI) symptoms, which are associated with increased behavioral difficulties, anxiety, and sensory dysregulation. While occupational therapy is commonly used to address adaptive functioning in ASD, its potential impact on GI symptoms remains largely unexplored. This pilot study aimed to evaluate the effects of a 12-week individualized occupational therapy intervention in children with ASD, focusing not only on functional and behavioral outcomes, but also on potential changes in GI symptoms. Eighteen children aged 4–9 years diagnosed with ASD participated in a 12-week OT program based on the Occupational Therapy Practice Framework (OTPF-4), and data-driven decision- making and also followed the sensory integration principles . Participants were grouped into those with GI symptoms (n = 9) and without (n = 9). Pre- and post-intervention data were collected using parent-reported questionnaires: Vineland-3, Sensory Profile 2, Rome IV and PedsQL. Significant improvements were observed in adaptive behavior, especially daily living skills and socialization. Children with GI symptoms showed greater reductions in maladaptive behaviors and sensory hyperreactivity. The prevalence of GI symptoms decreased from 50% to 22.2% post-intervention, though this trend did not reach statistical significance (p = 0.06). No adverse events were reported. Children with ASD and co-occurring GI symptoms may benefit more from sensory-focused occupational therapy. Improvements in sensory processing and self-regulation could mediate changes in both behavior and GI function. These findings highlight the need for integrative treatment models that consider the gut–brain axis in ASD. Larger randomized trials with objective GI measures are needed to validate these preliminary results

    Design, production implementation, and evaluation of interactive educational material for remotional education for THW topic of Introduction to Tourism Management

    No full text
    Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, σχεδιάστηκε, υλοποιήθηκε και αποτιμήθηκε εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία του μαθήματος του Τουριστικού Μάνατζμεντ για σπουδαστές ΣΑΕΚ. Το υλικό απευθύνεται πιο συγκεκριμένα σε πρωτοετής σπουδαστές ΣΑΕΚ, οι οποίοι εξετάζονται στην ενότητα αυτή για τη λήψη πιστοποίησης επαγγελματικής επάρκειας . Για την υλοποίηση του εκπαιδευτικού υλικού αξιοποιήθηκε η μεθοδολογία της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, αλλά και θεωρίες, αρχές και μοντέλα σχεδιασμού εκπαιδευτικού υλικού που έχουν προταθεί από θεωρητικούς του πεδίου, μεταξύ των οποίων το μοντέλο West- Λιοναράκης, η Γνωστική θεωρία Πολυμεσικής μάθησης του Mayer και το συνομιλιακό μοντέλο της Laurillard. Το εκπαιδευτικό υλικό δημιουργήθηκε στο λογισμικό H5P και ενσωματώθηκε στην πλατφόρμα student.edivea. Για την αποτίμηση του εκπαιδευτικού υλικού διεξήχθη ποιοτική έρευνα με δείγμα 4 ειδικούς στην ΕξΑΕ, 2 εκπαιδευτές ενηλίκων, με μακροχρόνια εμπειρία στη διδασκαλία του μαθήματος και 6 πρωτοετείς σπουδαστές. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι το Ε.Υ. είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και βιβλιογραφικά πλαισιωμένο, παρουσιάζει το γνωστικό αντικείμενο απλά και κατανοητά, είναι διαδραστικό και αλληλεπιδραστικό, στηρίζει τον εκπαιδευόμενο στη μελέτη του και τον καθοδηγεί στην αυτό-μάθηση, είναι εύχρηστο, ενδιαφέρον και πρωτότυπο, ανατροφοδοτεί συνεχώς τον εκπαιδευόμενο, του δίνει τη δυνατότητα της αυτό- αξιολόγησης, εμπεριέχει τον σκοπό και τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα, στα οποία ανταποκρίνεται και είναι συνεπές ως προς τη θεωρία της πολυμεσικής μάθησης.In the context of this work the present study, educational material was for the teaching for teaching the introductory module of the Tourism Management course for SAEK students. The material is addressed more specifically to first-year SAEK students pupils of the third grade, who are examined in this module for obtaining professional proficiency. For the implementation of the educational material, the methodology of distance education was utilized used, as well as theories, principles and models of educational material design that have been proposed by theorists in the field, including the WestLionarakis model, Mayer's Cognitive Theory of Multimedia Learning and Laurillard's conversational model. The training material was created in the H5P software and integrated into the student.edivea platform. To evaluate the educational material, a qualitative study survey was conducted with a sample of 4 experts in the Greek Higher Distance Education System, 2 adult educators with long-term experience in teaching the subject and 6 first-year students. The data collection tools instruments were questionnaires with open-ended questions, one for each group of participants. The results of the study survey showed that the E.Y. educational material is scientifically documented based and bibliographically framed, presents the subject matter simply and understandably in a simple and understandable way, is interactive and interdependent, supports the learner in his/her study and guides him/her in self-learning, is easy to use, interesting and original, constantly provides continuous feedback to the learner, gives him the opportunity forenables self-evaluation, contains the purpose and the expected learning outcomes, to which it responds and is consistent with the theory of multimedia learning

    Cultural diversity and inclusion : a case study of social interaction in a mixed ability classroom

    No full text
    Στη παρούσα εργασία περιγράφεται μια έρευνα δράση που πραγματοποιήθηκε σε τάξη μεικτής ικανότητας ενός δημοτικού σχολείου σε σχέση με την κοινωνική αλληλεπίδραση και την ενδυνάμωση των απορριπτόμενων ή παραμελημένων μαθητών. Το δείγμα αποτέλεσαν μαθητές με διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα, μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες αλλά και μαθητές που αντιμετώπιζαν προβλήματα με τις κοινωνικές τους δεξιότητες. Σκοπός ήταν η ενίσχυση της κοινωνικής αποδοχής τους όπως και η ένταξη των μαθητών με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο και μαθησιακά προβλήματα στην ομάδα της τάξης. Ερευνητικό ενδιαφέρον προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας για να προσδιοριστούν οι παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινωνική θέση των μαθητών όπως και να εξετασθεί η συσχέτιση της θρησκευτικότητας των μαθητών της τάξης με την κοινωνική τους θέση. Αρχικά εφαρμόστηκε το κοινωνιομετρικό test πριν και μετά την παρέμβαση της έρευνας για τον προσδιορισμό της κοινωνικής θέσης των μαθητών και στο τέλος της έρευνας δόθηκε στους μαθητές ερωτηματολόγιο (Centrality of Religiosity Scale -CRS) για την μέτρηση της θρησκευτικότητάς τους. Παρατηρήθηκε ότι οι απορριπτόμενοι ή παραμελημένοι μαθητές δεν άνηκαν στους μαθητές που εμφάνιζαν υψηλή παρουσία θρησκευτικότητας και ότι το στοιχείο της θρησκευτικότητας που χαρακτηρίζει την προσωπική και πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών επηρέαζε σε ένα μικρό βαθμό την κοινωνική τους αλληλεπίδραση.This paper describes an action research conducted in a mixed-ability classroom of a primary school in relation to social interaction and the empowerment of rejected or neglected students. The sample consisted of students with a different cultural identity, students with learning difficulties and students who faced problems with their social skills. The aim was to enhance their social acceptance as well as the integration of students with different cultural backgrounds and learning problems into the class group. Research interest was aroused during the research to determine the factors that shape the social position of the students as well as to examine the correlation of the religiosity of the students in the class with their social position. Initially, the sociometric test was applied before and after the research intervention to determine the social position of the students and at the end of the research the students were given the questionnaire (Centrality of Religiosity Scale -CRS) to measure their religiosity. It was observed that rejected or neglected students did not belong to the students who displayed a high presence of religiosity and that the element of religiosity that characterizes the personal and cultural identity of the students affected their social interaction to a small extent

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇