Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
Not a member yet
    5290 research outputs found

    Romeo and Juliet in Recurrence of Blissful Sounds: An Interview with Vasileia Moschou (from Acoudrama)

    No full text
    No abstract availabl

    Gedanken zu status und Entwicklungsmöglichkeiten des ‚Rates der Republik‘ (‚Συμβούλιον της Δημοκρατίας‘) in der griechischen Verfassungswirklichkeit

    No full text

    Anticoagulation strategies in Extracorporeal Membrane Oxygenation (ECMO)

    No full text
    Extracorporeal Membrane Oxygenation (ECMO) is an advanced system of short-term mechanical cardiorespiratory support indicated for patients with life-threatening cardiac and/or respiratory failure. The circuit includes the centrifugal pump, the oxygenator, and a closed circuit of cardiopulmonary bypass tubing. Due to the contact of the blood with the artificial surfaces, the use of anticoagulation is mandatory to avoid the formation of clots, reducing the risk of embolism while at the same time minimizing the inflammatory reaction created by the exposure of the blood to the surface of the circuit. Anticoagulants mainly include heparin and its derivatives that differ in molecular weight as well as novel agents that inhibit thrombin formation. Anticoagulation is monitored through various plasma-based laboratory tests and clinical evaluations. Management of anticoagulation in ECMO requires a multidisciplinary approach, involving intensivists, perfusionists, hematologists, and other healthcare professionals, to ensure optimal patient outcomes. While there have been several small studies that have attempted to evaluate the safety and efficacy of various anticoagulation strategies, institutions currently use a variety of independently developed approaches due to a lack of published accepted guidelines based on solid clinical evidence

    Health Technology Assessment bodies and their influence on the availability of orphan drugs in Europe

    No full text
    ABSTRACT Introduction: Regional and national HTA bodies make recommendations on medicines that can be financed or reimbursed by the healthcare system in a particular European country. A close collaboration between regulatory authorities and HTA bodies is crucial to enable patients to have access to orphan drugs and also aims to facilitate important decision-making by passing on information as part of the respective assessments (1). Methods: In order to illustrate the differences between the HTA recommendations and their influence on the availability of orphan drugs, a comparison between the different HTA bodies of some European countries was summarised in a table. Results: With regard to the proportion of orphan drugs eligible for reimbursement in the total number of orphan drugs to be assessed, the highest values were found in Sweden, Germany, the Netherlands and France. The different HTA approaches and the different handling of the specifics of orphan drugs influence the final decisions. Conclusion: One of the goals of the European Medicines Agency (EMA) is to make the process of marketing authorization and reimbursement of orphan drugs more uniform in all European countries. In the meantime, however, there is a risk that the different approaches to orphan drug assessments will further contribute to unequal patient access to these medicines

    Stem cell therapy in Multiple Sclerosis: are we there yet?

    No full text
    Multiple sclerosis (MS) is characterized as a multifocal inflammatory disorder of the Central Nervous System (CNS) and is the most common cause of neurological disability in young adults worldwide. The etiopathogenesis of the disease is composed of gene and epigenetic mechanisms, viral infections, and other factors such as obesity and smoking. The pathophysiology is dominated by the presence of large confluent demyelinating lesions in the white matter of the CNS, and the diagnosis of the disease is the result of a combination of imaging and clinical features. As far as the available Disease Modifying Therapies (DMTs) are concerned, however, it is true that there are patients who do not have a reduction of inflammatory processes or are limited by the various side effects. Adding to the landscape of disease management is stem cell therapy, which involves transplanting patients with various types of stem cells, increasing the number of treatment options. The predominant stem cells that have been tested are mesenchymal stem cells, but other types of stem cells have also been studied, such as autologous hematopoietic stem cells, neural stem cells, human embryonic stem cells and induced pluripotent stem cells. In this review, Pubmed, ScienceDirect and Scopus databases were searched and the results of clinical trials from the last five years involving treatment with: a) umbilical cord mesenchymal stem cells, b) autologous hematopoietic stem cells, c) autologous -and non-autologous- mesenchymal stem cells and d) neural progenitor stem cells were summarized. Finally, clinical studies were collected: a) to evaluate NfL and CXCL13 levels in CSF after treatment with MSCs, b) to evaluate neurophysiological effects of TMS after treatment with aMSCs, c) to evaluate the safety and clinical efficacy of biomarkers of repeated intra-abdominal administration of MSC-NTF cells, and d) the results of the STEMS study

    THE ROLE OF SELF-COMPASSION IN LONELINESS

    No full text
    Self-compassion has recently gained attention in research and clinical practice, as it is associated with psychological health and overall well-being. Equally, loneliness has become a worldwide concern for many people and intensified by the recent COVID-19 pandemic. Previous findings have suggested that self-compassion is associated with more social connections, while self-compassion and loneliness correlate negatively. This study examined the association between self-compassion and loneliness after controlling for social isolation. One hundred ninety-eight participants (66.2% women) between the ages of 21 and 65 completed a series of online questionnaires measuring self-compassion, loneliness, perceived social support, and social isolation.  Self-compassion was significantly negatively correlated with loneliness. Furthermore, self-compassion predicted levels of loneliness even after controlling for age, perceived social support, and social isolation.

    Επιβολή προστίμου και εντολή συμμόρφωσης σε Ευρωβουλευτή και στο Υπουργείο Εσωτερικών κατόπιν διαρροής αρχείου προσωπικών δεδομένων αποδήμων

    No full text
    ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΠριν από τις Ευρωεκλογές του Ιουνίου 2024, η ΑΠΔΠΧ εξέδωσε μια απόφαση με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, η οποία αφορά το πολυσυζητημένο ζήτημα της πολιτικής επικοινωνίας, δηλ., της επικοινωνίας που πραγματοποιείται από πολιτικά κόμματα, βουλευτές, ευρωβουλευτές, παρατάξεις και κατόχους αιρετών θέσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση ή υποψηφίους στις βουλευτικές εκλογές, τις εκλογές του ΕΚ και τις εκλογές των ΟΤΑ, σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, προεκλογική ή μη, για την προώθηση πολιτικών ιδεών, προγραμμάτων δράσης ή άλλων δραστηριοτήτων με σκοπό την υποστήριξή τους και τη διαμόρφωση πολιτικής συμπεριφοράς. Με την απόφαση 16/2024 ΑΠΔΠΧ, συγκεκριμένα, επιβλήθηκε πρόστιμο και εντολή συμμόρφωσης τόσο στην Ευρωβουλευτή όσο και στο Υπουργείο Εσωτερικών για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των εκλογέων, η οποία έλαβε χώρα με τη διαβίβαση από το Υπουργείο που η ΑΠΔΠΧ χαρακτήρισε ως διαρροή δεδομένων (βλ. άρθρ. 33 επ. ΓΚΠΔ)[1].Σαφώς, η επικοινωνία των πολιτικών με τους εκλογείς τους είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση άποψης σχετικά με τα πολιτικά κόμματα και τους πολιτικούς, ωστόσο, η απευθείας προώθηση μηνυμάτων στους δεύτερους από τους πρώτους επεμβαίνει στο δικαίωμα στην ιδιωτική τους ζωή και πρέπει να γίνεται στάθμιση του δικαιώματος αυτού με την ανάγκη πληροφόρησης των εκλογέων σχετικά με το εκλογικό πρόγραμμα των πολιτικών κομμάτων και τις θέσεις των υποψηφίων[2].Η ΑΠΔΠΧ είχε υιοθετήσει μια περιοριστική πρακτική στο παρελθόν, κρίνοντας παράνομη την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προς τον σκοπό της πολιτικής επικοινωνίας, καθώς είχε την άποψη ότι απαιτείται ρητή συγκατάθεση, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 11 Ν. 3471/2006 που διέπει τη μη ζητηθείσα επικοινωνία για σκοπούς εμπορικής προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών.Την πρακτική αυτή ανέτρεψε η υπ’ αριθ. 1343-5/2022 ΣτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι η πολιτική επικοινωνία προστατεύεται από το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του γενικού δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.), του δικαιώματος των πολιτών στην πληροφόρηση (άρθρο 5Α παρ. 1 Συντ.), και της εκπλήρωσης της συνταγματικής αποστολής των πολιτικών κομμάτων (άρθρο 29 παρ. 1 Συντ.). Το Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένη την υπαγωγή της πολιτικής επικοινωνίας στη διάταξη του άρθρου 11 Ν. 3471/2006 που αφορά αποκλειστικά την ηλεκτρονική επικοινωνία για εμπορικούς σκοπούς, όπως προαναφέρθηκε.Συνακόλουθα, η Αρχή εξέδωσε τις Κατευθυντήριες γραμμές 1/2023 (Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα), όπου αναλύει τις προϋποθέσεις ώστε να είναι σύννομη η πολιτική επικοινωνία[3].Σε εφαρμογή των παραπάνω αρχών, η Αρχή έκρινε το ζήτημα της αποστολής αζήτητης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από Ευρωβουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, με πολιτικό περιεχόμενο, για την οποία υποβλήθηκαν καταγγελίες από Έλληνες του εξωτερικού.Όσον αφορά την Ευρωβουλευτή, με την απόφαση κρίθηκε ότι η συλλογή των προσωπικών δεδομένων αποδήμων, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας, εκ μέρους της, από τον τ. Γραμματέα Αποδήμων της ΝΔ, σε χρόνο εκτός προεκλογικής περιόδου, με ηλεκτρονικό τρόπο (εφαρμογή WhatsApp), αποτελεί αθέμιτη, μη αντικειμενική και μη σύννομη επεξεργασία: Δεδομένου ότι η εν λόγω επεξεργασία (συλλογή) έγινε κατά παράβαση μιας σειράς διατάξεων της εκλογικής νομοθεσίας, όπως κρίθηκε από την Αρχή, δεν θα μπορούσε να είναι ευλόγως αναμενόμενο για τα υποκείμενα (εκλογείς εξωτερικού) ότι τα προσωπικά τους δεδομένα που τηρεί το Υπουργείο Εσωτερικών για τον σκοπό της άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους, θα βρίσκονταν στην κατοχή μιας Ευρωβουλευτή και θα χρησιμοποιούνταν για το σκοπό της πολιτικής επικοινωνίας μέσω e-mail.Όπως γίνεται σαφές, η Αρχή θεώρησε ότι η συλλογή των προσωπικών δεδομένων των αποδήμων Ελλήνων εκλογέων έγινε κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας (άρθρο 5 παρ. 1 στ΄ ΓΚΠΔ). Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αντίστοιχα, η γαλλική Αρχή θεωρεί ότι είναι νόμιμη η πρακτική της συλλογής διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από πολιτικά κόμματα ή υποψηφίους[4]. Στη Χώρα μας, δεν είναι όμως σαφές το νομικό πλαίσιο χορήγησης τέτοιων δεδομένων για τους σκοπούς της πολιτικής επικοινωνίας και σε αυτό στηρίζεται η ΑΠΔΠΧ για να κρίνει παράνομη τη συλλογή δεδομένων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, σε προηγούμενη Γνωμοδότηση της ΑΠΔΠΧ, την υπ’ αριθ. 7/2021 σχετικά με την πρόσβαση των υποψηφίων στις εκλογές του ΔΣΑ στα στοιχεία επικοινωνίας των Δικηγόρων - μελών του ΔΣΑ[5], η Αρχή έκρινε ότι όσον αφορά τη διαβίβαση των στοιχείων επικοινωνίας τους από τη διοίκηση του συλλόγου προς τους υποψηφίους, η νομιμότητα της διαβίβασης μπορεί να βασιστεί στο άρθρο 6 παρ. 1 ε΄ ΓΚΠΔ, δηλ. την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για τη λειτουργία του Συλλόγου, ως ΝΠΔΔ και τη διεξαγωγή των αρχαιρεσιών ανάδειξης ΔΣ με τρόπο που να εξασφαλίζει την προβολή των θέσεων όλων των υποψηφίων.Περαιτέρω, στην απόφαση 16/2024 ΑΠΔΠΧ η Αρχή δέχθηκε ότι η  επεξεργασία αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομική βάση του υπέρτερου έννομου συμφέροντος (άρθρο 6 παρ. 1 στ΄ ΓΚΠΔ), αφού, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω περιστάσεις, το δικαίωμα των απόδημων εκλογέων στην προστασία των προσωπικών τους δεδομένων υπερέχει καταφανώς του εννόμου συμφέροντος της Ευρωβουλευτή να επικοινωνήσει μαζί τους ατομικά προς διάδοση των πολιτικών της δράσεων και ιδεών.  Η θεμελίωση αυτή, όμως, κατά την άποψή μας, δεν συμβαδίζει με την ως άνω αναφερόμενη νομολογία του ΣτΕ, καθώς η κοινοποίηση πολιτικών μηνυμάτων είναι αναγκαία για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και τη διαμόρφωση πολιτικής άποψης των εκλογέων. Τυχόν, δε, υιοθέτηση της θέσης ότι δεν μπορούν να ενημερώνονται οι εκλογείς από τους υποψηφίους πολιτικούς θα παραβίαζε ευθέως το δικαίωμα στο σχηματισμό άποψης που αποτελεί βασική συνιστώσα του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης (την ελευθερία γνώμης), κατά το άρθρο 10 ΕΣΔΑ, το οποίο δεν υπόκειται καν σε περιορισμούς, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Επιπλέον, η θέση αυτή αντιβαίνει στις Κατευθυντήριες Γραμμές 01/2023, όπου αναφέρεται ότι η πολιτική επικοινωνία μπορεί να στηρίζεται στη νομική βάση του υπέρτερου εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας (άρθρο 6 παρ. 1 στ΄ ΓΚΠΔ).Τέλος, όσον αφορά το Υπουργείο Εσωτερικών, η απόφαση της ΑΠΔΠΧ έκρινε ότι ήταν παράνομη η διαβίβαση αρχείου με προσωπικά δεδομένα των εκλογέων εξωτερικού, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στην ισχύουσα νομοθεσία. Χαρακτηριστικά, η απόφαση αναφέρει ότι: «το γεγονός αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητα περιστατικό παραβίασης της εμπιστευτικότητας προσωπικών δεδομένων και άρα παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 4 περ. 12 του ΓΚΠΔ, καθώς είναι βέβαιο ότι τα υφιστάμενα μέτρα παραβιάστηκαν και υπήρξε άνευ άδειας κοινολόγηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν, τα οποία μάλιστα στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε περαιτέρω επεξεργασία». Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στις Κατευθυντήριες γραμμές 01/2023 η Αρχή αναφέρει τα στοιχεία ταχυδρομικής διεύθυνσης πολιτών για την αποστολή υλικού πολιτικής επικοινωνίας μέσω παραδοσιακού ταχυδρομείου δύνανται να έχουν ληφθεί και από τους εκλογικούς καταλόγους, καθώς «οι εκλογικοί κατάλογοι αποτελούν νόμιμη πηγή σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 και 6 ν. 2623/1998 και το άρθρο 23 του κωδικοποιητικού π.δ. 96/2007»[6].Ιωάννης ΙγγλεζάκηςΚαθηγητής Τμ. Νομικής ΑΠΘ[1] Βλ. ΑΠΔΠΧ, https://www.dpa.gr/el/enimerwtiko/prakseisArxis/epiboli-prostimoy-kai-entoli-symmorfosis-se-eyroboyleyti-kai-sto[2] Βλ. σχετ. την πρόσφατη Ανακοίνωση της CNIL, Élections européennes 2024 : le plan d’action de la CNIL pour protéger les données des électeurs, διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση:  https://www.cnil.fr/fr/elections-europeennes-2024-le-plan-daction-de-la-cnil-pour-proteger-les-donnees-des-electeurs και τις γενικότερες κατευθύνσεις που δίνει η γαλλική εποπτική Αρχή: https://www.cnil.fr/fr/thematiques/partis-politiques-et-candidats[3] Βλ. https://www.dpa.gr/el/enimerwtiko/prakseisArxis/kateythyntiries-grammes-12023-politiki-epikoinonia[4] Βλ. https://www.cnil.fr/fr/communication-politique-courriel-liste-electorale-consulaire[5] Βλ. https://www.dpa.gr/sites/default/files/2021-11/gnomodotisi%207_2021anonym.pdf[6] Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές, ό.π., σελ. 10

    Σύστημα γεωεντοπισμού

    No full text
    Εργαζόμενος κατήγγειλε ότι η εταιρία στην οποία εργαζόταν και η οποία του είχε παραχωρήσει ένα αυτοκίνητο που διέθετε σύστημα γεωεντοπισμού, έκανε χρήση του συστήματος κατά τη διάρκειας της άδειάς του, προφανώς εκτός ωρών εργασίας, για να εντοπίσει τον εργαζόμενο. Η εν λόγω εταιρία ισχυρίσθηκε ότι αυτό οφείλονταν στο ότι δεν επιτρεπόταν χρήση του οχήματος εκτός του ωραρίου.Η Αρχή έκρινε ότι αυτή η χρήση του συστήματος γεωεντοπισμού εκτός ωρών εργασίας για τον εντοπισμό του εργαζομένου ήταν παράνομη και ότι έλαβε χώρα ελλιπής ενημέρωση του εργαζομένου. Όσον αφορά ειδικά τη χρήση του συστήματος αυτού, η Αρή παραπέμπει στη Γνώμη 2/2017 της Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29 σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων στην εργασία, όπου αναφέρεται ότι "ότι λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα των δεδομένων θέσης, δεν είναι πιθανό να υπάρχει νομική βάση για την παρακολούθηση της θέσης των οχημάτων των εργαζομένων εκτός του συμφωνημένου ωραρίου εργασίας. Ωστόσο, εάν υπάρχει τέτοια ανάγκη, θα πρέπει να εξετάζεται χρήση που θα είναι ανάλογη των κινδύνων. Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι, για την πρόληψη της κλοπής οχημάτων, η θέση του οχήματος δεν καταγράφεται εκτός του ωραρίου εργασίας, εκτός εάν το όχημα εγκαταλείψει μια ευρύτερη τοποθεσία (περιφέρεια ή ακόμα και χώρα). Επιπλέον, η τοποθεσία θα εμφανίζεται μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης – ο εργοδότης ενεργοποιεί την ορατότητα της θέσης, προσπελάζοντας δεδομένα που έχουν ήδη αποθηκευτεί από το σύστημα, όταν το όχημα βγαίνει από μια προκαθορισμένη περιοχή". Τέτοιο ειδικοί λόγοι δεν συνέτρεχαν στην υπό κρίση περίπτωση, οπότε ορθώς κρίθηκε ως παράνομη η προαναφερόμενη επεξεργασία από την καταγγελόμενη εταιρία.

    Behavioural targeting (Συμπεριφορική στόχευση) και δίκαιο προστασίας δεδομένων στην έννομη τάξη της ΕΕ

    No full text
    Στη μελέτη αυτή παρουσιάζεται το φαινόμενο της συμπεριφορικής στόχευσης, όπως γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αναφέρεται στην πρακτική της παρακολούθησης και ανάλυσης της διαδικτυακής συμπεριφοράς, των προτιμήσεων και των δραστηριοτήτων των ατόμων με σκοπό την παροχή εξατομικευμένου περιεχομένου, διαφημίσεων ή προσφορών σε αυτά

    Exploring the potential relevance of microRNAs targeting the ARVC-related gene interaction network to cancer: an in silico testing hypothesis

    No full text
    Arrhythmogenic Right Ventricular Cardiomyopathy (ARVC) is a genetic disorder of the myocardium. Mutations in the PKP2, DSP, DSG2, DSC2, JUP, TMEM43, PLN and DES genes which encode proteins of the cardiac desmosome have been linked to the disease yet, the incomplete penetrance and variable expressivity of these genes’ variants have also suggested a role for body activity and myocardial inflammation. Information about cancer predisposition in patients with cardiac-associated genetic variants is scarce and data with respect to the role of cardiac desmosomal proteins in cancer development and/or progression have been limited. Considering the well-established association between various genetic diseases and cancer susceptibility as well as the importance of microRNAs (miRNAs) regulation in malignancy, in this study we aimed at exploring the potential relevance of transcriptional and post-transcriptional regulators of ARVC-related genes in cancer. To evaluate this hypothesis, we used seven bioinformatic software tools, namely BioGRID, dbDEMC, FunRich, GeneCodis, GeneMANIA, RNADisease and STRING. We found that the functional interaction network of the eight genes with substantial evidence of ARVC causality comprises of 432 unique genes. Three hundred three miRNAs were predicted to regulate the expression of the network components. Enrichment analysis for Transcription Factor (TF) and Biological Pathways (BP) ontologies of the predicted miRNAs pointed to cancer-associated biomolecules and processes. TF set analysis enhanced the hypothesis that the enriched transcriptional regulators of the ARVC-related interactome have a key role in malignancy. The disorder where the input miRNAs were over-represented was esophageal cancer, followed by hepatocellular carcinoma and lung cancer. These findings are suggestive of potential significant associations between the predicted RNA molecules and cancer pathophysiology. The distinct sets of miRNAs for each enriched cancer type can be functionally validated in future research thus expanding our knowledge on the contribution of specific post-transcriptional regulators of ARVC-associated genes in carcinogenesis and tumor progression

    2,065

    full texts

    5,290

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇