240 research outputs found
Ultra-fast escape of a deformable jet-propelled body
In this work a cephalopod-like deformable body that fills an internal cavity with fluid and expels it to propel an escape manoeuvre, while undergoing a drastic external shape change through shrinking, is shown to employ viscous as well as mainly inviscid hydrodynamic mechanisms to power an impressively fast start. First, we show that recovery of added-mass energy enables a shrinking rocket in a dense inviscid flow to achieve greater escape speed than an identical rocket in a vacuum. Next, we extend the shrinking body results of Weymouth & Triantafyllou (J. Fluid Mech., vol. 702, 2012, pp. 470–487) to three-dimensional bodies and show that three hydrodynamic mechanisms must be combined to achieve rapid escape performance in a viscous fluid: added-mass energy recovery; flow separation elimination; and an optimized energy storage and recovery. In particular, we show that the mechanism of separation elimination achieved through rapid body shrinking, coordinated with the mechanism of recovering the initially imparted added-mass energy, is critical to achieving a high escape speed. Hence a flexible, collapsing body can be vastly superior to a rigid-shell jet-propelled body
Erratum: Corrigendum to “Esophageal remnant cancer 35 years after acidic caustic injury: A case report” (International Journal of Surgery Case Reports (2016) 25 (215–217) (S2210261216302358) (10.1016/j.ijscr.2016.06.051))
The authors regret to change the first name of the second author; more specifically we would like to change the first name “Stamatina” to “Tania”—the family name (“Triantafyllou”) remains as it is. On behalf of all the authors, I assure that we are in agreement with this change. The authors would like to apologise for any inconvenience caused. © 2016 The Author(s
Retrofit and strengthening corroded reinforced concrete elements with composite materials
Βιβλιογραφία: σ. 200-212Αντικείμενο μελέτης της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση της συμπεριφοράς στοιχείων δοκών από ωπλισμένο σκυρόδεμα με διαβρωμένο τον χαλύβδινο οπλισμό και της αποτελεσματικότητας της επισκευής του διαβρωμένου υποστρώματος αλλά και της ενίσχυσης με ινωπλισμένα πολυμερή. Η υφιστάμενη πειραματική έρευνα στο πεδίο της επισκευής του ρηγματωμένου υποστρώματος είναι περιορισμένη. Έτσι η παρούσα έρευνα εμβαθύνει στην μελέτη της μεθόδου επισκευής και στην επιρροή της στην αποτελεσματικότητα της ενίσχυσης. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση οδήγησε στην ανάπτυξη αναλυτικού προσομοιώματος εκτίμησης της απώλειας μάζας του χαλύβδινου οπλισμού με βάση το εύρος των διαμήκων ρωγμών λόγω διάβρωσης όπως προκύπτει από οπτικό έλεγχο. Το αναλυτικό προσομοίωμα θεωρεί τρία διαφορετικά στάδια για την μηχανική συμπεριφορά του συστήματος που αποτελείται από την χαλύβδινη ράβδο και το περιβάλλον σκυρόδεμα και εξαρτάται από το εύρος της ρωγμής, το βάθος της επικάλυψης του σκυροδέματος, την διάμετρο της ράβδου και τις μηχανικές ιδιότητες του σκυροδέματος. Κατά το πρώτο στάδιο όπου υπάρχει εναπόθεση της σκουριάς, θεωρείται ότι τα προϊόντα λόγω διάβρωσης γεμίζουν την ζώνη του πορώδους γύρω από την ράβδο. Κατά το δεύτερο στάδιο, επιπρόσθετα προϊόντα σκουριάς ασκούν πίεση στο περιβάλλον σκυρόδεμα, η ακτινική τάση υπερβαίνει την εφελκυστική αντοχή του σκυροδέματος και έτσι η επικάλυψη του σκυροδέματος ρηγματώνεται. Στο τρίτο στάδιο, περεταίρω ακτινική διαστολή προκαλεί αύξηση του ανοίγματος της ρωγμής και κατά συνέπεια του εύρους αυτής. Στην συνέχεια μπορεί να εκτιμηθεί η καμπτική ικανότητα δοκών από ωπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς και με ενίσχυση με σύνθετα υλικά ΙΩΠ. Συστάθηκε βάση πειραματικών δεδομένων, συγκρίθηκαν οι εκτιμήσεις του προτεινόμενου αναλυτικού προσομοιώματος με 51 διαθέσιμα πειραματικά αποτελέσματα απώλειας μάζας του χάλυβα της διεθνούς βιβλιογραφίας και 24 πειραματικά αποτελέσματα καμπτικής ικανότητας ενισχυμένων δοκών με ΙΩΠ και προέκυψε αξιοσημείωτη σύγκλιση. Στην συνέχεια καταρτίζεται πειραματικό πρόγραμμα διαβρωμένων δοκών από ωπλισμένο σκυρόδεμα, στις οποίες αφαιρείται το διαβρωμένο υπόστρωμα και επισκευάζεται με τσιμεντοειδές κονίαμα υψηλής αντοχής. Έπειτα ενισχύονται με σύνθετα υλικά από ινωπλισμένα πολυμερή άνθρακα (Carbon Fiber Reinforced Polymer). Στο εργαστήριο Ωπλισμένου Σκυροδέματος και Αντισεισμικών Κατασκευών του Δ.Π.Θ. κατασκευάστηκαν δύο σειρές δοκών διαστάσεων 150x300x2300 mm με διαφορετικό ογκομετρικό ποσοστό εφελκυόμενου χαλύβδινου οπλισμού και διαφορετικές συνθήκες φόρτισης. Μελετήθηκε η μηχανική συμπεριφορά δοκών που έχουν υποστεί διάβρωση του οπλισμού σε τρεις διαφορετικούς βαθμούς. Εξετάστηκε η περίπτωση επιταχυνόμενης διάβρωσης δοκών χωρίς ένταση καθώς επίσης και η περίπτωση κύκλων επιταχυνόμενης διάβρωσης δοκών, φόρτισής τους στο φορτίο λειτουργικότητας και επιβολής περαιτέρω διάβρωσης ώστε να εκτιμηθεί η επιρροή σταδιακά αυξανόμενης διάβρωσης στην επιτελεστικότητα των δοκών σε κατάσταση λειτουργικότητας προσομοιώνοντας με μεγαλύτερη προσέγγιση την πραγματική κατάσταση σε μια κατασκευή, η οποία ενώ υπομένει τα φορτία λειτουργίας υφίσταται διάβρωση των οπλισμών και υπάρχει αλληλεπίδραση. Στην πρώτη περίπτωση κατασκευάστηκαν συνολικά 10 δοκοί, εκ των οποίων η 1 παρέμεινε ως δοκός αναφοράς χωρίς να διαβρωθεί, ενώ οι υπόλοιπες 9 έχουν υποστεί διάβρωση του οπλισμού μέσω επιταχυνόμενης διαδικασίας. Η διαδικασία περιελάμβανε την εφαρμογή σταθερού ηλεκτρικού ρεύματος στον εφελκυόμενο χάλυβα και την ταυτόχρονη βύθιση των δοκών σε δεξαμενή με διάλυμα χλωριούχου νατρίου. Μελετήθηκαν τρεις διαφορετικοί βαθμοί διάβρωσης προσομοιώνοντας μικρό, μέτριο και έντονο διαβρωτικό περιβάλλον. Η απώλεια μάζας του εφελκυόμενου χαλύβδινου οπλισμού μετρήθηκε πειραματικά και κυμαίνεται μεταξύ 7.5% έως 24%. Ακολούθησε επισκευή των διαβρωμένων δοκών, η οποία και περιελάμβανε την αφαίρεση του ρηγματωμένου υποστρώματος σκυροδέματος, τον καθαρισμό του χάλυβα από τα προϊόντα διάβρωσης, την εφαρμογή αναστολέων διάβρωσης και τελικά την εφαρμογή κονιάματος τσιμεντοειδούς βάσης με συνθετικές ίνες υψηλής αντοχής. Στην συνέχεια εφαρμόστηκαν δύο διαφορετικές μέθοδοι καμπτικής ενίσχυσης των δοκών για κάθε βαθμό διάβρωσης, με εξωτερικά επικολλούμενο έλασμα ινών άνθρακα CFRP laminate (μέθοδος EBR) και με ελάσματα εγκοπής ινών άνθρακα CFRP NSM strips (μέθοδος NSM). Οι δύο μέθοδοι καμπτικής ενίσχυσης είχαν ισοδύναμη δυστένεια οπλισμού ενίσχυσης. Επιπρόσθετα, οι δοκοί ενισχύθηκαν διατμητικά με λωρίδες ινών άνθρακα CFRP για την αποφυγή διατμητικής αστοχίας. Όλες οι δοκοί φορτίστηκαν υπό συνθήκες μονότονης φόρτισης 4 σημείων μέχρι αστοχίας. Σύμφωνα με το μοτίβο και το εύρος των ρωγμών λόγω διάβρωσης του χαλύβδινου οπλισμού, την χαμηλή εφελκυστική αντοχή του διαβρωμένου σκυροδέματος από τις μετρήσεις της επιφανειακής αντοχής, αλλά και την αποκόλληση του σκυροδέματος κατά την διάρκεια της φόρτισης των διαβρωμένων δοκών αναφοράς τονίζεται ιδιαίτερα η ανάγκη αντικατάστασης του διαβρωμένου υποστρώματος με επισκευαστικό κονίαμα υψηλής αντοχής. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται η βέλτιστη συνεισφορά και αποδοτικότητα του οπλισμού ενίσχυσης ΙΩΠ, ενώ για όλες τις δοκούς ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός πλήρους μεταφοράς της δύναμης ανάμεσα στο επισκευαστικό κονίαμα και τον οπλισμό ενίσχυσης. Και οι δύο μέθοδοι ενίσχυσης αποδείχθηκαν αποτελεσματικές στην αύξηση της καμπτικής ικανότητας σε μεγαλύτερα επίπεδα συγκριτικά με την δοκό χωρίς διάβρωση. Οι έντονες βλάβες στους συνδετήρες ενεργοποίησαν περεταίρω τον μηχανισμό των εγκάρσιων λωρίδων ΙΩΠ, αλλάζοντας την μορφή αστοχίας του εξωτερικού ελάσματος από αποκόλληση σε θραύση στην έντονα διαβρωμένη δοκό. Η αφαίρεση του διαβρωμένου σκυροδέματος παρέχει ακριβέστερη αξιολόγηση του βαθμού διάβρωσης, καθώς μπορεί να μετρηθεί η πραγματική απώλεια μάζας του οπλισμού. Στην δεύτερη περίπτωση κατασκευάστηκαν συνολικά 4 δοκοί εκ των οποίων η 1 παρέμεινε ως δοκός αναφοράς χωρίς να διαβρωθεί, ενώ οι υπόλοιπες 3 υποβλήθηκαν σε συνθήκες επιταχυνόμενης διάβρωσης. Η μια δοκός διαβρώθηκε έως ένα μικρό βαθμό, ενώ οι άλλες δύο δοκοί αρχικά διαβρώθηκαν σε ένα μικρό βαθμό διάβρωσης (επίπεδο 1-απώλεια μάζας χάλυβα περίπου 8.6%) και κατόπιν καταπονήθηκαν με μονότονο κατακόρυφο φορτίο ίσο με 60% και 75% του φορτίου διαρροής της δοκού αναφοράς που δεν διαβρώθηκε. Στην συνέχεια οι δοκοί υποβλήθηκαν σε περεταίρω διάβρωση του χαλύβδινου οπλισμού υπό τις ίδιες συνθήκες επιταχυνόμενης διαδικασίας και για το ίδιο χρονικό διάστημα σε μέτριο βαθμό διάβρωσης (επίπεδο 2) και έπειτα δοκιμάστηκαν στα ίδια φορτία λειτουργικότητας 60% και 75% αντίστοιχα. Τελικά, διαβρώθηκαν περεταίρω για το ίδιο χρονικό διάστημα σε έντονο βαθμό διάβρωσης (επίπεδο 3-απώλεια μάζας χάλυβα περίπου 25% και 30% αντίστοιχα) και κατόπιν δοκιμάστηκαν στα ίδια φορτία λειτουργικότητας 60% και 75% αντίστοιχα, επισκευάστηκαν και ενισχύθηκαν με ελάσματα εγκοπής ινών άνθρακα (μέθοδος NSM). Η επισκευή του ρηγματωμένου υποστρώματος με κονίαμα υψηλής αντοχής και η ενίσχυση με ελάσματα εγκοπής βελτίωσε σημαντικά την φέρουσα ικανότητα των δύο δοκών. Η οριακή κατάσταση λειτουργικότητας συσχετίζεται με τις έντονες βυθίσεις των δοκών που δοκιμάζονται σε κάμψη, λόγω της απώλειας συνάφειας ανάμεσα στο σκυρόδεμα και τον χάλυβα στην καμπτική περιοχή και λόγω της απώλειας μάζας του χαλύβδινου οπλισμού. Επιπρόσθετα, συγκρίνονται οι προβλέψεις του αναλυτικού προσομοιώματος με τις πειραματικές μετρήσεις της απώλειας μάζας του χάλυβα της παρούσας έρευνας και τα αποτελέσματα συγκλίνουν ικανοποιητικά. Η καμπτική συμπεριφορά των δοκών μελετήθηκε και αναλυτικά με την χρήση τρισδιάστατων πεπερασμένων στοιχείων ακολουθώντας ακριβώς την διάταξη της πειραματικής διαδικασίας και πανομοιότυπες συνθήκες φόρτισης. Τα προσομοιώματα μπορούν να περιγράψουν την μη γραμμική συμπεριφορά των υλικών, καθώς επίσης και την διεπιφάνεια ανάμεσα στο παλιό σκυρόδεμα και το επισκευαστικό κονίαμα και ανάμεσα στο επισκευαστικό κονίαμα-εποξειδική ρητίνη-οπλισμό ενίσχυσης ΙΩΠ. Οι αναλυτικές προβλέψεις συγκλίνουν ικανοποιητικά με τα πειραματικά αποτελέσματα σε ότι αφορά την φέρουσα ικανότητα και την μορφή αστοχίας. Διενεργείται παραμετρική διερεύνηση ώστε να αξιολογηθεί η επιρροή των μηχανικών ιδιοτήτων του παλιού σκυροδέματος και του επισκευασμένου υποστρώματος. Από την παραμετρική διερεύνηση της αντοχής του παλιού σκυροδέματος και του επισκευαστικού κονιάματος προκύπτει ότι όσο αυξάνεται η αντοχή βελτιώνεται ο μηχανισμός μεταφοράς δύναμης μεταξύ των σκυροδεμάτων αλλά και του οπλισμού ενίσχυσης.This study reviews thoroughly available experiments and analytical approaches in the relevant international literature and introduces a calculation model for assessing steel bar mass loss and contributes to further utilization of common in-situ inspections from a structural point of view. The model is based on the width of longitudinal crack of concrete cover, as a function of cover depth, bar diameter and mechanical properties of concrete. The model includes the well-known relationships for the steel mass loss during the first phase of rust formulation, filling the porous zone as well as during the phase that the radial pressure exceeds the concrete strength and causes cover cracking. The assumption followed herein for the flexibility of cracked concrete allows for the estimation of steel bar corrosion rate even beyond concrete cover cracking, by visual mapping of the width of longitudinal cracks. Then, the corresponding flexural capacity of the beams at yield and at maximum may be assessed. The predictions of the model are validated against 51 non-strengthened corroded beams and 24 strengthened corroded beams with FRP materials published in the international literature. The experimental results on the effectiveness of patch repair and Fiber Reinforced Polymers bonded laminates to retrofit reinforced concrete beams with corrosion damage are investigated in the present research. The uncovering of the damaged concrete cover provides a more accurate assessment of the corrosion degree, as the actual mass loss of reinforcement can be better calibrated. The mass loss of the tensile reinforcement varied at approximately 7.5% to 24%. The necessity of the removal of the cracked concrete substrate, treatment of corroded reinforcement and repair by patching with a polymer modified mortar is highlighted. Two different strengthening techniques are implemented, of externally bonded EBR or NSM Carbon Fiber Reinforced Polymers, having equivalent axial rigidity. CFRP wraps were also applied for shear strengthening to replace corroded stirrups. The load-deflection curves showed that the effect of corrosion on load bearing capacity and bond between the concrete and steel was detrimental for high mass losses. Α satisfactory force transfer through the old and patch repaired concrete and through repair mortar and CFRP reinforcement interface was noted. The shear strengthening not only prevented the debonding of the EB laminate at the end but also improved the bond performance between the laminate and concrete, especially for the high corroded beam. In the current research the structural behavior of reinforced concrete beams with corroded steel reinforcement at service loads was also studied. One beam was non-corroded, while two beams were corroded under the same conditions of an accelerated electrochemical technique and then subjected to vertical service loads that corresponded to 60% and 75% of the yield load of the non-corroded beam respectively for three corrosion cycles (with maximum mass loss around 25% for the first and 30% for the latter). Longitudinal cracks due to corrosion and flexural cracks due to loading were thoroughly recorded at the end of each cycle. The beam under the 75% service load had higher deflection increase for heavier corrosion. After the three successive serviceability load tests, the cracked concrete cover was removed and the steel rebars were treated. The cement-based repair mortar and two NSM FRP laminates were applied to both beams and were tested to failure. Despite the heavy corrosion, the patch repair and NSM strengthening enhanced the load-bearing capacity of the beams when compared with the non-corroded beam. Three-dimensional Finite Element (FE) models for the corroded reinforced concrete beams were developed and validated against the consequent experimental study. Experimental and 3D numerical modeling results are presented in terms of load-deflection curves and failure modes for corroded RC beams at three different corrosion levels (low, medium, high), patch repaired with polymer modified mortar and strengthened with externally bonded EBR or near surface mounted NSM CFRP laminates. The 3D FE models take into account the different mechanical properties and detailing of corroded bars and of the mortar patch as well as of the existing concrete – mortar patch interface and of the NSM or EBR FRP – mortar patch interface. The high reliability of the FE models allowed for extensive parametric studies to assess the influence of the mechanical properties of the old concrete and of the repair mortar on the performance of retrofits with multiple critical interfaces, the modes of failure and the behavior of the strengthened beams.213 σ
Effects of an Oscillating Flap on the Main Airfoil Unsteady Lift in Grid Turbulence
A wing of NACA 0015 profile and Aspect Ratio 2.4 fitted with a Trailing Edge Flap was tested in a wind tunnel for both smooth and turbulent flow conditions at a Re number 108000. The unsteady lift on the wing was measured with and without the flap. Two types of flap excitation were tried: One was of the “open loop” type in which the flap was subjected to sinusoidal pitching oscillations while the wing was set to a constant angle of attack. In the second, “closed loop” mode, the excitation signal fed into the flap originated from the unsteady lift of the wing itself. The phase lag between those signals was changed and it was found that it played a significant role in the suppression of the main wing unsteady lift
Is There an Obesity Paradox?
Obese people have excess body fat. Overweight people have excess weight (weight includes bone, fat and muscle). Currently overweight and obesity are defined by body mass index (BMI: weight in Kg/height in meters squared, kg/m2). In adults, overweight is defined as a BMI of 25-29.9 kg/m2; obesity is defined as a BMI >30 kg/m2. Other less commonly used indices, but possibly with more predictive power, include waist circumference, waste-to-hip ratio, weight-to-height ratio and body fat
Option-implied expectations in commodity markets and monetary policy
In this paper we estimate the dynamic interactions between option-implied variance and skewness in agricultural commodity markets and monetary policy. Using a structural vector autoregressive (SVAR) framework, we find that an expansionary (contractionary) monetary policy upwardly (downwardly) revises commodity markets’ expectations about the price and volatility path of agricultural products. On the other hand, our empirical analysis reveals that monetary policy does not have a systematic and timely response to sudden changes in option implied expectations of commodity investors. In addition, we provide empirical evidence showing the robust forecasting power of agricultural option-implied information on monetary policy with R² values reaching almost 52%
Biomechanical behavior in gait analysis of patients who have undergone two different types of total hip arthroplasty: ceramic on ceramic vs. ceramic on XLPE
Total hip arthroplasty (THA) is considered an extremely successful orthopedic surgery that provides excellent clinical results, high patient satisfaction, followed by a very satisfactory life expectancy. According to recent data from the British National Joint Registry, the cumulative survival of THA at 13 years is 93.2%, with 80% of implants surviving for up to 20 years.Polyethylene wear was considered the weak link of total hip arthroplasty. Over the last decade, considerable effort has been made to optimize wear characteristics and introduce alternative bearing surfaces. The introduction of high cross-linked polyethylene (XLPE) with excellent wear characteristics has brought about significant changes in this field worldwide. Ceramic femoral heads represent the current trend in many national registries.In vitro experiments simulating kinematics and gait kinetics showed advantages of Ceramic to Ceramic (CoC) prostheses compared to Polyethylene Ceramic (CoP) prostheses in terms of the degree of wear and the possibility of osteolysis. Disadvantages, however, include squeaking sounds and increased fragility. In addition, in CoC (hard-on-hard) articulated surfaces, it is impossible to dampen a soft material, and therefore the forces of transition between prosthesis and bone could be increased.Various factors are associated with wear, such as implant design variables (geometric properties and material characteristics), surgical technique variables (surgical approach and prosthesis placement), and patient-related factors. In the latter, the contact force of the hip, determined by human movement, significantly affects the wear of polyethylene. The hip torques at the sagittal level explain between 42% and 60% of the degree of wear, directly linking the kinematic gait pattern to the wear of the implants. Although clinical trials directly correlate the kinematic gait pattern with polyethylene wear in total knee arthroplasties, to the best of our knowledge, no in vivo research has examined OAI kinematics and its relationship to implant wear.The ISO Organization defines wear on OAIs as the loss of material from the prosthetic joint components due to the combination of movement and loading and is affected by various factors. One of the most important is the kinematics and the kinetics of the joints when walking. This is why kinematics and gait kinetics are used in "in vitro" test protocols, widely accepted methods for predicting OAI wear. Any new material or design is questioned if the corresponding clinical performance does not confirm the prediction.It is a fact that all implants are tested with the same kinematic protocol in vitro, and as mentioned above CoC prostheses show advantages in the degree of wear compared to Ceramics in High Cross Polyethylene (CoXLPE) prostheses in these tests. An important question that arises is, "Do the implants in question offer the same biomechanical behavior in clinical practice?"The purpose of this study is to examine the effect of kinematic and kinetic gait on OAI wear during gait, an essential human functional activity, comparing in vivo gait data with in vitro results. This data will be valuable when combined with all of the above factors that affect OAI wear to address in a more detailed and comprehensive manner the wear of CoC and CoXLPE, the most widely used prosthetic types. The null hypothesis of the present study is that both types of implants will exhibit the same joint kinematic and kinetic behavior during gait, thus confirming the aforementioned in vitro results, also in vivo.Independent t-tests were used for the statistical analysis of kinetic and kinematic data extracted from the three-dimensional gait analysis. No statistically significant differences were observed in the mean abduction, bending, and extension torque between the CoC and CoXLPE groups (P. abduction = 0.125, P. flexion = 0.218, P. extension = 0.082). Kinematic measurements also show no statistically significant differences. OAI kinematics and gait kinetics are important industrial parameters that are directly related to implant wear. In vitro studies report less CoC damage than CoXLPE when tested with the same kinematic gait cycle protocol. Our findings confirm that both implants behave identically in terms of kinematics in the clinical setting, thus enhancing the in vitro results of the CoC advantage. In conjunction with all the other essential factors influencing wear on OAIs, it could offer a more comprehensive CoC, and CoXLPE wear assessment.Η ολική αρθροπλαστική ισχίου (ΤΗΑ) θεωρείται μια εξαιρετικά επιτυχημένη ορθοπεδική επέμβαση που παρέχει εξαιρετικά κλινικά αποτελέσματα, υψηλή ικανοποίηση του ασθενούς, ακολουθούμενη από πολύ ικανοποιητικό προσδόκιμο ζωής. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του βρετανικού εθνικού μητρώου αρθρώσεων (British National Joint Registry), η σωρευτική επιβίωση της THA στα 13 χρόνια είναι 93,2%, με το 80% των εμφυτευμάτων να επιβιώνει έως και 20 χρόνια.Η φθορά του πολυαιθυλενίου θεωρήθηκε ως ο αδύναμος κρίκος της ολικής αρθροπλαστικής ισχίου. Κατά την τελευταία δεκαετία, έχει καταβληθεί σημαντική προσπάθεια για τη βελτιστοποίηση των χαρακτηριστικών φθοράς και την εισαγωγή εναλλακτικών επιφανειών έδρασης. Η εισαγωγή πολυαιθυλενίου με υψηλή διασταύρωση (XLPE) με εξαιρετικά χαρακτηριστικά φθοράς έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τομέα αυτό παγκοσμίως. Οι κεραμικές μηριαίες κεφαλές αντιπροσωπεύουν την τρέχουσα τάση σε πολλά εθνικά μητρώα.Πειράματα in vitro που προσομοιώνουν την κινηματική και την κινητική του βαδίσματος έδειξαν πλεονεκτήματα των προθέσεων Κεραμικό σε Κεραμικό (CoC) σε σύγκριση με τις προθέσεις Κεραμικά σε Πολυαιθυλένιο (CoP) όσον αφορά τον βαθμό φθοράς και την πιθανότητα οστεόλυσης. Τα μειονεκτήματά τους, ωστόσο, περιλαμβάνουν ήχους τριξίματος και αυξημένη ευθραυστότητα. Επιπλέον, στις αρθρούμενες επιφάνειες CoC (σκληρό-σκληρό), δεν υπάρχει η δυνατότητα απόσβεσης ενός μαλακού υλικού, και ως εκ τούτου οι δυνάμεις μετάβασης μεταξύ πρόθεσης και οστού θα μπορούσαν να αυξηθούν. Διάφοροι παράγοντες σχετίζονται με τη φθορά, όπως μεταβλητές σχεδιασμού εμφυτεύματος, (γεωμετρικές ιδιότητες και χαρακτηριστικά υλικού) μεταβλητές χειρουργικής τεχνικής, (χειρουργική προσπέλαση και τοποθέτηση πρόθεσης) και παράγοντες που σχετίζονται με τον ασθενή. Στο τελευταίο, η δύναμη επαφής του ισχίου, που καθορίζεται από την ανθρώπινη κίνηση, επηρεάζει σημαντικά τη φθορά του πολυαιθυλενίου. Οι ροπές του ισχίου στο οβελιαίο επίπεδο εξηγούν μεταξύ 42% και 60% του βαθμού φθοράς, συνδέοντας άμεσα το κινηματικό μοτίβο βάδισης με τη φθορά των εμφυτευμάτων. Παρόλο που οι κλινικές δοκιμές συσχετίζουν άμεσα το κινηματικό μοτίβο βάδισης με τη φθορά του πολυαιθυλενίου σε ολικές αρθροπλαστικές γόνατος, εξ’ όσων μας είναι γνωστά, καμία in vivo έρευνα δεν εξέτασε την κινηματική των ΟΑΙ και τη σχέση της με τη φθορά των εμφυτευμάτων.Όπως ορίζεται από τον Οργανισμό ISO, η φθορά στις ΟΑΙ αναφέρεται στην απώλεια υλικού από τα εξαρτήματα της προσθετικής άρθρωσης λόγω του συνδυασμού κίνησης και φόρτισης και επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Ένας από τους πιο σημαντικούς είναι η κινηματική και η κινητική των αρθρώσεων κατά τη βάδιση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κινηματική και η κινητική κατά τη βάδιση χρησιμοποιούνται σε πρωτόκολλα δοκιμών "in vitro", τα οποία είναι ευρέως αποδεκτές μέθοδοι για την πρόβλεψη της φθοράς των ΟΑΙ. Εάν η πρόβλεψη δεν επιβεβαιωθεί με την αντίστοιχη κλινική απόδοση, τίθεται ένας προβληματισμός σχετικά με οποιοδήποτε νέο υλικό ή σχέδιο.Είναι γεγονός ότι όλα τα εμφυτεύματα εξετάζονται με το ίδιο κινηματικό πρωτόκολλο in vitro, και όπως προαναφέρθηκε οι προθέσεις CoC δείχνουν πλεονεκτήματα στον βαθμό φθοράς σε σύγκριση με τις προθέσεις Κεραμικό σε Υψηλής Διασταύρωσης Πολυαιθυλαίνιο (CoXLPE) σε αυτές τις δοκιμές. Ένα σημαντικό ερώτημα που τίθεται είναι "Προσφέρουν τα υπό εξέταση εμφυτεύματα την ίδια εμβιομηχανική συμπεριφορά και στην κλινική πρακτική;"Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι να εξετάσει την επίδραση της κινηματικής και της κινητικής βάδισης στη φθορά των ΟΑΙ κατά τη διάρκεια του βαδίσματος, την πιο ουσιαστική ανθρώπινη λειτουργική δραστηριότητα, συγκρίνοντας δεδομένα βάδισης in vivo με αποτελέσματα in vitro. Αυτά τα δεδομένα θα είναι πολύτιμα όταν συνδυαστούν με όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες που επηρεάζουν τη φθορά στις ΟΑΙ για να αντιμετωπίσουν με πιο λεπτομερή και ολοκληρωμένο τρόπο τη φθορά των CoC και CoXLPE, των πιο ευρέως χρησιμοποιούμενων προθετικών τύπων. Η μηδενική υπόθεση της παρούσας μελέτη είναι ότι και οι δύο τύποι εμφυτευμάτων θα παρουσιάζουν την ίδια αρθρική κινηματική και κινητική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της βάδισης, επιβεβαιώνοντας έτσι τα προαναφερθέντα in vitro αποτελέσματα, επίσης in vivo.Χρησιμοποιήθηκαν ανεξάρτητα t-tests για την στατιστική ανάλυση των κινητικών και κινηματικών δεδομένων που εξήχθησαν από την τρισδιάστατη ανάλυση βάδισης. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στη μέση ροπή απαγωγής, κάμψης και έκτασης μεταξύ των ομάδων CoC και CoXLPE (P.abduction = 0,125, P.flexion = 0,218, P.extension = 0,082). Οι κινηματικές μετρήσεις δεν δείχνουν επίσης στατιστικά σημαντικές διαφορές. Η κινηματική των ΟΑΙ και η κινητική κατά τη βάδιση είναι σημαντικές βιομηχανικές παράμετροι που σχετίζονται άμεσα με τη φθορά των εμφυτευμάτων. Μελέτες in vitro αναφέρουν μικρότερη φθορά στο CoC από το CoXLPE όταν δοκιμάζονται με το ίδιο κινηματικό πρωτόκολλο κύκλου βάδισης. Τα ευρήματά μας επιβεβαιώνουν ότι και τα δύο εμφυτεύματα συμπεριφέρονται πανομοιότυπα όσον αφορά την κινηματική στο κλινικό περιβάλλον, ενισχύοντας έτσι τα αποτελέσματα in vitro του CoC πλεονεκτήματος. Σε συσχέτιση με όλους τους άλλους σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη φθορά στις ΟΑΙ θα μπορούσε να προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση στη φθορά των CoC και CoXLPE
The information content of agricultural commodity derivative markets
Ο κύριος στόχος της παρούσας διατριβής είναι η εμπειρική διερεύνηση του πληροφοριακού περιεχομένου των αγορών των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και των αγορών δικαιωμάτων προαίρεσης του καλαμποκιού, σιταριού και σόγιας. Τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται στην παρούσα διατριβή έχουν πρακτικές εφαρμογές στην ανάλυση και διαχείριση του αγροτικού ρίσκου, στην επιλογή βέλτιστων χαρτοφυλακίων χρησιμοποιώντας αγροτικά παράγωγα προϊόντα και στην χάραξη αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής. Η συνεισφορά της παρούσας διατριβής στην σχετική βιβλιογραφία παρουσιάζεται αναλυτικά στις παρακάτω παραγράφους. Στο πρώτο μέρος της παρούσας διατριβής εξετάζεται το κατά πόσον το πληροφοριακό περιεχόμενο των αγορών των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και των αγορών δικαιωμάτων προαίρεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πρόβλεψης των τιμών και της μεταβλητότητας στις αγορές σιταριού, καλαμποκιού και σόγιας. Πιο συγκεκριμένα, στην παρούσα διατριβή εξετάζεται για πρώτη φορά η ικανότητα των τεκμαρτών ροπών ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών αγορών παραγώγων στις προβλέψεις της μεταβλητότητας και των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Στο Κεφάλαιο 3 της παρούσας διατριβής περιέχονται όλα τα αποτελέσματα τα οποία προβάλλουν την προβλεπτική ισχύ των τεκμαρτών ροπών ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών αγορών παραγώγων. Σύμφωνα με την οικονομετρική ανάλυση, η τεκμαρτή μεταβλητότητα είναι στατιστικά σημαντικός παράγοντας πρόβλεψης της πραγματοποιθείσας μεταβλητότητας στις αγορές καλαμποκιού, σιταριού και σόγιας. Η προβλεπτική ισχύς της τεκμαρτής μεταβλητότητας παραμένει σχεδόν αμετάβλητη όταν συμπεριλαμβάνονται στο οικονομετρικό μοντέλο και άλλοι παράγοντες πρόβλεψης της μεταβλητότητας των τιμών των αγροτικών προϊόντων οι οποίοι έχουν αναδειχτεί από την σχετική βιβλιογραφία. Επιπρόσθετα, η οικονομετρική μελέτη επιβεβαιώνει την σημαντική συνεισφορά της τεκμαρτής ασσυμετρίας στις προβλέψεις της μεταβλητότητας στις αγορές σιταριού, καλαμποκιού και σόγιας. Στο Κεφαλαίου 3 παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην σχετική βιβλιογραφία η στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων αμερικανικών επιτοκίων, της τεκμαρτής αβεβαιότητας και των ασφάλιστρων ουδέτερου κινδύνου στις αγροτικές αγορές. Το Κεφάλαιο 4 της παρούσας διατριβής περιέχει την ανάλυση και τους οικονομετρικούς ελέγχους της υπόθεσης του κατά πόσο οι χρονικά μεταβαλλόμενες αγροτικές τεκμαρτές ροπών ουδέτερου κινδύνου ανώτερης τάξης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία πρόβλεψης των τιμών του καλαμποκιού, σιταριού και σόγιας. Στο Κεφάλαιο 4 αποδεικνύεται εμπειρικά ότι οι τεκμαρτή μεταβλητότητα, η τεκμαρτή κύρτωση και ο τεκμαρτός κίνδυνος ακραίων μεταβολών είναι σε θέση να δίνουν στατιστικά σημαντικές προβλέψεις για τις μηνιαίες αποδόσεις των τιμών των αγροτικών προϊόντων για βραχυπρόθεσμο ορίζοντα πρόβλεψης. Επίσης, εξετάζεται για πρώτη φορά στην βιβλιογραφία το κατά πόσον οι αλλαγές στην μάζα και στο σχήμα της ουράς της τεκμαρτής κατανομής ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών προϊόντων σχετίζονται με ακραίες μεταβολές στις τιμές των υποκείμενων αγροτικών αγορών. Όταν οριστεί ως ακραία μεταβολή η μηνιαία απόδοση ενός συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης ενός αγροτικού προϊόντος η οποία είναι μεγαλύτερη από δύο αναμενόμενες τυπικές αποκλίσεις, παρατηρείται μια σημαντική στατιστικά θετική σχέση μεταξύ της μάζας της δεξιάς ουράς της κατανομής ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών δικαιωμάτων προαίρεσης στην αρχή της μηνιαίας περιόδου και των ακραίων μεταβολών στις αποδόσεις των υποκείμενων Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης που παρατηρούνται στο τέλος της συγκεκριμένης περιόδου. Στο δεύτερο μέρος της παρούσας διατριβής εξετάζεται η σχέση μεταξύ της νομισματικής πολιτικής και των τεκμαρτών προσδοκιών στις αγορές δικαιωμάτων προαίρεσης. Στο κεφάλαιο 5 της διατριβής παρουσιάζονται τα οικονομετρικά αποτελέσματα βάσει των οποίων οι τεκμαρτές προσδοκίες σχετικά με τις τιμές και την μεταβλητότητα στις αγροτικές αγορές αναθεωρούνται προς τα πάνω (κάτω) μετά από μια μη αναμενόμενη μείωση (αύξηση) των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ. Η κύρια συνεισφορά αυτού του κεφαλαίου στην βιβλιογραφία είναι η ανάδειξη της δυνατότητας της νομισματικής πολιτικής να αναδιαμορφώνει τις προσδοκίες οι οποίες τεκμαίρονται από τις αγροτικές αγορές δικαιωμάτων προαίρεσης. Η συγκεκριμένη ανάλυση δείχνει τέλος ότι, ενώ οι προσδοκίες σχετικά με την μεταβλητότητα και η αποστροφή στον κίνδυνο μεταβλητότητας στις αγορές μετοχών μειώνονται μετά από μια επεκτατική νομισματική πολιτική, στις αγορές των αγροτικών εμπορευμάτων συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.The main aim of this thesis is the empirical analysis and disentanglement of the commodity specific and of the macroeconomic information content embedded in maize, wheat and soybeans commodity futures and options prices. The results which are presented in this thesis have applications in agricultural risk management, in asset allocation and in the formation of monetary policy. Below I provide a summary with the main contributions of my thesis. In the first part of my thesis I examine if option implied information is an important predictor of future uncertainty and returns in commodity markets. To the best of my knowledge, my analysis is the first in the literature that takes into account a full range of distributional measures backed out from option prices that capture the volatility, the shape and the tail risk measures of option implied distributions. Chapter 3 includes the econometric results which verify the forecasting power of option-implied moments when used as predictors of the volatility of maize, wheat and soybeans futures prices. My empirical results show that the option-implied variance is a statistically significant predictor of volatility in maize, wheat and soybeans futures markets and is robust to the inclusion of many other well-known and already empirically verified volatility forecasting factors. I additionally empirically verify that the skewness of the option-implied distribution adds significant forecasting power. Moreover, my econometric analysis which is presented in Chapter 3 is the first to show the significant bondage between interest rates, option-implied uncertainty and time-varying variance risk premia in agricultural markets. The Chapter 4 of this thesis includes the empirical results which verify the predictive information content of agricultural commodity derivative markets on the returns of agricultural commodity prices. My main contribution in the relevant literature is that I find that the moments and the tails of the option-implied distribution contain statistically and economically differentiated forecasting power when compared to the traditional return-forecasting factors which are associated with the ‘Theory of Storage’. To the best of my knowledge, these are the first empirical findings to show the predictive ability of the option-implied jump tail fears in agricultural markets. In addition, I empirically examine the predictive power of the option-implied risk measures on the unexpected spikes in commodity prices. When modeling the price spike as an above two-sigma unexpected return, I find that the tails and the higher order moments of the option-implied risk neutral density function are significant indicators of the timing and magnitude of price spikes in agricultural markets. In the second part of this thesis I conduct a VAR analysis in order to search for the dynamic interactions between the monetary policy stance and the option-implied expectations in agricultural markets. The Chapter 5 of this thesis includes the estimates of the Structural-form VAR models which indicate that the option-implied expectations are upwardly (downwardly) revised after a negative (positive) monetary policy shock. My contribution in the field is that I empirically verify that the option-implied agricultural commodity market expectations have an opposite reaction to monetary policy shocks compared to the reaction of the respective expectations in the stock-market. My econometric analysis additionally shows that the option-implied expectations are significant indicators and early warning signals of changes in inflation expectations and in the monetary policy stance
Το πληροφοριακό περιεχόμενο των αγορών παραγώγων αγροτικών προϊόντων
The main aim of this thesis is the empirical analysis and disentanglement of the commodity specific and of the macroeconomic information content embedded in maize, wheat and soybeans commodity futures and options prices. The results which are presented in this thesis have applications in agricultural risk management, in asset allocation and in the formation of monetary policy. Below I provide a summary with the main contributions of my thesis.In the first part of my thesis I examine if option implied information is an important predictor of future uncertainty and returns in commodity markets. To the best of my knowledge, my analysis is the first in the literature that takes into account a full range of distributional measures backed out from option prices that capture the volatility, the shape and the tail risk measures of option implied distributions. Chapter 3 includes the econometric results which verify the forecasting power of option-implied moments when used as predictors of the volatility of maize, wheat and soybeans futures prices. My empirical results show that the option-implied variance is a statistically significant predictor of volatility in maize, wheat and soybeans futures markets and is robust to the inclusion of many other well-known and already empirically verified volatility forecasting factors. I additionally empirically verify that the skewness of the option-implied distribution adds significant forecasting power. Moreover, my econometric analysis which is presented in Chapter 3 is the first to show the significant bondage between interest rates, option-implied uncertainty and time-varying variance risk premia in agricultural markets. The Chapter 4 of this thesis includes the empirical results which verify the predictive information content of agricultural commodity derivative markets on the returns of agricultural commodity prices. My main contribution in the relevant literature is that I find that the moments and the tails of the option-implied distribution contain statistically and economically differentiated forecasting power when compared to the traditional return-forecasting factors which are associated with the ‘Theory of Storage’. To the best of my knowledge, these are the first empirical findings to show the predictive ability of the option-implied jump tail fears in agricultural markets. In addition, I empirically examine the predictive power of the option-implied risk measures on the unexpected spikes in commodity prices. When modeling the price spike as an above two-sigma unexpected return, I find that the tails and the higher order moments of the option-implied risk neutral density function are significant indicators of the timing and magnitude of price spikes in agricultural markets. In the second part of this thesis I conduct a VAR analysis in order to search for the dynamic interactions between the monetary policy stance and the option-implied expectations in agricultural markets. The Chapter 5 of this thesis includes the estimates of the Structural-form VAR models which indicate that the option-implied expectations are upwardly (downwardly) revised after a negative (positive) monetary policy shock. My contribution in the field is that I empirically verify that the option-implied agricultural commodity market expectations have an opposite reaction to monetary policy shocks compared to the reaction of the respective expectations in the stock-market. My econometric analysis additionally shows that the option-implied expectations are significant indicators and early warning signals of changes in inflation expectations and in the monetary policy stance.Ο κύριος στόχος της παρούσας διατριβής είναι η εμπειρική διερεύνηση του πληροφοριακού περιεχομένου των αγορών των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και των αγορών δικαιωμάτων προαίρεσης του καλαμποκιού, σιταριού και σόγιας. Τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται στην παρούσα διατριβή έχουν πρακτικές εφαρμογές στην ανάλυση και διαχείριση του αγροτικού ρίσκου, στην επιλογή βέλτιστων χαρτοφυλακίων χρησιμοποιώντας αγροτικά παράγωγα προϊόντα και στην χάραξη αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής. Η συνεισφορά της παρούσας διατριβής στην σχετική βιβλιογραφία παρουσιάζεται αναλυτικά στις παρακάτω παραγράφους.Στο πρώτο μέρος της παρούσας διατριβής εξετάζεται το κατά πόσον το πληροφοριακό περιεχόμενο των αγορών των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και των αγορών δικαιωμάτων προαίρεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πρόβλεψης των τιμών και της μεταβλητότητας στις αγορές σιταριού, καλαμποκιού και σόγιας. Πιο συγκεκριμένα, στην παρούσα διατριβή εξετάζεται για πρώτη φορά η ικανότητα των τεκμαρτών ροπών ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών αγορών παραγώγων στις προβλέψεις της μεταβλητότητας και των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Στο Κεφάλαιο 3 της παρούσας διατριβής περιέχονται όλα τα αποτελέσματα τα οποία προβάλλουν την προβλεπτική ισχύ των τεκμαρτών ροπών ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών αγορών παραγώγων. Σύμφωνα με την οικονομετρική ανάλυση, η τεκμαρτή μεταβλητότητα είναι στατιστικά σημαντικός παράγοντας πρόβλεψης της πραγματοποιθείσας μεταβλητότητας στις αγορές καλαμποκιού, σιταριού και σόγιας. Η προβλεπτική ισχύς της τεκμαρτής μεταβλητότητας παραμένει σχεδόν αμετάβλητη όταν συμπεριλαμβάνονται στο οικονομετρικό μοντέλο και άλλοι παράγοντες πρόβλεψης της μεταβλητότητας των τιμών των αγροτικών προϊόντων οι οποίοι έχουν αναδειχτεί από την σχετική βιβλιογραφία. Επιπρόσθετα, η οικονομετρική μελέτη επιβεβαιώνει την σημαντική συνεισφορά της τεκμαρτής ασσυμετρίας στις προβλέψεις της μεταβλητότητας στις αγορές σιταριού, καλαμποκιού και σόγιας. Στο Κεφαλαίου 3 παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην σχετική βιβλιογραφία η στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων αμερικανικών επιτοκίων, της τεκμαρτής αβεβαιότητας και των ασφάλιστρων ουδέτερου κινδύνου στις αγροτικές αγορές. Το Κεφάλαιο 4 της παρούσας διατριβής περιέχει την ανάλυση και τους οικονομετρικούς ελέγχους της υπόθεσης του κατά πόσο οι χρονικά μεταβαλλόμενες αγροτικές τεκμαρτές ροπών ουδέτερου κινδύνου ανώτερης τάξης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία πρόβλεψης των τιμών του καλαμποκιού, σιταριού και σόγιας. Στο Κεφάλαιο 4 αποδεικνύεται εμπειρικά ότι οι τεκμαρτή μεταβλητότητα, η τεκμαρτή κύρτωση και ο τεκμαρτός κίνδυνος ακραίων μεταβολών είναι σε θέση να δίνουν στατιστικά σημαντικές προβλέψεις για τις μηνιαίες αποδόσεις των τιμών των αγροτικών προϊόντων για βραχυπρόθεσμο ορίζοντα πρόβλεψης. Επίσης, εξετάζεται για πρώτη φορά στην βιβλιογραφία το κατά πόσον οι αλλαγές στην μάζα και στο σχήμα της ουράς της τεκμαρτής κατανομής ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών προϊόντων σχετίζονται με ακραίες μεταβολές στις τιμές των υποκείμενων αγροτικών αγορών. Όταν οριστεί ως ακραία μεταβολή η μηνιαία απόδοση ενός συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης ενός αγροτικού προϊόντος η οποία είναι μεγαλύτερη από δύο αναμενόμενες τυπικές αποκλίσεις, παρατηρείται μια στατιστικά σημαντική θετική σχέση μεταξύ της μάζας της δεξιάς ουράς της κατανομής ουδέτερου κινδύνου των αγροτικών δικαιωμάτων προαίρεσης στην αρχή της μηνιαίας περιόδου και των ακραίων μεταβολών στις αποδόσεις των υποκείμενων Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης που παρατηρούνται στο τέλος της συγκεκριμένης περιόδου. Στο δεύτερο μέρος της παρούσας διατριβής εξετάζεται η σχέση μεταξύ της νομισματικής πολιτικής και των τεκμαρτών προσδοκιών στις αγορές δικαιωμάτων προαίρεσης. Στο κεφάλαιο 5 της διατριβής παρουσιάζονται τα οικονομετρικά αποτελέσματα βάσει των οποίων οι τεκμαρτές προσδοκίες σχετικά με τις τιμές και την μεταβλητότητα στις αγροτικές αγορές αναθεωρούνται προς τα πάνω (κάτω) μετά από μια μη αναμενόμενη μείωση (αύξηση) των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ. Η κύρια συνεισφορά αυτού του κεφαλαίου στην βιβλιογραφία είναι η ανάδειξη της δυνατότητας της νομισματικής πολιτικής να αναδιαμορφώνει τις προσδοκίες οι οποίες τεκμαίρονται από τις αγροτικές αγορές δικαιωμάτων προαίρεσης. Η συγκεκριμένη ανάλυση δείχνει τέλος ότι, ενώ οι προσδοκίες σχετικά με την μεταβλητότητα και η αποστροφή στον κίνδυνο μεταβλητότητας στις αγορές μετοχών μειώνονται μετά από μια επεκτατική νομισματική πολιτική, στις αγορές των αγροτικών εμπορευμάτων συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο
- …
