1,720,968 research outputs found

    Σχεδιασμός και διδακτικές επιλογές αξιοποιώντας στατιστικές δραστηριότητες στην τάξη»

    Full text link
    Η έννοια της «δραστηριότητας» σε συνδυασμό με τη διαθεματικότητα και την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών παρουσιάζεται από την έρευνα στη Διδακτική των Μαθηματικών ως μέσο μαθηματικής εμπλοκής των μαθητών που μπορεί να οδηγήσει στην κατασκευή του μαθηματικού νοήματος. Μια τέτοια όμως προσέγγιση θέτει νέες απαιτήσεις από τον εκπαιδευτικό τόσο στο επίπεδο του διδακτικού σχεδιασμού όσο και στη διδακτική διαχείριση στη σχολική τάξη. Με την παρούσα εργασία πρόκειται να αναλυθεί ως μελέτη περίπτωση (case study) μια διδακτική παρέμβαση στην Γ΄ Λυκείου την οποία ο εκπαιδευτικός σχεδιάζει και διαχειρίζεται μέσα στη σχολική τάξη σε μια σειρά μαθημάτων και βασίζεται σε μία δραστηριότητα προσομοίωσης πάνω στην περιοχή της Στατιστικής Συμπερασματολογίας. Πιο συγκεκριμένα θα μελετηθεί με ποιο τρόπο ο σχεδιασμός και η διαχείριση υποστηρίζει τη μαθηματική εμπλοκή των μαθητών στη διερεύνηση βασικών στατιστικών ιδεών στη συγκεκριμένη περιοχή. Επιπλέον, θα διερευνηθεί το σκεπτικό των διδακτικών επιλογών του εκπαιδευτικού καθώς και οι σκέψεις του πάνω στην παρέμβαση και αναμένεται να αναδειχθούν ζητήματα που σχετίζονται με τη σχέση σχεδιασμού και εφαρμογής στην τάξη.The concept of "activity" in connection with the interdisciplinarity and exploitation of new technologies presented by research in Didactics of Mathematics as a means of mathematical involvement of students can lead to the construction of mathematical meaning. However, such an approach puts new demands on teacher both at the level of instructional design and the teaching management in the classroom. In the present study, an instructional intervention in 3rd grade is going to be analyzed as a case study, which the teacher plans and manages in the classroom during a course of lessons. It is based on an activity of simulation in the area of Statistical inference. More specifically, the way that planning and management supports the students’ involvement in the investigation of basic Statistical ideas in this specific area of interest is going to be studied. Moreover, reasoning of teacher’s choices and his thoughts on the intervention is going to be investigated and this is expected to promote issues connected to the relationship between planning and application in the classroom

    Η γενετική δομή του γονιδίου νευρεξίνης 1 (nrxnl) και συσχετισμός του με γνωστικές διαταραχές

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 49-52Το γονίδιο της νευρεξίνης 1 κωδικοποιεί μόρια κυτταρικής συνάφειας και εδράζεται στο κοντό βραχίονα του χρωμοσώματος 2 στην περιοχή 16 και πιο συγκεκριμένα στην υποπεριοχή 3. Παράγει δύο ισομορφές πρωτείνών που μεταγράφονται από διαφορετικούς υποκινητές : τη μακρια ισομορφή την πρωτείνη α και μία κοντή ισομορφή , την πρωτείνη β. Αυτό αποτελεί αποτέλεσμα εναλλακτικού ματίσματος που θεωρείται χαρακτηριστικό για τα γονίδια των νευρεξινών. Μαζί με τους συνήθεις προσδέτες τους τις νευρολιγίνες επιδρούν στη συνδεση των νευρικών κυττάρων και τη σταθεροποιούν. Ωστόσο μέχρι σήμερα λίγα στοιχεία είναι γνωστά για το πως οι νευρεξίνες συνεισφέρουν στην οργάνωση της σύναψης αλλά και στην συναπτική διαφοροποίηση. Μεταλλάξεις τους έχουν συσχετισθεί με γνωστικές διαταραχές όπως ο αυτισμός, η σχιζοφρένεια, το σύνδρομο Tourette και η διπολική διαταραχή.52 σ

    Η γενετική δομή του γονιδίου LRRK2 στον κόσμο

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 37-41Το γονίδιο LRRK2 κωδικοποιεί για μια μεγάλη και σύνθετη πρωτεΐνη που ονομάζεται leucine-rich repeat kinase 2 και εκφράζεται ευρέως σε πληθώρα οργάνων και ιστών των θηλαστικών. Μεταλλάξεις στο γονίδιο έχουν συσχετιστεί με πολλές ανθρώπινες νόσους, συμπεριλαμβανομένης της οικογενής μορφής της νόσου του Πάρκινσον, της παχυσαρκίας καθώς και με φλεγμονώδεις διαταραχές του εντέρου όπως η νόσος του Crohn. Παρά τη μεγάλη του σημασία, μέχρι και σήμερα λίγα πράγματα είναι γνωστά για την ακριβή παθοφυσιολογία του. Στη παρούσα εργασία μελετήθηκε η γενετική δομή του γονιδίου LRRK2 σε 12 πληθυσμούς από το 1000 Genomes Project. Τα πρότυπα ανισορροπίας σύνδεσης που εξετάσθηκαν μέσω του προγράμματος Haploview, υποδεικνύουν την έντονη ποικιλομορφία των υπό μελέτη πληθυσμών, παρουσιάζοντας μεγαλύτερη ομοιότητα ανάμεσα σε πληθυσμούς που έχουν κοινή καταγωγή ή βρίσκονται σε μικρή γεωγραφική απόσταση.The LRRK2 gene is expressed in diverse mammalian cell types and encodes a large protein called leucine-rich repeat kinase 2. Mutations along the gene have been linked to multiple diseases, including a prominent association with familiar Parkinson's disease, obesity as well as inflammatory bowel disorders such as Croh^s disease. Despite its association with human disease, very little is known about its pathophysiology. In this current study we examined the genetic structure and diversity of the LRRK2 gene. We studied the patterns of linkage disequilibrium (LD) in the human genome among 12 populations from the 1000 Genomes Project. Our results suggest that the variance in LD that was demonstrated by the Haploview software, can be attributed to the diversity among the populations. Populations which share common ancestry and geographical proximity display the greatest extent of homogeneity.41 σ

    Evaluation of genomewide genotype imputation in Greek populations using 1000 Genomes as reference

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 36-37τα πλαίσια της πτυχιακής έγινε αξιολόγηση του imputation σε 100 δείγματα Ελλήνων γονοτυπημένα στο IlluminaHumanOmni2.5 (2,3εκ SNPs), από τα οποία έγινε απομόνωση των κοινών SNPs που περιέχονται στα chip PsychArray (περίπου 600000 SNPs) και HumanOmniExpress-24 (περίπου 700000 SNPs). Για τη διαδικασία του imputation χρησιμοποιήθηκαν ως δείγματα αναφοράς πληθυσμοί του 1000Genomes (IBS, TSI, CEU, FIN, GBR, EUR, ALL). O ποιοτικός έλεγχος των δεδομένων έγινε με scripts σε Python και το πρόγραμμα PLINK. To imputation έγινε με 3 διαφορετικά πακέτα προγραμμάτων. Το BEAGLE που πραγματοποιεί phasing και imputation. To SHAPEIT που κάνει το phasing και το IMPUTE που κάνει το imputation. Tέλος χρησιμοποιήθηκε ο συνδυασμός των SHAPEIT και ΜΙΝΙMAC που εκτελεί το imputation. Tα SNPs που προβλέφθηκαν μέσω της μεθόδου του imputation συγκρίθηκαν με τα αρχικά δεδομένα των δειγμάτων των Ελλήνων (2,3k SNPs) για να αξιολογηθεί η ακρίβεια της μεθόδου.We evaluated the accuracy of imputation on a sample of 100 Greeks genotyped on IlluminaHumanOmni2.5 with a coverage of 2.3m SNPs. To this end the common SNPs with PsychArray (600k SNPs) and HumanOmniExpress-24 (700k SNPs) were used as input for the imputation. As reference we used data from 1000Genomes populations (IBS, TSI, CEU, FIN, GBR, EUR, ALL). The quality control of the datasets was performed with self-developed Python scripts and PLINK software. For the imputation three different suites were used. BEAGLE which performs both phasing and imputation. SHAPEIT which performs the phasing stage and IMPUTE which performs the imputation stage. As well as the combination of SHAPEIT and MINIMAC which performs the imputation. Ultimately, we compare the SNPs which were called through imputation and the SNPs in the initial Greek dataset to evaluate each method's accuracy.37 σ

    Molecular determinants in the etiopathogenesis of type 1 Diabetes Mellitus

    No full text
    Introduction: Type 1 Diabetes Mellitus (T1DM) is a genetically complex disorder that results from the destruction of the insulin-secreting β-cells of the pancreas. It has been proposed that the disease is caused by environmental factors operating in a genetically susceptible individual to initiate a destructive autoimmune process. The autoimmune reactions are pronounced at the onset of the disease. The importance of the role of environmental factors in the pathogenesis of the disease is stressed by the observed North to South gradient in the incidence of T1DM in Europe. During the past decade the genetics of T1DM has been studied extensively and the disorder has become a paradigm for the genetic dissection of complex traits. Three major approaches have been developed: linkage analysis, affected sib-pair analysis and association studies. Previous genome screens and studies focused on candidate genes have provided evidence for genetic linkage between polymorphic DNA markers and 18 putative IDDM susceptibility loci, designated IDDM1-IDDM18. The HLA region (IDDM1) is thought to be the major genetic determinant of disease susceptibility. DQB1 and DQA1 have been shown to play a primary role. However HLA is supposed to contain more loci of diabetes susceptibility. For instance there is evidence of an independent effect of DRB1 on T1DM risk. Here we used association studies in the Greek population to investigate the role of the HLA genes in T1DM. Furthermore a HLA-based screening strategy was designed and evaluated, that could be applicable to the Greek population. Data from our population was then compared with similar data from the Finnish population, where the incidence of T1DM is the highest in Europe. Finally we carried out a screen of all autosomomes for linkage with the disease using a microsatellite genetic. Materials and Methods: Cord blood samples from 1842 Greek newborns as well as samples from 131 Greek individuals with T1DM were initially typed for 6 HLA-DQB1 alleles, using a method that utilizes time-resolved fluorometry to detect the hybridization of lanthanide labelled oligonucleotides with PCR products. In selected cases a second step of typing for HLA-DQA1 or DR4 followed. Relative risk conferred by each genotype was calculated and χ2 tests and t-tests were used for the statistical analysis. The genome screening was conducted on 19 families of Greek origin with two affected sibs. We used a microsatellite genetic map spanning the genome and semi-automated fluorescent based genotyping technology. The data was analysed my nonparametric linkage methods. Results: We confirm the strong association of DQB1 and DQA1 alleles with T1DM in the Greek population and also demonstrate the independent effect of DR4 subtypes on T1DM risk. We found that population distribution of DQB1, DQA1 and DRB1 alleles correlates with the differences in the observed incidence difference between Greece and Finland. In addition a two-step screening strategy involving DQB1, DQA1 and DRB1 alleles, was found to be powerful in T1DM prediction in the Greek population. The genome screen provided evidence that confirms linkage of T1DM in the Greek population with loci already reported in previous genome scans, but also suggests linkage with loci that have not been reported before but may be important in our population. Conclusions: We emphasized the independent diabetogenic role of DQB1, DQA1 and DRB1 genes in the Greek population. Furthermore we described a simple strategy for the screening of T1DM development risk that could be easily applied in the Greek population. We also established a possible genetic basis for the observed incidence difference between Greece and Finland. Finally our genome screening, despite the modest sample size, provided suggestive evidence for possible new T1DM linked loci in the Greek populationΕισαγωγή: Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (Σ.Δ.Τ. 1) αποτελεί μια γενετικά ετερογενή νόσο, η οποία προκαλείται από τη δράση περιβαλλοντικών παραγόντων σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα προκαλώντας την έναρξη μιας καταστροφικής αυτοάνοσης διεργασίας. Η σημασία του ρόλου των περιβαλλοντικών παραγόντων στην παθογένεια της νόσου υπογραμμίζεται από την κλιμάκωση από Βορρά προς Νότο της επίπτωσης του Σ.Δ.Τ. 1 στην Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας η γενετική του Σ.Δ.Τ. 1 μελετήθηκε εντατικά και η νόσος έγινε παράδειγμα για τη γενετική διερεύνηση των πολυπαραραγοντικών νόσων. Αναπτύχθηκαν τρεις κύριες προσεγγίσεις: Η ανάλυση σύνδεσης, η ανάλυση ζεύγους προσβεβλημένων αδελφών και οι μελέτες συσχέτισης. Προηγούμενες ανιχνεύσεις του γονιδιώματος και μελέτες σε υποψήφια γονίδια έχουν δώσει αποδείξεις για γενετική σύνδεση μεταξύ δεικτών DNA και τουλάχιστον 18 πιθανών τόπων προδιάθεσης για το Σ.Δ.Τ. 1 οι οποίοι ονομάστηκαν IDDM1-IDDM18. Η περιοχή του HLA (IDDM1) πιστεύεται ότι αποτελεί τον κύριο γενετικό προσδιοριστή της νόσου. Τα γονίδια DQB1 και DQA1 έχει δειχθεί ότι παίζουν πρωταρχικό ρόλο. Ωστόσο το HLA πρέπει να περιέχει και άλλους τόπους προδιάθεσης. Για παράδειγμα υπάρχουν ενδείξεις για την ανεξάρτητη δράση του DRB1 στον κίνδυνο για το Σ.Δ.Τ. 1. Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήσαμε μελέτες συσχέτισης στον ελληνικό πληθυσμό προκειμένου να διερευνήσουμε το ρόλο των γονιδίων του HLA στο Σ.Δ.Τ. 1. Επιπλέον σχεδιάστηκε και αξιολογήθηκε μια στρατηγική ανίχνευσης της γενετικής προδιάθεσης του Σ.Δ.Τ. 1, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί στον ελληνικό πληθυσμό. Τα δεδομένα από τον πληθυσμό μας συγκρίθηκαν με αντίστοιχα από τον πληθυσμό της Φινλανδίας, όπου παρατηρείται η υψηλότερη επίπτωση Σ.Δ.Τ. 1 στην Ευρώπη. Τέλος έγινε μια σάρωση των αυτοσωμικών χρωμοσωμάτων για σύνδεση με το Σ.Δ.Τ. 1. Υλικά και Μέθοδος: Μελετήθηκαν δείγματα αίματος από 131 άτομα με διαβήτη και 1842 δείγματα ελέγχου από ομφάλιο λώρο νεογνών. Αρχικά έγινε τυποποίηση για έξι αλληλόμορφα του HLA-DQB1 με τη μέθοδο της φθοριομετρίας χρονικού διαχωρισμού, η οποία ανιχνεύει τον υβριδισμό ολιγονουκλεοτιδίων σημασμένων με λανθανίδες με προϊόντα PCR. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις ακολούθησε ένα δεύτερο βήμα τυποποίησης για HLA-DQA1 ή DR4. Υπολογίστηκε ο σχετικός κίνδυνος που αποδίδεται από κάθε γονότυπο και χρησιμοποιήθηκαν οι δοκιμασίες χ2 και t-test για τη στατιστική επεξεργασία. Η σάρωση του γονιδιώματος έγινε σε 19 οικογένειες ελληνικής καταγωγής με δύο προσβεβλημένα παιδιά. Χρησιμοποιήθηκε χάρτης μικροδορυφόρων που εκτείνεται σε ολόκληρο το γονιδίωμα και τεχνολογία ημι-αυτόματης γονοτυποποίησης βασισμένη στο φθορισμό. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με μη παραμετρικές μεθόδους. Αποτελέσματα: Επιβεβαιώθηκε η ισχυρή συσχέτιση των αλληλομόρφων του DQB1 και DQA1 με το Σ.Δ.Τ. 1 στον ελληνικό πληθυσμό και επιπλέον υποδεικνύουμε την ανεξάρτητη δράση των υποτύπων του DR4 στον κίνδυνο για Σ.Δ.Τ. 1. Δείχθηκε ότι η κατανομή στον πληθυσμό των αλληλομόρφων DQB1, DQA1 και DRB1 συμβαδίζει με την παρατηρούμενη διαφορά στην επίπτωση του Σ.Δ.Τ. 1 ανάμεσα σε Ελλάδα και Φινλανδία. Επιπλέον μια στρατηγική ανίχνευσης, η οποία περιλαμβάνει δύο βημάτα και τυποποίηση των αλληλομόρφων DQB1, DQA1 και DRB1 αποδείχτηκε αποτελεσματική για την πρόβλεψη του Σ.Δ.Τ. 1 στον ελληνικό πληθυσμό. Η σάρωση του γονιδιώματος επιβεβαιώνει τη σύνδεση του Σ.Δ.Τ. 1 στις οικογένειες που μελετήθηκαν με τόπους που έχουν αναφερθεί σε προηγούμενες μελέτες. Επιπλέον παρέχει ενδέιξεις για καινούριους τόπους που πιθανό να παίζουν σημαντικό ρόλο στον ελληνικό πληθυσμό. Συμπεράσματα: Υπογραμμίστηκε ο ανεξάρτητος διαβητογόνος ρόλος των γονιδίων DQB1, DQA1 και DRB1 στον ελληνικό πληθυσμό. Επιπλέον περιγράφηκε μια απλή στρατηγική ανίχνευσης του κινδύνου για Σ.Δ.Τ. 1, η οποία θα μπορούσε με ευκολία να εφαρμοστεί στον ελληνικό πληθυσμό. Δόθηκαν ενδείξεις για την ύπαρξη γενετικής βάσης στην παρατηρούμενη διαφορά στην επίπτωση της νόσου ανάμεσα σε Ελλάδα και Φινλανδία. Τέλος η σάρωση του γονιδιώματος, παρά το μικρό μέγεθος του δείγματος, έδωσε ενδείξεις για πιθανούς νέους τόπους προδιάθεσης του Σ.Δ.Τ. 1 στον ελληνικό πληθυσμ

    Μελέτη ιδιοτήτων ερημικής σκόνης με χρήση ενεργούς δορυφορικής και επίγειας τηλεπισκόπησης

    No full text
    The topic of the thesis is the use of lidar measurements in region affected by dessert dust transport to validate the aerosol optical properties of the European Space Agency’s (ESA) Aeolus satellite mission. The Aeolus mission comprised the first wind lidar in space which was also capable of deriving profiles of the aerosol optical properties as Level 2A products using the high spectral resolution technique. However, the design of Aeolus allowed the detection of only the co-polar component of the backscattered light from the circularly polarised emission at 355 nm. This limitation affects the retrieval of the optical properties when depolarising particles such as dessert dust are present in the Aeolus’ line of sight, raising the need of developing a lidar system that would reproduce the performance of Aeolus for the validation of its aerosol products. To this end, a lidar system (eVe lidar) has been developed utilising a dual-laser/dual-telescope configuration for combined linear/circular depolarisation and Raman measurements to simultaneously reproduce the Aeolus operation as well as to perform measurements as a traditional ground-based polarisation lidar system. A detailed description on the optical and mechanical parts in the emission and receiver units of the developed eVe lidar system along with the polarisation calibration techniques and the dedicated algorithm developed for signal processing is provided in this thesis. The developed algorithm processes the lidar signals and derives the profiles of the particle backscatter and extinction coefficients, the lidar ratio, the volume/particle linear depolarisation ratios, and the volume/particle circular depolarisation ratios. The performance of the eVe lidar and its algorithm have been validated through intercomparison studies. First, the eVe algorithm has been validated using synthetic lidar signals suitable for algorithm intercomparison studies from the European Aerosol Research Lidar Network (EARLINET), demonstrating similar or better performance with the algorithms used within EARLINET. Second, the overall performance of the lidar system has been evaluated using its self-validating capability and collocated measurements with the ESA EMORAL lidar at Athens, Greece, and the PollyXT lidar at Mindelo, Cabo Verde, concluding to an excellent lidar performance providing accurate lidar products. The deployment phase of eVe lidar is the ASKOS campaign, the ground-based component of the Joint Aeolus Tropical Atlantic Campaign for the calibration and validation of the Aeolus products. As such, linear and circular depolarisation measurements from eVe lidar collocated with Aeolus overpasses have been performed and used to validate the Aeolus Level 2A products (particle extinction coefficient, co-polar backscatter coefficient and co-polar lidar ratio) obtained from the three available Aeolus algorithms (SCA, MLE, and AEL–PRO). Overall, good agreement was observed across all algorithms for the backscatter coefficient, with errors decreasing at higher altitudes. The extinction coefficient exhibited larger discrepancies and variability compared to the backscatter coefficient. The lidar ratio retrievals were the noisiest, with substantial random and overall errors across all algorithms. The systematic errors in all algorithms are overshadowed by random errors, driven by variability in atmospheric conditions and the inherent noise in Aeolus profiles, especially at lower altitudes where the aerosol layers reside.Το θέμα της διδακτορικής διατριβής αφορά τη χρήση μετρήσεων lidar σε περιοχές που επηρεάζονται από τη μεταφορά ερημικής σκόνης για την επικύρωση των οπτικών ιδιοτήτων αερολυμάτων της αποστολής Aeolus του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ΕΟΔ). Η αποστολή Aeolus περιλάμβανε το πρώτο lidar στο διάστημα για τη μέτρηση πεδίων ανέμου, ικανό να παρέχει μετρήσεις των οπτικών ιδιοτήτων των αερολυμάτων (προϊόντα L2A), χρησιμοποιώντας την τεχνική υψηλής φασματικής ανάλυσης Ωστόσο, ο σχεδιασμός της αποστολής Aeolus επέτρεπε την ανίχνευση μόνο της συν-πολωμένης συνιστώσας του οπισθοσκεδαζόμενου σήματος από την κυκλικά πολωμένη εκπομπή στα 355 nm. Αυτός ο περιορισμός επηρεάζει την ανάκτηση των οπτικών ιδιοτήτων όταν μη σφαιρικά σωματίδια, όπως η ερημική σκόνη, βρίσκονται εντός του οπτικού πεδίου του Aeolus καθώς προκαλούν αποπόλωση του οπισθοσκεδαζόμενου σήματος, καθιστώντας αναγκαία την ανάπτυξη ενός συστήματος lidar που θα μπορούσε να αναπαράγει τη λειτουργία του Aeolus με σκοπό τη διακρίβωση των προϊόντων L2A (οπτικές ιδιότητες αερολύματων). Για το σκοπό αυτό, αναπτύχθηκε το σύστημα eVe lidar, το οποίο χρησιμοποιεί διαμόρφωση διπλού-λέιζερ/διπλού-τηλεσκοπίου για την πραγματοποίηση παράλληλων μετρήσεων lidar γραμμικής και κυκλικής αποπόλωσης και ανελαστικής οπισθοσκέδασης. Ως εκ τούτου, το πρώτο μέρος της διατριβής επικεντρώνεται στην περιγραφή των οπτικών και μηχανικών μερών των μονάδων εκπομπής, λήψης και ανίχνευσης του συστήματος eVe lidar, των τεχνικών βαθμονόμησης ως προς ανίχνευση της πόλωσης, καθώς και του αλγορίθμου επεξεργασίας των σημάτων lidar που αναπτύχθηκε. Ο αλγόριθμος αυτός επεξεργάζεται τα σήματα lidar και εξάγει τα προφίλ των συντελεστών οπισθοσκέδασης και εξασθένησης των σωματιδίων, του λόγου lidar, των λόγων γραμμικής αποπόλωσης όγκου/σωματιδίων και των λόγων κυκλικής αποπόλωσης όγκου/σωματιδίων. Η απόδοση τόσο του lidar όσο και του αλγορίθμου του ελέγχθηκε μέσω μελετών δια-σύγκρισης. Αρχικά, ο αλγόριθμος αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας συνθετικά σήματα lidar κατάλληλα για μελέτες δια-σύγκρισης αλγορίθμων ανάκτησης οπτικών ιδιοτήτων από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ερευνών Lidar Αερολυμάτων (EARLINET), παρουσιάζοντας απόδοση συγκρίσιμη ή καλύτερη από αντίστοιχους αλγόριθμους του EARLINET. Επιπλέον, η συνολική απόδοση του lidar αξιολογήθηκε μέσω της ικανότητάς του για αυτο-διακρίβωση και με τη βοήθεια ταυτόχρονων μετρήσεων δια-σύγκρισης με το lidar EMORAL του ΕΟΔ στην Αθήνα, καθώς και το lidar PollyXT στο Μιντέλο, Πράσινο Ακρωτήριο. Οι μελέτες αυτές επιβεβαίωσαν την εξαιρετική απόδοση του eVe lidar, προσφέροντας ακριβή προϊόντα lidar. Το eVe lidar χρησιμοποιήθηκε στην πειραματική εκστρατεία ΑΣΚΟΣ με σκοπό τη διακρίβωση των προϊόντων του Aeolus. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονες μετρήσεις γραμμικής και κυκλικής αποπόλωσης από το eVe lidar με υπερπτήσεις του Aeolus για τη διακρίβωση των οπτικών ιδιοτήτων των αερολυμάτων που παρέχονται από τους τρεις διαθέσιμους αλγορίθμους του Aeolus (SCA, MLE και AEL–PRO). Τα αποτελέσματα έδειξαν καλή συμφωνία για το συντελεστή οπισθοσκέδασης και στους τρεις αλγορίθμους, με μείωση των σφαλμάτων σε μεγαλύτερα υψόμετρα και σε μικρότερες τιμές υπερκείμενου συνολικού οπτικού βάθους. Ο συντελεστής εξασθένησης παρουσίασε μεγαλύτερες αποκλίσεις και μεταβλητότητα σε σχέση με τον συντελεστή οπισθοσκέδασης, ενώ ο λόγος lidar εμφάνισε τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα, με αυξημένες τιμές σφαλμάτων. Τα συστηματικά σφάλματα υπερκαλύπτονται από τα τυχαία, τα οποία οφείλονται τη μεγαλύτερη ατμοσφαιρική μεταβλητότητα και στον αυξημένο φόρτο αερολυμάτων που απαντώνται συνήθως σε χαμηλά υψόμετρα, προκαλώντας ενισχυμένη εξασθένιση στα σήματα του Aeolus και κατ’ επέκταση σε υψηλότερα επίπεδα θορύβου στα προϊόντα που ανακτώνται
    corecore