11894 research outputs found
Sort by
Κανναβινοειδική ρύθμιση νευροχημικών και συμπεριφορικών επιδράσεων των οπιοειδών
Η αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής, κυρίως διότι η χρήση των οπιοειδών ως αναλγητικά ενεργοποιεί και το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου, εντείνοντας τον κίνδυνο εθισμού. Πρόσφατες κλινικές και προκλινικές μελέτες έχουν υπογραμμίσει την ικανότητα της κάνναβης και των φαρμακευτικών της παραγώγων, τα οποία έχουν επίσης αναλγητική δράση, να ενισχύει τις παυσίπονες ιδιότητες των οπιοειδών χωρίς όμως να επιβαρύνει τα αρνητικά τους. Όμως αυτή η σειρά ερευνών δεν έχει αναδειξεί κάποια κλινικώς ιδανική φαρμακευτική προσέγγιση, ακόμη. Καθώς η έρευνα γύρω από την αλληλεπίδραση του συστήματος των κανναβινοειδών με αυτό των οπιοειδών έχει δείξει φαρμακολογικούς, συμπεριφορικούς και φυσιολογικούς συνδέσμους, οι νευροχημικοί μηχανισμοί που διέπουν αυτή τη σχέση δεν έχουν μελετηθεί μέχρι τώρα. Η παρούσα ερευνητική εργασία αποτελεί μια προσπάθεια γεφύρωσης του κενού αυτού, και στοχεύει στη διερεύνηση του πώς φάρμακα που στοχεύουν το σύστημα των κανναβινοειδών επηρεάζουν τις νευροχημικές και συμπεριφορικές αλλαγές που επάγονται απο τη χορήγηση οπιοειδών. Με τη χρήση iν vivo μικροδιάλυσης συζευγμενης με αναλύση μέσω υγρής χωματογραφίας-φασματοσκοπίας μάζας (LC-MS/MS) είναι εφικτή η μέτρηση εξωκυττάριων επιπέδων φαρμάκων και νευροχημικών αλλαγών στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τον πόνο και τον εθισμό. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας έδειξαν ότι: α) η εξωκυττάρια συγκέντρωση οξυκωδώνης αλλάζει με τρόπο χρόνο- και δόσο- εξαρτώμενο στον επικλινή πυρήνα (nAcc shell) του εγκεφάλου ενήλικων επιμυών β) η αύξηση της εξωκυττάριας συγκέντρωσης ντοπαμίνης ακολουθεί το μοτίβο αλλαγών της οξυκωδώνης στα θηλυκά υποκείμενα γ) στα αρσενικά πειραματόζωα τα επίπεδα του
6
ομοβανιλλικού οξέος αυξάνονται μετά τη χορήγηση συσσωρευτικής δόσης 3 mg/kg οξυκωδώνης δ) ο αγωνιστής του CB1 υποδοχέα των κανναβινοειδών, ΑΜ11245 ανιχνεύεται στον προμετωπιαίο φλοιό 140 λεπτά μετά τη χορήγηση 1 mg/lg του φαρμάκου ενώ το συνθετικό κανναβινοειδές WΙΝ55-212.2 εντοπίζεται στην παρεγκεφαλλίδα 40 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης 3 mg/kg, 60 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης 30 mg/kg βρίσκεται στον προμετωπιαίο φλοιό ενώ δεν βρέθηκαν ίχνη του φαρμάκου στον επικλινή πυρήνα. Tα δεδομένα από τις συμπεριφορικές μελέτες έδειξαν ότι: α) η κινητική δραστηριότητα επιμυών αυξάνεται με δόσο-και χρόνο- εξαρτώμενο τρόπο μετά από χορήγηση φαιντανύλης, ενώ η χορήγηση του κανναβινοειδούς ΑΜ2201 προκαλεί μείωση β) η οξυκωδώνη αυξάνει με δόσο- εξαρτώμενο τρόπο την καθυστέρηση απομάκρυνσης της ουράς επιμυών από ζεστό νερό, με το φαινόμενο να μεγιστοποιείται στη δόση των 32 mg/kg. Παρόμοιως το ΑΜ8936 παράγει δόσο-εξαρτώμενη αύξηση στο παραπάνω αναλγητικό τεστ. Συνοψίζοντας τα δεδομένα αυτά θέτουν τη βάση για μελλοντικές μελέτες που θα προσδιορίζουν λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα των κανναβινοειδών επηρεάζει τις επαγόμενες από τα οπιοειδή αλλαγές στη συμπεριφορά και στη νευροχημεία του εγκεφάλου.Chronic pain remains one of the most challenging conditions to treat, primarily because the opioid class of drugs, while effective in relieving pain, also activate reward circuitry and are highly reinforcing. Recent studies in human and nonhuman subjects have highlighted the ability of cannabis or cannabinoids (CBs), which also have analgesic effects, to enhance some antinociceptive effects of prescription opioids without similarly enhancing their adverse effects. However, this line of research has not yet yielded a clinically successful candidate. While research to date highlights pharmacological, behavioral, and physiological overlap between the cannabinoid and opioid systems, the neurochemical mechanisms through which cannabinoids modulate the behavioral effects of opioids remains uncertain. The present research begins to address this research gap by evaluating how pharmacological agents targeting the cannabinoid system may influence the neurochemical and behavioral effects of opioids in laboratory animals. By utilizing in vivo microdialysis techniques coupled with LC-MS/MS, extracellular drug levels and neurochemical changes in brain regions that are known to be involved in pain/reward were evaluated. Results from these studies show that: a) extracellular concentrations of oxycodone increased in a dose- and time-dependent manner in dialysates samples collected from nAcc shell; b) increases in extracellular dopamine (DA) followed oxycodone’s pattern of increase in dialysates from nAcc shell of female but not male subjects; c) in male subjects, only HVA increased after a cumulative dose of 3 mg/kg (i.p.) was administered; d) the cannabinoid CB1 agonist, AM11245 was detected in brain dialysates from prefrontal cortex 140min after a single dose of 1.0 mg/kg, i.p., and WIN55-212.2 was detected in dialysates from cerebellum 40 min after 3 mg/kg, while 60 min after 30 mg/kg was present in dialysates from prefrontal cortex; no extracellular drug was found in
4
nAcc core. Data from behavioral studies show that: a) locomotor activity increased in a dose- and time-dependent manner after cumulatively administration of fentanyl, while the CB1 agonist, AM2201 produced a profound decrease in motor activity; and b) oxycodone produced a dose-dependent increase in tail withdrawal latencies with maximum antinociceptive effects occurring following administration of a cumulative dose of 32 mg/kg. Similarly, cumulative administration of the CB1 agonist AM8936 also produced a dose-dependent increase in tail withdrawal latencies. Maximum antinociceptive effects were observed after a cumulative dose of 0.32 mg/kg of AM8936. Together, these neurochemical and behavioral data provide a strong foundation for future studies that will examine how the cannabinoid system influences the neurochemical and behavioral effects of opioid
Personalising deep brain stimulation therapy for Parkinson's disease with imaging biomarkers and machine learning
ΡΙΛΗΨΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗΣ
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει πιθανές κλινικές εφαρμογές απεικονιστικών βιοδεικτών που προέρχονται από Μαγνητικές Τομογραφίες (MRI) ασθενών που πάσχουν από νόσο Parkinson (PD). Αυτοί οι ασθενείς έχουν υποβληθεί σε θεραπεία εν τω βάθυ εγκεφαλικής διέγερσης (DBS). Στόχος της διατριβής είναι η ανάπτυξη ενός μοντέλου εκμάθησης μηχανικής που ενσωματώνει αυτούς τους βιοδείκτες προκειμένου να προβλεφθούν τα αποτελέσματα της θεραπείας DBS. Αρκετές νέες μεθοδολογίες ανάλυσης χρησιμοποιούνται με τη χρήση τεχνικών ραδιομικής (Radiomics) και μηχανικής μάθησης (ML) για: (1) τη δημιουργία μοντέλων πρόβλεψης του αποτελέσματος της χειρουργικής επέμβασης DBS. (2) να βελτιώσουμε την κατανόησή μας μεταξύ απεικόνισης και παθοφυσιολογίας της νόσου του Parkinson
Το πειραματικό συστατικό χωρίζεται σε δύο μέρη. Τμήμα Ι: σε αυτά τα πειράματα, αναλύονται οι μαγνητικές τομογραφίες 120 ασθενών με νόσο του Πάρκινσον που υποβλήθηκαν σε DBS για να βρεθούν ακτινολογικοί βιοδείκτες που προβλέπουν τη βελτίωση της Ενοποιημένης Κλίμακας Αξιολόγησης της Νόσου του Πάρκινον ΙΙΙ (UPDRSIII) 1 χρόνο μετά τη χειρουργική επέμβαση. Ένα σύνολο 7 βιοδεικτών ραδιομικής (glcm_Maximal Correlation Coefficient, shape_LeastAxisLength, firstorder_Skewness, firstorder_90Percentile, glcm_ClusterShade glcm_Informational Measure of Correlation2, firstorder_Mean) χρησιμοποιούνται για την κατασκευή προηγμένων μοντέλων μηχανικής μάθησης που είναι σε θέση να προβλέψουν την κινητική βελτίωση των ασθενών με νόσο του Πάρκινσον μετά από DBS με ακρίβεια ακρίβειας 0,95, ευαισθησίας 0,93 και ειδικότητας 0,97. Ενότητα II: Τα μη κινητικά συμπτώματα της νόσου του Parkinson (NMS) είναι εξίσου καταστροφικά για τους ασθενείς, αλλά πάντα θεωρούνταν μικρότερης προτεραιότητας στις μελέτες ασθενώς με νόσο του Parkinson. Η θεραπεία DBS, αρχικά επικεντρώθηκε στη βελτίωση των κινητικών συμπτωμάτων, ωστόσο υπάρχουν μελέτες που υποδηλώνουν ότι η θεραπεία έχει οφέλη και για το NMS. Τα πειράματα αυτής της ενότητας επιχειρούν να βρουν βιοδείκτες απεικόνισης στο σύνολο δεδομένων μαγνητικής τομογραφίας 120 ασθενών με PD για να προβλέψουν τη βελτίωση των μη κινητικών συμπτωμάτων μετά τη θεραπεία DBS. Επιλέγεται ένα σύνολο 7 βιοδεικτών ραδιομικής (Shape Maximum 2D Diameter Slice, Glcm Idn, Firstorder Minimum, Glcm Correlation, Shape_Mesh Volume, Glcm MCC, Firstorder Root Mean Squared, Firstorder 10 Percentile) χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία ενός προηγμένου μοντέλου τυχαίου δάσους (Random Forests) που έχει ακρίβεια 0,91, ευαισθησία 0,94 και ειδικότητα 0,88 στην πρόβλεψη των αποτελεσμάτων NMS των ασθενών.
Καθώς η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να γεφυρώσει τη χρήση τεχνικών μηχανικής μάθησης στη φροντίδα των ασθενών, προκύπτει ένα δίλημμα ως προς το πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται τα μοντέλα πρόβλεψης τεχνητής νοημοσύνης στην κλινική πρακτική. Η ανταλλαγή μεταξύ της ερμηνευσιμότητας των μοντέλων και των επιδόσεων αυτών των εργαλείων θα πρέπει να αποτελεί βασικό μέλημα μεταξύ των κλινικών ιατρών, των μηχανικών και του κοινού. Μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές θα επιτρέψουν την οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των κλινικών ιατρών και των ασθενών για την ευρεία χρήση αυτών των εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης (Α) στο μέλλον.This thesis examines potential clinical applications of imaging biomarkers derived from Magnetic Resonance Imaging (MRI) of patients affected by Parkinson’s disease (PD). These patients have undergone Deep Brain Stimulation therapy (DBS). The aim of the thesis is to develop a proof of principle machine learning model incorporating these biomarkers in order to predict outcomes of the DBS therapy. Several new analysis methodologies are employed with the use of Radiomics and Machine learning (ML) techniques to: (1) build predictive models of DBS surgery outcome; (2) improve our understanding between imaging and pathophysiology of Parkinson’s disease
The experimental component is divided in two parts:
Section I: in these experiments, the MRI Scans of 120 PD patients who underwent DBS are analysed to find radiological biomarkers predictive of Unified Parkinon’s Disease Rating Scale III (UPDRSIII) improvement 1 year after the surgery. A set of 7 Radiomics biomarkers (glcm_Maximal Correlation Coefficient, shape_LeastAxisLength, firstorder_Skewness, firstorder_90Percentile, glcm_ClusterShade, glcm_Informational Measure of Correlation2, firstorder_Mean) are used to construct advanced machine learning models which were able to predict the motor outcome of Parkinson’s patients after DBS with an accuracy of Accuracy of 0.95, Sensitivity of 0.93 and Specificity of 0.97.
Section II: The Non-Motor Symptoms of Parkinson’s disease (NMS) are equally devasting for patients but have always been regarded as a lesser priority when dealing with Parkinson’s patients. DBS therapy, was initially focused on motor symptom
10
improvement however there are studies suggesting the therapy has benefits also for the NMS. The experiments of this section attempt to find imaging biomarkers on the MRI dataset of 120 PD patients to predict Non-Motor Symptoms improvement after DBS therapy. A set of 7 Radiomics biomarkers are selected (Shape Maximum 2D Diameter Slice, Glcm Idn, Firstorder Minimum, Glcm Correlation, Shape_Mesh Volume, Glcm MCC, Firstorder Root Mean Squared, Firstorder 10 Percentile) are used to create an advanced Random Forest model which has an Accuracy of 0.91, Sensitivity of 0.94 and Specificity of 0.88 in predicting patients NMS outcomes.
As this thesis attempts to bridge the use of machine learning techniques in patient care, a dilemma emerges as to how artificial intelligence predictive models should be used in clinical practice. The trade-of between interpretability of the models and performance of these tools should be a key consideration amongst clinician, engineers and the public. Larger clinical trials would allow to build trust amongst clinicians and patients to widely use these Artificial Intelligence (A) tools in the future
Θόρυβος του σπιν σε δύο επικαλυπτόμενα σύνολα ατομικού σπιν
Ο θόρυβος του σπίν (spin noise) θέτει ένα θεμελιώδες όριο σε μετρήσεις σπίν
υψηλής ακριβείας και επηρεάζει πολλές εφαρμογές στον χαρακτηρισμό μαγνητικών
πεδίων. Σε αυτήν την εργασία, πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις θορύβου σπίν σε δύο
επικαλυπτόμενα είδη ατμών σε υψηλή θερμοκρασία: συγκεκριμένα σε άτομα αλκαλίων Ρουβιδίου (Rb) και Καλίου (K). Μελετήσαμε την επίδραση των συγκρούσεων
ανταλλαγής σπίν (Spin-exchange collisions), οι οποίες προκαλούν τους αντίστοιχους
ρυθμούς χαλάρωσης (relaxation rates). Ο χρόνος χαλάρωσης (relaxation time) της
εγκάρσιας συνιστώσας του σπίν ως προς το μαγνητικό πεδίο, κυριαρχείται από συγκρούσεις ανταλλαγής σπίν και μελετήθηκε για διάφορες πειραματικές συνθήκες. Εστιάζουμε στα άτομα αλκαλίων Rb και K λόγω των ίσων γυρομαγνητικών λόγων
τους, κάτι που τα καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για μελέτες συσχέτισης θορύβου
σπιν (spin noise correlations).Spin noise sets a fundamental limit in precision measurements of spin and
affects several applications of magnetic field characterization. In this thesis, mea-
surements of spin noise were performed in two overlapping species of hot atomic
vapors: Rb and K alkali-metal atoms. We investigate the effect of spin-exchange
collisions, which lead to corresponding relaxation rates. The relaxation time of the
spin component transverse to the magnetic field is dominated by spin-exchange col-
lisions and was investigated under different experimental conditions. We focus on
Rb and K alkali-metal atoms due to their equal gyromagnetic ratios, which make
them particularly interesting for spin-noise correlation studies
Φαρμακολογικός χαρακτηρισμός μη πεπτιδικών CRF αναλόγων
Ο εκλυτικός παράγοντας κορτικοτροπίνης CRF, ένα πεπτίδιο 41 αμινοξέων, και ο
τύπου 1 υποδοχέας του (CRF1R), παίζουν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του άξονα
υποθαλάμου – υπόφυσης – επινεφριδίων (HPA), και του Κεντρικού Νευρικού
συστήματος (ΚΝΣ). Διαταραχές της λειτουργίας του HPA άξονα και των CRF-CRF1R
νευρικών κυκλωμάτων σχετίζονται με την εμφάνιση άγχους και κατάθλιψης. Μη
πεπτιδικοί μικρομοριακοί CRF1R ανταγωνιστές εμφανίζουν αντικαταθλιπτικές και
αγχολυτικές ιδιότητες σε πειραματόζωα. Όμως μέχρι σήμερα κανένας τους δεν έχει
κλινική χρήση, τονίζοντας την ανάγκη ανάπτυξης νέων μη πεπτιδικών CRF1R
ανταγωνιστών. Με στόχο την ανάπτυξη νέων μη πεπτιδικών CRF1R ανταγωνιστών
αναπτύξαμε μια σειρά θειάζολο [4,5-d]πυριμιδινικών αναλόγων από τα οποία το C43
δεσμεύεται με τη μεγαλύτερη συγγένεια στον CRF1R. Με σκοπό να χαρακτηρίσουμε
το C43, ως CRF1R ανταγωνιστή προσδιορίσαμε στη παρούσα εργασία την ικανότητα
του να ανταγωνίζεται τον CRF1R να διεγείρει το ένζυμο της αδενυλοκυκλάσης μετά
από ενεργοποίηση του από τον αγωνιστή Σοβαγίνη το οποίο είναι ένα πεπτιδικό
ανάλογο του CRF. Στα πειράματα αυτά ο C43 ανταγωνίζεται ισχυρά την Σοβαγίνη να
ενεργοποιεί τον CRF1R. Μελλοντικά πειράματα σε πειραματόζωα θα προσδιορίσουν
τις αντικαταθλιπτικές και αγχολυτικές ιδιότητες του C43.Corticotropin-releasing factor CRF, a 41 amino acid peptide, and its type 1 receptor
(CRF1R), play an important role in the function of the hypothalamic-pituitary-adrenal
(HPA) axis and the central nervous system (CNS). Malfunctioning of the HPA axis and
CRF-CRF1R neural circuits are associated with the development of anxiety and
depression. Non-peptide small molecule CRF1R antagonists possess antidepressant
and anxiolytic properties in experimental animals. However, none of them are in
clinical use, highlighting the need to develop novel non-peptide CRF1R antagonists.
Aiming to develop novel non-peptide CRF1R antagonists, we developed a series of
thiazolo[4,5-d] pyrimidine analogues. Among these analogs the C43 binds to CRF1R
with the highest affinity. In order to characterize C43 as a CRF1R antagonist, in the
present work we determined its ability to antagonize the stimulation of the adenylyl
cyclase in HEK 293 cells expressing the CRF1R after activation by the agonist sauvagine,
which is a CRF peptide analog of. In these experiments the C43 potently antagonizes
sauvagine to activate the CRF1R. Future experiments using experimental animals will
determine the antidepressant and anxiolytic properties of C43
Kosmas Papamerkouriou "To Megaleio" : a different short-story about the Asia Minor Catastrophe
Η παρούσα διπλωματική εργασία έχει ως θέμα της την προσέγγιση των γεγονότων που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή, μέσα από τη ματιά ενός Μικρασιάτη πρόσφυγα, του Κοσμά Παπαμερκουρίου. Το διήγημά του «Το μεγαλείο» αφηγείται τις περιπέτειες του καπετάν Γεώργη από το Κουρτζέ δαγ, ο οποίος, αφότου απέδρασε από τα αμελέ ταμπουρού, κρύφτηκε στα βουνά κι έγινε κλέφτης πολεμώντας τους Τούρκους· γραμμένο κατά τη δεκαετία του 1920, το διήγημα εκτυλίσσεται στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου και του Ελληνοτουρκικού Πολέμου που ακολούθησε. Με φόντο σημαντικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής, ο καπετάν Γεώργης θα αναχθεί σε πρόσωπο-σύμβολο του αγώνα υπεράσπισης της γενέθλιας γης και των ιδανικών του μεγαλοϊδεατισμού.
Η μελέτη της Εύας Ανυφαντάκη ως στόχο της έχει να συστήσει ένα άγνωστο και συνάμα ιδιάζον διήγημα στο αναγνωστικό κοινό. Ως φορέας ακραίων αντιλήψεων, «Το μεγαλείο» διαφοροποιείται ανάμεσα σε μια πλειάδα αφηγημάτων με θέμα τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αξιοποιώντας τεκμήρια αντλημένα από την αλληλογραφία και την αρθρογραφία του Κοσμά Παπαμερκουρίου, επιχειρείται τόσο η διερεύνηση της πολιτικής του ταυτότητας –και της ιδεολογικής, κατά συνέπεια, τοποθέτησης του διηγήματός του– όσο και η σύγκριση του τελευταίου με άλλα έργα της ίδιας θεματικής.This master’s thesis examines the events that led to the Asia Minor Catastrophe, through the perspective of an Asia Minor refugee, named Kosmas Papamerkouriou. His short story “To Megaleio” recounts the adventures of Captain Georgis from Kurtze Dağ, who, after escaping from the amele taburu (forced labor battalions), hid in the mountains and became a rebel, fighting against the Turks. Written during the 1920s, the short story unfolds during the years of World War I and the subsequent Greco-Turkish War. Against the backdrop of significant historical figures and events, Captain Georgis emerges as a symbolic figure in the struggle to defend his homeland and the ideals of irredentism.
Eva Anyfantaki’s study aims to introduce an unknown yet distinctive short story to the reading public. As a bearer of extreme views, “To Megaleio” stands out among a multitude of narratives on the Asia Minor Catastrophe. By drawing on evidence from Kosmas Papamerkouriou’s correspondence and journalism, the study seeks to explore both his political identity—and, consequently, the ideological stance of his narrative—as well as to compare it with other works on the same subject
Μοντελοποίηση γραφημάτων απουσίας
Missing data is a pervasive problem in data analysis, particularly when the data is
missing-not-at-random (MNAR). In such cases, recovering unbiased estimates of probability
distributions becomes a significant challenge. This thesis addresses the problem of
self-masking bias, a specific and challenging form of MNAR, where the missingness mechanism
is influenced by unobserved factors related to the variable of interest. We propose
an algorithm for recovering probability distributions from experimental data affected by
self-masking bias, leveraging both Maximum Likelihood Estimation (MLE) and Bayesian
approaches. Our method is validated through extensive simulations, demonstrating its
effectiveness in both binary and continuous cases. The results show that as sample sizes
increase, the estimates converge to the true values, and the absolute error decreases, indicating
improved accuracy. Furthermore, credible intervals narrow with larger datasets,
reflecting reduced uncertainty. The positive correlation between missingness and absolute
error underscores the importance of addressing missing data to improve estimation
accuracy. This work contributes to the growing body of research on handling MNAR
data and provides practical tools dealing with self-masking bias in experimental settings
Climate change and biodiversity : The inclusion of future generations in the configuration of the transgenerational climate justice frame
Στην παρούσα εργασία αναλύονται οι ηθικές, κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις της κλιματικής αλλαγής. Περιγράφονται τα νέα κλιματικά δεδομένα που σχετίζονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη, ενώ παράλληλα υπογραμμίζεται η ανάγκη για κλιματική δικαιοσύνη και μείωση των ανισοτήτων, ιδιαίτερα σε περιοχές με αυξημένη οικολογική και κοινωνική ευαισθησία. Επισημαίνονται τα κενά στις πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και προτείνεται μια ολιστική προσέγγιση που συνδυάζει κοινωνική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική αειφορία.
Διερευνώνται οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα οικοσυστήματα και οι κοινωνίες, τονίζεται η σημασία της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων και της διατήρησης της κοινωνικής προστασίας, μέσα από την προοπτική της διαγενεακής δικαιοσύνης.
Παράλληλα, εξετάζεται η αλληλεπίδραση μεταξύ κλιματικής αλλαγής και απώλειας βιοποικιλότητας, αναδεικνύοντας τις ηθικές προεκτάσεις της εξαφάνισης ειδών, της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων και της διατάραξης της αυτορρυθμιστικής τους δυναμικής. Συνολικά, προτείνεται η διεύρυνση του ηθικού προβληματισμού σε θέματα παγκόσμιας, περιβαλλοντικής και κλιματικής δικαιοσύνης, με στόχο τη διασφάλιση ανθεκτικών και βιώσιμων φυσικών και κοινωνικών συστημάτων.This thesis examines the ethical, socio-economic, and environmental dimensions of climate change. It discusses emerging climate data related to global warming while emphasizing the urgent need for climate justice and the reduction of inequalities, particularly in ecologically and socially vulnerable regions. It highlights critical gaps in existing response policies and advocates for a holistic approach that integrates social justice with environmental sustainability.
Furthermore, the study explores the challenges faced by ecosystems and societies, underscoring the necessity of sustainable resource management and the preservation of social protection from the standpoint of transgenerational justice.
Additionally, it investigates the complex relationship between climate change and biodiversity loss, shedding light on the ethical ramifications of species extinction, ecosystem degradation, and the disruption of natural self-regulatory processes. Ultimately, the thesis calls for an expanded ethical discourse encompassing global, environmental, and climate justice to foster resilient and sustainable natural and social systems
Predictive value of Glucose Variability in outcome of pediatric critically ill patients
Εισαγωγή: Η διατήρηση σταθερών των επιπέδων γλυκόζης καθημερινά παίζει καθοριστικό ρόλο για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Το stress κατά τη διάρκεια σοβαρής νόσου διαταράσσει την ομοιόσταση της γλυκόζης και συνοδεύεται από σημαντική διακύμανση των επιπέδων της διαχρονικά. Η μεταβλητότητα αυτή της γλυκόζης (Glucose Variability (GV)) είναι μια δυναμική κατάσταση κατά την οποία τα επίπεδα γλυκόζης κυμαίνονται ανάμεσα σε υψηλές και χαμηλές τιμές όπως είναι ο ρυθμός, η συχνότητα και το μέγεθος των μεταβολών. Η μεταβλητότητα της γλυκόζης έχει συσχετισθεί με αυξημένη θνητότητα και αυξημένη παραμονή στη ΜΕΘ από μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε ενήλικες ασθενείς. Έχουν γίνει ελάχιστες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς οι οποίες να σχετίζουν την μεταβλητότητα της γλυκόζης στην οξεία φάση βαριάς νόσου με δείκτες βαρύτητάς και έκβασης.
Σκοπός: Ο σκοπός της μελέτης είναι να εκτιμηθεί η ικανότητα πρόγνωσης των δεικτών της μεταβλητότητας της γλυκόζης, όπως είναι οι MAG, GLI, SD, CV, ACACP, σε παιδιά που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ Παίδων (ΜΕΘΠ) τις πρώτες 72 ώρες νοσηλείας. Επιπλέον, η μελέτη μας αποσκοπεί να συγκρίνει τη διακύμανση της μεταβλητότητας της γλυκόζης μεταξύ των δεικτών, να τη συσχετίσει με κλινικά χαρακτηριστικά, δείκτες βαρύτητας και έκβασης καθώς και να αναδείξει παράγοντες κινδύνου σε όμοιες ομάδες ασθενών.
Μεθοδολογία: Η μελέτη διεξήχθη στην ΜΕΘΠ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Τα στοιχεία συλλέχθηκαν αναδρομικά από τους ιατρικούς φακέλους ασθενών που νοσηλεύτηκαν το διάστημα Ιούλιος 2022 έως Ιούλιος 2024. Χρησιμοποιήθηκε φόρμα καταγραφής δεδομένων η οποία περιλάμβανε δημογραφικά στοιχεία, κλινικές πληροφορίες, εργαστηριακές εξετάσεις και καταγραφή μετρήσεων γλυκόζης των πρώτων 72 ωρών νοσηλείας. Υπολογίστηκαν οι εξής δείκτες βαρύτητας της μεταβλητότητας της γλυκόζης: Mean Absolute Glucose (MAG), Glucose Lability Index (GLI), Standard Deviation (SD), Coefficient of Variation (CV), and Absolute Change of Percentage (ACACP). Επίσης υπολογίστηκε και το σκορ βαρύτητας PELOD-2 και δείκτες έκβασης της νόσου (θνητότητα, διάρκεια νοσηλείας, μηχανικού αερισμού, άλλα). Κριτήρια αποκλεισμού από τη μελέτη ήταν η παραμονή στη ΜΕΘΠ λιγότερο από 72 ώρες.
Αποτελέσματα: Στην αναδρομική αυτή μελέτη κοόρτης συμπεριλήφθηκαν 110 ασθενείς οι οποίοι νοσηλεύθηκαν στη ΜΕΘ παίδων του ΠΑΓΝΗ από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Ιούνιο του 2024. Δύο ασθενείς με διαβητική κετοξέωση αποκλείσθηκαν από τη μελέτη καθώς πληρούσαν τα κριτήρια αποκλεισμού και τελικά αναλύθηκαν τα δεδομένα 108 ασθενών. Από τους 108 ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη, οι 56 (51.9%) ήταν αγόρια και 52 (48.1%) κορίτσια, με μέση ηλικία 4.831.3 έτη, διάμεσα BMI z-scores -0.17 (-0.54-0.3) και διάρκεια νοσηλείας 8.6 (5.4-11.8) ημέρες. Οι εισαγωγές αφορούσαν στην πλειοψηφία τους παθολογικά αίτια (79.6%) και ήταν επείγουσες εισαγωγές (97.2%). Οι συχνότερες διαγνώσεις των ασθενών στη ΜΕΘ ήταν οι λοιμώξεις (n=45, 41.7%), το σοβαρό τραύμα (n=14, 14%) και νευρολογικά περιστατικά (n=11, 10.2%).
Οι δείκτες μεταβλητότητας MAG και CV συσχετίσθηκαν σημαντικά με τις ανώτερες τιμές γλυκόζης, και ασταθέστερα με τις μέσες τιμές γλυκόζης. Σε αντίθεση, οι δείκτες GLI και SD συσχετίσθηκαν ασθενέστερα και με τις ανώτερες ή μέσες τιμές γλυκόζης. Ο δείκτης ACACP παρουσίασε σημαντική συσχέτιση μόνο με τις ανώτερες τιμές της 3ης ημέρας νοσηλείας ενώ κανένας από τους δείκτες GV δεν συσχετίσθηκε σημαντικά με τις κατώτερες τιμές γλυκόζης των 3 ημερών. Οι δείκτες μεταβλητότητας δεν σχετίσθηκαν με το είδος των υγρών, τις θερμίδες ή με άλλους κλινικούς ή εργαστηριακούς δείκτες πλην μιας ασθενούς συσχέτισης του MAG με το ισοζύγιο υγρών την 3η ημέρα (r=0.20, p=0.035)
Οι δείκτες μεταβλητότητας γλυκόζης CV, SD, GLI, ACACP κατέγραψαν υψηλότερες τιμές στην ομάδα ασθενών που πέθαναν συγκριτικά με τους επιβιώσαντες ασθενείς. Οι μέσες και διάμεσες τιμές του MAG κυμάνθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα σε ασθενείς που πέθαναν. Σε μια ανάλυση ROC κλινικών χαρακτηριστικών των ασθενών, είδους και ισοζυγίου υγρών και δεικτών μεταβλητότητας της γλυκόζης, τα οποία θα μπορούσαν να προβλέψουν κακή έκβαση της νόσου, ισχυρή προβλεπτική ικανότητα είχαν οι δείκτες εκτίμησης της μεταβλητότητας της γλυκόζης ACACP (ROC 0.736 (0.53-0.95), p=0.0289), CV (ROC 0.69 (0.51-0.87), p=0.035), και η εκτίμηση βαρύτητας νόσου κατά PELOD-2 (ROC 0.953 (0.87-1.0), p<0.001).
Συμπεράσματα: Οι δείκτες μεταβλητότητας MAG και CV σε μεγαλύτερο, και οι GLI και SD σε μικρότερο βαθμό, σχετίζονται με τις ανώτερες ή μέσες τιμές γλυκόζης των 3 ημερών. Αυξημένα επίπεδα των δεικτών μεταβλητότητας της γλυκόζης CV, SD, GLI, και ACACP τις πρώτες 72 ώρες νοσηλείας σε παιδιατρικούς ασθενείς ΜΕΘ σχετίζονται με τη θνητότητα. Ειδικότερα, ισχυρή προβλεπτική ικανότητα κακής έκβασης έχουν οι δείκτες εκτίμησης της μεταβλητότητας της γλυκόζης ACACP (ROC 0.736 (0.53-0.95), p=0.0289), CV (ROC 0.69 (0.51-0.87), p=0.035), καθώς και η εκτίμηση βαρύτητας νόσου κατά PELOD-2 (ROC 0.953 (0.87-1.0), p<0.001).
Εισαγωγή: Η διατήρηση σταθερών των επιπέδων γλυκόζης καθημερινά παίζει καθοριστικό ρόλο για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Το stress κατά τη διάρκεια σοβαρής νόσου διαταράσσει την ομοιόσταση της γλυκόζης και συνοδεύεται από σημαντική διακύμανση των επιπέδων της διαχρονικά. Η μεταβλητότητα αυτή της γλυκόζης (Glucose Variability (GV)) είναι μια δυναμική κατάσταση κατά την οποία τα επίπεδα γλυκόζης κυμαίνονται ανάμεσα σε υψηλές και χαμηλές τιμές όπως είναι ο ρυθμός, η συχνότητα και το μέγεθος των μεταβολών. Η μεταβλητότητα της γλυκόζης έχει συσχετισθεί με αυξημένη θνητότητα και αυξημένη παραμονή στη ΜΕΘ από μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε ενήλικες ασθενείς. Έχουν γίνει ελάχιστες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς οι οποίες να σχετίζουν την μεταβλητότητα της γλυκόζης στην οξεία φάση βαριάς νόσου με δείκτες βαρύτητάς και έκβασης.
Σκοπός: Ο σκοπός της μελέτης είναι να εκτιμηθεί η ικανότητα πρόγνωσης των δεικτών της μεταβλητότητας της γλυκόζης, όπως είναι οι MAG, GLI, SD, CV, ACACP, σε παιδιά που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ Παίδων (ΜΕΘΠ) τις πρώτες 72 ώρες νοσηλείας. Επιπλέον, η μελέτη μας αποσκοπεί να συγκρίνει τη διακύμανση της μεταβλητότητας της γλυκόζης μεταξύ των δεικτών, να τη συσχετίσει με κλινικά χαρακτηριστικά, δείκτες βαρύτητας και έκβασης καθώς και να αναδείξει παράγοντες κινδύνου σε όμοιες ομάδες ασθενών.
Μεθοδολογία: Η μελέτη διεξήχθη στην ΜΕΘΠ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Τα στοιχεία συλλέχθηκαν αναδρομικά από τους ιατρικούς φακέλους ασθενών που νοσηλεύτηκαν το διάστημα Ιούλιος 2022 έως Ιούλιος 2024. Χρησιμοποιήθηκε φόρμα καταγραφής δεδομένων η οποία περιλάμβανε δημογραφικά στοιχεία, κλινικές πληροφορίες, εργαστηριακές εξετάσεις και καταγραφή μετρήσεων γλυκόζης των πρώτων 72 ωρών νοσηλείας. Υπολογίστηκαν οι εξής δείκτες βαρύτητας της μεταβλητότητας της γλυκόζης: Mean Absolute Glucose (MAG), Glucose Lability Index (GLI), Standard Deviation (SD), Coefficient of Variation (CV), and Absolute Change of Percentage (ACACP). Επίσης υπολογίστηκε και το σκορ βαρύτητας PELOD-2 και δείκτες έκβασης της νόσου (θνητότητα, διάρκεια νοσηλείας, μηχανικού αερισμού, άλλα). Κριτήρια αποκλεισμού από τη μελέτη ήταν η παραμονή στη ΜΕΘΠ λιγότερο από 72 ώρες.
Αποτελέσματα: Στην αναδρομική αυτή μελέτη κοόρτης συμπεριλήφθηκαν 110 ασθενείς οι οποίοι νοσηλεύθηκαν στη ΜΕΘ παίδων του ΠΑΓΝΗ από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Ιούνιο του 2024. Δύο ασθενείς με διαβητική κετοξέωση αποκλείσθηκαν από τη μελέτη καθώς πληρούσαν τα κριτήρια αποκλεισμού και τελικά αναλύθηκαν τα δεδομένα 108 ασθενών. Από τους 108 ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη, οι 56 (51.9%) ήταν αγόρια και 52 (48.1%) κορίτσια, με μέση ηλικία 4.831.3 έτη, διάμεσα BMI z-scores -0.17 (-0.54-0.3) και διάρκεια νοσηλείας 8.6 (5.4-11.8) ημέρες. Οι εισαγωγές αφορούσαν στην πλειοψηφία τους παθολογικά αίτια (79.6%) και ήταν επείγουσες εισαγωγές (97.2%). Οι συχνότερες διαγνώσεις των ασθενών στη ΜΕΘ ήταν οι λοιμώξεις (n=45, 41.7%), το σοβαρό τραύμα (n=14, 14%) και νευρολογικά περιστατικά (n=11, 10.2%).
Οι δείκτες μεταβλητότητας MAG και CV συσχετίσθηκαν σημαντικά με τις ανώτερες τιμές γλυκόζης, και ασταθέστερα με τις μέσες τιμές γλυκόζης. Σε αντίθεση, οι δείκτες GLI και SD συσχετίσθηκαν ασθενέστερα και με τις ανώτερες ή μέσες τιμές γλυκόζης. Ο δείκτης ACACP παρουσίασε σημαντική συσχέτιση μόνο με τις ανώτερες τιμές της 3ης ημέρας νοσηλείας ενώ κανένας από τους δείκτες GV δεν συσχετίσθηκε σημαντικά με τις κατώτερες τιμές γλυκόζης των 3 ημερών. Οι δείκτες μεταβλητότητας δεν σχετίσθηκαν με το είδος των υγρών, τις θερμίδες ή με άλλους κλινικούς ή εργαστηριακούς δείκτες πλην μιας ασθενούς συσχέτισης του MAG με το ισοζύγιο υγρών την 3η ημέρα (r=0.20, p=0.035)
Οι δείκτες μεταβλητότητας γλυκόζης CV, SD, GLI, ACACP κατέγραψαν υψηλότερες τιμές στην ομάδα ασθενών που πέθαναν συγκριτικά με τους επιβιώσαντες ασθενείς. Οι μέσες και διάμεσες τιμές του MAG κυμάνθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα σε ασθενείς που πέθαναν. Σε μια ανάλυση ROC κλινικών χαρακτηριστικών των ασθενών, είδους και ισοζυγίου υγρών και δεικτών μεταβλητότητας της γλυκόζης, τα οποία θα μπορούσαν να προβλέψουν κακή έκβαση της νόσου, ισχυρή προβλεπτική ικανότητα είχαν οι δείκτες εκτίμησης της μεταβλητότητας της γλυκόζης ACACP (ROC 0.736 (0.53-0.95), p=0.0289), CV (ROC 0.69 (0.51-0.87), p=0.035), και η εκτίμηση βαρύτητας νόσου κατά PELOD-2 (ROC 0.953 (0.87-1.0), p<0.001).
Συμπεράσματα: Οι δείκτες μεταβλητότητας MAG και CV σε μεγαλύτερο, και οι GLI και SD σε μικρότερο βαθμό, σχετίζονται με τις ανώτερες ή μέσες τιμές γλυκόζης των 3 ημερών. Αυξημένα επίπεδα των δεικτών μεταβλητότητας της γλυκόζης CV, SD, GLI, και ACACP τις πρώτες 72 ώρες νοσηλείας σε παιδιατρικούς ασθενείς ΜΕΘ σχετίζονται με τη θνητότητα. Ειδικότερα, ισχυρή προβλεπτική ικανότητα κακής έκβασης έχουν οι δείκτες εκτίμησης της μεταβλητότητας της γλυκόζης ACACP (ROC 0.736 (0.53-0.95), p=0.0289), CV (ROC 0.69 (0.51-0.87), p=0.035), καθώς και η εκτίμηση βαρύτητας νόσου κατά PELOD-2 (ROC 0.953 (0.87-1.0), p<0.001).
Background: The maintenance of glucose levels plays a determinant role in the proper function of the human organism. Stress during a critical illness has been found to derange glucose homeostasis leading to Glucose Variability (GV). Glucose Variability represents the fluctuation of glucose levels over time and refers to a non-stationary state in which glucose levels fluctuate between high and low values such as speed, magnitude, and frequency. The GV has been associated with increased mortality and prolonged stay in the ICU in studies that took place in adult patients. Few studies have been done in pediatric patients that correlate the GV in critical illness with the severity of illness and outcome.
Objective: This study aims to determine the prognostic ability of GV indicators (MAG, GLI, SD, CV, ACACP) in pediatric patients that were hospitalized in the Pediatric Intensive Care Unit (PICU) for the first 72 hours. Furthermore, our study intends to compare the GV between the glucose variability indexes and to correlate them with clinical characteristics, the severity of illness scores, and outcome as well as to estimate risk factors in patients' sub cohorts.
Methods:
The study was conducted in the Pediatric Intensive Care Unit (PICU) of the University Hospital of Heraklion. Data were retrospectively collected from medical records of patients hospitalized between July 2022 and July 2024. A data collection form was used, including demographic information, clinical details, laboratory tests, and glucose measurements during the first 72 hours of hospitalization. The following glucose variability severity indices were calculated: Mean Absolute Glucose (MAG), Glucose Lability Index (GLI), Standard Deviation (SD), Coefficient of Variation (CV), and Absolute Change of Percentage (ACACP). Additionally, the PELOD-2 severity score and disease outcome indicators (mortality, length of hospitalization, duration of mechanical ventilation, among others) were assessed. Patients who remained in the PICU for less than 72 hours were excluded from the study.
Results:
In this retrospective cohort study, 110 patients admitted to the pediatric ICU of PAGNI between July 2022 and June 2024 were included. Two patients with diabetic ketoacidosis were excluded from the study as they met the exclusion criteria, leaving data from 108 patients for analysis. Among the 108 patients included, 56 (51.9%) were boys and 52 (48.1%) were girls, with a mean age of 4.8±31.3 years, a median BMI z-score of -0.17 (-0.54 to 0.3), and a median length of stay of 8.6 (5.4-11.8) days. The majority of admissions were due to medical conditions (79.6%) and were emergency admissions (97.2%). The most common diagnoses among ICU patients were infections (n=45, 41.7%), severe trauma (n=14, 14%), and neurological conditions (n=11, 10.2%).
The variability indices MAG and CV were significantly associated with the highest glucose values and weakly with average glucose values. In contrast, GLI and SD showed weaker associations with both peak and average glucose levels. The ACACP index exhibited a significant correlation only with the highest glucose levels on the third day of hospitalization, while none of the glucose variability (GV) indices were significantly associated with the lowest glucose values over the three-day period. The variability indices did not correlate with the type of fluids, caloric intake, or other clinical or laboratory markers, except for a weak correlation between MAG and fluid balance on the third day (r=0.20, p=0.035).
The glucose variability indices CV, SD, GLI, and ACACP were elevated in the group of patients who died compared to survivors. The mean and median values of MAG were lower among deceased patients. In a ROC analysis of clinical characteristics, fluid type and balance, and glucose variability indices to predict poor outcomes, strong predictive ability was observed for ACACP (ROC 0.736 [0.53-0.95], p=0.0289), CV (ROC 0.69 [0.51-0.87], p=0.035), and disease severity assessed using the PELOD-2 score (ROC 0.953 [0.87-1.0], p<0.001).
Conclusions: The variability indices MAG and CV are more strongly associated, while GLI and SD are to a lesser extent, with the highest or average glucose values over three days. Elevated levels of glucose variability indices CV, SD, GLI, and ACACP during the first 72 hours of hospitalization in pediatric ICU patients are linked to increased mortality. Notably, the glucose variability indices ACACP (ROC 0.736 [0.53-0.95], p=0.0289) and CV (ROC 0.69 [0.51-0.87], p=0.035) demonstrate strong predictive ability for poor outcomes, along with disease severity assessment using the PELOD-2 score (ROC 0.953 [0.87-1.0], p<0.001).
Inability to have children and parenthood of same-sex couples
Στο πρώτο μέρος της εργασίας προσεγγίζεται από νομική σκοπιά -με δεδομένο το υπάρχον δίπολο: αρσενικό και θηλυκό βιολογικό φύλο- πού θεμελιώνεται στο δικαϊικό μας σύστημα η απόκτηση τέκνων, ποιος μπορεί να γίνει γονέας ενός παιδιού και ποιοί τρόποι υπάρχουν να ξεπεραστεί η αδυναμία ενός ατόμου να αποκτήσει παιδί. Μέρος του προβληματισμού αποτελεί κατά πόσον η θεμελίωση γονικής σχέσης από ένα ομοφυλόφιλο άτομο αποτελεί κενό δικαίου στο δικαϊικό μας σύστημα αλλά και η ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος της θεμελίωσης γονικής σχέσης από ομόφυλα ζευγάρια. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας, προσεγγίζεται από κοινωνιολογική σκοπιά η ικανότητα ανατροφής ενός τέκνου και κατά πόσον αυτή μπορεί να συνδέεται ασφαλώς για τα συμφέροντα του παιδιού με το σεξουαλικό προσανατολισμό αυτού που αναλαμβάνει την ανατροφή του. Ενθαρρύνεται ότι η ικανότητα ανατροφής ενός τέκνου βάσει της πραγματικής κατάστασης που βιώνουν τα άτομα και των εν γένει διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων, θα έπρεπε να μην συνδέεται αναπόδραστα με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου που αναλαμβάνει την ανατροφή ενός τέκνου. Στο τρίτο μέρος της εργασίας, προσεγγίζεται από φιλοσοφική σκοπιά η δυνατότητα του ατόμου να καθίσταται γονέας και τα όρια που μπορούν – ή πρέπει- να τεθούν σε αυτήν ενόψει και της συνεχούς προόδου των αναπαραγωγικών βιοτεχνολογιών.The first part of the paper approaches from a legal point of view - given the existing dichotomy: male and female biological sex - where in our legal system the acquisition of children is founded, who can become a parent of a child and which ways exist to overcome the inability of a person to have a child. Part of the concern is whether the establishment of a parental relationship by a homosexual person constitutes a legal vacuum in our legal system and the European dimension of the issue of the establishment of a parental relationship by same-sex couples. In the second part of the paper, the ability to raise a child is approached from a sociological perspective and whether this can be safely linked, in the interests of the child, to the sexual orientation of the person who undertakes the upbringing of the child. It is suggested that the capacity to raise a child, based on the actual situation experienced by individuals and the generally available scientific evidence, should not be inexorably linked to the sexual orientation of the person who undertakes the upbringing of a child. In the third part of the paper, the possibility of an individual becoming a parent and the limits that can - or should - be placed on this in view of the constant progress of reproductive biotechnologies are approached from a philosophical perspective